Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

«Καβαλάρηδες στη θάλασσα» του Τζον Μίλινγκτον Σίνγκ στο θέατρο «Σφενδόνη»


Ο Ιρλανδός συγγραφέας Τζον Μίλλινγκτον Σινγκ (1871 – 1909) αν και χάθηκε πρόωρα, άφησε έξι ολοκληρωμένα θεατρικά έργα, που ανεβαίνουν μέχρι τις μέρες μας στις σκηνές όλου του κόσμου. Η δραματουργία του ξεχωρίζει για τη στέρεη δομή της καθώς, είτε στην κωμωδία είτε στην τραγωδία, αποκαλύπτει σε βάθους τους χαρακτήρες και τον τρόπο σκέψης μιας πολυμήχανης και ευφάνταστης αγροτιάς. Η γλώσσα του είναι πλούσια σε εικόνες, ζωντανή και ποιητική με δυνατές σκηνές κορύφωσης της δράσης και λεπτοδουλεμένους διαλόγους. Ένα κράμα χιούμορ και θλίψης, μια βλοσυρή αλλά ελαστική κοσμοθεώρηση, ένας διαυγής πεσιμισμός.
Το 1904 ανέβηκε για πρώτη φορά στο Άμπεϊ Θήατερ το έργο «Καβαλάρηδες στη θάλασσα» («Riders to the sea»), μια μονόπρακτη τραγωδία που χάρη στη λακωνικότητα και την έντασή της, αποτελεί ένα από τα καλύτερα σύγχρονα σύντομα έργα. Λόγω της μικρής του διάρκειας συνήθως παρουσιάζεται σε ενιαία παράσταση με τον «Ίσκιο του λαγκαδιού» ή κάποιες άλλες φορές με τη «Ντίαρντρη των θλίψεων».
Η μικρή αυτή τραγωδία της ύπαρξης εκτυλίσσεται στο σπιτικό μιας οικογένειας, σ’ ένα νησί στα ανοιχτά της Δυτικής Ιρλανδίας, όπου η Μόϊρα, μια μάνα που έχασε πέντε από τους έξι γιους της στη θάλασσα, προσπαθεί μάταια ν’ αποτρέψει το μικρότερο και στερνό γιο της να μπαρκάρει. Η μοίρα του όμως φαίνεται πως είναι προδιαγεγραμμένη καθώς ούτε οι θρήνοι, ούτε τα κλάματα ακόμα κι οι κατάρες, δεν θα σταθούν ικανά μέσα για να μεταπείσουν τον αποφασισμένο νεαρό, που επιθυμεί διακαώς να παλέψει με τα κύματα αψηφώντας την θύελλα και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
Έτσι, ο θάνατος του Μπάρτλεϋ θα ξαναβυθίσει την οικογένεια στο πένθος, κατάσταση που στοιχειώνει μόνιμα την εστία. Τα μέλη της, συνειδητοποιώντας πόσο άνιση και μάταιη είναι η πάλη με το «μαύρο καβαλάρη» μοιάζουν ν’ αποδέχονται καρτερικά το τέλος. Χαρακτηριστικός ο τελευταίος μονόλογος της μάνας που μοιρολογεί χαμηλόφωνα και γονατιστή : «Ο Μπάρτλεϋ θα έχει ένα όμορφο φέρετρο με τις άσπρες σανίδες, και ένα βαθύ βαθύ τάφο, ναι. Τι περισσότερο μπορούμε να θελήσουμε από αυτό; Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζει για πάντα και πρέπει να ‘μαστε ευχαριστημένοι».

Η παράσταση
Η Άννα Κοκκίνου άλλαξε την τοπογραφία του θεάτρου της προκειμένου να φιλοξενήσει τους «Καβαλάρηδες στη θάλασσα». Δημιούργησε ένα ετερόδρομο αμφιθέατρο όπου τα γεγονότα διαδραματίζονται στον μεταξύ ευρύ διάδρομο-σκηνή. Στο βάθος αντικριστά από την είσοδο, εμφύτευσε δοκούς, με εύγλωττο σημειολογικό κόστος καθώς αυτοί απεικονίζουν τον εσωτερικό οικείο χώρο όπου η Μόϊρα αποδύεται στον κομμό για το χαμό των γιων της στη θάλασσα.
Ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε η Ισμήνη Καρυωτάκη απεικονίζει με τις ακριβείς υποσημειώσεις του (ροδάνι, σκάλα, διάταξη τραπεζιού, ζύμη) το βαρύ πένθος και τις τελετουργικές συνήθειες της επαρχίας.
Η αναντίρρητη ατμόσφαιρα με τον θάνατο ως εκκολαπτόμενη απειλή, υπονομεύεται από την ίδια την υποκριτική τέχνη και ιδίως από τους ρυθμούς που υιοθέτησε η Άννα Κοκκίνου. Το αργό παίξιμο, η σχοινοτενής ανάλυση εναντιώνονται στους συνειρμούς του θεατή, ο οποίος ή πλήττει αφόρητα επειδή σαφώς δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τα δρώμενα ή αδιαφορεί ως το τέλος.
Η σκηνοθέτης εξέτεινε το μονόπρακτο έργο του Σινγκ καλύπτοντας τον χρόνο ενός πολύπρακτου. Οι ηθοποιοί την ακολουθούν μ’ ένα λόγο που αν δεν ακούγεται, όπως στην περίπτωση του Μπάρτλεϋ του Φώτη Λαγανόπουλου, δεν προβιβάζει κανένα απολύτως μήνυμα. Ωστόσο, η Τζωρτζίνα Δαλιάνη ως Καθλήν και η Φανή Παναγιωτίδου ως Νόρα κατορθώνουν να συγκινήσουν.
Το πρόβλημα της παράστασης είναι ο ρυθμός και η συνακόλουθη επιμονή να «γεμίσει» ο παραστασιακός χρόνος με ένα μονόπρακτο. Με δύο μικρά συγγενή έργα και με διαφορετικούς ρυθμούς, η Άννα Κοκκίνου θα είχε επιτύχει στις προσδοκίες της σ’ έναν μάλιστα εύθετο θεατρικό χώρο υψηλών αξιώσεων. Βέβαια ο ρυθμός της παράστασης στηρίζεται σε μια άποψη για την υποκριτική, η οποία παρ’ ότι εντελώς παρωχημένη υφίσταται ως άποψη και η ηθοποιός διαθέτει το κύρος για να την επιβάλλει.
Στη θέση του χορού των γεροντισσών παρίστανται οι νεαρές ηθοποιοί Έφη Βλαχογιάννη, Σοφία Ιγνατίδου, Βιβή Πέτση και Ελεάννα Τσίχλη. Χαρακτηριστική στην εντελέχεια της παράστασης η σκηνή με τις γυναίκες που, κρεμασμένες στους δοκούς, σημειώνουν τον κυματισμό του αίματος στα παράκτια. Οι ενδυματολογικές επιλογές της Ιωάννας Τσάμη συνδυάζουν εύστοχα το κόκκινο με το μαύρο χρώμα.
Στις αρετές της παράστασης συγκαταλέγονται η οργάνωση του χώρου, η ατμόσφαιρα που γητεύει, οι υποβλητικοί μουσικοί ήχοι του Θοδωρή Αμπαζή (καλπασμοί αλόγων, ήχος θύελλας, αιφνίδιες ριπές ανέμου) και οι εξαιρετικά λεπτοδουλεμένοι φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου που στηρίζουν με όλες τις αντιφάσεις τους, τη σκηνοθετική προσέγγιση.
Υποδειγματικό το καλαίσθητο πρόγραμμα-βιβλίο με πληθώρα κειμένων, φωτογραφικό υλικό, χρονολόγιο του συγγραφέα και ολόκληρο το πρότυπο κείμενο σε αντιπαραβολή με τη στρωτή και λειτουργική μετάφραση της Ανθής Λεούση.

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

«Επικίνδυνες Σχέσεις» του Κρίστοφερ Χάμπτον στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου Άλμα


Βασισμένο στο ομώνυμο επιστολογραφικό μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Πιέρ Κοντερλό ντε Λακλό (1741-1803), το έργο «Επικίνδυνες Σχέσεις» του Βρετανού Κρίστοφερ Χάμπτον, που γράφτηκε το 1985, μας είναι ήδη γνωστό από πολλές θεατρικές παραστάσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό αλλά κι από τρεις κινηματογραφικές ταινίες που υπογράφουν ο Ροζέ Βαντίμ, ο Στήβεν Φρίαρς κι ο Μίλος Φόρμαν.

Το έργο
Η Μερτέιγ απολαμβάνει να έχει τον έλεγχο των συναισθημάτων και της μυστικής ερωτικής ζωής των ανθρώπων του κοινωνικού της περιβάλλοντος. Σύμμαχο στις συνομωσίες της έχει τον πρώην εραστή της Βαλμόν, έναν άντρα που λατρεύει να αποπλανεί τις γυναίκες, όχι τόσο για να ικανοποιήσει τις ακόρεστες σεξουαλικές ορέξεις του, όσο να νοιώσει τα ρίγη ηδονής που του προσφέρει η εξουσία πάνω στα θύματά του όταν εκείνα παραδίδονται στην αγκαλιά του ανίκανα να αντισταθούν στο ξύπνημα της σάρκας τους.
Πρόκειται για δύο έξυπνους ανθρώπους που χρησιμοποιούν την στρατηγική και τις γνώσεις τους πάνω στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση για να αξιοποιήσουν την κοινωνική τους ισχύ και να ικανοποιήσουν την παιγνιώδη τους διάθεση για εξουσία που διώχνει την πλήξη της καθημερινότητας από τις, κατά τα άλλα, μέτριες ζωές τους.
Αποπλανώντας μια νεαρή, πανέμορφη παρθένα κατά παραγγελία της φίλης του, ο Βαλμόν, παίρνει μια εκδίκηση για λογαριασμό της αλλά ταυτόχρονα διασταυρώνεται με μία γοητευτική παντρεμένη γυναίκα, απαράμιλλης ηθικής, την Τουρβίλ, η οποία γίνεται ο αμέσως επόμενος στόχος του.
Η Μερτέιγ επιχειρώντας να μπει στο παιχνίδι, προσφέρει σαν τίμημα μια ερωτική νύχτα μαζί της, αν ο Βαλμόν καταφέρει να αποπλανήσει την γυναίκα. Και κερδίζεται το στοίχημα. Μόνο που, πέρα από κάθε πρόθεσή του, ο Βαλμόν ερωτεύεται βαθιά την Τουρβίλ. Αυτό που άλλους θα τους λύτρωνε, για τον αδίστακτο και κυνικό άντρα, είναι φονικό. Αναγκάζεται να διώξει την Τουρβίλ για να μην αποδειχτεί αδύναμος στα μάτια της Μερτέιγ. Εκείνη πεθαίνει κι ο Βαλμόν εμπλέκεται σε μία μονομαχία κι αφήνεται να σκοτωθεί. Πριν όμως ξεψυχήσει έχει πάρει την εκδίκησή του, αποκαλύπτοντας τις συνομωσίες της φίλης του και καταστρέφοντας το κοινωνικό της στάτους.

Η παράσταση
Ο Γιώργος Κιμούλης που έχει αναλάβει τη διασκευή και τη σκηνοθεσία του έργου, μεταφέρει τους ήρωες του Λακλό και την δράση τους από τον 18ο αιώνα στη δεκαετία του 1930. Μια εποχή μεταβατική ανάμεσα σε δύο πολέμους, με έντονες αντιθέσεις και δυναμικές, με μία έξαρση των ηθών αλλά και έναν υποβόσκοντα βαθύ συντηρητισμό που εξαναγκάζει τους τολμηρούς να δρουν υπόγεια.
Τα πρώτα επιτεύγματα της τεχνολογίας αλλάζουν τις καθημερινές συνήθειες των ανθρώπων κι η ανάπτυξη των πόλεων εμφανίζει νέες μορφές εξουσίας ανατρέποντας τις κυρίαρχες δομές και φέρνοντας την ανθρωπότητα αντιμέτωπη με ενδιαφέρουσες προοπτικές αλλά και τρομακτικές ανακατατάξεις.
Στην διασκευή δεν γίνεται μνεία των συμβάντων αυτής της ταραγμένης εποχής ούτε και αναφέρονται τα γεγονότα που οδήγησαν στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και απασχολούσαν τότε τους Ευρωπαίους εξ ίσου με την ερωτική τους ζωή, ίσως και περισσότερο.
Ακούγεται βέβαια μια ραδιοφωνική εκπομπή, η οποία στην ουσία ανακοινώνει την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων από τον Μουσολίνι. Αυτή δίνει και το στίγμα της ιστορικής περιόδου στην οποία εκτυλίσσεται η δράση μαζί με τα κοστούμια και την εν γένει χαλαρότητα στο σαβουάρ βιβρ των προσώπων του έργου, χαρακτηριστική των υψηλών κύκλων της προπολεμικής Γαλλίας.
Οι σκηνές έχουν μικρή διάρκεια και εναλλάσσονται με νεύρο και δυναμισμό προσδίδοντας με τα διαρκή «κατ» μια κινηματογραφική αίσθηση στη ροή του έργου ενώ τα πλαίσια του σκηνικού προσδιορίζουν μαζί με τους φωτισμούς του Μπάμπη Αρώνη, τα πλάνα.
Οι πολύ καλά οργανωμένες αλλαγές ανάμεσα στις σκηνές αποτελούν ενδιαφέρον στοιχείο της αισθητικής της παράστασης αλλά έπρεπε ίσως να είναι πιο σύντομες για να μην αποσπούν το ενδιαφέρον από την κυρίως δράση.
Οι ηθοποιοί είναι ταλαντούχοι και πολύ καλά σκηνοθετημένοι αλλά οι εξαιρετικά απαιτητικοί ρόλοι του Βαλμόν και της Μερτέιγ απαιτούν ισχυρότερες σκηνικές παρουσίες και πιο έντονο μαγνητισμό για να αξιοποιηθούν πλήρως. Ωστόσο, ο Τάσος Ιορδανίδης και η Ράνια Σχίζα καταβάλουν αξιόλογη προσπάθεια, με την τελευταία να ξεχωρίζει αισθητά από το σύνολο των ερμηνευτών.
Η Θάλεια Ματίκα που ενσαρκώνει την Τουρβίλ δεν έχει το εύρος ώστε να αποδώσει τις αντιφάσεις του δύσκολου ρόλου της και καταλήγει περισσότερο συγκινητική παρά τραγική.
Τη διανομή συμπληρώνουν η Τζένη Θεωνά, ο Δημήτρης Σαμόλης, η Σταυρίνα Ψιμοπούλου κι ο Αντώνης Αντωνάκος που ανταποκρίνονται με επάρκεια στις απαιτήσεις των ρόλων τους.
Ο θαυμάσιος σχεδιασμός του σκηνικού χώρου από το Ρομάν Σαντόφσκι αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες του αλλά και τις απαιτήσεις της σκηνοθετικής οπτικής, η οποία βασίζεται στους γοργούς ρυθμούς και τις διαρκώς μεταβαλλόμενες κλίμακες των εντάσεων.
Εκπληκτικά τα κουστούμια της Ιωάννας Τιμοθεάδου μοιάζουν σαν να έχουν βγει από φιγουρίνια της εποχής και προσδίδουν στους ρόλους την έντονη αίσθηση πολυτέλειας, κομψότητας και οικονομικής άνεσης.
Το μακιγιάζ, επίτηδες έντονο ώστε να δημιουργεί την αίσθηση της μάσκας και οι στυλιζαρισμένες κομμώσεις (make up artist : Σάρα Τζόρνταν, Χάρης Χαραλαμπάκης) συνεισφέρουν στην αισθητική των κουστουμιών, ολοκληρώνοντας το ενδιαφέρον αποτέλεσμα.
Αισθητή η απουσία ενός προγράμματος με πλούσιο υλικό γύρω από το έργο, τη διασκευή, τους συγγραφείς και τις τόσο ενδιαφέρουσες μεταφορές του κειμένου στη μεγάλη οθόνη.

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

«La Chunga» του Μάριο Βάργκας Λιόσα από την ομάδα «Νάμα» στην κεντρική σκηνή του θεάτρου «Επί Κολωνώ»


Το «La Chunga» παίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και γράφτηκε το 1985. Είναι το τέταρτο από τα οχτώ θεατρικά έργα του περουβιανού συγγραφέα Μάριο Βάργκας Λιόσα. Ο Λιόσα είναι, μετά το νομπελίστα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, ο πιο πολυδιαβασμένος εν ζωή λατινοαμερικανός συγγραφέας, διάσημος κυρίως για τα μυθιστορήματά του, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί και στη γλώσσα μας. Οι ήρωες του έργου αυτού, καθώς και κάποια στοιχεία της ιστορίας τους, προϋπάρχουν σε μερικά από τα γνωστά μυθιστορήματά του όπως «Το Πράσινο Σπίτι», «Ο Λιτούμα στις Άνδεις» και «Το Παλιοκόριτσο».

Λίγα λόγια για το έργο
Σε ένα μπαρ στη Λίμα, το 1945, στις παρυφές μιας παραγκούπολης, στην άκρη της ερήμου της Πιούρα, συναντιούνται κάθε βράδυ τέσσερις άντρες για να παίξουν ζάρια, να πιούν, να τσακωθούν, να φαντασιωθούν ελκυστικές συγκυρίες και να μοιραστούν λίγη από την μοναξιά τους.
Η ιδιοκτήτρια του μπαρ, μια παράξενη γυναίκα με αυστηρούς τρόπους κι απόμακρο ύφος, υποδέχεται τους τακτικούς της πελάτες παραδομένη στη ρουτίνα της, υπομένοντας καρτερικά τις ιδιοτροπίες τους και επιβάλλοντας ταυτόχρονα στιβαρή πειθαρχία όταν παρεκτρέπονται.
Ένα απόγευμα ο Χοσεφίνο, ο πιο γοητευτικός από τους τέσσερις, φέρνει μαζί του την μέλλουσα αρραβωνιαστικιά του, την Μέτσε, ένα πανέμορφο, ντροπαλό κορίτσι που γίνεται αμέσως ποθητό κι από τους υπόλοιπους άντρες της συντροφιάς. Ωστόσο, καθώς η νύχτα προχωράει, ο άντρας παρασύρεται από το παιχνίδι των ζαριών κι όταν κάποια στιγμή τελειώνουν τα λεφτά του, προσφέρει στην Τσούνγκα το κορίτσι του για μία νύχτα, ζητώντας σαν αντάλλαγμα ένα ποσό ώστε να συνεχίσει να παίζει. Κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα τι συνέβη εκείνη τη νύχτα ανάμεσα στη γυναίκα και το κορίτσι. Το γεγονός όμως είναι πως η νεαρή εξαφανίζεται.
Στην δεύτερη πράξη, βλέπουμε την παρέα των αντρών, στο ίδιο μπαρ, ένα χρόνο μετά. Η κουβέντα περιστρέφεται ξανά γύρω από την Μέτσε και την παράδοξη εξαφάνισή της. Ο καθένας ανάλογα με τις ανάγκες του, τις φαντασιώσεις του και τους ενδόμυχους πόθους του, φαντασιώνεται μια διαφορετική έκβαση της ιστορίας, ακριβώς σαν να την ζούσε.
Και μέσα από τις ονειρικές διαδρομές των αφηγήσεων αχνοδιαγράφεται και η σχέση της Τσούνγκα με την Μέτσε, μια σχέση παράδοξη αλλά και τρυφερή. Στην εκδοχή αυτή, η γυναίκα ταυτίζεται με το κορίτσι και του προσφέρει το αντίτιμο για να απελευθερωθεί από την κόλαση της παραγκούπολης και την μέλλουσα εκπόρνευση ώστε να ζήσει σε μια άλλη πόλη, σ’ έναν υποθετικό παράδεισο κάπου έξω και μακριά, στον οποίο η ίδια επιδίωκε κάποτε να δραπετεύσει.
Η Τσούνγκα μένει παγιδευμένη στον εφιαλτικό μικρόκοσμό της έχοντας εξαργυρώσει το εισιτήριό της απόδρασής της για να χρηματοδοτήσει την φυγή του κοριτσιού αλλά δεν πρόκειται απλά για μια πράξη μεγαλοψυχίας. Δίνοντας μια ελπίδα διαφυγής στο όμορφο και ποθητό πλάσμα την δίνει στην πραγματικότητα, στον ίδιο τον νεανικό εαυτό της, εκείνον που έχει για πάντα απολεσθεί αλλά κατοικεί ακόμα στα μύχια της ψυχής της και που κατανοεί πως δεν θα μπορούσε ποτέ να τον ακολουθήσει σε έναν άλλο κόσμο όσο ιδανικός κι αν ήταν αυτός, αφού όλη της η ύπαρξη είναι πια αναπόσπαστο τμήμα αυτής της άσχημης παραγκούπολης και των εξαθλιωμένων κατοίκων της.

Η παράσταση
Η σκηνοθέτης Ελένη Σκότη εναρμόνισε τις αντιθέσεις του έργου με επιδεξιότητα, δημιουργώντας παράλληλα πεδία δράσης και φωτίζοντας τα έτσι, ώστε όνειρο και πραγματικότητα να συνυπάρχουν, το ευτελές να αποκτά αίγλη από την συνύπαρξή του με το απρόσιτο κι οι διαφορετικές δυναμικές να συγκρούονται μέσα σ’ ένα κοινό πλαίσιο υποκριτικής και κινησιολογίας. Χωρίς να καταφύγει σε στυλιστικές ερμηνείες, απέδωσε το άγγιγμα του φαντασιακού μέσα από την αξιοποίηση των ονειρικών σεκάνς και το ενέταξε αρμονικά στις σκηνοθετικές φόρμες της δημιουργώντας μια συμπαγή ατμόσφαιρα μαγικού ρεαλισμού.
Το σκηνικό και τα κοστούμια σχεδίασε ο Γιώργος Χατζηνικολάου, ο οποίος κινήθηκε σε δύο επίπεδα αποδίδοντας την αυθεντική αίσθηση του χώρου αλλά και την μεταφυσική του διάσταση με σκληρά υλικά, ρεαλιστικές κατασκευές και ονειρικές υπομνήσεις. Τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς ενορχήστρωσε ο Νίκος Βλασόπουλος. Την μουσική επένδυση εκτελεί ζωντανά ο Ισίδωρος Πάτερος.
Τη μετάφραση από τα ισπανικά υπογράφει η καθηγήτρια θεατρικής μετάφρασης Μαρία Χατζηεμμανουήλ, η οποία απέδωσε με ευκρίνεια κι αυθεντικότητα τόσο τα ρεαλιστικά όσο και τα ονειρικά και ποιητικά στοιχεία του έργου.
Εξαιρετική η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο ρόλο της Τσούνγκα προσφέρει μία από τις καλύτερες ερμηνείες της, τσαλακώνοντας την εικόνα της και συνθέτοντας το ρόλο της μέσα από λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν τις σκοτεινές πτυχές του χαρακτήρα της παράξενης ηρωίδας χωρίς να αφαιρούν κάτι από την απόκοσμη αίσθηση της παρουσίας της.
Η νεαρή Ηλιάννα Μαυρομάτη στην πρώτη της θεατρική εμφάνιση ενσαρκώνει μια εύθραυστη και γοητευτική Μέτσε, που αποπνέει ταυτόχρονα, αυθορμησία, ερωτισμό, αθωότητα και αφοπλιστική αφέλεια.
Ο Δημήτρης Λάλος στο ρόλο του Χοσεφίνο, αποδίδει στην εντέλεια τον χαρακτήρα του ρωμαλέου άντρα που κατατρύχεται από τις αδυναμίες του.
Ο Στάθης Σταμουλακάτος ως Λιτούμα, ο Δημήτρης Καπετανάκος ως Χοσέ και ο Γιάννης Λεάκος ως πίθηκος συμπληρώνουν την επιτυχημένη διανομή, αποδίδοντας τους ρόλους τους με κινησιολογική και υποκριτική ευχέρεια.