Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2007

Αρρωστημένο πάθος


Στη δεύτερη σκηνή του θεάτρου Αργώ παρουσιάζεται δραματοποιημένη η διάσημη νουβέλα του John Fowles «Ο Συλλέκτης» (The Collector) σε σκηνοθεσία Γιάννη Βούρου. Πρόκειται για ένα ψυχολογικό θρίλερ που χτίζεται πάνω στην κλιμάκωση του φόβου και στο ξεδίπλωμα δυο άρτιων και υποδειγματικά δομημένων χαρακτήρων. Το έργο αφηγείται την ιστορία ενός ατόμου με διαταραγμένο νου καταγράφοντας τα συμπτώματα μιας ψυχοπαθολογικής συμπεριφοράς και εστιάζοντας στην έκφραση του εγωισμού της ζήλιας που προκύπτει από μια παράφορα αρρωστημένη κτητικότητα. Η χαμηλή αυτοπεποίθηση, η έλλειψη διάθεσης προσέγγισης του άλλου, η μοναχικότητα, η αδυναμία εύρεσης τρόπων επικοινωνίας και η αδιάλλακτη εγωπάθεια είναι χαρακτηριστικά που περιγράφουν την αναπηρία του ήρωα να συνάψει υγιείς ερωτικές σχέσεις καθώς και τα αίτια της σεξουαλικής του ανεπάρκειας.

Ο Συγγραφέας και το έργο του
Ο Βρετανός John Fowles (1926-2005) γεννήθηκε στο Έσσεξ, φοίτησε στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και πριν αφιερωθεί στη συγγραφή βιβλίων, εργάστηκε ως δάσκαλος. Έγραψε κυρίως δοκίμια, νουβέλες και μυθιστορήματα που πολλά διασκευαστήκαν με μεγάλη επιτυχία για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Στα ελληνικά κυκλοφορούν βιβλία του από τις εκδόσεις Εστία : «Η Εξορία του συγγραφέα/Μια συνέντευξη», «Εβένινος πύργος» (The Ebony Tower), «Ο Μάγος» (The Magus), μυθιστόρημα εμπνευσμένο από την παραμονή του συγγραφέα στις Σπέτσες, «Ο Συλλέκτης», από τις εκδόσεις Ολκός : «Η Ελληνική εμπειρία» και από τις εκδόσεις Bell : «Η Γυναίκα του Γάλλου υπολοχαγού» (The French Lieutenant’s woman), που μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη με πρωταγωνιστές τη Meryl Strip και το Jeremy Irons.
«Ο Συλλέκτης» (1963) είναι το πρώτο μυθιστόρημα του John Fowles. Το 1966 γίνεται ταινία από το σκηνοθέτη William Wyler με τη Samantha Eggar και το Terence Stamp στους κεντρικούς ρόλους ενώ με την πάροδο του χρόνου παίζεται σε πολλές θεατρικές σκηνές του κόσμου. Στη χώρα μας παρουσιάστηκε για πρώτη φορά, πριν μερικά χρόνια, στο θέατρο Ιλίσια-Ντενίση σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη και με τους ηθοποιούς Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη και Μαρίνα Καλογήρου.
Η ιστορία αναφέρεται στις παράλογες πράξεις του Φρέντερικ Κλεγκ, ενός μοναχικού νεαρού που δουλεύει σαν κλητήρας στο δημαρχείο της πόλης του και στον ελεύθερο χρόνο του συλλέγει πεταλούδες. Ο Φρέντερικ έχοντας κερδίσει υπέρογκο ποσό χρημάτων στο λαχείο, εγκαταλείπει τη δουλειά του και εγκαθίσταται σ’ ένα μεγάλο σπίτι στην εξοχή. Έχει ερωτευτεί μια νεαρή φοιτήτρια της σχολής Καλών Τεχνών, τη Μιράντα Γκρέυ, που τη θαυμάζει και την κατασκοπεύει από απόσταση καθώς δε βρίσκει το θάρρος να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του. Απελπισμένος αλλά αποφασισμένος να την κατακτήσει και να την κάνει μέρος της συλλογής του, φθάνει στα άκρα και οδηγείται στην αποτρόπαιη πράξη της απαγωγής. Κρατώντας φυλακισμένη στο κελάρι του τη νεαρή κοπέλα, πιστεύει ότι έστω και με αυτό τον τρόπο, εκείνη θα μπορέσει σταδιακά να τον γνωρίσει και να τον αγαπήσει. Η τρομοκρατημένη Μιράντα παλεύει αδιάκοπα να βρει τρόπους να δραπετεύσει και να επιστρέψει στους δικούς της ανθρώπους οι οποίοι, καθώς οι μέρες περνούν, έχουν αρχίσει ν’ ανησυχούν για την εξαφάνισή της. Ο Φρέντερικ προσπαθεί να την κερδίσει παρέχοντας της πλούσια αγαθά και εκπληρώνοντας κάθε της επιθυμία εκτός από το να την αφήσει ελεύθερη. Εξουθενωμένη η νεαρή κοπέλα νοιώθει ανάμεικτα συναισθήματα οίκτου, οργής και αγανάκτησης και πνίγεται στον ασφυκτικό κλοιό που έχει στηθεί γύρω της. Αδυνατώντας να επιβιώσει στις άθλιες συνθήκες ζωής που της επιβάλλει ο βασανιστής της και ν’ ανταποκριθεί στους όρους που της θέτει, αρρωσταίνει και πεθαίνει σιγοψιθυρίζοντας το όνομα του αγαπημένου της. Βαθιά πληγωμένος και απογοητευμένος, ο Φρέντερικ φθάνει στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Σκαλίζοντας τα προσωπικά γράμματα της Μιράντας αν και αναγκάζεται να έρθει αντιμέτωπος με την αλήθεια, δε συνειδητοποιεί τις συνέπειες των ενεργειών του. Πεπεισμένος πως δεν ευθύνεται για το θάνατό της, δε νοιώθει τύψεις και ενοχές, αλλά, προσχεδιάζει τις κινήσεις του για τον εντοπισμό του επόμενου θύματος.

Η παράσταση
Στη θεατρική μεταφορά αποδόθηκε επιδέξια η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα ενός θρίλερ που σκιαγραφεί με λεπτομέρεια τις ψυχωτικές εμμονές ενός παρανοϊκού ατόμου και τη μονομερή αγωνία για την κατάκτηση του ερωτικού του αντικειμένου. Η μετάφραση της Μαριλένας Παναγιωτοπούλου δημιουργεί ένα θεατρικό λόγο που εναρμονίζει τη δομή και το λεξιλόγιο επιτρέποντας στους ηθοποιούς να κινηθούν άνετα τόσο στη γλωσσική όσο και στην παραγλωσσική εκφορά των ρόλων.
Η σκηνοθεσία επιβλέποντας το σύνολο της σκηνικής εκθέσεως των ηρώων του συγγραφέα σε συνάρτηση με το χώρο και τους φωτισμούς, φρόντισε σχολαστικά το ρυθμό και τη σταδιακή κορύφωση των συγκρούσεων. Χρησιμοποιήθηκε λειτουργικά κάθε γωνιά του υπόγειου σκηνικού χώρου και όλα τ’ αντικείμενα κατέχουν σημαίνουσα θέση. Οι υποβλητικοί φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα υπογραμμίζουν τις ψυχολογικές μεταπτώσεις των προσώπων ενώ η μουσική του Χρήστου Χατζή συμβάλλει στην πρόκληση της αγωνίας και στη δημιουργία ενός σασπένς που αναζωπυρώνει το ενδιαφέρον του θεατή.
Δυο διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες, δυο εντελώς αντίθετοι κόσμοι έρχονται σε αντιπαράθεση στο μικρόκοσμο του John Fowles. Ο Τάσος Ιορδανίδης αποκαλύπτει σταδιακά τις αντιφατικές πτυχές της προσωπικότητας του εκκεντρικού Φρέντερικ. Ο ταλαντούχος ηθοποιός εντοπίζει και ξεδιαλύνει τις στιγμές που ο ήρωας από θύτης γίνεται θύμα αποδίδοντας με την ακρίβεια των πλούσιων εκφραστικών του μέσων τις ψυχολογικές διακυμάνσεις ενός θολωμένου νου. Η Ζέτα Δούκα ενσαρκώνει με δυναμισμό και νεύρο τη Μιράντα αποτυπώνοντας στην ερμηνεία της όλες τις συναισθηματικές εναλλαγές που βιώνει η ηρωίδα. Υποδειγματική η σκηνική χημεία των δυο ηθοποιών ιδιαίτερα σε σημεία έντονης φόρτισης, εντάσεων και βίας. Ένα ενδιαφέρον υποκριτικό δίδυμο που χειρίζεται αρμονικά τις παλινδρομήσεις στο δυναμικό πεδίο ασκήσεως μιας κεντρομόλου και μιας φυγόκεντρης δύναμης σε παράλληλη συνεύρεση.


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο Συλλέκτης» του John Fowles
Μετάφραση : Μαριλένα Παναγιωτοπούλου
Σκηνοθεσία : Γιάννης Βούρος
Μουσική : Χρήστος Χατζής
Κοστούμια : Λαμπρινή Καρδαρά
Φωτισμοί : Χριστίνα Θανάσουλα
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Ζέτα Δούκα και Τάσος Ιορδανίδης

ΘΕΑΤΡΟ ΑΡΓΩ-STUDIO
Ελευσινίων 15, Μεταξουργείο, τηλ. 210 52 01 684
Δευτέρα-Τρίτη 21. 15

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2007

Παράνομος και αν είναι ο δεσμός μας...


Στο θέατρο «Αλέκος Αλεξανδράκης», (στο πρώην «Ριάλτο» που μετονομάστηκε για να τιμηθεί ο σπουδαίος Έλληνας ηθοποιός) ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Κώστα Αρζόγλου η απολαυστική συγκινητική κωμωδία του Bernard Slade «Κάθε χρόνο ίδια μέρα» (Same time, next year). Πρόκειται για μια ανάλαφρη ερωτική ιστορία που αποτελεί ιδανική πρόταση για θεατρική έξοδο τις μέρες των γιορτών και προτείνεται ως κατάλληλο θέαμα για όλα τα μέλη της οικογένειας.
Ο Καναδός θεατρικός συγγραφέας (που γεννήθηκε το 1930) έχει υπογράψει μεγάλες επιτυχίες στο Broadway και σε άλλα θέατρα με τα έργα «I remember you», «Μια σφιχτά δεμένη οικογένεια», «Η Ρομαντική κωμωδία», «Fatal Attraction» και άλλα. Παράλληλα ασχολήθηκε για πολλά χρόνια με τηλεοπτικές σειρές ενώ έργα του μεταφέρθηκαν και στη μεγάλη οθόνη. Το «Κάθε χρόνο ίδια μέρα» πρωτοπαρουσιάστηκε στο Brooks Atkinson Theatre της Νέας Υόρκης το 1975 σε σκηνοθεσία Τζην Σακς. Την ίδια χρονιά παρουσιάζεται και στη χώρα μας με πρωταγωνιστές τον Αλέκο Αλεξανδράκη και τη Νόνικα Γαληνέα.

Φέτες ζωής
Η ιστορία θίγει το θέμα της μοιχείας και παρουσιάζει κομμάτια από τη ζωή ενός παράνομου ζευγαριού. Ένας παράξενος δεσμός επισυνάπτεται κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες και υπό συγκεκριμένους όρους. Η Ντόρις και ο Τζωρτζ γνωρίζουν ο ένας τον άλλο τυχαία μια βραδιά και την περνούν μαζί στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου κοντά στο San Francisco. Και οι δύο τους είναι παντρεμένοι, έχουν παιδιά και αγαπούν τους συζύγους τους. Δεν επιθυμούν να διαλύσουν τις οικογένειές τους και αποφασίζουν να βρουν μια λύση που θα τους οδηγήσει στο αδιέξοδο της παράλληλης σχέσης. Ο καθένας νοιώθει με το δικό του τρόπο τύψεις ή ενοχές και εκφράζει διαφορετικά τα συναισθήματά του. Από εκείνη τη νύχτα, συμφωνούν να συναντιούνται μόνο μια φορά το χρόνο, στο ίδιο μέρος, την ίδια περίπου μέρα και να περνούν μαζί όμορφες στιγμές. Κάθε χρόνο όμως τα πράγματα εξελίσσονται, τίποτα δεν είναι όπως τον προηγούμενο καθώς απρόβλεπτα γεγονότα αναθεωρούν τα δεδομένα. Μέσα από ζωηρούς διαλόγους ξεδιπλώνονται οι χαρακτήρες των δυο ηρώων και επισημαίνονται οι αλλαγές των καταστάσεων. Η Ντορίς και ο Τζωρτζ γνωρίζονται μεταξύ τους καλύτερα, εξομολογείται ο ένας τα μυστικά του στον άλλο, αφηγούνται ιστορίες για τους συντρόφους τους, βιώνουν μαζί ένα σωρό καταστάσεις που τους φέρνουν κοντά και στο τέλος τους κάνουν «αληθινό» ζευγάρι.
Το έργο διαπραγματεύεται χωρίς ίχνος διδακτισμού και τάση ηθικολογίας τα προβλήματα των ανθρώπινων σχέσεων εστιάζοντας στην έλλειψη ειλικρίνειας και ευθύτητας, στην αδυναμία επικοινωνίας και αλληλοκατανόησης, στον εγωισμό και στην αδιαφορία που πολύ συχνά διαταράσσουν τις ισορροπίες σ’ ένα ζευγάρι. Πρόκειται για ένα καταπληκτικό έργο που συνδυάζει απολαυστικά την κωμωδία και το δράμα και ταυτόχρονα είναι τόσο ανθρώπινο που αγγίζει τη ψυχή και την καρδιά όλων μας.

Η παράσταση
Ο Κώστας Αρζόγλου έχοντας στα χέρια του τη στρωτή μετάφραση του Μιχάλη Παπαμιχάλη και τον καθαρό σε εντολές μικρόκοσμο του συγγραφέα, έκανε μια απλή και καθαρή σκηνοθετική ανάγνωση επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στην κλιμάκωση των συγκρούσεων, στις εναλλαγές των απόψεων, των συμπεριφορών αλλά και στη ψυχολογική εξέλιξη των δύο χαρακτήρων-εκπροσώπων των δύο φύλων.
Εντυπωσιακός και λειτουργικός ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε ο Γιώργος Ασημακόπουλος. Μια πολυτελής και καλόγουστη σουίτα ενός ξενοδοχείου που διαθέτει πιάνο, τζάκι, αναπαυτικό ανάκλιντρο και διπλό κρεβάτι. Γύρω από το δωμάτιο, μεγάλο μέρος της σκηνής καλύπτεται από μεγάλα δένδρα που σχηματίζουν σχεδόν ένα μικρό δάσος. Η συνολική εικόνα αποτυπώνει την αίσθηση που αποπνέει μια απομονωμένη, ζεστή και άνετη ερωτική φωλιά. Κατά τη διάρκεια εναλλαγής των σκηνών προβάλλονται βιντεάκια με αποσπάσματα από γνωστές ταινίες, φωτογραφίες και άρθρα από εφημερίδες της εποχής με πολιτικά πρόσωπα αλλά και καλλιτέχνες που άφησαν ισχυρό το στίγμα τους καθώς και αγαπημένα τραγούδια, από το «Rock around the clock» έως το «American Pie» και άλλες δημοφιλείς μελωδίες. Άρτια μονταρισμένα πλάνα, ολοκληρωμένες ενότητες και μετρημένος χρόνος. Η χρήση αυτού του υλικού αν και δεν προσφέρει κάτι επί της ουσίας στην εξέλιξη της δράσης, λειτουργεί σαν ένα σχόλιο για την εποχή που γράφτηκε το έργο και εξυπηρετεί ως κάλυψη χρόνου στις απαραίτητες μικρές αλλαγές του σκηνικού. Από τη μια σκηνή στην άλλη μεσολαβεί ένα χρονικό διάστημα. Από το 1951 καταλήγουμε στην τελευταία σκηνή στο 1976 και είναι ευκαιρία εκτός από τις προσωπικές στιγμές των ηρώων του έργου, να ρίξουμε μια κλεφτή ματιά σε ιστορικά, κοινωνικά και καλλιτεχνικά γεγονότα που σημάδεψαν κάθε έτος. Η επιλογή των κοστουμιών ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κάθε περίστασης που καλούνται ν’ αντιμετωπίσουν τα πρόσωπα. Οι καλοσχεδιασμένοι φωτισμοί του Παντελή Πετράκη δεν κατορθώνουν να παγώσουν τις λεπτομέρειες, δεν εστιάζουν σε καταστάσεις και δεν υπογραμμίζουν-παρά τις συνεχείς απόπειρες- τις συναισθηματικές μεταπτώσεις των ηρώων.
Η Μαριάννα Τουμασάτου στο ρόλο της Ντορίς και ο Αλέξανδρος Σταύρου ως Τζωρτζ βρήκαν κοινούς υποκριτικούς κώδικες και επικοινωνούν σκηνικά σ’ ένα ισορροπημένο αποτέλεσμα. Ερμηνείες με κέφι, ζωντάνια και ζωηράδα. Ξεκαρδιστικά αστεία η σκηνή που η έγκυος, από το σύζυγό της, Ντορίς χρειάζεται επειγόντως τη βοήθεια του Τζωρτζ, ο οποίος καλείται να εκτελέσει χρέη μαιευτήρα καθώς φθάνει πρόωρα και αιφνίδια η γέννα. Στιγμές γέλιου αλλά και συγκίνησης μαζί μ’ ένα τρυφερό «happy end» γεμίζουν με αισιοδοξία και θετική ενέργεια το θεατή.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Κάθε χρόνο ίδια μέρα» του Bernard Slade
Μετάφραση : Μιχάλης Παπαμιχάλης
Σκηνοθεσία : Κώστας Αρζόγλου
Σκηνικά : Γιώργος Ασημακόπουλος
Μουσική επιμέλεια : Ιάκωβος Δρόσος
Φωτισμοί : Παντελής Πετράκης
Βοηθός σκηνογράφου : Βάλια Σπυροπούλου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μαριάννα Τουμασάτου και Αλέξανδρος Σταύρου

ΘΕΑΤΡΟ ΑΛΕΚΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ (πρώην Ριάλτο)
Κυψέλης 54, τηλ. 210 88 27 000
Τετάρτη-Κυριακή 19.00, Σάββατο 18.00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.00

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2007

Ερωτικό τρίγωνο




Η νεοσύστατη θεατρική ομάδα με το χαρακτηριστικό λογότυπο «Breath of art» κάνει την πρώτη της εμφάνιση στον πολυχώρο τέχνης «Altera Pars» που συστηματικά παρέχει τη δυνατότητα σε νέους αλλά και καταξιωμένους δημιουργούς να φέρουν στο φως τα καλλιτεχνικά σχέδια τους. Εξαιρετικές εντυπώσεις άφησαν φέτος οι νύχτες «Nova Pars» κατά τη διάρκεια των οποίων μια πλειάδα θεατρικών σχημάτων παρουσίασε τη δουλειά της ανοίγοντας ένα γόνιμο και δημιουργικό διάλογο.
Η ομάδα «Breath of art» απαρτίζεται από νέους ηθοποιούς που βρίσκοντας κοινούς κώδικες επικοινωνίας, ένωσαν τις δυνάμεις τους. Διαρκώς «ανήσυχη», πειραματίζεται, αναζητά νέους τρόπους έκφρασης και σκοπεύει ν’ ασχοληθεί με σύγχρονους Έλληνες και ξένους δραματουργούς των οποίων τα έργα θα διεγείρουν τη φαντασία της και θα ενεργοποιήσουν τη σκέψη της. Βασικό εργαλείο για τη δουλειά της ομάδας είναι η αναπνοή και οι δυνατότητες χρήσης της στην υποκριτική τέχνη. Από το εργαλείο αυτό, άλλωστε, τα μέλη της ομάδας εμπνεύστηκαν την ονομασία της. Κατά τη διάρκεια των προβών, οι ηθοποιοί ασκούνται πολύ μέσα από τη σιωπή και τη συστηματική παρατήρηση προκειμένου να διαμορφώσουν κοινή υποκριτική γλώσσα. Εφαρμόζουν βιοενεργειακές ασκήσεις που στηρίζονται στις θεωρίες του Βίλχελμ Ράϊχ. Τη μελέτη τους συμπληρώνουν οι ασκήσεις αυτοσυγκέντρωσης και οι δημιουργικοί αυτοσχεδιασμοί που συμβάλλουν καταλυτικά στην εξέλιξη του σκηνικού προϊόντος

Ο Συγγραφέας και το έργο
Στην πρώτη της θεατρική παράσταση, η ομάδα καταπιάνεται με το έργο του Βρετανού Andrew Cowie «Η ζωή μου στην Τέχνη» (My life in Art). Ηθοποιός, σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας, ο Andrew Cowie, που γεννήθηκε το 1956, ζει και εργάζεται στο Birmingham. Μέχρι σήμερα έχει γράψει τα εξής θεατρικά κείμενα που έχουν ανέβει με επιτυχία σε μεγάλες σκηνές της Αγγλίας και άλλων χωρών : «A one man Hamlet», «Castle Dracula», «Friction», «The Authorised version», «Cait’s story» και «1984» (youth theatre adaptation). Στη χώρα μας, το έργο αυτό ανεβαίνει για πρώτη φορά και τη μετάφραση απέδωσε επάξια η Μαρία Φακίνου παραδίνοντας ένα ρέοντα λόγο που εκφέρεται αβίαστα από τους ηθοποιούς.
Πρόκειται για μια σύγχρονη κωμωδία εμπνευσμένη από τις χαοτικές μυστηριώδεις σχέσεις των θεατρίνων και των ερωτικών «διαπλοκών» των παρασκηνίων στο χώρο του θεάματος. Αν και απλοϊκή και ανάλαφρη, ίσως, λίγο αφελής ή επιδερμική σε πρώτο επίπεδο, μέσα από το έξυπνο χιούμορ και την αισιόδοξη οπτική αναδεικνύονται οι αρετές της με μια δεύτερη πιο υποψιασμένη ανάγνωση.
Το έργο ξεκινάει με τις πρόβες ενός θιάσου για το ανέβασμα μιας παράστασης που είναι βασισμένη σ’ ένα κείμενο του 19ου αιώνα, από το λόρδο Βύρωνα. Στο αυθεντικό λυρικό ποίημα πρωταγωνιστούν μια νεαρή γυναίκα, ένας ώριμος άνδρας και ο καρδιοκατακτητής Δον Ζουάν. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών οι σχέσεις των συντελεστών περιπλέκονται μέσα από ένα απίστευτο ερωτικό γαϊτανάκι. Ο νεαρός ηθοποιός ερωτεύεται τη συνομήλικη συμπρωταγωνίστρια του, εκείνη με τη σειρά της γοητεύεται από τον ώριμο σκηνοθέτη, ο οποίος όμως ποθεί το αγόρι. Μέσα σε μια τεταμένη ατμόσφαιρα, τα όρια της ζωής και της τέχνης, της αλήθειας και του ψέματος, του λάθος και σωστού φαντάζουν δυσδιάκριτα. Οι ισορροπίες διαταράσσονται καθώς τα επαγγελματικά μπλέκονται με τα προσωπικά με κίνδυνο η παράσταση να τιναχθεί στον αέρα.

Η Παράσταση
Η σκηνοθεσία θόλωσε τις δραματουργικές αδυναμίες και επέμεινε στην εξέλιξη των διαπροσωπικών σχέσεων προκειμένου ν’ αναδειχθούν οι όποιες βαθύτερες δομές του έργου. Κάθε γωνιά του πολύχρωμου σκηνικού αποτελεί ένα ξεχωριστό χώρο δράσης. Στα έξι επίπεδα, βλέπουμε το εσωτερικό του σπιτιού του κάθε ήρωα, ειδικά διαμορφωμένο με το προσωπικό του στυλ, καθώς και τους κοινούς χώρους που εκτυλίσσονται οι πρόβες και, στο τέλος, η παράσταση. Το στήσιμο του σκηνικού διευκολύνει την παράλληλη δράση από την οποία αποκαλύπτονται οι αθέατες σκέψεις των ηρώων, οι διπρόσωπες συμπεριφορές τους, η υποκριτική στάση τους απέναντι στους άλλους, η διαφορετική οπτική τους απέναντι στα πράγματα, ο τρόπος πρόσληψης των όσων συμβαίνουν και οι αντίθετες απόψεις τους. Συγκρούσεις και αδιέξοδα, μίση και ερωτικά πάθη, μυστικά και εξομολογήσεις. Χαρακτηριστικές σκηνές η «αποπλάνηση» του νεαρού και η καυστική σάτιρα των παρωχημένων σκηνοθετικών μεθόδων.
Η χρήση των χρωμάτων προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση με τη συνέπεια της και λειτουργεί συμβολικά. Το χρώμα των σκηνικών αντικειμένων σε κάθε δωμάτιο είναι ανάλογο με αυτό που έχει επιλεγεί για το κάθε πρόσωπο : πράσινο για το αγόρι, μωβ για το σκηνοθέτη και πορτοκαλί για το κορίτσι. Οι άρτια επιμελημένοι φωτισμοί παρακολουθούν σε κάθε βήμα τα πρόσωπα αποτυπώνοντας τις συναισθηματικές μεταπτώσεις τους και διαμορφώνοντας μέσα από τις διασταυρώσεις τους ένα «παιχνιδιάρικο» εικαστικό αποτέλεσμα.
Τα βίντεο που προβάλλονται εμβόλιμα στη δράση, αν και απαθανατίζουν χαρακτηριστικά στιγμιότυπα από τις ζωές των καλλιτεχνών μέσα από γρήγορες εναλλαγές ζωντανών εικόνων και υπό τους ζωηρούς μουσικούς ήχους, δεν εξυπηρετούν επί της ουσίας τις προθέσεις του όλου εγχειρήματος. Το εκλαμβάνουμε ως έναν επιμέρους σχολιασμό των όσων διαδραματίζονται. Ο διακοσμητικός ρόλος τους θα ήταν πιο ωφέλιμος αν κάλυπτε τον ενδιάμεσο χρόνο των απαραίτητων αλλαγών για το πέρασμα από τη μια σκηνή στην άλλη. Εδώ εντοπίζεται ένα πρόβλημα ρυθμού και καθυστέρησης που με την πάροδο του χρόνου, οι συντελεστές θα επιληφθούν για την απάλειψή του.

Οι ερμηνείες
Ο Γιάννης Χαρμπάτσης (Graham), στον απαιτητικό ρόλο του σκηνοθέτη, ξεδιαλύνει το αρχικό αμήχανο και συγκεχυμένο τοπίο στιγμών μιας μονοδιάστατης ερμηνείας και βρίσκει, στη συνέχεια, το υποκριτικό του στίγμα. Ο κύριος Χαρμπάτσης κατορθώνει να ξεδιπλώσει μια γκάμα συναισθηματικών αποχρώσεων που κορυφώνεται κυρίως στο φορτισμένο από τις εξομολογήσεις και αναμνήσεις μονόλογο. Ως Steven, ο Νικόλας Μακρής εκπέμπει δυναμικά ερωτισμό με τη σκηνική γοητεία του πλάθοντας έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα. Η ταλαντούχα Χριστέλα Γκιζέλη υποδύεται τη Rebecca αποκαλύπτοντας σταδιακά μέσα από την ερμηνεία της όλες τις στρατηγικές που επιστρατεύει ένα φιλόδοξο θηλυκό προκειμένου να επιτύχει το στόχο του.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Η Ζωή μου στην Τέχνη» του Andrew Cowie
Από τη θεατρική ομάδα «Breath of art»
Μετάφραση : Μαρία Φακίνου
Σκηνοθεσία : Γιάννης Χαρμπάτσης
Σκηνικά : Άννα Ταουκτσή
Κοστούμια : Ρούλα Γιορδαμίνη, Μαργαρίτα Καστανιά
Φωτισμοί : Ohm David
Μουσική και ενορχήστρωση : Μάνος Λουκόπουλος
Στίχοι και μουσική επιμέλεια : Νέλλη Αλμπάνη
Μουσική και τραγούδι : Χαρά Αργυροπούλου
Βίντεο : Χριστίνα Σαμπατάκου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Χριστέλα Γκιζέλη, Νικόλας Μακρής και Γιάννης Χαρμπάτσης

ΠΟΛΥΧΩΡΟΣ ΤΕΧΝΗΣ «ALTERA PARS»
Μ. Αλεξάνδρου 123, Κεραμεικός, τηλ. 210 34 16 611
Δευτέρα –Τρίτη 21. 30 και Πέμπτη 01. 00

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2007

Σε εμπόλεμη ζώνη


Ο Θεατρικός οργανισμός «Πρώτες Ύλες», που ιδρύθηκε από τον ταλαντούχο ηθοποιό και σκηνοθέτη Χρίστο Λύγκα, συνεχίζει την αξιόλογη πορεία του παρουσιάζοντας νέα και άπαιχτα κείμενα της σύγχρονης δραματουργίας στα πλαίσια ενός «ανήσυχου» και δημιουργικού πειραματισμού και επιχειρώντας νέες αναγνώσεις στα «κλασικά» κείμενα.
Πρώτος σταθμός η παράσταση «Μικρή ερωτική ιστορία» βασισμένη στο έργο του Alfred de Musset «Δεν παίζουν με τον έρωτα» στο θέατρο «Άλεκτον». Στη συνέχεια, «Οι εξόριστοι» του James Joyce στην Πειραματική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και η «Έντα Γκάμπλερ» του Ίψεν στο θέατρο «Κατερίνας Βασιλάκου». Το 2004, η ομάδα βρίσκει μόνιμη στέγη στο «Αντιθέατρο» της Μαρίας Ξενουδάκη, στο Studio «Πρώτες Ύλες», όπου ανεβαίνουν οι παραστάσεις «Τα Πουλιά» της Johanna Laurens, «Death Valley Junction» του Albert Ostermaier και «Αθωότητα» της Dea Loher, παραστάσεις που προκάλεσαν γόνιμες συζητήσεις για τον έντονα πολιτικό και κοινωνικό τους χαρακτήρα και άνοιξαν το διάλογο για τις ιδιαιτερότητες της σύγχρονης θεατρικής γραφής.

Μια ιδιαίτερη γραφή
Τη φετινή χρονιά, η ομάδα καταπιάνεται με το έργο του Βρετανού Martin Crimp «Σκληρά και τρυφερά» (Cruel and Tender) στην έξοχη μετάφραση της Χριστίνας Μπάμπου-Παγκουρέλη. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1956 στο Dartford του Kent. Έργα του έχουν ανέβει με επιτυχία σε σκηνές του Λονδίνου και σε πολλές χώρες του κόσμου. Στην Ελλάδα παρουσιάζεται αυτή την περίοδο στο θέατρο «Ιλίσια-Ντενίση» σε σκηνοθεσία Αθανασίας Καραγιαννοπούλου η παράσταση «Απόπειρες» (Attempts on her life). Άλλα θεατρικά κείμενα του είναι : «No one sees the video», «Living Remains», «The Country», «Dealing with Clair» κτλ
Γραφή εικονοπλαστική, λέξεις που έρχονται να σχηματίσουν μια φιγούρα, φράσεις που ξετυλίγονται, σιωπηλή συζήτηση εικόνων. Ο Crimp εκφράζεται αφήνοντας ένα κενό νοήματος να υφίσταται ανάμεσα στην πρόθεση του συγγραφέα και την τελική του ρήση. Δεν καταφεύγει, όπως πολλοί σύγχρονοι του, στην ωμή εικονοποίηση της φρίκης επί σκηνής αλλά αναπτύσσει μια διαλεκτική γύρω από τη βία και τα συναφή θέματα. Μια γραφή που συμπληρώνεται από τη σωματική έκφραση των ηθοποιών, διαμορφώνεται από τις ρήξεις τις επικαιρότητας και ανιχνεύει νέους θεατρικούς κώδικες.
Το «Σκληρά και τρυφερά» λειτουργεί σαν μια διαρκής υπενθύμιση πως η πρώτη απώλεια σ’ ένα πόλεμο είναι η αλήθεια. Με σημείο εκκίνησης το μύθο των Τραχίνιων του Σοφοκλή στήνεται μια ιστορία σ’ ένα σύγχρονο κόσμο πολιτικής υποκρισίας και συναισθηματικής τρομοκρατίας. Ο πόλεμος είναι μια τραγωδία για κάθε εποχή και τα στοιχειώδη συστατικά του δεν αλλοιώνονται. Τα ονόματα αλλάζουν μόνο και οι συνθήκες.

Η Παράσταση
Σε συζήτηση γύρω από την παράσταση ο Χρίστος Λύγκας επισημαίνει : «Αντιμετώπισα το σκηνοθετικό μου ρόλο σαν ένας διαμεσολαβητής ανάμεσα στο έργο και το ζωντανό υλικό μου, τους ηθοποιούς. Για μένα, η σκηνοθεσία σήμερα, οφείλει ν’ ακολουθεί τον τόνο της εξέλιξης της μετα-μοντέρνας συγγραφικής ματιάς όπου πια η φόρμα του συγγραφέα αλλάζει έως και ριζικά από έργο σε έργο».
Στο «Σκληρά και τρυφερά» ο Crimp εστιάζει στις σχέσεις εξουσίας, στις εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις των χαρακτήρων. Η σκηνοθεσία του Χρίστου Λύγκα δημιούργησε σκηνικά μια σημειολογία σχέσεων και κινήσεων που παραπέμπει σε μια μάχη για την εδαφική κυριότητα και επιβολή, αφήνοντας παράλληλα τη βία του λόγου να ενεργήσει γυμνά μέσα από την ερμηνεία των ηθοποιών.
Στο κέντρο της σκηνής ένα πελώριο στρατιωτικό αντίσκηνο, μια τέντα που στηρίζεται ακτινωτά σε μεταλλικά σύρματα, υλικό που αποτυπώνει την οξύτητα και τη βιαιότητα του περιβάλλοντος. Επάνω στο ύφασμα, αναγράφεται με μεγάλα κεφαλαία γράμματα η λέξη «Δολοφόνοι» παραπέμποντας σε σύνθημα διαμαρτυρίας και κατακραυγής στη βάναυση επίθεση κατά του άμαχου πληθυσμού. Ο χώρος διασχίζεται εγκάρσια και κάθετα από μεταλλικά υποστυλώματα που φέρουν πλέγμα παραπέμποντας ανοιχτά σε κλουβιά-φυλακές. Ο μη ρεαλιστικός σκηνικός χώρος, η εγκατάσταση θα λέγαμε καλύτερα, συγχωνεύει τους διαφορετικούς, διαμετρικά αντίθετους κόσμους της Αμέλιας και του στρατηγού.
Οι μουσικοί ήχοι μας μεταφέρουν με τη δυναμική τους στο περιβάλλον ενός αεροδρομίου και επιτείνουν την αίσθηση της εισβολής και της λεηλασίας. Ένα ισχυρό ηχητικό σύμπαν από φωνές και κρότους αφίξεων και αναχωρήσεων, απογειώσεων και προσγειώσεων. Οι καίριοι φωτισμοί με τη συμβολική χρήση των λαμπτήρων, ευθυγραμμίζονται με την ατμόσφαιρα που διαμορφώνει το σκηνικό και η μουσική.
Η έμπειρη ηθοποιός Αλεξάνδρα Διαμαντοπούλου ενσαρκώνει το ρόλο της Αμέλιας με έμφαση στις ψυχολογικές μεταπτώσεις και τις συναισθηματικές εντάσεις. Ο στρατηγός του Ερρίκου Λίτση αποτυπώνει το άκαρδο, ψυχρό και κυνικό προσωπείο του πολέμου. Ο κύριος Λίτσης χειρίζεται επιδέξια τον απολογητικό μονόλογο («ό,τι έχω κάνει, είναι αυτό που με εκπαίδευσαν να κάνω…δεν είμαι ο εγκληματίας αλλά το θύμα») αποφεύγοντας τις παγίδες της υπερβολής και του άκρατου λυρισμού. Ως Τζέιμς ο Λεωνίδας Μαράκης εκφράζει την ισορροπητική δομή που επιχειρεί να εκπροσωπήσει η παρουσία της νέας γενιάς και τη διαφορετική οπτική της απέναντι στα πράγματα. Ο Χρίστος Λύγκας στο ρόλο του δημοσιογράφου Ρίτσαρντ και ο Στάθης Κόκκορης στο ρόλο του υπουργού Τζόναθαν πλάθουν δυο φιγούρες που εμπλέκονται δραστικά στη σύγκρουση των δυο κόσμων. Η Μαρία Μπρανίδου (Οικονόμος), η Ευαγγελία Καπόγιαννη (Φυσικοθεραπεύτρια) και η Ράσμι Σούκουλη (Αισθητικός) υποδύονται κινούμενες σε ενιαία υποκριτική γραμμή το προσωπικό της Αμέλιας που εδώ υποκαθιστά το χορό της αρχαίας τραγωδίας. Στον απαιτητικό ρόλο της Λέιλας, γυναίκα πέτρα του σκανδάλου, η Ελευθερία Γεροφωκά υπογραμμίζει την ανταγωνιστική σχέση της με τη σύζυγο του στρατηγού («Ένας άνδρας μπορεί να έχει δύο γυναίκες κάτω από μια κουβέρτα»). Αποκαλύπτει σταδιακά και με επιδέξια αύξηση της φωνητικής έντασης (ιδιαίτερα στο μονόλογο «τα αγόρια χρειάζεται να πολεμούν-πρέπει να μάθουν να σκοτώνουν») το ήθος που προβάλλει η ηρωίδα που υποδύεται και ο τρόπος που αυτό λειτουργεί για την εξέλιξη του έργου. Ο φίλος του στρατηγού Ιόλαος δυναμιτίζει την τελευταία σκηνή του έργου με την απρόσμενη λιγόλογη παρουσία του. Ο Χρήστος Νταρακτσής αναδεικνύει το λόγο ύπαρξης αυτού του συμπυκνωμένου χαρακτήρα μέσα από την υποκριτική του δεινότητα.


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Σκληρά και τρυφερά» του Martin Crimp
Μετάφραση : Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη
Σκηνοθεσία : Χρίστος Λύγκας
Σκηνικά : Μαρία Κονομή
Κοστούμια : Γιάννης Μετζικώφ
Φωτισμοί : Λουκάς Χατζής, Νίκη Φωταρέλη
Μουσική : Σταύρος Γασπαράτος
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Αλεξάνδρα Διαμαντοπούλου, Ερρίκος Λίτσης, Λεωνίδας Μαράκης, Χρίστος Λύγκας, Στάθης Κόκκορης, Μαρία Μπρανίδου, Ευαγγελία Καπόγιαννη, Ράσμι Σούκουλη, Ελευθερία Γεροφωκά και Χρίστος Νταρακτσής.

ΣΤΟΥΝΤΙΟ ΠΡΩΤΕΣ ΥΛΕΣ (ΑΝΤΙΘΕΑΤΡΟ ΜΑΡΙΑΣ ΞΕΝΟΥΔΑΚΗ)
Μοσχονησίων 36, Πλατεία Αμερικής, τηλ 210 86 61 168
Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21. 00, Κυριακή 20. 00

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

Τραγωδία σε κλειστό χώρο


Δεν είναι η πρώτη φορά που σκηνοθέτης αποφασίζει ν’ ανεβάσει τραγωδία κατά τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου και μάλιστα σε κλειστό χώρο γνωρίζοντας τις δυσκολίες που έχει ν’ αντιμετωπίσει προβαίνοντας στην υλοποίηση ενός τέτοιου εγχειρήματος. Συχνά, τέτοιες απόπειρες γίνονται για την έρευνα, τον πειραματισμό και την αδιάκοπη μελέτη γύρω από το αρχαίο ελληνικό δράμα προκειμένου ν’ αναδυθούν νέοι δρόμοι προσέγγισης και ερμηνείας.
Στη «Θεατρική Σκηνή», φέτος, ο σκηνοθέτης Αντώνης Αντωνίου υλοποιεί ένα όνειρο χρόνων, το ανέβασμα της Σοφόκλειας «Ηλέκτρας» παρουσιάζοντας μια «κλασική» εκδοχή του έργου που αναδεικνύει τον τραγικό λόγο. Πρόκειται για μια αναμενόμενη παράσταση φροντισμένη στη λεπτομέρεια που δεν έχει την πρόθεση να ξενίσει με κανενός είδους αβάσιμους και αυθαίρετους νεωτερισμούς ούτε όμως και να προχωρήσει στην κατάθεση κάποιας συγκροτημένης εναλλακτικής ερμηνευτικής πρότασης. Η σκηνοθεσία, στηριζόμενη στην νεοελληνική, στρωτή και ποιητική μετάφραση του Κώστα Γεωργουσόπουλου, εστίασε στη δυναμική του διαχρονικού λόγου και επαλήθευσε την αντοχή της απήχησής του στο σύγχρονο κόσμο. Μια σοβαρή προσέγγιση του κειμένου που δε λησμόνησε τον θεολογικό και μυθολογικό ορίζοντά του.

Φόνος και αντίποινα
Στο κέντρο της εξέλιξης βρίσκεται η Ηλέκτρα, φορέας του πάθους και εκφραστής του σε όλες τις σκηνές. Το θέμα περιστρέφεται γύρω από την τιμωρία μιας ανόσιας αμαρτίας που ξεπληρώνεται με μια πιο αποτρόπαιη και εγκληματική ενέργεια. Η πλοκή συνίσταται από τις ψυχολογικές μεταπτώσεις και διαρθρώνεται γύρω από τα έντονα εναλλασσόμενα συναισθήματα της πίκρας, της οργής, της απελπισίας και της εμμονής για εκδίκηση. Οι τύψεις, οι ενοχές και τα ηθικά διλήμματα παραγκωνίζονται από τις επιταγές του καθήκοντος. Μια τραγωδία αδιεξόδου όπου τα πρόσωπα εκκινούν από την ανθρώπινη σύσταση και αλλοιώνονται δια της υπερβολής.
Στη σοφόκλεια τραγωδία οι θεοί διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο, αλλά το ίδιο αποφασιστική είναι η ανθρώπινη σκέψη και πρωτοβουλία. Ο Ορέστης επιστρέφει αφού έχει πάρει χρησμό πως θα εκδικηθεί για το θάνατο του πατέρα του σκοτώνοντας τους δολοφόνους και οι ενέργειές του παρακινούνται από την ανάγκη εκπλήρωσης του ηθικού χρέους που τον βαραίνει. Στο πλευρό του παραστέκουν ο γιος του Στρόφιου, Πυλάδης και ο γέρος Παιδαγωγός. Η Κλυταιμνήστρα, σε ανήσυχο ύπνο βλέπει όνειρο κακό και στέλνει την κόρη της Χρυσόθεμη να κάνει προσφορές στο μνήμα του Αγαμέμνονα από φόβο να μην ξεσπάσουν δεινά. Αναπόφευκτη διαλογική σύγκρουση των δύο αδελφών, της Ηλέκτρας και της Χρυσόθεμης, που εκπροσωπούν δυο διαφορετικής υφής θεωρίες. Η σταθερότητα, η αδιαλλαξία και η υπερηφάνεια της ψυχής αντιμάχεται την αδυναμία και δειλία της υποταγής. Η ψευδής ανακοίνωση του χαμού του Ορέστη παγιδεύει με καθησυχασμό τους εχθρούς που επαναπαύονται αλλά σκορπίζει δυσβάσταχτο πόνο και επισύρει το σπαραχτικό θρήνο της Ηλέκτρας. Κορυφαία στιγμή η αναγνώριση των δύο αδελφών όπου η οδύνη δίνει τη θέση της σε όρκους και χαρές ενώ το σχέδιο μπαίνει στην τελική ευθεία εφαρμογής του. Κλυταιμνήστρα και Αίγισθος θανατώνονται διαδοχικά από το χέρι του μανιασμένου Ορέστη. Οι άνομοι δολοφόνοι του Αγαμέμνονα τιμωρούνται και αποκαθίσταται η δικαιοσύνη και η ηθική ισορροπία.
Στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, οι αμφισημίες και οι διαφορετικές ερμηνείες καταλήγουν σ’ ένα βασανιστικό ερωτηματικό. Ο συγγραφέας δεν υιοθετεί τελεσίδικη θέση απέναντι στον μύθο, δεν εστιάζει την προσοχή σ’ ένα κεντρικό νόημα όπως ο Αισχύλος στις «Χοηφόρες» και ο Ευριπίδης στην «Ηλέκτρα» και στον «Ορέστη». Αφήνει εκκρεμότητες και κενά που διαμορφώνουν μιαν ατμόσφαιρα μεταφυσικού δέους και απορίας, που εισπράττεται ως βουβός σπαραγμός μπροστά στο άγνωστο και το απόλυτο που υπερβαίνει τα όρια της ανθρώπινης νόησης. Η νευρωτική συμπεριφορά της ηρωίδας, οι ερμηνείες των χρησμών, η νομιμότητα της μητροκτονίας, η απελευθέρωση των παιδιών από τα εγκλήματα του παρελθόντος ή το τραγικό τους αδιέξοδο είναι άδηλες θέσεις που επισύρουν αβεβαιότητες και διλήμματα.

Δυναμικές ερμηνείες
Υποκριτική δεινότητα απαιτείται στη διαγραφή των χαρακτήρων που προάγουν την εσωτερική δράση, γεννούν την αμφιβολία, το υπαρξιακό κενό και την απελπισία. Η Νατάσα Ασίκη, παρά την ηλικιακή απόσταση της από την ηρωίδα, ανέδειξε το δυναμισμό και την αγέρωχη στάση της Ηλέκτρας με τα πλούσια εκφραστικά της μέσα. Ο Ορέστης του Δημήτρη Νασιούλα είχε αποφασιστικότητα, ζωντάνια, νεύρο, νεανικό παλμό και υπέρμετρο ενθουσιασμό που αρμόζει στη ψυχοσύνθεση του ήρωα. Στο πλευρό του, ο Δημήτρης Πατσής κάνει αισθητή την παρουσία του σιωπηλού Πυλάδη που συμπαραστέκεται ως γνήσιος φίλος. Η Γεωργία Ζωή υποδύεται με στιβαρότητα, αυταρχισμό και σκληρότητα τη δεσποτική Κλυταιμνήστρα. Ο Αντώνης Αντωνίου ανταποκρίνεται με άνεση στο ρόλο του παιδαγωγού. Η Μελίνα Ντόβολου σκιαγραφεί μια υποτονική και αδύναμη Χρυσόθεμις. Ο Χρήστος Φωτίδης διεκπεραιώνει άνευρα και μονοδιάστατα τον Αίγισθο.
Ο χορός, δυστυχώς, περιορίζεται σε δύο κοπέλες που επωμίζονται να εκφέρουν όλο το κείμενο διαδοχικά. Ευτυχώς, τα χορικά είναι συνοπτικά και ευπρόσιτα. Η Βάσω Κοτσίρη και η Βάσω Δούκα ανταπεξέρχονται στις δυσκολίες και αποδίδουν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους.
Το σκηνικό λιτό και λειτουργικό αλλά στα έντονα χρώματα κάποιων κοστουμιών εντοπίζεται μια υπερβολή.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ηλέκτρα» του Σοφοκλή
Μετάφραση : Κ. Χ. Μύρης (Κώστας Γεωργουσόπουλος)
Σκηνοθεσία : Αντώνης Αντωνίου
Σκηνικά-Κοστούμια : Αντώνης Χαλκιάς
Βοηθός σκηνογράφου : Μαίρη Τετράδη
Μουσική : Λευτέρης Γρηγορίου
Χορογραφία : Ορέστης Δημητρίου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Αντώνης Αντωνίου, Δημήτρης Νασιούλας, Δημήτρης Πατσής, Νατάσα Ασίκη, Μελίνα Ντόβολου, Γεωργία Ζώη, Χρήστος Φωτίδης, Βάσω Κοτσίρη και Βάσω Δούκα

ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
Νάξου 84, Πλ. Κολιάτσου, τηλ. 210 22 36 890
Τετάρτη 19.00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21. 15, Κυριακή 20. 00

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

Σπουδή θανάτου


Που πας δικό μ’ αστέρι
στον άφωτο βυθό;
Καρτέρει, καρτέρει,
κ’ εγώ σ’ ακολουθώ!

Γ. Βιζυηνός, «Παρά την λίμνην» (Ατθίδες αύραι)

Ένα αυτοβιογραφικό ψυχογράφημα
«Το Αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού (1849-1896) συγκαταλέγεται στα κείμενα εκείνα που γίνονται σημεία αναφοράς κάθε φορά που αναμετριόμαστε με τα μεγάλα ερωτήματα της σχέσης αρσενικού και θηλυκού, λογικής και τρέλας, πραγματικότητας και πλάνης, ταυτότητας και ετερότητας που στροβιλίζονται στην αδήριτη τελεολογία της ζωής και του θανάτου. Δημοσιεύθηκε πρώτα στο Παρίσι, στο λογοτεχνικό περιοδικό «La Nouvelle Revue» και στη συνέχεια, στην Αθήνα στην «Εστία» σε δύο συνέχειες (10 και 17 Απριλίου 1883).
Πρόκειται για ένα αφήγημα βιογραφικό γύρω από ιδιόρρυθμους νοσηρούς ψυχισμούς με εμμονές, που διακρίνονται από απουσία λύτρωσης, γραμμένο σε μια απόμακρη καθαρεύουσα, σε πρώτο ενικό πρόσωπο και μια μορφή διαλογικότητας που αποπνέει εντάσεις και δυναμική ενέργεια. Χαρακτήρες ολοκληρωμένοι, λόγος πυκνός και πολύσημος βυθίζουν το μαχαίρι στο κόκαλο της ανθρώπινης ψυχολογίας. Ένας λυρικός στοχασμός πάνω στα βαθύτερα κίνητρα της ζωής και στην υπαρξιακή αβεβαιότητα ρίχνει φως στη γυναικεία ψυχοσύνθεση που τη διακρίνει ο δαιδαλώδης συναισθηματικός κόσμος της μητρότητας.
Με ανοιχτούς λογαριασμούς και σημαδεμένη από το ακούσιο σφάλμα της, η μάνα πορεύεται με την αγωνία της επανόρθωσης και της εξιλέωσης μη διστάζοντας να διαπραγματευθεί με τα θεία ακόμα και τη ζωή των αγοριών της που έχει παραμελήσει. Ο δυσβάσταχτος χαμός της μονάκριβης Αννιώς την οδηγεί ν’ αναπληρώσει το κενό μέσα από την υιοθεσία και ανατροφή ενός ξένου κοριτσιού που θα διαφυλάξει ως κόρην οφθαλμού. Η εμμονή εξόφλησης του χρέους μοιάζει, πριν την αποκάλυψη των πραγματικών αιτιών, με νοητική παρέκκλιση, αλλά στη συνέχεια αποδεικνύεται ως μια βαθύτατη ψυχική ανάγκη που φανερώνει την ασυμβίβαστη στάση απέναντι στο πεπρωμένο και τη μη καρτερική αποδοχή της συμπαντικής διαρρύθμισης της ζωής των ανθρώπων.

Η παράσταση
Στην έναρξη προστίθεται ένα απόσπασμα που αναφέρεται σε περιστατικό της ζωής του Βιζυηνού, που στα τελευταία του χρόνια βρισκόταν κλεισμένος στο Δρομοκαΐτειο. Στην παράσταση ζωντανεύουν δραστικά όλα τα πρόσωπα της αφήγησης και αναδεικνύεται η γοητεία του γλωσσικού ιδιώματος. Οι ερμηνείες υπογραμμίζουν τις συναισθηματικές αποχρώσεις των προσώπων ενώ το λιτό εικαστικό περιβάλλον σε συνδυασμό με την υποφωτισμένη σκηνή, τις φωτοσκιάσεις και τα μουσικά ηχοχρώματα διαμορφώνουν ένα είδος κατανυκτικής ατμόσφαιρας.
Ο εκφραστικός Ηλίας Λογοθέτης στο ρόλο του Γιωργή και του αφηγητή κατορθώνει να μεταδώσει το συγκινησιακό φορτίο της ενδόμυχης μαρτυρίας. Ως μάνα, η Μαρία Ζαχαρή «κεντάει» την παραμικρή λεπτομέρεια και αποδίδει σταδιακά τις ψυχολογικές μεταπτώσεις της ηρωίδας, ιδιαίτερα στη σκηνή της εξομολόγησης του μυστικού, σκηνή κορύφωσης.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το αμάρτημα της μητρός μου» Δραματοποιημένο διήγημα του Γεωργίου Μ. Βιζυηνού
Σκηνοθεσία : Κωστής Καπελώνης
Σκηνογραφία : Νίκος Αλεξίου
Μουσική : Σταύρος Σιόλας
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Ηλίας Λογοθέτης, Μαρία Ζαχαρή, Κώστας Βελέντζας, Μιχάλης Κοιλάκος, Εύα Οικονόμου, Βάλια Παπακωνσταντίνου και Διονύσης Κλαδής

ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΡΟΛΟΥ ΚΟΥΝ –ΥΠΟΓΕΙΟ
Πεσμαζόγλου 5, τηλ. 210 32 28 706
Δευτέρα-Τρίτη 21. 15, Τετάρτη-Κυριακή 22. 15

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2007

Aντικείμενο πόθου


Ο Συγγραφέας και το έργο του
Δεύτερη φορά στην Ελλάδα ανεβαίνει έργο του Γερμανού Carl Sternheim (1878-1942) που μας τον σύστησε ο Γιάννης Χουβαρδάς στο θέατρο «Αμόρε» με την παράσταση «Το βρακί» («Die Hose»). Η δραματουργία του Στέρνχαϊμ έφθασε στο απόγειό της τη δεκαετία του 1920 και κυνηγήθηκε άγρια από το ναζιστικό καθεστώς. Θεωρείται ένας από τους λίγους Γερμανούς συγγραφείς που διέπρεψαν στην κωμωδία τον εικοστό αιώνα. Ο κοφτός διάλογος και οι γκροτέσκες καταστάσεις φανέρωναν μια συγγένεια με τον εξπρεσιονισμό, αλλά σε νέα ανεβάσματα τα έργα του φαίνονται πλησιέστερα στο ρεαλισμό. Αρκετές από τις πικρές του σάτιρες των αστικών ηθών παρακολουθούν τις τύχες της ίδιας οικογένειας στην κοινωνική της άνοδο και έχουν το γενικό τίτλο «Aus dem burgerlichen Heldenleben» («Από την ηρωική ζωή των αστών»). Στα έργα αυτά, η απληστία, η βαρβαρότητα, η διαστροφή και η υποκρισία παρουσιάζονται ως τα πραγματικά χαρακτηριστικά των μικροαστών που αρέσκονται στο να περιβάλλουν μ’ ένα πέπλο αγνού ιδεαλισμού και ρομαντισμού κάθε κενή και χυδαία συναλλαγή.
Σε αυτή την ενότητα εντάσσεται και η αστική κομεντί «Η Κασετίνα» («Die Kassette») που έγραψε το 1911. Πρόκειται για ένα παράδοξο κείμενο με αυστηρή γεωμετρική δομή και ελλειπτικούς διαλόγους που ασκεί έντονη κοινωνική κριτική. Εξπρεσιονιστική αισθητική, διαβρωτικό χιούμορ και γρήγοροι ρυθμοί μιας μαύρης μπουλβάρ κωμωδίας. Ένα άψυχο αντικείμενο αποκτά δύναμη εξουσίας και γίνεται μήλον της έριδος διαταράσσοντας την οικογενειακή ισορροπία ενός μικροαστικού σπιτιού στις αρχές του περασμένου αιώνα. Ο θησαυρός που κουβαλάει μια ηλικιωμένη θεία σ’ ένα ξύλινο κουτί φέρνει τα πάνω-κάτω στους ενοίκους του δασκάλου Κρουλ. Η κατάκτηση της κασετίνας γίνεται εμμονή, αντικείμενο πόθου και οδηγεί σε ακραίες καταστάσεις. Προσωπεία πέφτουν, στρατηγικές αναπτύσσονται, ηθικοί φραγμοί παραμερίζονται. Το θέμα του έργου σαρκάζει την απληστία και το ανελέητο κυνήγι του κέρδους στη δίνη του άϋλου χρήματος, των μετοχών και ομολόγων.

Η Παράσταση
Η όψη της παράστασης διατηρεί ένα στοιχείο απόμακρο και πεπαλαιωμένο, μια παρωχημένη ηθική πρόσληψη. Το σκηνικό είναι λειτουργικό και αφαιρετικό. Ημικύκλιο με έξι πόρτες ν’ ανοιγοκλείνουν αδιάκοπα και ν’ αποκαλύπτουν πρόσωπα, καταστάσεις και δεύτερα επίπεδα χώρων. Ο ηχητικός γεμάτος υπονοούμενα κόσμος που δημιούργησε ο Κώστας Βόμβολος παρεμβάλλοντας στις βαλς μελωδίες αναστεναγμούς, γέλια, βηξίματα, ανάσες, ξεφυσήματα απέχθειας ή αγανάκτησης καθώς και ήχους απροσδιόριστης φύσης ξεσκεπάζει την αθέατη όψη των κλεισμένων θυρών και των όσων διαδραματίζονται από πίσω αφήνοντας τη φαντασία να οργιάσει. Ανελέητη ειρωνεία, γκροτέσκο και υπερβολή χαρακτηρίζει τις ερμηνείες των ηθοποιών.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Η Κασετίνα» του Καρλ Στέρνχαϊμ
Μετάφραση : Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία : Βίκτωρ Αρδίττης
Σκηνικά-Κοστούμια : Λιλή Κεντάκα
Μουσική : Κώστας Βόμβολος
Φωτισμοί : Μελίνα Μάσχα
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Έμιλυ Κολιανδρή, Κλέων Γρηγοριάδης, Σύρμω Κεκέ, Έρση Μαλικέντζου, Ταξιάρχης Χάνος, Εύη Σαουλίδου και Θανάσης Δήμου

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΠΠΑ
Κυψέλης 2, τηλ. 210 88 31 068

Τετάρτη- Πέμπτη- Παρασκευή 21.00, Σάββατο 18.00 & 21.00, Κυριακή 19.00

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

Η πτώση της αθωότητας


Λαμβάνοντας υπόψη το ύφος, το ερευνητικό πνεύμα και τους θεσμικούς στόχους της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, η «Πλαστελίνη» του τριαντάχρονου Ρώσου Βασίλι Σίγκαρεφ, που γεννήθηκε στο Σβερντλόφσκ, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της σύγχρονης ρωσικής δραματουργίας που δεν έχει παγιώσει τα γνωρίσματα της, βρίσκεται σε εξέλιξη, σε αναζήτηση ταυτότητας τουλάχιστον όσον αφορά στο ύφος και φιλοδοξεί να συμβάλλει στην ανανέωση της θεατρικής της γλώσσας και των μέσων έκφρασης.
Η δεκαετία του ’90 υπήρξε μια περίοδος ισχυρών πολιτικών και κοινωνικο-οικονομικών ανακατατάξεων στη Ρωσία και επηρέασε δραστικά τους θεατρικούς συγγραφείς. Μια νέα γενιά κάνει δυναμικά την εμφάνισή της και έρχεται σε σύγκρουση με το κατεστημένο του ρωσικού θεάτρου χρησιμοποιώντας πολεμική διαλεκτική που στηρίζεται στην προβολή της διαφορετικότητας. Τα ταμπού καταρρέουν και θίγονται θέματα που κινούνται γύρω από τη σεξουαλικότητα, τον αλκοολισμό, τα ναρκωτικά, την τρομοκρατία, τις κοινωνικές ανισότητες και την εξαθλίωση της φτώχιας. Έργα που εξετάζουν με κυνική και σαρκαστική ματιά τη μετα-σοσιαλιστική και απελευθερωμένη κοινωνία. Αποτυπώματα μιας ρευστής πραγματικότητας σε μια χώρα γεμάτη αβεβαιότητα.

Μια ιδιαίτερη γραφή
Ο Σίγκαρεφ, μαζί με άλλους συγγραφείς της γενιάς του, καταγράφει με την ιδιαίτερη προσωπική του ματιά την πραγματικότητα που διαμορφώθηκε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Η «Πλαστελίνη» γράφτηκε το 2001 και αποτελεί το πρώτο από τα δεκαπέντε μέχρι σήμερα, θεατρικά έργα του Σίγκαρεφ που ξεπέρασε τα σύνορα της Ρωσίας, παρουσιάστηκε στο Royal Court Theatre του Λονδίνου, στο Βερολίνο και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες προκαλώντας αίσθηση και γόνιμες αντιπαραθέσεις.
Βαθιά βιωματική και χειμαρρώδης η απαισιόδοξη γραφή του Σίγκαρεφ. Γλώσσα αυθεντικού περιθωρίου. Θολό συνονθύλευμα τραυματικών εμπειριών, συγκεχυμένων αναμνήσεων, βασανιστικών τύψεων και περιστατικών χαραγμένων με ανεξίτηλο μελάνι στη μνήμη. Ένας υπόκοσμος από αλήτες, παρίες, πόρνες, βιαστές, εγκληματίες, ναρκομανείς, άστεγους, προαγωγούς, τα αποβράσματα μιας μετα-σοσιαλιστικής κοινωνίας που εισέρχεται στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς, παρελαύνει μπροστά στα μάτια των θεατών. Αν και στα έργα του, η βία, ο σκληρός ρεαλισμός, η ωμότητα και η εγκληματικότητα της σύγχρονης αστικής ρωσικής ζωής τέμνονται με την ευαισθησία, την ποίηση και το πικρό χιούμορ, οι ήρωες του-θραύσματα χαρακτήρων- παγιδευμένοι στα αδιέξοδα της απελπισίας δε βρίσκουν το λυτρωτικό δρόμο προς το καθαρτήριο φως.

Πήλινος κόσμος
Η «Πλαστελίνη» περιγράφει το οδοιπορικό ενός εφήβου σ’ έναν κόσμο εχθρικό και αλλοπρόσαλλο. Τόπος και χρόνος δεν αναφέρονται. Ο νεαρός προσπαθεί να επιβιώσει σ’ ένα ασφυκτικό αστικό τοπίο που μετατρέπεται σε κολαστήριο βασανιστηρίων σωμάτων και ψυχών. Ο Μαξίμ (που ερμηνεύει εξελικτικά ο Νικόλας Αγγελής) πλάθει ανθρωπάκια από πλαστελίνη. Φτιάχνει, χαλάει, ξαναφτιάχνει…Το εύπλαστο αυτό υλικό του επιτρέπει να δίνει μορφή και σχήμα, σάρκα και οστά σε ανείπωτες σκέψεις, φόβους και πάθη. Είναι ο δικός του τρόπος να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί, ν’ αντιδράσει…Η συνομιλία του Μαξίμ με το φάντασμα του νεκρού συμμαθητή και φίλου του που αυτοκτόνησε από έρωτα και το κάλεσμα σε μια ιδεατή συνάντηση προσδίδουν ένα μεταφυσικό τόνο και απαλύνουν τη βαριά θανατηφόρα ατμόσφαιρα αφήνοντας να τη διαπεράσει μια ισχνή αχτίδα φωτός.
Φέρνοντας μας στο νου στοιχεία από το θεάτρο του Έντουαρντ Μποντ και του Τζον Όσμπορν αλλά και της Σάρας Κέιν και του Μαρκ Ρέιβενχιλ, παρατηρούμε ότι το έργο καταφεύγει στην ωμή εικονοποίηση της φρίκης μέσα από εικόνες αποτρόπαιης βίας και εξουθενωτικής σκληρότητας. Η αηδία και η απόγνωση καταγράφονται σα μια μαρτυρική μαρτυρία. Ένα θυελλώδες ξέσπασμα οργής και αγανάκτησης που η υπέρμετρη ορμή του αφήνει ανοιχτά πολλά και διαφορετικά μέτωπα. Σε πολλά σημεία χαρακτήρες και καταστάσεις μοιάζουν να εξελίσσονται αμήχανα ή μένουν μετέωρες ανολοκλήρωτες σκέψεις γιατί το βάρος πέφτει στη δυναμική των φράσεων που εστιάζει και παγώνει τη λεπτομέρεια.
Η σκηνοθεσία θολώνει τις δραματουργικές αδυναμίες δίνοντας έμφαση στην εικονοποίηση των πράξεων των ηρώων. Αληθοφάνεια βίαιων και σεξουαλικών σκηνών, άφθονη ροή νερού, δυσοσμία υπόνομου…Το σκηνικό διευκολύνει τις νοητές μεταβάσεις από τον ένα χώρο δράσης στον άλλο. Η ένταση που προκαλεί η εκκωφαντική μουσική σε συνδυασμό με τα video art και τους καίριους φωτισμούς στοιχειοθετούν μια τερατουργικής υφολογίας μεταφορά της κοσμοθεωρίας του τρόμου όπως αναπτύσσεται συχνά μέσα μας και γύρω μας. Οι ηθοποιοί επωμίζονται πολλούς και διαφορετικούς ρόλους βγαίνοντας αλώβητοι από τους κινδύνους και τις «παγίδες» της μεταμόρφωσης.

Η σκληρότητα της απόρριψης
Σύμφωνα με το φιλόλογο Κώστα Τσουραπούλη «ο Μαξίμ υφίσταται την περιθωριοποίηση του από ένα πεπαλαιωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, από τον περίγυρό των οικονομικά ευκατάστατων συμμαθητών του και προσπαθώντας απεγνωσμένα ν’ ανακαλύψει τον κόσμο και τη σεξουαλικότητά του σε κάθε του βήμα βιώνει τη σκληρότητα της απόρριψης. Ο μικρόκοσμος που έχει πλάσει η παιδική του ψυχή είναι αυτός της πλαστελίνης. Το υλικό αυτό αποτελεί το μέσο αντίδρασης σε κάθε μορφή καταπίεσης : άλλοτε γίνεται όπλο απέναντι στον εκπαιδευτικό αυταρχισμό και άλλοτε αναπληρώνει την έλλειψη της ανθρώπινης επικοινωνίας.
Ο Μαξίμ, παγιδευμένος μέσα στο κουτί του, στο προσωπικό του φέρετρο, οραματίζεται και ενατενίζει μιαν άλλη ζωή. Ξεσπά σε λυγμούς και επιζητά ν’ αποδράσει από την πραγματικότητα γνωρίζοντας ότι στην επόμενη στροφή θα έρθει αντιμέτωπος με το Άγνωστο. Υφίσταται το βιασμό από δύο μεγαλύτερους άνδρες και επιδιώκοντας απονενοημένα να τους εκδικηθεί, πεθαίνει ατιμωτικά. Ο ίδιος αποτελώντας μιαν εύθραυστη μάζα που ρέπει προς τη φωτιά, γίνεται πλαστελίνη. Ηθικός αυτουργός δεν είναι ο ίδιος αλλά η κοινωνική ολιγωρία και ο ατομισμός μιας καπιταλιστικής κοινωνίας που αφήνει έρμαιο κάθε νέο και απροστάτευτο άνθρωπο που αγωνίζεται να επιβιώσει σ’ ένα καθεστώς σκληρότητας που μοιραία, λόγω της απειρίας και της αθωότητας του εύκολα γίνεται άθυρμα στα χέρια κάθε επιτήδειου.
Πρόκειται για ένα έργο κυνικά εκκωφαντικό, γεμάτο από οπτικο-ακουστική και οσφρητική ηχορύπανση φρίκης με απότομες μεταβάσεις και φλας μπακ υπό τους εναλλασσόμενους ρυθμούς της δυνατής μουσικής techno, σ’ ένα «σουρεαλιστικό» σκηνικό κουτιών –φυλακών των ανθρώπινων ψυχών- που έρχεται σαν οίστρος να ενεργοποιήσει αποθέματα ανθρωπιάς και να μας αφυπνίσει από το λήθαργο».
Ο απόηχος που διατρέχει το στοχασμό μας μετά την έξοδο από την αίθουσα περιστρέφεται γύρω από τη σκέψη ότι «τα παιδιά που τους έλεγαν αλήτες» δικαιούνται ευκαιρίες να δείξουν την πραγματική αξία τους αν ως «φιλήσυχοι πολίτες» θέλουμε να μη γεμίζουν οι στρατοί από ετοιμοθάνατους και τα νεκροταφεία από ιδανικούς αυτόχειρες».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Πλαστελίνη» του Βασίλι Σίγκαρεφ
Μετάφραση από τα αγγλικά : Αθηνά Παραπονιάρη
Επεξεργασία μετάφρασης με βάση το ρωσικό πρωτότυπο-Σκηνοθεσία : Κατερίνα Ευαγγελάτου
Σκηνικά-Κοστούμια : Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Μουσική : Σταύρος Γασπαράτος
Επιμέλεια κίνησης : Ερμής Μαλκότσης
Φωτισμοί : Μελίνα Μάσχα
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Νικόλας Αγγελής, Λευτέρης Ζαμπετάκης, Σοφιάννα Θεοφάνους, Κωστής Καλλιβρετάκης, Βασίλης Παπαδημητρίου, Λένα Παπαληγούρα, Μαρία Παρασύρη, Ναταλία Στυλιανού, Σωτήρης Τσακομίδης, Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου και Μιχάλης Φωτόπουλος

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΑΤΡΟ-Β ΣΚΗΝΗ
Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, τηλ. 210 52 31 131
Τετάρτη-Παρασκευή-Σάββατο 22.00, Κυριακή 19.00

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2007

Τα παιδιά είναι παιδιά


Το θέατρο του Ναπολιτάνου Eduardo De Filippo (1900-1984) εστιάζει και αναδεικνύει λεπτομέρειες από τα ήθη και τα έθιμα, από τη συμπεριφορά, τη νοοτροπία και τα πάθη έως το βίο και την πολιτεία των συμπολιτών του. Πρόκειται για ένα θέατρο λαϊκό που έλκει την καταγωγή του από τους μίμους του Μεσαίωνα, την Commedia dell’Arte και τις κωμωδίες της Αναγέννησης. Οι εθιμοτυπικές διαστάσεις οδηγούν συχνά το σκηνοθέτη στην ηθογραφία που έχει μεν ιστορικής υφής σημασία καθώς αναπαριστά την ναπολιτάνικη καθημερινότητα, αποδυναμώνει, όμως, τη διαχρονική και πανανθρώπινη απήχηση των συγκρουσιακών σχέσεων των ηρώων.

Ένα δυνατό διαχρονικό κείμενο

Η «Φιλουμένα Μαρτουράνο» (1946) αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές της δραματουργίας του Eduardo De Filippo και έχει ευτυχήσει πολλές φορές και στην ελληνική σκηνή από σημαντικούς σκηνοθέτες και πρωταγωνιστές. Δεν πρόκειται για ένα απλό μελόδραμα, αλλά για μια ιλαροτραγωδία γύρω από τα αιώνια προβλήματα και τις διαμάχες υπεροχής του αρσενικού με το θηλυκό. Με γνήσιο πάθος και λαϊκούς χυμούς, ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, δουλεμένοι με μαεστρία και στην παραμικρή ψηφίδα τους, πλαισιώνουν την ιερόδουλη Φιλουμένα, ερωμένη του Ντομένικου πάνω από είκοσι χρόνια, που προσπαθεί με τη γυναικεία πονηριά της και δόλια μέσα να νομιμοποιήσει τα τρία παιδιά της και να εξασφαλίσει τη μελλοντική τους διαβίωση. Προσποιείται την ετοιμοθάνατη και με τη συνωμοσία ενός ιερέα, πείθει τον εραστή της να την παντρευτεί προκειμένου να συγχωρεθούν οι αμαρτίες της στον άλλο κόσμο. Όταν η απάτη ξεσκεπάζεται, η Φιλουμένα αποκαλύπτει στο Ντομένικο την ύπαρξη τριών παιδιών που εδώ και χρόνια μεγαλώνει χωρίς τα ίδια να γνωρίζουν τις αληθινές ταυτότητες των γονιών τους και του ζητά να τ’ αναγνωρίσει. Εκείνος εξοργισμένος που συνειδητοποιεί ότι συνέβαλλε στην ανατροφή ξένων παιδιών ξεκινά ένα άγριο δικαστικό αγώνα εναντίον της. Θολή η εικόνα του δικαίου…Η Φιλουμένα κατακρίνει το ψέμα και την απάτη των θεσμών και του κοινωνικού κατεστημένου προβάλλοντας τους δικούς της ηθικούς κώδικες. Με σθένος, πείσμα και αστείρευτη μητρική στοργή, η αγράμματη μητέρα πράττει ακολουθώντας το ένστικτό της και υπερασπίζεται την ανθρώπινη ύπαρξη προβάλλοντας τις θέσεις της που συνοψίζονται ιδανικά στη φράση «τα παιδιά είναι παιδιά». Φράση-κλειδί που αποκρυσταλλώνει την πεμπτουσία της παγίδας, την αποκορύφωση της Γυναίκας-Μητέρας και την καταρράκωση της υποστάσεως Άνδρα-Πατέρα.

Η Παράσταση

Στο θέατρο «Βασιλάκου», η Esther Andre Gonzalez διάβασε το έργο σαν ένα αισθηματικό κοινωνικό φωτομυθιστόρημα και μετέφερε τη δράση σ’ ένα στούντιο όπου γυρίζεται ένα επεισόδιο σαπουνόπερας, επιλογή που υποστηρίζεται τουλάχιστον στις πρώτες εικόνες. Στην προσπάθεια της ν’ αποφύγει την ηθογραφία και τις λυρικές εξάρσεις στράφηκε στην ανεύρεση μιας σκηνικής παρουσίασης που θα μπορούσε να ξαφνιάσει, να προτείνει ή ν’ ανανεώσει κάποια δεδομένα που έχουν κατά κόρον ειπωθεί και δεν θα παρουσίαζαν ενδιαφέρον, ένα «κλασικό» δηλαδή στήσιμο. Η σκηνοθεσία δεν έχει ξεκάθαρους στόχους και εμφανίζεται σαν μια άνευ λόγου αλληλουχία συναρτήσεων δημιουργίας κωδικοποιημένου μικρόκοσμου και σε πολλά σημεία μπερδεύει το θεατή με το αναποφάσιστο του χαρακτήρα της. Τα σκηνοθετικά «ευρήματα» και η κατασκευή ενός ακαθόριστης χρήσης «φλύαρου» σκηνικού χώρου ούτε προσθέτουν ούτε αλλοιώνουν τη δυναμική των μηνυμάτων και την αφήγηση της ιστορίας στο σημερινό θεατή. Δεν ξέρω, όμως, αν αυτή η εκδοχή κατορθώνει ν’ ανοίξει δημιουργικούς διόδους επικοινωνίας ανάμεσα στο κείμενο και το θεατή, ν’ ανιχνεύσει τις βαθύτερες δομές του έργου και να ενεργοποιήσει προβληματισμούς ή αν απλώς αντιμετωπίζει επιδερμικά με μια πιο ανέμελη, ανάλαφρη και παιγνιώδη διάθεση τα όσα διαδραματίζονται.
Σύγχρονη και στρωτή η εύστοχη μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ. Οι καίριοι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου ξεφεύγουν απογειωτικά δημιουργώντας ένα ξεχωριστό δομικό μέγεθος.

Άνισες ερμηνείες

Οι ηθοποιοί δεν ακολουθούν κοινούς υποκριτικούς κώδικες με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ενιαία υφολογία. Κάποιοι ρόλοι παραπέμπουν σε καρικατούρες μεσημεριανών βραζιλιάνικων σειρών και κινούνται σε υψηλούς τόνους με πολλές χειρονομίες.
Η Αθηνά Τσιλύρα, στον απαιτητικό ρόλο της Φιλουμένας δεν κατορθώνει να ερμηνεύσει εξελικτικά τις φωτεινές αλλά και σκοτεινές πτυχές της ηρωίδας και να υποστηρίξει το ηθικό περιεχόμενο της στρατηγικής στην οποία καταφεύγει. Ως Ντομένικο, ο Τάσος Χαλκιάς με εξωτερικά μέσα υποκριτικής δεν αποδίδει ευκρινώς στις κυμάνσεις της αμηχανίας και της αβεβαιότητας του ήρωα που επιχειρεί να καταλάβει ποιος από τα τρία παιδιά είναι ο δικός του γιος. Ο Ρικάρντο του Γιάννη Παπαζήση είναι αθεράπευτα γόης αλλά και εριστικός ναπολιτάνος που δε σηκώνει πολλά λόγια, ο Ουμπέρτο του Δημήτρη Λιακόπουλου εκφράζει τον ισορροπιστή διανοούμενο που αντιμετωπίζει πιο ψύχραιμα τις καταστάσεις ενώ ο ευπροσήγορος Μικέλε του Θόδωρου Κανδηλιώτη αποδίδεται με ευγένεια χαμηλών τόνων. Άριστη σκηνική χημεία τριών νέων ηθοποιών. Ο Θοδωρής Μπογιατζής αποδίδει με κινήσεις ακρίβειας τις αμφιταλαντεύσεις και τους δισταγμούς του δικηγόρου Νοτσέλα. Η Ηλεάνα Μπάλλα υποδύεται τη Ντιάνα, τη γυναίκα που ερωτεύθηκε ο Ντομένικο και που προσδοκούσε να καταλάβει τη θέση της Μαρτουράνο. Τη Ροζαλία υποδύεται η Αλίκη Αλεξανδράκη, τον Αλφρέντο ο Κώστας Φλωκατούλας, το γκαρσόνι ο Θανάσης Μιχαηλίδης, τη Τερεζίνα η Μαίρη Νάνου και τη Λουτσία η Κατερίνα Τσάβαλου.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Eduardo De Filippo («Filumena Marturano»)
Μετάφραση : Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία : Esther Andre Gonzalez
Σκηνικά-Κοστούμια : Χρήστος Κωνσταντέλλος
Μουσική επιμέλεια : Γιούρι Στούπελ
Φωτισμοί : Λευτέρης Παυλόπουλος
Βοηθός Σκηνοθέτη : Βασίλης Μπράμης
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου : Δημήτρης Πλατανάκης
Βοηθός φωτισμού : Νίκος Βλασόπουλος
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Τάσος Χαλκιάς, Κώστας Φλωκατούλας, Αθηνά Τσιλύρα, Αλίκη Αλεξανδράκη, Θανάσης Μιχαηλίδης, Ηλεάνα Μπάλλα, Κατερίνα Τσάβαλου, Θόδωρος Μπογιατζής, Δημήτρης Λιακόπουλος, Γιάννης Παπαζήσης, Θόδωρος Κανδηλιώτης και Μαίρη Νάνου

ΘΕΑΤΡΟ ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ-Κεντρική Σκηνή
Προφήτη Δανιήλ 3 και Πλαταιών, Κεραμεικός, τηλ. 210 34 67 735
Τετάρτη 19.30, Σάββατο-Κυριακή 18.15, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή 21.15

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2007

Η πικρία του ανεκπλήρωτου


Στο θέατρο «Άλμα» ανεβαίνει το προτελευταίο έργο του Χένρικ Ίψεν (1835-1906) «Τζον Γαβριήλ Μπορκμαν» (1896) σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ και σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαλακόπουλου. Τα διαχρονικά έργα του Νορβηγού δραματουργού φέρνουν στο προσκήνιο βαθύτατους κοινωνικούς προβληματισμούς, ηθικές κρίσεις και εσωτερικές υπαρξιακές αγωνίες.
Ο φιλόδοξος διευθυντής τραπέζης Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν, στο ομότιτλο έργο του Ίψεν, στιγματίζεται για οικονομικές ατασθαλίες και οδηγείται στη φυλακή μετά από την προδοσία του συνεργάτη και φίλου του Χίνγκελ. Ο ήρωας, ως θιασώτης του μεγαλόπνοου στόχου του να εκμεταλλευτεί και ν’ αξιοποιήσει τις δυνατότητες του υπεδάφους, παραβιάζει ηθικούς και κοινωνικούς νόμους ανταλλάσσοντας την αγάπη του για την Έλλα Ρεντχάϊμ με την επαγγελματική του ανέλιξη. Ο Μπόρκμαν παντρεύεται την αδελφή της Έλλα, τη Γκούνχιλντ, με την οποία αποκτούν ένα παιδί το οποίο όμως θ’ ανατραφεί από τη θεία του εξ αιτίας του ξεπεσμού της οικογένειας. Το ερωτικό τρίγωνο εμφανίζεται εκ νέου στο προσκήνιο ενώ ένα παιδί θα γίνει έρμαιο και προϊόν διαπραγματεύσεων τριών ανθρώπων που αδυνατούν να οριοθετήσουν τη μοίρα τους.
Η σκηνοθεσία εστιάζει στις εσωτερικές δονήσεις των ρόλων και στις ψυχολογικές τους μεταπτώσεις. Το στόχο αυτό ενδυναμώνει η διαμόρφωση του σκηνικού χώρου. Χιονισμένα κλαδιά, μελαγχολική φθινοπωρινή ατμόσφαιρα, ομίχλη, χρώματα μουντά και θολά. Από το μεγάλο παράθυρο στο κέντρο της σκηνής διακρίνουμε το αχανές τοπίο ενός κτήματος που μοιάζει ερημωμένο, ακατοίκητο. Σ’ ένα περιβάλλον μαρασμού, απαισιοδοξίας και μικροψυχίας στήνονται οι αναμετρήσεις των ηρώων που αντί να ενώσουν τις δυνάμεις τους αναλώνονται σ’ ένα αβυσσαλέο και ψυχοκτόνο παιχνίδι. Οι φωτισμοί υπογραμμίζουν τις συναισθηματικές μεταπτώσεις των προσώπων ενώ τα κοστούμια αναλογούν στο ύφος και την προσωπικότητα του καθένα.
Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος ενσαρκώνει το Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν αφήνοντας να διατρέχει την ερμηνεία του η πίκρα, η απογοήτευση αλλά και η ελπίδα της ανάκαμψης, η πίστη της σωτηρίας, η προσμονή ενός αναπάντεχου αναποδογυρίσματος της τύχης. Η Φιλαρέτη Κομνηνού ως Γκούνχιλντ Μπόρκμαν και η Κατερίνα Μαραγκού ως Έλλα Ρεντχάϊμ δημιουργούν ένα δίδυμο δυναμικής που αποτυπώνει υποδειγματικά τις διαμάχες υπεροχής δύο δίδυμων αδελφών που διεκδικούν ανελέητα την αγάπη-είτε ερωτική, είτε μητρική-ενός άνδρα μέσα από την οποία αντλούν ενέργεια για τη δική τους ζωή. Ένα ατέρμονο πεδίο μάταιων και αδιέξοδων συγκρούσεων που θα οδηγήσει στον αφανισμό και των δύο ποθητών αντικειμένων και σε μια αναγκαστική απρόσμενη συμφιλίωση. Σαγηνευτική η Θεοδώρα Σιάρκου στο ρόλο της Φάννυ Βίλτον, γυναίκα-πέτρα του σκανδάλου που μυεί στα μονοπάτια του έρωτα τον άβγαλτο Έρχαρτ Μπόρκμαν που υποδύεται με τη νεανική του φρεσκάδα ο Δημήτρης Πασσάς υπογραμμίζοντας την ανάγκη διαφυγής από τη μιζέρια και την ακόρεστη δίψα για την αληθινή ζωή. Ο Γιώργος Μοσχίδης αναδεικνύει έναν πολύπλευρο Βίλελμ Φόλντολ όπου συνυπάρχουν η θλίψη της αποτυχίας με το χιούμορ, το φιλότιμο και τη διάθεση για συγχώρεση και λησμονιά. Γοητευτική η Σταυρούλα Μάκρα, στην πρώτη της επαγγελματική θεατρική εμφάνιση, αποδίδει με χάρη, κομψότητα και γλυκύτητα τη δεσποινίδα Φρίντα Φόλντολ
Σύμφωνα με το φιλόλογο Κώστα Τσουραπούλη : «τα πρόσωπα του ερωτικού τριγώνου παρουσιάζονται απαγκιστρωμένα στο παρελθόν προς κάτι το απωθημένο και ανεκπλήρωτο που παραμερίστηκε είτε από τους επιβεβλημένους κανόνες και συμβάσεις είτε από τη διαφορετική στοχοθεσία του καθενός. Οι υπόκωφοι ήχοι των βημάτων του «λύκου που τριγυρνάει στο κλουβί του» αισθητοποιούν αυτήν την προσκόλληση. Η οδυνηρή επανεξέταση της προοπτικής για δημιουργία στρέφει τους ήρωες στην αδιέξοδη αναμόχλευση των χαμένων οραμάτων του παρελθόντος που μοιραία καταλήγει σ’ έναν τραγικό αναμηρυκασμό χωρίς σαφείς ενδείξεις προς βελτίωση ή ουσιαστική αλλαγή. Ωστόσο, δεν εκλείπει η προσπάθειά τους ν’ αποκαταστήσουν αυτά τα οράματα εναποθέτοντας τις ελπίδες τους σ’ ένα παιδί. Το παιδί, όμως, με την εκρηκτική και ηφαιστειώδη νεότητά του θ’ ακολουθήσει τα βήματα του παρόντος διαρρηγνύοντας κάθε σχέση με το παρελθόν και χτίζοντας ένα νέο μέλλον. Παρ’ όλα αυτά, η απόπειρα μετατοπίζει τον ήρωα από το κλειστό και ασφυκτικό πλαίσιο της φυλακής του (το πάνω πάτωμα) στον κάτω όροφο. Η διάψευση, όμως, και των τελικών ελπίδων οδηγεί τον Μπόρκμαν στο άγριο χειμωνιάτικο τοπίο της γης, στο ξέφωτο του δάσους όπου τα παγωμένα μέταλλα που είναι θαμμένα θα τον «καλέσουν» να τα συναντήσει. Δικαίως, ο ζωγράφος Έντβαρντ Μουνκ ορίζει τοπιογραφικά τον υπαρξιακό απολογισμό του εκθρονισμένου τραπεζίτη χαρακτηρίζοντας το έργο ως το πιο δυνατό χειμερινό τοπίο στη σκανδιναβική Τέχνη, ενώ το τελευταίο ιψενικό τρίγωνο που στήνεται σκηνικά πάνω από το λείψανο του ήρωα, με το συμβολισμό του, καταρρίπτει τα εχθρικά κατάλοιπα του παρελθόντος και υπερτονίζει την πεμπτουσία μιας ανθρώπινης δικαιοσύνης που απονέμεται κάθε φορά που παραβιάζεται το πιο ιερό δώρο, το δώρο της Αγάπης».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Χένρικ Ίψεν
Από τη Σύγχρονη Θεατρική Σκηνή
Μετάφραση : Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία : Γιώργος Μιχαλακόπουλος
Σκηνικά-Κοστούμια : Απόστολος Βέττας
Φωτισμοί : Νίκος Καβουκίδης
Μουσική επεξεργασία και ήχοι : Νίκος Βίττης, Νάσος Σωπύλης
Βοηθός σκηνοθέτη : Σταυρούλα Μάκρα
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Φιλαρέτη Κομνηνού, Κατερίνα Μαραγκού, Θεοδώρα Σιάρκου, Δημήτρης Πασσάς, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Σταυρούλα Μάκρα και Γιώργος Μοσχίδης

ΘΕΑΤΡΟ ΑΛΜΑ
Ακομινάτου 15-17 και Αγίου Κωνσταντίνου, Μεταξουργείο, τηλ. 210 52 20 100
Τετάρτη-Κυριακή 19.00, Σάββατο 18.00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.00

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Περί ηθικής...ο λόγος


Στο θέατρο «Ροές» ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το έργο του Eric-Emmanuel Schmitt «Μια τρελή μέρα» (ο πρωτότυπος τίτλος είναι «Le Libertin») που περιγράφει την απεγνωσμένη προσπάθεια του φιλοσόφου και εγκυκλοπαιδιστή Denis Diderot να κατασταλάξει στις απόψεις του και να συντάξει το λήμμα «Περί Ηθικής». Ο Φιλόσοφος οφείλει να εμβαθύνει στα ηθικά προβλήματα, να μελετάει τις περιπτώσεις αλλά όπως θ’ αποδειχθεί η λύση προκύπτει από την οπτική γωνία που εξετάζει κανείς τα πράγματα και παραμένει ασταθής και συζητήσιμη.
Ο καταξιωμένος Eric-Emmanuel Schmitt, σύγχρονος Γάλλος θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος εμπλουτίζει με μια αισιόδοξη ματιά και μια φιλοσοφική ανθρωπιστική άποψη τη δραματουργία του 21ου αιώνα. Καταπιάνεται για πρώτη φορά με τη θεατρική γραφή στα δεκαέξι του χρόνια συντάσσοντας μια σάτιρα για τη σεξουαλική αγωγή : «Ο Γρηγόρης ή γιατί τα μπιζέλια είναι πράσινα;» («Grégoire ou pourquoi les petits pois sont-ils verts ?»). Η αγάπη του για τη φιλοσοφία τον οδηγεί στην εκπόνηση διδακτορικής διατριβής με θέμα «Ντιντερό ή η φιλοσοφία της αποπλάνησης» («Diderot ou la Philosophie de la séduction») και αργότερα στη διδασκαλία. Μερικά από τα θεατρικά έργα του είναι «Η Νύχτα της Βαλόνης» («La Nuit de Valognes»), «Ο Επισκέπτης» («Le Visiteur»), «Ο Χρυσός Τζόε» («Golden Joe»), «Το Σχολείο του Διαβόλου» («L’école du diable»), «Ο Μιλαρέπα» («Milarepa»), «Το Φίμωτρο» («Le Bâillon»), «Ο Κύριος Ιμπραήμ και τα άνθη του Κορανίου» («Monsieur Ibrahim et les fleurs du Coran»), «Χίλιες και μία ημέρες» («Mille et un Jours»), «Η Τεκτονική των αισθημάτων» («La Tectonique des sentiments») και άλλα. Στην Ελλάδα έχουν ανέβει : οι «Αινιγματικές Παραλλαγές» («Variations énigmatiques») σε σκηνοθεσία Κώστα Τσώνου και αργότερα από το Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου σε σκηνοθεσία Φαίδρου Στασινού, «Όσκαρ» («Oscar et la dame rose») σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη, «Μικρά συζυγικά εγκλήματα» («Petits crimes conjugaux») σε σκηνοθεσία Στέφανου Μπλάτσου και το «Ξενοδοχείο των δύο κόσμων» («Hôtel des deux mondes») από το Αμφιθέατρου του Σ. Α Ευαγγελάτου.
«Ο Λιμπερτίνος» («Le Libertin») είναι μια πληθωρική κωμωδία εμπνευσμένη από την πολυδιάστατη προσωπικότητα του Diderot και μια αφορμή για φιλοσοφικές αναζητήσεις, διαπιστώσεις και αντιφάσεις γύρω από την ηδονή και το πώς την αντιλαμβάνονται τα δυο φύλα. Ολοκληρωμένοι θεατρικοί χαρακτήρες, αληθινή δράση, μεταφέρουν μπροστά στα μάτια μας συμπυκνωμένες αντιλήψεις της εποχής του Διαφωτισμού, της διακίνησης των ανανεωτικών ιδεών και τα προβλήματα της Εγκυκλοπαίδειας. Η Φιλοσοφία ποζάρει γυμνή για χάρη της ζωγραφικής! Ο Diderot ποζάρει στη madame Terbouche ενώ εκθέτει τις ελαστικές και αναρχικές απόψεις του γύρω από τη ελεύθερη σεξουαλική δραστηριότητα που δεν ορίζεται από θείες ή θρησκευτικές αντιλήψεις αλλά από τις γενετήσιες ορμές μας που δεν πρέπει να καταπιέζουμε εφ’ όσον δεν είναι καταστροφικές. («Δεν μπορούμε να είμαστε άλλο από αυτό που μας υπαγορεύει το ένστικτό μας…Ηθική είναι η τέχνη του να είσαι ευτυχής…Η αναζήτηση της απόλαυσης»). Δεν παραλείπει ν’ αναφερθεί στις ιδιαιτερότητες όπως η αιμομιξία ενώ με κυνικό χιούμορ αποκαλεί την ομοφυλοφιλία «αλτρουιστικό αυνανισμό». Απόψεις που θα τροποποιηθούν όταν απευθύνονται στην κόρη του και κυρίως στα θέματα που αφορούν τον έρωτα , το γάμο και τα παιδιά, θα ελιχθούν στη σκηνή ζηλοτυπίας που κάνει η γυναίκα του και θα ξαναγίνουν προοδευτικές όταν η φίλη της κόρης του, επιρρεπής στη γοητεία που της ασκεί ο ευφυής ερωτισμός του φιλοσόφου τον προσεγγίσει ερωτικά Οι απόψεις του Diderot για την απιστία που με μαεστρία και ετοιμολογία φέρνει στα μέτρα του όταν δεν τον συμφέρει, κάνουν αρχικά έξαλλη την αγανακτισμένη σύζυγό του που η γυναικεία ευφυΐα της δεν αργεί να της επιτρέψει ν’ αντιστρέψει τους όρους. Μια τρελή μέρα αρχίζει για τον πολυάσχολο διανοούμενο με διαρκείς ενοχλήσεις από το γραμματέα του που τον διακόπτει από τις ερωτοτροπίες του προκειμένου να του υπενθυμίσει την παράδοση του άρθρου για την ηθική που δεν έχει ολοκληρωθεί. Ο αφοσιωμένος ερευνητής σκοντάφτοντας σε αλληλοσυγκρουόμενες θεωρίες και αγεφύρωτες έννοιες αδυνατεί να συντάξει μια ενιαία πραγματεία.
Η σκηνοθετική διδασκαλία του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη επιτρέπει ν’ απελευθερωθούν οι σημαίνουσες έννοιες των ερωτικών υπονοούμενων και υπαινιγμών «κλείνοντας» το μάτι στο θεατή. Η κυκλική σκηνή, με το λευκό να επικρατεί παντού -αυλαία, στοίβες βιβλίων, γραφείο, ανάκλιντρο- απεικονίζει το ατελιέ αλλά και τον αχανή ψυχισμό ενός ελεύθερου ανένταχτου πνεύματος που διαρκώς αμφιβάλλει… Απαλοί αισθησιακοί φωτισμοί προσαρμόζονται στα χρώματα των φουστανιών των κυριών που παρελαύνουν από το προσωπικό δώμα του μεγάλου στοχαστή. Ο Γιώργος Κοτανίδης αποδίδει με σαρκασμό και καυστικό χιούμορ την πολυσχιδή φυσιογνωμία του Diderot. Η Κερασία Σαμαρά αποτυπώνει στην ερμηνεία της τον κυνισμό, τη ματαιοδοξία και την αδίστακτη συμπεριφορά της διπρόσωπης ηρωίδας που υποδύεται. Η Στέλλα Γκίκα στο ρόλο της συζύγου υπογραμμίζει τις συναισθηματικές εναλλαγές ιδιαίτερα όταν σπέρνει υποψίες ότι πλήρωσε τον άνδρα της με το ίδιο νόμισμα! Η Στέλλα Μπαλωμένου και η Σοφία Καζαντζιάν χειρίζονται με επιτυχία το παιχνίδι της συνενοχής κρύβοντας με μαεστρία τις προθέσεις των προσώπων που υποδύονται με αποτέλεσμα να ξαφνιάζεται ο θεατής περιμένοντας τη συνέχεια. Ο Πέτρος Μπουσουλόπουλος έπλασε μια ολοκληρωμένη θεατρική φιγούρα και ανέδειξε το λόγο που κατασκευάστηκε από το συγγραφέα προκειμένου να εξυπηρετήσει τη δράση.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Μια τρελή μέρα» του Eric-Emmanuel Schmitt («Le Libertin»)
Από την εταιρεία παραγωγής «Σαλτιμπάγκοι»
Μετάφραση : Μαρία και Ελένη Παξινού
Σκηνοθεσία : Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης
Σκηνικά-Κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Μακιγιάζ : Δήμητρα Φαφαλιού
Μουσική επιμέλεια : Κώστας Σουρβάνος
Κομμώσεις : Καίτη Αραβαντινού
Επιμέλεια κίνησης : Θάλεια Δήτσα
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Γιώργος Κοτανίδης, Κερασία Σαμαρά, Πέτρος Μπουσουλόπουλος, Στέλλα Γκίκα, Σοφία Καζαντζιάν και Στέλλα Μπαλωμένου

ΘΕΑΤΡΟ ΡΟΕΣ
Ιάκχου 16, Γκάζι, τηλ.210 34 74 312
Τρίτη-Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.00, Κυριακή 19.00

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2007

Η επανάσταση της εκδίκησης


«…Καμία λογοτεχνία δεν μπορεί να ξεπεράσει σε κυνισμό την πραγματική ζωή» Άντον Τσέχωφ

Ο πολυτάλαντος Τόρστεν Μπούχσταϊνερ, ηθοποιός και σεναριογράφος, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αμβούργο όπου σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Μουσικής και Καλών Τεχνών. Για τις δουλειές του έχει τιμηθεί με βραβεία και διακρίσεις. Τα θεατρικά έργα του : «Παίκτες», «Πεθαίνοντας στη Γερμανία», «Τάγκο Σόλο» και «Νορντόστ» ανεβαίνουν με επιτυχία σε διάφορες χώρες του κόσμου.

Ένα σύγχρονο πολιτικό κείμενο
Ζούμε σε μια εποχή που η τρομοκρατία έχει γίνει μέρος της καθημερινότητας μας (Δίδυμοι Πύργοι, Μετρό Λονδίνου και Μαδρίτης κτλ). Παρακολουθούμε τα γεγονότα καθισμένοι από τον καναπέ της τηλεόρασης. Μέσα από τη δυναμική του θεατρικού λόγου ερχόμαστε σε πιο άμεση επαφή με την πραγματικότητα και καλούμαστε να προβληματιστούμε γύρω από ζητήματα που δεν πρέπει να μας αφήνουν αδιάφορους. Το έργο «Νορντόστ» αναφέρεται στην τραγική βραδιά της 23ης Οκτωβρίου 2002 –και στα όσα ακολούθησαν- στο θέατρο Ντούμπροβκα της Μόσχας όπου 850 άτομα παρακολουθούσαν το μιούζικαλ «Νορντόστ» όταν Τσετσένοι αυτονομιστές κατέλαβαν το χώρο κρατώντας ομήρους τους θεατές. Το θεατρικό έργο στηρίζεται στις μαρτυρίες τριών γυναικών. Τα γεγονότα ξετυλίγονται λεπτό προς λεπτό μέσα από δυνατές αφηγήσεις σε παρόντα χρόνο. Η Ζούρα, «μαύρη χήρα», Τσετσένα παρασκευάστρια, η Ταμάρα, μια Λετονή γιατρός και η Όλγα, Ρωσίδα λογίστρια, καταθέτουν η καθεμιά από τη δική της σκοπιά όλα όσα διαδραματίστηκαν παρεμβάλλοντας προσωπικές στιγμές με ευαισθησία, πόνο και οδύνη. Μέσα από την αλήθεια των σπαραχτικών εξομολογήσεων τα πρόσωπα γίνονται τρομερά οικεία προς εμάς σε μια παράσταση που συνενώνει σκηνή και πλατεία.
Η σκηνοθεσία του Νίκου Χατζόπουλου κράτησε μια απόσταση από το δράμα για να μη γίνει αβάσταχτη η διήγηση. Μόνο σε κάποιες στιγμές κορύφωσης, οι ηρωίδες ξεσπούν. Οι εναλλαγές των σύντομων μονολόγων παραπέμπουν στις εξαγγελτικές ρήσεις αγγελιοφόρων της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Το σκηνικό της Μαγιού Τρικεριώτη παρουσιάζει στο βάθος της σκηνής ένα μέρος από το εσωτερικό του μεγάλου θεάτρου με σειρές από κόκκινα καθίσματα των θεατών, αλλά η δράση περιορίστηκε σε τρεις καρέκλες που διαρκώς μετακινούνται στο κέντρο της σκηνής. Δεξιά και αριστερά φωτεινές επιγραφές συμπυκνώνουν σε τίτλους όλα όσα εξιστορούν αναλυτικά οι αυτόπτες μάρτυρες. Υποβλητική η μουσική του Θοδωρή Αμπαζή και καίριοι οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου που φορτίζουν συγκινησιακά την ατμόσφαιρα. Συγκινητικές ερμηνείες από τις Μάνια Παπαδημητρίου, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου και Σοφία Σεϊρλή.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Νορντόστ» του Τόρστεν Μπούχσταϊνερ
Μετάφραση : Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία : Νίκος Χατζόπουλος
Σκηνικά – Κοστούμια : Μαγιού Τρικεριώτη
Μουσική : Θοδωρής Αμπαζής
Φωτισμοί : Λευτέρης Παυλόπουλος
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μάνια Παπαδημητρίου, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου και Σοφία Σεϊρλή

ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ – ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ
Πεσματζόγλου 5, τηλ. 210 32 28 706
Σάββατο 18.00, Τετάρτη-Κυριακή 20.00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.00

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2007

Teatro, lo tuyo es puro teatro...







Ατμόσφαιρα καμπαρέ, πιάνο, κόκκινα υφάσματα στρας, αστραφτερά μπιζού, κραγιόν, καθρεφτάκια, γόβες, καπνοί, ποτά, έντονα ζωηρά χρώματα της δισκομπάλας, χαμηλοί αισθησιακοί φωτισμοί, intermezzo musicale από ταινίες του Almadovar και στο κέντρο της σκηνής ένα ψυγείο που αναγράφει με σπρέι …«Fuck you». Εύστοχη η επιλογή της Esther Andre Gonzalez να μεταφέρει τη δράση σ’ ένα τέτοιο χώρο όπου διεξάγεται ένα παιχνίδι ατέρμονων μεταμφιέσεων και εναλλαγών ρόλων. Δύσκολα καταφέρνει να μεταφέρει κανείς στο χαρτί τις απίστευτες και παράλογες καταστάσεις που βιώνουν οι παγιδευμένοι ήρωες στον κλειστοφοβικό, αδιέξοδο, underground μικρόκοσμο του Copi. Σκληρό, αλλοπρόσαλλο, απρόβλεπτο κείμενο που καταργεί τις σκηνικές συμβάσεις και δεν ακολουθεί λογική αλληλουχία στην εξέλιξη της δράσης καθώς ανά λεπτό τα δεδομένα αναιρούνται, ανατρέπονται ή αλλάζουν ύφος. Στοιχεία υπέρμετρα, αντιθετικά και ακραία. Παραληρηματικός λόγος, αδιανόητα κυνικό και αλαζονικό χιούμορ, ονειρική φαντασίωση, «αντι-ποίηση», μια τραγωδία μεταμφιεσμένη σε βωντβίλ.
Την ημέρα των πεντηκοστών γενεθλίων του, ο/η Α. δέχεται ως δώρο από τη μητέρα του ένα ψυγείο. Τραβεστί, πρώην πετυχημένο μανεκέν, έχει κλειστεί στο σπίτι και συγγράφει τ’ απομνημονεύματα του! Βιάζεται από το σοφέρ και σύζυγο της θυρωρού του, συνομιλεί με το Χιούγκ που θέλει ν’ ανοίξει γκέι μπουτίκ στην Αυστραλία, λιποθυμάει από τον αιθέρα που της ρίχνει ένας άγνωστος επιχειρώντας να τη ληστέψει, διαπραγματεύεται με τον εκδότη της στο τηλέφωνο τους όρους για να βγει το βιβλίο της, ένας σκύλος διακόπτει την επικοινωνία, η υπηρέτρια Γολιάθα ξεφωνίζει κάνοντας μάθημα σολφέζ και κάνει θρύψαλα τις πανάκριβες πορσελάνες όταν απολύεται από την κυρία της. Στη συνέχεια, η Α. δέχεται την επίσκεψη της εκκεντρικής ψυχιάτρου Φρόιντ, ενώ λίγο αργότερα καταφθάνει η μητέρα της που εκστομίζει αλήθειες που σοκάρουν, εκβιάζει χρήματα από το παιδί της για να πληρώσει τα γραμμάτια του νεαρού μαύρου ζιγκολό της και με αναίδεια απαιτεί να πάρει τη δόση της κοκαΐνης της. Το αποκορύφωμα είναι όταν η Α. ερωτεύεται έναν αρουραίο πρόσφυγα με γαλάζια μάτια που έχει εγκατασταθεί με την πολυμελής οικογένεια του στην ντουλάπα! Τα πάντα είναι δυνατόν να συμβούν στο τρομακτικό, αντι-συμβατικό, άσεμνο σύμπαν του Copi. Αντικείμενα και άνθρωποι πεθαίνουν, σκοτώνονται και ανασταίνονται.
Αξίζει να δείτε την υποκριτική ευχέρεια του Γιάννη Στεφόπουλο ν’ αλλάζει φωνές και πρόσωπα, το συγκινητικό γλυκόπικρο χιούμορ και την εκφραστικότητα του Δημήτρη Οικονομίδη και τη φωνητική δεινότητα του Γιάννη Φίλια.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το Ψυγείο» του Copi
Από τη θεατρική ομάδα «Ακροβάτες του ονείρου»
Μετάφραση : Δημήτρης Οικονομίδης
Σκηνοθεσία : Esther Andre Gonzalez
Σκηνικά-Κοστούμια : Χρήστος Κωνσταντέλλος
Βοηθός Σκηνογράφου : Δημήτρης Πλατανάκης
Μουσική : Ορέστης Καμπερίδης
Φωτισμοί : Αλέξης Πηλός
Στους ρόλους του/της Α. και της μητέρας : Δημήτρης Οικονομίδης
Στους ρόλους της Γολιάθας, του ντέντεκτιβ και τις φωνές του εκδότη, της δοκτορέσας Φρόιντ και της μητέρας : Γιάννης Στεφόπουλος
Χορός-Τραγούδι : Γιάννης Φίλιας

ΘΕΑΤΡΟ ΠΟΡΕΙΑ-ΑΝΩ ΧΩΡΟΣ
Τρικόρφων 3-5 και 3ης Σεπτεμβρίου 69, Πλ. Βικτώριας, τηλ. 210 82 10 991
Από 23 Οκτωβρίου έως 19 Δεκεμβρίου
Κάθε Τρίτη και Τετάρτη 21. 00

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2007

Η Δύναμη της συγχώρεσης


Στο θέατρο Εξαρχείων συνεχίζονται για δεύτερη χρονιά οι παραστάσεις του ψυχολογικού θρίλερ της Βρετανίδας Bryony Lavery, «Καυτός Πάγος» («Frozen») που ανέβηκε για πρώτη φορά το 1998 στο «Birmingham Repertory Theatre» και από τότε παίζεται με επιτυχία σε όλο τον κόσμο.
Ο Ράλφ, ένας παιδόφιλος συναισθηματικά και εγκεφαλικά ανάπηρος εξ αιτίας της συστηματικής κακοποίησης που υπέστη σε νεαρή ηλικία, έχει διαπράξει εφτά εγκλήματα. Στην ιστορία που παρακολουθούμε, διασταυρώνονται οι μοίρες τριών προσώπων φαινομενικά αγνώστων μεταξύ τους, με αφετηρία την απαγωγή και δολοφονία της δεκάχρονης Ρόνας, το πτώμα της οποίας θα βρεθεί χρόνια αργότερα οδηγώντας στη σύλληψη και καταδίκη του δράστη. Μέσα από την αποσπασματική αφηγηματική γραφή και τις εναλλαγές δυνατών μονολόγων των τριάντα δύο γρήγορων εικόνων, αναδύεται μια αισιόδοξη στάση ζωής. Η μητέρα του κοριτσιού, Νάνσυ, αντιμέτωπη με την πιο αποτρόπαιη πράξη, βρίσκει τη δύναμη ν’ αποβάλλει το μίσος και να συγχωρήσει το δολοφόνο του παιδιού της. Η διάσημη ψυχίατρος, Αγκνέτα, που μόλις έχασε τον εραστή της, αναλαμβάνει την περίπτωση του Ραλφ, που εντάσσεται στο πεδίο της επιστημονικής της έρευνας. Επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στην ανακάλυψη βαθύτερων αιτιών της εγκληματικής συμπεριφοράς και μέσα από εκτεταμένες επιστημονικές μελέτες, αποσπάσματα των οποίων παραθέτει αυτούσια επί σκηνής, επιχειρεί να εξερευνήσει τις συνέπειες που προκαλεί η κακοποίηση στην ανάπτυξη του εγκεφάλου και κατ’ επέκταση στη διαμόρφωση της ψυχοσωματικής υπόστασης.
Λιτό, γυμνό, αφαιρετικό το σκηνικό που έστησε η Εύα Μανιδάκη, που μαζί με τους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, διαμορφώνουν ένα ψυχρό χώρο στον οποίο μετακινούνται νοητά οι ήρωες από την αυλή του σπιτιού, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, στην αίθουσα συνεδρίων, στο απρόσωπο κελί της φυλακής. Ο Τάκης Βουτέρης ενσαρκώνει τη σκοτεινή φιγούρα του Ράλφ αποφεύγοντας εντέχνως τις τυποποιημένες φόρμες, φωτίζοντας με δεινότητα τις αντιφατικές πλευρές ενός ψυχικά διαταραγμένου προσώπου και κατορθώνει διανθίζοντας την ερμηνεία του με χιούμορ και τρυφερότητα, να μην προκαλεί απέχθεια. Σπαραχτική αλλά με μέτρο και ισορροπία στο δύσκολο ρόλο της μάνας η Αννίτα Δεκαβάλλα ενώ η Ανθή Ανδρεοπούλου χειρίζεται επιδέξια την ισορροπητική δομή που εκφράζει η ηρωίδα που υποδύεται.
Σύμφωνα με το φιλόλογο Κώστα Τσουραπούλη "καθένα από τα τρία πρόσωπα στήνει με μονόλογο το δικό του παγόβουνο σχηματίζοντας την τριαδική υπόσταση του «Πάγου». Ο Ραλφ, κακοποιημένος σεξουαλικά από τον πατέρα του σε τρυφερή ηλικία, παγιδεύεται στο δικό του προσωπικό σύστημα αντίληψης υπακούοντας στα θεμελιώδη αξιώματα της ιδιαίτερης ψυχοπαθολογίας του που υπαγορεύεται από την έλλειψη συνειδητοποίησης των συνεπειών των εγκληματικών πράξεών του, τη συναισθηματική ανεπάρκεια, την ασταθή συμπεριφορά και την ιδεοψυχαναγκαστική εμμονή σε θέματα τάξης. Η τελευταία μάλιστα είναι το εξωτερικό περίβλημα από το οποίο ντύνεται η ψυχοπαθολογία του. Η γλώσσα του, ευθυγραμμισμένη πλήρως με το παλιμπαιδιστικό και ψυχαναγκαστικό ύφος που παράγουν η παιδική αφέλεια και η «ευταξία» του, διανθισμένη με την κυνική ωμότητα των ειδεχθών πράξεων και με μηχανιστικές επαναληπτικές κινήσεις (τικ), αποδίδει τις πιο λεπτές και ευαίσθητες αποχρώσεις του «Πάγου». Η μητέρα, οργανικά δεμένη με τον ομφάλιο λώρο της χρονικής στιγμής του αποτρόπαιου θανάτου της κόρης της, εγκλωβίζεται στο αίσθημα του πόνου και του μίσους και αποκόπτεται συνειδητά από τη συνέχιση της ζωής. Η γλώσσα της υπακούει στο θυμικό μέρος της ψυχής της που εκδηλώνεται πότε ωμά και πότε υπαινικτικά. Η ψυχίατρος υψώνει το δικό της παγωμένο τείχος και περιορίζεται στα στενά στεγανά του ερευνητικού και επιστημονικού της πεδίου. Η γλώσσα της υπακούει στο επιστημονικό και συνάμα εκλαϊκευτικό ύφος των διαλέξεων.
Το ερμηνευτικό κλειδί της μεταστροφής της ψυχολογίας των προσώπων είναι η μετατροπή του «Πάγου» σε θερμότητα. Η θερμότητα αυτή υπερεκχειλίζει από την αντικατάσταση των δυνάμεων του Κακού από τις δυνάμεις του Καλού και ειδικότερα από τη δύναμη της συγχώρεσης, η οποία ως καθαρτική ουσία συμβάλλει στην αποκατάσταση της ηθικής ισορροπίας. Μέσω αποφασιστικών-πλην απότομων όμως-αλληλεπιδράσεων των προσώπων-διαλογικών σκηνών που παρεμβάλλονται ανάμεσα στους μονολόγους- επέρχεται η ατομική κάθαρση του καθενός. Η μητέρα, ύστερα από παρότρυνση της άλλης κόρης της που έχει επιδοθεί στα νάματα της ανατολικής φιλοσοφίας, αποφασίζει να συγχωρήσει τον εγκληματία και να χαράξει νέους δρόμους στη ζωή της αποφορτίζοντας την ψυχρότητα στην οποία είχε καθηλωθεί. Ο παιδόφιλος με τη σειρά του αρχίζει μετά το συναισθηματικό άγγιγμα της μητέρας να συνειδητοποιεί το μέγεθος της πράξης του δημιουργώντας τύψεις και εμφανίζοντας ενοχλήσεις στην καρδιά ώσπου εκτοξεύει το συσσωρευμένο για χρόνια πόνο του, διαμορφώνοντας μια πρωτοφανή συναισθηματική νοημοσύνη που, επειδή ο ίδιος δεν έχει την πείρα να διαχειριστεί, τον οδηγεί στην αυτοκτονία, στην προσωπική του λύτρωση. Η ψυχίατρος, ύστερα από την ανάδειξη του προσωπικού δράματος της μοιχείας και της απώλειας του αγαπημένου της προσώπου, αρχίζει να χτίζει περισσότερο το στοιχείο της ανθρώπινης επαφής της με τον εγκληματία και με βάση τη θεωρία της για την κοινωνική φύση του εγκλήματος αρχίζει να τον βλέπει με περισσότερη επιείκεια και συγκατάβαση. Ωστόσο, μετά το τραγικό τέλος του Ραλφ, προσανατολίζεται με αισιοδοξία στην αντιμετώπιση του δικού της πάθους.

Η συγγραφέας αντιτίθεται στην κοινοτοπία του Απόλυτου Κακού προβάλλοντας το συσχετισμό του με το Καλό. Ο συσχετισμός αυτός έρχεται να επιβεβαιώσει την πίστη της σχετικά με τη φύση εκείνης της εγκληματικής συμπεριφοράς, της οποίας το υπόβαθρο είναι ψυχολογικό και όχι γενετικό. Μια τέτοια περίπτωση είναι ο Ραλφ. Η σωματική κακοποίηση που υπέστη δημιούργησε παθολογικές αλλαγές στην εγκεφαλική του υποδομή, ανεξέλεγκτες από τον ίδιο και υπεύθυνες για την εγκληματική του δράση. Ο φόνος ήταν για αυτόν το μόνο μέσο για να εξωτερικεύσει το συναισθηματικό κενό που του προκάλεσε η οικογενειακή βία. Αντίβαρο αυτού του φαύλου κύκλου της βίας είναι το πρόσωπο της Μάνας που με την πράξη της συγχώρεσης και την έκφραση Αγάπης προς το παιδί της, αναδεικνύει την εξοικείωση του Ραλφ με έναν στερημένο μέχρι τώρα συναισθηματικό κόσμο, τη συναίσθηση του σφάλματός του και την εξωτερίκευση του πόνου του με τραγική απόληξη το μοιραίο τέλος. Ο καταλυτικός χαρακτήρας της συγχώρεσης και η προσπάθεια κατανόησης παραμελημένων ή άγνωστων πτυχών της εγκληματικής συμπεριφοράς μετατοπίζουν την ευθύνη από το θύτη στους κοινωνικούς ιστούς της κακοποίησης. Επιστήμη (λογική-ψυχίατρος) και θύμα (συναίσθημα-μητέρα) συνωμοτούν ενάντια σ’ ένα παγωμένο κοινωνικό σύστημα υποκρισίας που «βιάζει» διαρκώς τα παιδιά του (ψυχοπαθολογία-θύτης). Ο προσωπικός λοιπόν αγώνας για την υπέρβαση του πόνου, «το λιώσιμο του πάγου» επιτυγχάνεται μόνο όταν απομακρύνεται από τα συμβατικά κοινωνικά πρότυπα για να ανακαλύψει εκείνους τους φωτεινούς οδοδείκτες που είναι απαραίτητοι για της συνέχιση της ζωής. Η ζωή δεν έχει τίποτ’ άλλο να κάνει από το να μιμηθεί αυτήν την υπερβατική, τολμηρή και συνάμα αληθινή θεατρική τέχνη. Θα τα καταφέρει ; Η απάντηση επί της σκηνής"


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Καυτός Πάγος» της Bryony Lavery («Frozen»)
Μετάφραση : Αννίτα Δεκαβάλλα
Σκηνοθεσία : Τάκης Βουτέρης
Σκηνικά-Κοστούμια : Εύα Μανιδάκη
Μουσική : Πλάτων Ανδριτσάκης
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Βοηθός Σκηνογράφου : Βάσια Λύρη
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Ανθή Ανδρεοπούλου, Αννίτα Δεκαβάλλα και Τάκης Βουτέρης

ΘΕΑΤΡΟ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ
Θεμιστοκλέους 69, Εξάρχεια, τηλ. 210 33 00 879
Τετάρτη-Κυριακή 19.00, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο 21.00

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2007

Γυναικείο ελιξίριο


Συνεχίζονται για δεύτερη σαιζόν οι παραστάσεις του έργου της Αργεντινής Esther Vilar «Ζήλια σε τρία φαξ», μια πικρόχολη κωμωδία πάνω σ’ ένα παράδοξο συναίσθημα που μπορεί να μεταμορφωθεί από πηγή πόνου σε ηδονή. Με σπουδές στην ιατρική, τη φιλοσοφία και την κοινωνιολογία, η συγγραφέας δοκιμίων, διηγημάτων και θεατρικών έργων («Η Αμερικάνα πάπισσα», «Η εκπαίδευση των αγγέλων», «Το χαμόγελο του Μπαρακούντα», «Τραγούδι αγάπης για ένα ανήσυχο άνδρα», «Το κουνούπι», «Ο γείτονας των Ρότσιλντ», «Η στρατηγική της πεταλούδας», «Η οργάνωση μιας εκδίκησης», «Τσάι στο Ρίτσμαν» και «Σπέερ») καταπιάνεται συστηματικά με ζητήματα που εστιάζουν στις σχέσεις των δυο φύλλων και ιδιαίτερα στη γυναικεία ψυχολογία.
Σε μια πολυκατοικία, τρεις γυναίκες που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους και δεν έχουν συναντηθεί ποτέ ανταλλάζουν πυρετωδώς φαξ διεκδικώντας τον ίδιο άνδρα. Η πενηντάρα Ελέν, σύζυγος του Λάζλο, συνδιαλέγεται γραπτώς με τις ερωμένες του, Γιάννα, τριάντα πέντε χρονών και Ίρις, είκοσι δύο χρονών. Αποκαλύψεις, συμβουλές, συνομωσίες, βρισιές και απειλές! Ειρωνεία και καυστικό χιούμορ περιβάλλει ένα φαύλο κύκλο εναλλαγής συναισθημάτων που οδηγεί από την ευτυχία της γοητείας στην απελπισία της μοναξιάς.
Επί σκηνής οι ηρωίδες, εκπρόσωποι τριών διαφορετικών γενεών, σε μια καθαρά γυναικεία υπόθεση, εκφέρουν μακρόσυρτους μονολόγους μέσα από τους οποίους εκφράζουν διεξοδικά τις απόψεις τους γύρω από τη ζωή, τις ερωτικές σχέσεις και τον τρόπο αντιμετώπισης των δυσκολιών που ορθώνονται μπροστά τους. Η μια παρεμβαίνει και συμπληρώνει τα λόγια της άλλης καθώς διαβάζουν φωναχτά τα 63 φαξ που στέλνουν, γεγονός που ζωηρεύει την επιστολική αυτή αλληλογραφία δίνοντας μια αίσθηση διαλογικότητας, στοιχείο απαραίτητο για τη θεατρική πράξη. Οι τρεις γυναίκες συνομιλούν σαν να βρίσκονται η μια απέναντι στην άλλη και η πλοκή εξελίσσεται αβίαστα.
Σύμφωνα με το φιλόλογο Κώστα Τσουραπούλη «στη θεατρική σκηνή αποτυπώνεται μια έμμεση μορφή επικοινωνίας μέσω ηλεκτρονικής ανταλλαγής μηνυμάτων (fax) η σκηνική σύμβαση της οποίας παραπέμπει σε άμεση μορφή διαπροσωπικής επαφής. Αυτή η φαινομενική αμεσότητα εξασφαλίζεται από τη διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται μέσα από την προβολή της κωδικοποίησης και αποκωδικοποίησης των μηνυμάτων των τριών γυναικών. Σ’ αυτό το σημείο, αποτελεί ευρηματικό το γεγονός ότι η μια γυναίκα ακούει, διαβάζει ή συνεχίζει το λόγο της άλλης, το μήνυμα του οποίου μεταφέρεται ακόμη και με τη χρήση παραγλωσσικών στοιχείων. Έτσι η ζήλια για το ποθητό αντικείμενο, περνώντας από μια διαδικασία γυναικείας αποξένωσης με προοπτικές, ωστόσο, διαμόρφωσης επικοινωνιακών οδών, μεταμορφώνεται σε μια κατάσταση απουσίας της και στη συνέχεια φανταστικής εκζήτησης της (ζήλιας)».
Όσα διαδραματίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου στο γυναικοκρατούμενο μικρόκοσμο της Esther Vilar προκαλούνται από τη διεκδίκηση της αρσενικής φιγούρας του Λάζλο, που στοιχειώνει την ατμόσφαιρα, αλλά δεν εμφανίζεται ποτέ στη σκηνή. Η απούσα αυτή δομή γίνεται το «τρόπαιο» σε μια αρένα ανταγωνιστικών διαπλοκών, ατέρμονων συγκρούσεων, υπαινικτικών συγκρίσεων, ερωτικών υπονοούμενων, μη-λεχθέντων σκέψεων, απρόσμενων ανατροπών, πρόσκαιρων ενθουσιασμών και απογοητεύσεων. Η γυναικεία φύση, με το θιγμένο εγωισμό της, αρέσκεται να επιδίδεται σ’ αυτό το σχεδόν παιδικό παιχνίδι αλληλεξουδετέρωσης. Η εξάλειψη της αντίζηλης-αντιπάλου, η ύπαρξη όμως της οποίας, κρίνεται απαραίτητη προκειμένου ν’ αναζωπυρωθεί το ερωτικό ενδιαφέρον σε μια σχέση, γίνεται αυτοσκοπός. Οι θέσεις ισχυρού-αδυνάτου, νικητή-ηττημένου είναι παροδικές και διαρκώς εναλλάσσονται ενώ στην τελική έκφανσή του έργου το αποτέλεσμα μοιάζει να μην έχει σχεδόν σημασία.
Η Δήμητρα Αράπογλου ανέδειξε τη θεατρικότητα ενός κάπως στατικού κειμένου και κίνησε τους ήρωες στο λιτό σκηνικό χώρο που επιμελήθηκε η Αναστασία Αρσένη οργανώνοντας ένα είδος παράλληλης δράσης. Η σκηνή χωρίζεται σε τρία επίπεδα και η κάθε ηρωίδα περιορίζει τις κινήσεις της στο διάστημα που της αναλογεί. Η Μπέττυ Λιβανού (Ελέν) στο ρόλο της ώριμης και κατασταλαγμένης γυναίκας αποδίδει τις λεπτές συναισθηματικές αποχρώσεις μιας απατημένης συζύγου που αντιμετωπίζει το ζήτημα χωρίς υστερικές εξάρσεις και υπερβολές. Η Κατερίνα Λέχου, ως Γιάννα, γοητευτική ύπαρξη αλλά και άγριο θηλυκό, φιλόδοξη και μαχητική, διεκδικεί έντονα αυτό που της ανήκει. Σκληρή και αδιάλλακτη θα συνειδητοποιήσει τον πόνο όταν θα παραγκωνιστεί από την νεότερη βουδίστρια Ίρις που ερμηνεύει η Μαργαρίτα Πανουσοπούλου τονίζοντας την αναθεώρηση των απόψεων στην οποία προβαίνει το πρόσωπο που υποδύεται όταν βιώνει την εγκατάλειψη και απιστία!

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ζήλια σε τρία fax» της Esther Vilar
Μετάφραση : Θαλής Σταθόπουλος
Σκηνοθεσία : Δήμητρα Αράπογλου
Σκηνικά : Αναστασία Αρσένη
Κοστούμια : Μαρία Κοντοδήμα
Φωτισμοί : Σταμάτης Γιαννούλης
Βοηθοί σκηνοθέτη : Χρήστος Καρχαδάκης, Ερμάνδος Σούσης, Άννα Βασιλείου
Επιμέλεια κίνησης γιόγκα : Νταλία Παρθενίου
Κατασκευή σκηνικού : Βασίλης Καταβελάκος
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μπέττυ Λιβανού, Κατερίνα Λέχου και Μαργαρίτα Πανουσοπούλου

ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟΥ
Κεφαλληνίας 17 και Κυκλάδων, Κυψέλη, τηλ. 210 82 54 600, 210 86 79 535

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2007

Στον ιστό της αράχνης


Για δεύτερη χρονιά συνεχίζονται οι παραστάσεις του έργου «Ο Σπιούνος των Βαλκανίων» του Σέρβου Ντούσαν Κοβάτσεβιτς, που παρουσιάζει ο Καλλιτεχνικός οργανισμός «Αλεξάνδρεια» στο θέατρο «Πολιτεία». Στην Ελλάδα, ο Ντούσαν Κοβάτσεβιτς είναι γνωστός ως σεναριογράφος των ταινιών του Εμίρ Κοστουρίτσα : «Underground» και «Ο Μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές». Θεατρικά του έργα που έχουν παρουσιαστεί στη χώρα μας είναι : «Ο Άγιος Γεώργιος σκοτώνει το δράκο» από το Εθνικό Θέατρο και «Ο Επαγγελματίας» -μια εφιαλτική πιραντελική σάτιρα της εξουσίας, ένα αμφίρροπο πινγκ-πονγκ αλλαγής ρόλων και εξαρτήσεων- από το ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ Καλαμάτας, το Κ. Θ. Β. Ε και το Θέατρο Τέχνης.
«Ο Σπιούνος των Βαλκανίων» είναι μια ιλαροτραγωδία, ένα πολιτικό έργο ενάντια στο προ της πτώσης του υπαρκτού σοσιαλισμού σύστημα. Η συσσωρευμένη απογοήτευση, η συνειδησιακή εξόντωση και η απελπισία που βιώνουν οι ήρωες φέρνει στο μυαλό μας τις παραλογικές εκφάνσεις του θεατρικού μικρόκοσμου του Σλάβομιρ Μρόζεκ.
Θύμα των συνεπειών ενός διχασμού και προσηλωμένος στη σταλινική ιδεολογία ο Ηλίας Τσβόροβιτς φοβάται ότι θα κατηγορηθεί για συνωμοσία και ασυνέπεια απέναντι στην έννομη τάξη. Ο φόβος μετατρέπεται σταδιακά σε αρρωστημένη εμμονή και παράνοια καθώς ως αυτόκλητος σπιούνος θα παρακολουθήσει στενά και με υπερβάλλοντα ζήλο το νοικάρη και τον περίγυρο του παραμερίζοντας οικογενειακές υποχρεώσεις και προβαίνοντας σε σπατάλες για εξοπλισμό (μαγνητόφωνο, κιάλια, μηχάνημα προβολής διαφανειών) που θα επιστρατεύσει μαζί με το δίδυμο αδελφό του, προκειμένου ν’ αποδείξει την πολιτειακή του χρηστότητα και νομιμότητα. Οι ενέργειές του και ο ασφυκτικός κλοιός που στήνει κυρίως γύρω από τον εαυτό του θέτει σε κίνδυνο την εύθραυστη ψυχοσωματική του υγεία και τον οδηγεί σ’ ένα εφιαλτικό εφ’ όλης της ύλης ξέσπασμα που αδυνατεί να διακρίνει αθώους και φταίχτες. («Εμένα με φυλάκισαν για εκείνο που με ανάγκασαν να πιστεύω…γιατί φώναζα : Ζήτω ο Στάλιν και αδελφική ισότητα μεταξύ των ανθρώπων!»)
Με κινηματογραφική ματιά, η σκηνοθεσία του Νίκου Μπουσδούκου χειρίζεται με δεξιοτεχνία την κορύφωση των εντάσεων, ενώνει σε ισορροπημένες δόσεις το τραγικό με το κωμικό αποφεύγοντας τις ακρότητες και τους μελοδραματισμούς, αναδεικνύει τις μεταπτώσεις της ψυχολογίας των προσώπων ενώ σπέρνει αμφιβολίες για τον αδυσώπητο παραλογισμό κατασκοπείας και υπονόμευσης του υποτιθέμενου εχθρού. Ο εκφραστικός Βασίλης Βλάχος με το διαπεραστικό βλέμμα, στο ρόλο του Ηλία, αφήνει να διατρέξει η αμφιβολία και υπερασπίζεται τη συμπεριφορά του θολωμένου του νου, αναπτύσσοντας διεξοδικά εκτενή επιχειρηματολογία που, ίσως, τον δικαιώνει –ως ένα βαθμό- στα μάτια των θεατών. Στο πλευρό του, η Ουρανία Μπασλή (Ντάνιτσα), φροντίζει ως στοργική μητέρα και σύζυγος την ενότητα της οικογένειας της και ασυνείδητα συμβάλλει στην εξέλιξη των «ανοιχτών λογαριασμών» στην προσπάθεια της να εξισορροπήσει την τεταμένη κατάσταση. Στο ίδιο πνεύμα κινείται ως Σόνια, κόρη του Ηλία, η ταλαντούχα Δώρα Βουκελάτου που θα συνδεθεί με έναν απροσδιόριστης φύσης δεσμό με το νοικάρη Πέτρο Μάρκωφ, που ενσαρκώνει καίρια και με λιτή εκφραστικότητα ο Νίκος Γκεσούλης. Απολαυστική η ερμηνεία του Γιάννη Γλυμακόπουλου στο ρόλο του δίδυμου αδελφού του Ηλία, Τζούρα, που υποστηρίζει με νεύρο και διανθίζει με κωμικά στοιχεία.
Ρέουσα η μετάφραση της Γκάγκα Ρόσιτς, εύστοχες οι ενδυματολογικές επιλογές της Ματίνας Φραγκάκη ενώ τα παραδοσιακά τραγούδια της Γιουγκοσλαβίας και οι μουσικές επιλογές της Μάρως Θεοδωράκη παραπέμπουν στο κλίμα της εποχής. Ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε η Λαμπρινή Καρδάρα αποτυπώνει τις εμμονές του ήρωα που κατασκοπεύει τις ζωές των άλλων από το ανοιχτό παράθυρο ενώ τα σκοινιά που κρέμονται γύρω-γύρω από το δωμάτιο διαμορφώνουν το περιβάλλον εγκλεισμού των φυλακών και μαζί με τους καίριους φωτισμούς του Δημήτρη Τσιούμα φορτίζουν συγκινησιακά την ατμόσφαιρα.
Σύμφωνα με την άποψη του φιλόλογου Κώστα Τσουραπούλη «η εφιαλτική σκιά του μεταβαλλόμενου από το διχασμό Στάλιν-Τίτο (1948) πολιτικού συστήματος με τα κατάλοιπα των μηχανισμών κατασκοπείας και των τραγικών συνεπειών του προσωπικού εγκλωβισμού της φυλακής, που άφησε στο πέρασμά του, λαμβάνει ξανά σάρκα και οστά μετά την ανάκριση που υφίσταται ο ήρωας από τις αρχές σχετικά με τον «ύποπτο» νοικοκύρη του. Οι παράλογοι μηχανισμοί της εξουσίας συμπλέκονται αρμονικά με τους μηχανισμούς ανάκλησής της και με υλικά τα τραυματικά βιώματα του παρελθόντος, δημιουργούν μια εκρηκτική παραλλαγή. Το σύστημα εξουσίας έρχεται και πάλι στο προσκήνιο ενσταλάζοντας στην ψυχή του Ηλία εμμονές και διαμορφώνει σταδιακά ώσπου να εδραιώσει, ένα καθεστώς καχυποψίας στα πλαίσια του οποίου ο κόσμος κατακλύζεται από προδότες. Αυτή η ψυχρή και παρανοϊκή θεώρηση του διχασμού σε καλούς και εχθρούς του συστήματος που στοίχισε το βασανισμό του Τσβόροβιτς μεταφέρεται και υιοθετείται πλέον από τον ίδιο στην οικογενειακή του εστία ως ένδειξη της μετάνοιάς του και προσπάθεια υπεράσπισης του προσωπικού χώρου, επιστρατεύοντας την ήδη παραδεδομένη στη μνήμη κατασκοπευτική του δράση. Ο συγγραφέας πλάθει, δηλαδή, έναν ήρωα που εξελικτικά αποκτά παράλογες προεκτάσεις. Ο Βασίλης Βλάχος διεκπεραιώνει αριστοτεχνικά τον παραπάνω τύπο υιοθετώντας με αυτοσαρκασμό, γλυκόπικρο χιούμορ, δραστικά χαμηλούς τόνους και, στο φινάλε, λυρικές και συγκινησιακές εξάρσεις, την πεμπτουσία μιας «συγκρατημένης» παράνοιας. Οι ισορροπημένες συνιστώσες του κωμικού και του τραγικού και η συνδρομή της αστυνομικής πλοκής οδηγούν σε μια πολιτική αλληγορία κωμικοτραγικής εξόδου : Το πολιτικό εκείνο σύστημα που καταρρακώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τραυματίζει την ψυχική ισορροπία των πολιτών μπορεί να μεταμορφωθεί σε ασφαλιστική δικλείδα προστασίας και αποκομμένο από τη βάση του, αφημένο στα χέρια μιας μικρής εστίας μπορεί να εκθρέψει φασιστικές μάζες».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο Σπιούνος των Βαλκανίων» του Ντούσαν Κοβάτσεβιτς
Από την καλλιτεχνική εταιρεία «Αλεξάνδρεια»
Μετάφραση : Γκάγκα Ρόσιτς
Σκηνοθεσία : Νίκος Μπουσδούκος
Σκηνικά : Λαμπρινή Καρδάρα
Κοστούμια : Ματίνα Φραγκάκη
Μουσική : Μάρω Θεοδωράκη
Φωτισμοί : Δημήτρης Τσιούμας
Παίζουν : Βασίλης Βλάχος, Ουρανία Μπασλή, Νίκος Γκεσούλης, Δώρα Βουκελάτου και Γιάννης Γλυμακόπουλος.


ΘΕΑΤΡΟ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Σαρρή 40, Ψυρρή, τηλ. 210 33 10 665
Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21. 00, Κυριακή 18. 30

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2007

Ένα και ένα ίσον...ένα


Άλλη μια μαγευτική παράσταση που απευθύνεται σε παιδιά κάθε ηλικίας παρακολουθήσαμε και φέτος στο θέατρο «Πόρτα». Το θεατρικό έργο των Nino d’ Introna και Giacomo Ravicchio δανείζεται τον τίτλο του από το θρυλικό μυθιστόρημα του Daniel Defoe, «Robinson Crusoe», το οποίο βασισμένο σε αληθινή ιστορία, άσκησε τεράστια επιρροή και έμπνευση σε καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο. Ο ήρωας Ροβινσώνας Κρούσος είναι ένας ναυαγός που έζησε για πολλά χρόνια σε ερημικές ακτές, μακριά από τον πολιτισμό και για την επιβίωση του χρησιμοποίησε τα μέσα που του παρέχει η φύση. Οι αναφορές μέσα από πολλά κείμενα και άλλα έργα Τέχνης ανήγαγαν το πρόσωπο αυτό σε αρχετυπική μορφή.
Στο κείμενο, «Ο Ροβινσώνας και ο Κρούσος», που έγραψαν ο Nino d’ Introna και ο Giacomo Ravicchio, δύο στρατιώτες που μιλούν διαφορετικές γλώσσες και των οποίων οι χώρες είναι σε εμπόλεμη κατάσταση βρίσκονται μόνοι στην ταράτσα ενός σπιτιού έπειτα από μια μεγάλη πλημμύρα. Τα αεροπλάνα τους έχουν πέσει και οι ίδιοι, με πολύ τύχη, κατάφεραν να σωθούν χάρη στα αλεξίπτωτα που διέθεταν. Η μόνη πληροφορία που μας δίνεται για το χρόνο είναι ότι είναι «30 Σεπτεμβρίου» ενώ δε γνωρίζουμε περισσότερα για το χώρο. Όταν αντικρίζουν ο ένας τον άλλο ξεσπά ένας βίαιος καυγάς ανάμεσα τους και ο καθένας προσπαθεί να υποτάξει τον άλλο, να τον εξουσιάσει, να διεκδικήσει το χώρο του και να υπερισχύσει. Σύντομα θα καταλάβουν πως όλα αυτά είναι μάταια καθώς η μοίρα τους είναι κοινή και πρέπει να αγωνιστούν ενωμένοι ενάντια στο αδιέξοδο που ορθώνεται μπροστά τους. Αποφασίζουν να παλέψουν από κοινού για την επιβίωση τους. Θα πλησιάσουν σταδιακά ο ένας τον άλλο και θα ξεπεράσουν το πρόβλημα της γλωσσικής επικοινωνίας που από το πρώτο λεπτό γεννά ξεκαρδιστικά κωμικές καταστάσεις. Συνεννοούνται με τη γλώσσα του σώματος, προσπαθούν να γνωρίσουν καλύτερα ο ένας τον άλλο, να καταλάβουν τη νοοτροπία του, να μάθουν στοιχεία από τη γλώσσα, την κουλτούρα και τον πολιτισμό του, να βρουν κοινούς κώδικες επαφής. Κατανικούν τη μοναξιά και την απόγνωση που νοιώθουν επινοώντας παιχνίδια και σφυρίζοντας χαρούμενους σκοπούς! Το πάντα επίκαιρο έργο έχει ανέβει σημειώνοντας επιτυχία σε πολλές χώρες ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι όταν ανέβηκε στο Ισραήλ, ο ένας άντρας ήταν Ισραηλινός και ο άλλος Παλαιστίνιος.
Η Lilo Baur έστησε μια εύρυθμη παράσταση που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών ακόμα και σε στιγμές που δεν είναι κυρίαρχος ο λόγος. Η Lilo Baur σκηνοθετεί την πολύ δύσκολη παρτιτούρα του «Ροβινσώνα και του Κρούσου», έτσι ώστε να διευκολυνθούν κυρίως οι λεκτικές πράξεις προκειμένου αυτές να σημασιοδοτήσουν τον ένα και μοναδικό δραματικό χώρο, ανάγοντας τον σε αρένα συγκρούσεων και ευθυγραμμίσεως συνάμα. Μαζί με τη μετάφραση της Ξένιας Καλογεροπούλου, δημιουργείται μια κυκλική κίνηση λόγου και δράσης που καταλήγει σε αποκορύφωμα ιλίγγου και σκηνικής δίνης. Οι ταλαντούχοι ηθοποιοί Πέτρος Σπυρόπουλος και Θοδωρής Σκυφτούλης, η σκηνική χημεία των οποίων είναι υποδειγματική, μας χάρισαν δύο απολαυστικές ερμηνείες. Αυτοσχεδιαστικός οίστρος και ακροβατική δεινότητα! Ισορροπημένες κινήσεις, αίσθηση του μέτρου, ίχνος φλυαρίας, πλήρης έλεγχος εκφραστικών μέσων! Οι δυο ηθοποιοί προσπαθούν να εναρμονίσουν το επιμέρους ελλειπτικό και να πλάσουν ενιαία οπτικοακουστική γλώσσα, γεγονός το οποίο επιτυγχάνεται χάρη στη συνέπεια της γραμμής πλεύσεως του ύφους. Κατορθώνουν να συνθέσουν ένα σκηνικό υπόβαθρο ολικής πρόσληψης των δυο χαρακτήρων, ως φορέων όλων των δορυφόρων της εν γένει πλοκής. Λειτουργικό το σκηνικό της Χριστίνας Κωστέας ενώ οι εξαιρετικής ακρίβειας φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου φορτίζουν συγκινησιακά την ατμόσφαιρα εστιάζοντας στην κάθε λεπτομέρεια. Ο κύριος Βλασόπουλος κατευθύνει ευθύβολα το φως εναρμονίζοντας το με τους ερμηνευτές και αποκαλύπτοντας την αθέατη όψη των λόγων και των νοημάτων.
Σύμφωνα με το φιλόλογο Κώστα Τσουραπούλη «η ανυπαρξία κοινής γλωσσικής ταυτότητας ανάμεσα στους δύο ήρωες ενεργοποιεί αυτόματα τη μεταχείριση μη λεκτικών σημάτων επικοινωνίας που εξωτερικεύονται σ’ αυτό που ονομάζουμε γλώσσα του σώματος. Κινήσεις των χεριών, στάσεις του σώματος, θέσεις της κεφαλής, συσπάσεις των μυών, βλέμμα, μιμική, επιτονισμοί επιστρατεύονται για να μεταφέρουν με μεγαλύτερη συχνότητα την ακρίβεια των λεκτικών μηνυμάτων στο γενικότερο αποδέκτη-θεατή κάθε ηλικίας. Η αντίληψη του ρόλου του Άλλου που αποτελεί μια από τις βασικότερες προϋποθέσεις της ανθρώπινης επικοινωνίας αρχίζει να καλλιεργείται ύστερα από τις απονενοημένες απόπειρες διεκδίκησης του προσωπικού χώρου που έχουν ως κατάληξη τη συνειδητοποίηση του κοινού κινδύνου. Αξιοπρόσεκτο αποτελεί το γεγονός ότι οι αρχικές σκηνές απάνθρωπης βίας καλύπτονται από το έρεβος, ενώ η τελευταία αντίστοιχη σκηνή διανθίζεται και απαλύνεται με στοιχεία γκροτέσκο και αργής κινησιολογίας (slow motion). Γενικότερα, η κίνηση, η ομιλία, η γλώσσα του σώματος, η μουσική και τα τραγούδια ενορχηστρώνονται αρμονικά με στοιχεία κλοουνίστικου θεάματος και παιδικού παιχνιδιού για να οδηγήσουν στη χάραξη κωδίκων επικοινωνίας ανάμεσα σε δυο αντιπροσώπους εντελώς διαφορετικών πολιτισμικών αξιών. Στο φινάλε, η ανταλλαγή των πολιτισμικών «συμβόλων» (τρανζίστορ-τοπικό ένδυμα) καθώς και η μοναχική πορεία πλεύσης του καθενός ενδυναμώνει τη μεταλαμπάδευση του νοήματος της ειρήνης και μάλιστα της παιδιάτικης ειρήνης».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο Ροβινσώνας και ο Κρούσος» των Νίνο ντ’ Ιντρόνα – Τζάκομο Ραβίκιο
Συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών και της Μικρής Πόρτας
Μετάφραση : Ξένια Καλογεροπούλου
Σκηνοθεσία : Λίλο Μπάουρ
Σκηνικά – Κοστούμια : Χριστίνα Κωστέα
Μουσική : Στέφανος Κωνσταντινίδης
Φωτισμοί : Νίκος Βλασόπουλος
Κίνηση : Όλια Λυδάκη
Βοηθός σκηνοθέτη : Αλεξάνδρα Παραμερίτη
Παίζουν : Πέτρος Σπυρόπουλος και Θοδωρής Σκυφτούλης

ΘΕΑΤΡΟ ΠΟΡΤΑ
Μεσογείων 59, τηλ. 210 77 11 333, 210 77 80 518
Από 22 Σεπτεμβρίου έως 4 Νοεμβρίου
Σάββατο 15.00, Κυριακή 11. 00 & 15. 00