Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

«Οι πονεμένες ψυχές βρίσκουν παρηγοριά στη μετάνοια»


Στο μυθιστόρημα «Κατάδικος» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη (1872 – 1923) που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1919, η πρωταγωνιστική μορφή είναι ένα περιθωριακό άτομο το οποίο αναλαμβάνει δράση για να ενωθεί με την κοινωνία. Η αφηγηματική δομή του έργου εμφανίζεται ως μια σύγκρουση ατόμου και κοινωνίας. Νόθος, παρίας, αλλόφυλος, γιος πόρνης, ο Τουρκόγιαννος ζει με περιορισμένα δικαιώματα και κατατάσσεται στα «κατακάθια της κοινωνίας».
Η θέση του σημασιοδοτεί έναν αποκλεισμό από το κοινωνικό σύνολο που αρνείται να τον δεχθεί ως ισότιμο μέλος του. Μια κατάσταση χάους επικρατεί. Το χάος, που από σημειωτική άποψη είναι ομόλογο με την κατηγορία θάνατος αντιπαρατίθεται στην τάξη, ισοδύναμη με τη ζωή, η οποία παραπέμπει στη φυλετική ομοιογένεια, το γάμο και τα νόμιμα τέκνα.
Ο Τουρκόγιαννος ερωτεύεται τη Μαργαρίτα, γυναίκα του αφεντικού του, Γιώργου Αράθυμου, και παράνομη σχέση του Πέτρου Πέπονα. Ο τελευταίος δολοφονεί το σύζυγο και ενοχοποιεί για το φόνο τον Τουρκόγιαννο, ο οποίος καταδικάζεται σε ισόβια. Στη φυλακή τον περιγελούν για τις θεολογικές θεωρίες του και αποτελεί μια μυστηριώδη φιγούρα. Θύτης ή θύμα; Ο Πέπονας μετανιώνει κάποια στιγμή αποκαλύπτοντας την αλήθεια αλλά δε διαθέτει το ψυχικό σθένος για να την υποστηρίξει. Ο Τουρκόγιαννος δείχνει μεγαλοψυχία και καλύπτει το δράστη εμμένοντας ότι είναι ένοχος.
Ο ήρωας δικαιώνεται σε μυθικό μόνο επίπεδο καθώς ανάγεται σε φορέα αξιών που σχετίζονται με την ανθρωπιά και τη θυσία. Η ηθική της πλήρους αυταπάρνησης, η απόλυτη εγκαρτέρηση, η δύναμη της συγχώρεσης και η άρνηση κάθε εγκόσμιας χαράς αποτελούν μερικά μόνο στοιχεία που ανακαλούν στον «Κατάδικο» ντοστογιεφσκικές και τολστοϊκές αντιλήψεις της «μη αντίστασης».

Η παράσταση
Η θεατρική διασκευή της ομάδας «Περίπολος» εύστοχα συμπυκνώνει τη δράση στον τόπο της φυλακής, τόπος λήψης μιας καθοριστικής απόφασης και ταυτόχρονα μοναδικό μέρος για να εφαρμόσει ο Τουρκόγιαννος το ανθρωπιστικό του ιδεώδες. («Εδώ θα πεθάνω, γιατί οι πονεμένες ψυχές βρίσκουν παρηγοριά μόνο στη μετάνοια»). Μέσα από αιχμηρούς διαλόγους ο θεατής αντλεί τις απαραίτητες πληροφορίες για το παρελθόν του ήρωα και τις δοκιμασίες που πέρασε στο χωριό και στη ξενιτιά. Τα διαλογικά μέρη, υποδειγματικά δομημένα, με σκηνές συγκρούσεων και σταδιακή κορύφωση, δημιουργούν ένα άρτιο θεατρικό έργο αξιοποιώντας τα κομβικά σημεία του μυθιστορήματος.
Η σκηνοθεσία του Άρη Τρουπάκη διαμορφώνει την κατάλληλη ατμόσφαιρα για ν’ αποδοθούν και να βγουν στην επιφάνεια οι βαθύτερες δομές του κειμένου. Σε αυτό συμβάλλει το σκηνικό και οι καίριοι φωτισμοί του Θοδωρή Χρυσικού καθώς και η υποβλητική μουσική του Κώστα Μαγγίνα που συγκινεί το κοινό. Το χωματένιο δάπεδο, οι σανίδες – κατάλυμα, το φως των κεριών, το άνοιγμα στην οροφή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράλληλη δράση με την εύγλωττη σιωπή της Μαργαρίτας που πλένεται, ντύνεται και ετοιμάζει κόλλυβα σε ένα δεύτερο σκηνικό επίπεδο. Η σιωπή σπάει στην όμορφα «θολή» σκηνή του επισκεπτηρίου όπου η ψευδαίσθηση εισβάλλει στη ρεαλιστική θεώρηση του επεισοδίου.
Ο Άρης Τρουπάκης αποτυπώνει ευθύβολα το ήθος του ήρωα που ενσαρκώνει και ισορροπεί επιδέξια ανάμεσα στην απόδοση του συναισθήματος και του ψυχρού υπολογισμού. Ο Τουρκόγιαννος του κυρίου Τρουπάκη εγγράφεται στις αρτιότερες εμφανίσεις του ηθοποιού που χειρίζεται πλέον με ισορροπία τα εκφραστικά του μέσα.
Ως Πέτρος Πέπονας, ο Σπύρος Τσεκούρας σκιαγραφεί με την ερμηνεία του την ψυχική γκριμάτσα που εγκαθίσταται ύπουλα στο πρόσωπο, στο σώμα και στη συμπεριφορά του ήρωα ο οποίος διχάζεται ως προς τις ηθικές επιλογές και την αποφασιστική μεταστροφή.
Ο Νικόλας Αναστασόπουλος πλάθει μια έξοχη φιγούρα ισοβίτη και κατορθώνει να αξιοποιήσει τον πικρό σκεπτικισμό που αποπνέει ο χαρακτήρας. Ο κύριος Αναστασόπουλος παρακολουθεί κάθε λεπτομέρεια νέου στοιχείου που εμφανίζεται στην πλοκή και λειτουργεί κατ’ ανάλογο τρόπο χωρίς να χάνει τον ορίζοντα των ομο-λογιών ανάμεσα στον ήρωα που υποδύεται και στα εννοιολογήματα που εκφράζονται μέσω του ρόλου.
Από τη σιωπή στο λόγο, η Γιώτα Μηλίτση αναπτύσσει σταδιακά τις δυνάμεις του ρόλου της ενεργοποιώντας τη γυναικεία δομή ως αισθητική. Η Μαργαρίτα της κυρίας Μηλίτση εποπτεύει τα σκηνικά τεκταινόμενα, θέτει σε λειτουργία και αξιολογεί την εν γένει εκφραστικότητα της για να ορίσει τη θέση της στον κόσμο των αρσενικών.
Από την παραγωγή απουσιάζει αισθητά και ενοχλητικά ένα έστω ολιγοσέλιδο πρόγραμμα με κείμενα, μελέτες και φωτογραφικό υλικό γύρω από το έργο του συγγραφέα, σημειώματα για τη διασκευή και βιογραφικά συντελεστών, μια δουλειά που θα μπορούσε για παράδειγμα να επιμεληθεί νέος και ταλαντούχος θεατρολόγος.
Στο σύνολο της, μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση που αξίζει να δει ο θεατρόφιλος θεατής.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Κατάδικος»
Δραματοποιημένο Μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη
Από την ομάδα θεάτρου «Περίπολος»
Σκηνοθεσία : Άρης Τρουπάκης
Σκηνικά – Κοστούμια – Φωτισμοί : Θοδωρής Χρυσικός
Μουσική : Κώστας Μαγγίνας
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Νικόλας Αναστασόπουλος, Γιώτα Μηλίτση, Άρης Τρουπάκης και Σπύρος Τσεκούρας

ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ – ΔΩΜΑ
Αντισθένους 7 και Θαρύπου, τηλ. 210 92 12 900
Τρίτη – Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο – Κυριακή 21.15
Παραστάσεις έως τις 21/6

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Μόνος γίνεσαι κανένας;


Σαν ατελής ηθοποιός
που στη σκηνή από το φόβο του τα λόγια του μπερδεύει,
σαν άγριο πλάσμα που λυσσώντας αδρανεί και πνίγεται,
κι η δύναμή του περισσεύει,
έτσι κι εγώ, ανασφαλής,
ξεχνώ να πω τα πλήρη λόγια στης αγάπης το «πιστεύω»,
κι από το βάρος της αγάπης
που αγαπώ
λυγίζω
κι απ’ τη δύναμή της λιγοστεύω.

(Επιλογή κειμένου από την παράσταση)

Η πολυχρωμία του σαιξπηρικού ρεπερτορίου, των προσώπων και των τόπων απαντούσε με επιτηδειότητα στον δυναμισμό της φαντασίας της Ελισαβετιανής εποχής. Τα έργα του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (1564 – 1616) γαλουχήθηκαν με έναν ερωτισμό που μεγαλουργούσε είτε για το καλό είτε για το κακό και οι ήρωές του ήταν ιδιαίτεροι πρωταγωνιστές εξαιρετικών γεγονότων. Η θεατρική γραφή είχε απόλυτο προορισμό τη σκηνή και προκειμένου να δώσει την απαραίτητη αληθοφάνεια στο παραμυθιακό και ιστορικό στοιχείο, ενίσχυσε όλες τις δυνατότητες που θα αντανακλούσαν στη σύγχρονη πραγματικότητα και επικαιρότητα.
Τα «Σονέτα» αποτελούν μια ξεχωριστή ενότητα στο έργο του συγγραφέα. Αποτελούν σχήματα στιχουργημένου λόγου με θέμα ερωτικό, λυρική διάθεση και εκμυστηρευτικό ύφος. Τα 154 σονέτα ξεχώρισαν για την εκφραστική τους τέχνη, τη μεστή ομορφιά και το ερωτικό αίσθημα που το καθαγιάζουν οι πιο υψηλοί, αβροί και μελίπνοοι τόνοι. Στη μελαγχολική αυτή ποίηση ανυμνείται και εξιδανικεύεται ο Έρωτας. Έρωτας ανιδιοτελής, χωρίς όρους και ανταλλάγματα, όλο συγκατάβαση, κατανόηση, συγχώρεση και ενδιαφέρον για το αντικείμενο της λατρείας. Μια καθαρή μορφή λατρείας του Ωραίου ως υπέρτατη αξία της ζωής. Η αέναη επιθυμία του ανθρώπου να βρει το άλλο του μισό και μαζί με αυτό να καταλάβει το κομμάτι που του ανήκει δικαιωματικά μέσα στην υπόσχεση ότι κάτι μπορεί να υπάρχει σταθερό και αρραγές απέναντι στη ρευστότητα και τη μοναχική απελπισία. Ανάμεσα στις στιγμές μιας ανεπαίσθητης ευτυχίας και εκείνες των εκρήξεων. Σονέτα – στοχασμοί, πηγή έμπνευσης, ονειροπόληση και ενατένιση του απέραντου κόσμου.

Η παράσταση
Ο σκηνοθέτης Λευτέρης Γιαβανίδης επιλέγει 29 σονέτα και στήνει μια σκηνική σύνθεση για ν’ αφηγηθεί μια καθημερινή ιστορία αγάπης και μοναξιάς που αναζητά τη λύτρωση της μέσα στον ποιητικό λόγο του Σαίξπηρ. Σε ένα ερημικό δωμάτιο, με συντροφιά μια στοίβα βιβλία και τους απαλούς ήχους κλασικής μελωδίας, η ηρωίδα ανακαλύπτει ένα ξεχασμένο βιβλίο, τα «Σονέτα» του Σαίξπηρ. Στη σκηνή ζωντανεύουν αναμνήσεις, παλιά πάθη, βλέμματα, αγγίγματα, επιθυμίες, ζήλιες, φθορά και χωρισμός ενώ το απρόβλεπτο φινάλε «προσγειώνει» τον θεατή στο ρεαλιστικό παρόν αποκόβοντας τον ξαφνικά από την ουτοπική διάσταση του ποιητικού λόγου.
Η άρτια και γοητευτική μετάφραση του Διονύση Καψάλη αναδεικνύει τον ποιητικό λόγο του Σαίξπηρ και αποτελεί δυνατό «χαρτί» του όλου εγχειρήματος.
Λιτός ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε η Μαργαρίτα Χατζηιωάννου με το γραφείο στο βάθος και τους καθρέφτες απέναντι από τα καθίσματα ώστε ν’ αντανακλώνται οι φιγούρες των θεατών και των ηθοποιών.
Οι καίριοι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη υπογραμμίζουν την «ενοχή» των προσώπων στο παιχνίδι των χωροχρονικών αναμετρήσεων. Οι διαβαθμίσεις των φωτισμών σχολιάζουν τους σημασιολογικούς αρμούς που συγκρατούν το συγκινησιακό εποικοδόμημα της σκηνικής σύνθεσης.
Η μουσική του Αριστείδη Μυταρά επενδύει στο αχνό περίγραμμα του φθόγγου την κρυμμένη κραυγή της σιωπής ενώ η κινησιολογική επιμέλεια του Πέτρου Γάλλια αποδίδει μέσα από τα ευθύβολα σχήματα των σωμάτων τους μύχιους φόβους για αποδοχή ή απόρριψη.
Η ερμηνεία των δύο ηθοποιών εμφανίζεται στη σκηνή ως πράξη αλληλοσυμπλήρωσης. Τα σονέτα εκφωνούνται εναλλακτικά αφήνοντας την αίσθηση δημιουργίας διαλόγου και διαμορφώνοντας ένα «αφηγηματικό πρόγραμμα» που διαπερνά εξελικτικά όλα τα στάδια μιας σχέσης, από τη σαγήνη της πρώτης επαφής έως την οδύνη του οριστικού χωρισμού.
Εκφραστική και με αισθαντική θηλυκότητα, η Μαρία Κίτσου συγκινεί με την ευχέρεια στην κίνηση και στο λόγο. Ο Μάνος Καρατζογιάννης εκφράζεται μ’ έναν ιδιάζοντα ρομαντισμό συναισθημάτων που υπογραμμίζουν έντονα το συγκινησιακό φορτίο του λόγου. Η ισότητα της αισθητικής ποιότητας που διακρίνει το δίδυμο των νεαρών ταλαντούχων ηθοποιών κάνει και τη σκηνική τους παρουσία να εγγράφεται θετικά και με ευστοχία στο τελικό αποτέλεσμα.
Στο σύνολό της, μια ενδιαφέρουσα performance, ένα θεατρικό παιχνίδι με το σαιξπηρικό λόγο, μια δόκιμη πειραματική απόπειρα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Σονέτα» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ
Μετάφραση : Διονύσης Καψάλης
Σύνθεση – Σκηνοθεσία : Λευτέρης Γιοβανίδης
Σκηνικά – Κοστούμια : Μαργαρίτα Χατζηιωάννου
Μουσική : Αριστείδης Μυταράς
Επιμέλεια κίνησης : Πέτρος Γάλλιας
Φωτισμοί : Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Ερμηνεύουν ο Μάνος Καρατζογιάννης και η Μαρία Κίτσου

104 ΚΕΝΤΡΟ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ
Καλλιδρομίου και Θεμιστοκλέους 104, Εξάρχεια, τηλ. 210 38 26 185
Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο – Κυριακή 21.30
Έως 14/6