Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

Η Αισθητική Δύναμη της Αλαζονείας



Οι «Πέρσες» του Αισχύλου αποτελούν το αρχαιότερο σωζόμενο δράμα και τη μοναδική τραγωδία με ιστορικό θέμα. Η δράση εστιάζεται στη ναυμαχία της Σαλαμίνας (479 π. Χ.), όπου κατέληξε ένας αλλόφρων κατακτητικός αγώνας που ξεκίνησε πολύ νωρίς με μοναδικό στόχο την επέκταση των ορίων της βάρβαρης ανατολής στη δύση.

Ο Αισχύλος επιμένει στην επίκριση της απληστίας των Περσών, στον αλαζονικό οίστρο, στην υπέρμετρη δηλαδή αυτοπεποίθηση που τους ενέπνευσε η υλική τους δύναμη και στο θράσος που αυτή η δύναμη παρήγαγε. Ο Αισχύλος επικρίνει τον ηγεμονισμό των Περσών και μάλιστα του Ξέρξη με όρους κοινωνικούς, πολιτικούς και σαφώς θεολογικούς : Η ύβρις με όλες τις συγγενείς αναίδειες, η υπέρβαση του μέτρου είναι εκείνη που τιμωρούν οι θεοί. Αυτή η ύβρις στον Αισχύλο και στους προσωκρατικούς σοφούς είναι που ανατρέπει την ισορροπία του κόσμου.

Η ισορροπία πρέπει να ανακτηθεί και οι διορθωτικές κινήσεις στις οποίες θα αποδυθούν οι θεοί, θα οδηγήσουν στην οδυνηρή ήττα, στον οδυρμό, στους κομμούς των Περσών μετά την οριστική συντριβή τους στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, την οποία ο Αισχύλος περιγράφει με τα πιο εκφραστικά λογοτεχνικά μέσα. Ο λόγος του, ιδίως στην αγγελική ρήση, έχει εσωτερική ανάγλυφη κίνηση, τέτοια που αποδίδει το εξαιρετικά «οικτρό», την ουσία της συμφοράς από έναν «αμαρτωλό» πόλεμο.

Στο μνημειώδες αυτό έργο, στους «Πέρσες», για πρώτη φορά στην ιστορία του λογοτεχνικού και μάλιστα του θεατρικού πολιτισμού, ο Χορός ζητά με γοερό ανακάλημα την έξοδο του νεκρού από τις δονημένες πλάκες της γης. Την έξοδο ενός φωτισμένου νεκρού, του Δαρείου, του μόνου ικανού και σοφού ανδρός βασιλέως που μπορεί τώρα να δώσει συμβουλές για τη διέξοδο από την κρίση της Περσίδος χώρας, καθώς όλοι οι αρχηγοί των λαών της ανατολής οι οποίοι στρατεύτηκαν με τον Ξέρξη, έχουν χαθεί στη Σαλαμίνα.

Η παράσταση του «Θεάτρου των Vivi» σε μετάφραση και σκηνοθεσία Τηλέμαχου Μουδατσάκι ευτύχησε να παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη θέση για την ερμηνεία (αναβίωση) αυτού του μεγάλου έργου.

Η μετάφραση του Τηλέμαχου Μουδατσάκι προτείνει ένα εντελώς επαναστατικό μείγμα με στοιχεία από τον ατόφιο γλωσσικό ιστό του αρχαίου κειμένου (λέξεις στο πρωτότυπο) αλλά και στοιχεία από τη λόγια γλώσσα και την καθομιλουμένη σε μια σπάνια ποιητική σύμπνοια.

Ο Τηλέμαχος Μουδατσάκις έχει καθαρή πρόταση κι αυτή διδάσκει σε όλες τις κομβικές δραματικές ενότητες των «Περσών». Ιδιαιτέρως χαρακτηριστική η σκηνοθεσία του Εξάγγελου με την κατάτμηση – διανομή του ρόλου σε δύο ηθοποιούς. Ο πρώτος φέρει τα σπαράγματα της ναυμαχίας, κόκκινα καραβόσκοινα. Με αυτά γεωμετρεί τη δράση του δημιουργώντας πολύγωνα στη σκηνή μέσα στα οποία οδείρεται ο Χορός, εύρημα ευανάγνωστο. Τα ίδια καραβόσκοινα παραμένουν ως στίγματα στη σημειολογία της δράσης, σε μια επιφάνεια όπου τα πάντα είναι εντελώς λευκά – ψυχρά, γεμάτα όμως από τη θέρμη του αρχαίου λόγου.

Ο δεύτερος εξάγγελος, σε μια πιο λιτή διαδρομή, φέρει ολόσωμο μακρύ σάκο, όπου πάνω αποτυπώνεται η ναυμαχία της Σαλαμίνας, όπως την είχε αποδώσει στο ομώνυμο έργο του, ο μεγάλος Έλληνας ζωγράφος του 19ου αιώνα Κωνσταντίνος Βολονάκης. Η συγκυρία αυτή ευνοεί το πάχος των σημείων της παράστασης, ενώ παραπέμπει σε μια μεγάλη στιγμή του ελληνικού εικαστικού πολιτισμού.

Η σκηνοθεσία παραμένει εύστοχη και στην έξοδο με την άφιξη και τους κομμούς του Ξέρξη και εδώ ο Τηλέμαχος Μουδατσάκις δημιουργεί σκηνές μαρτυρίου εμπνευσμένες από την αγιογραφία, ενώ η υποκριτική τέχνη καταλήγει στη ζητούμενη μεγάλη κορύφωση : θρήνος, θλίψη, οδυρμός.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Έξοδος, που ακολουθεί τη γεωμετρική οργάνωση των προηγούμενων επεισοδίων, δίνει την εντύπωση ότι κινείται ένας ηθοποιός για πέντε. Μια δηλαδή πεντάδα για έναν. Και αυτό σε μια σκηνή, όπου όλα τώρα έχουν μαυρίσει (μαύρο κυλιστό δάπεδο). Η διάθεση της σκηνής με την ανάληψη του λευκού τεράστιου δαπέδου είναι από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα της παράστασης.

Στη δημιουργία της παράστασης συνέβαλλε αποφασιστικά η μουσική του ταλαντούχου Σταύρου Σιόλα με εκκλησιαστικές μνήμες (που αντιστοιχούν σαφώς στους μεταφραστικούς ελιγμούς του Τηλέμαχου Μουδατσάκι) αλλά και μοιρολόγια της ηπειρωτικής Ελλάδας (β’ χορικό) τα οποία είχαν περιέργως νότες της Ανατολής, ένας εξελληνισμένος αμανές.

Με την ίδια άνεση εμφανίστηκαν τα χορογραφικά πλάνα και οι μικρογραφικές κινήσεις, ιδίως εκείνες του αρχικού κομμού, όπου ο Χορός καταλήγει σε αγαλματοποιημένες στάσεις με χρυσό ελαστικό επίθεμα στο πρόσωπο. Εμφανής η σημειολογική αναφορά στον «πλούτο» που η υπέρμετρη αναζήτησή του, «τύφλωσε» και αφάνισε τους Πέρσες. Χαρακτηριστικός ο γόος της επίκλησης του νεκρού, η μάχη του λευκού (φως) με το μαύρο (σκότος – Άδης) όπως στήθηκε με σωματικό πάθος από τον Αλέξανδρο Ζαχαρέα.

Φαίνεται ότι η εξαντλητική διδασκαλία έπεισε τους ηθοποιούς να δώσουν τη σκηνική μάχη με όλες τους τις δυνάμεις. Σε ορισμένα μάλιστα σημεία η προσπάθεια και το αποτέλεσμα ήταν οριακό. Όπως στον Εξάγγελο του Αντώνη Σιώπκα, ο οποίος κυριολεκτικά «χόρεψε» τον λόγο, με το σώμα σε μεγάλη ετοιμότητα για την απόδοση του «οικτρού». Το ίδιο αποτέλεσμα είχε και ο Δαρείος του Θωμά Γκαγκά με μια σταθερή μετρική τέχνη στο λόγο, που μετέτρεψε τη φοβερή προφητεία της συμφοράς στις Πλαταιές σε ένθεο λόγο.

Ο Ξέρξης του Κώστα Λούκα κορύφωσε τη δράση με αυτοκαταλυτικές κινήσεις και σωματικό σθένος. Ως Άτοσσα, η Μαργαρίτα Βαρλάμου έδωσε μια συγκρατημένη βασίλισσα με έμφαση στην αφήγηση και λιγότερο στη δράση. Το ίδιο και ο Γιώργος Γαρνάβος στο δεύτερο Εξάγγελο που σχημάτισε μια ενδιαφέρουσα σημειολογικά φιγούρα στην παράσταση. Ο Δημήτρης Τρουμπούκης συνόδευσε τους προηγούμενους.

Η στήλη παρακολούθησε την παράσταση στο Ανοιχτό Θέατρο Κολωνού, στα πλαίσια του 3ου Αθηναϊκού Φεστιβάλ που τελεί υπό την αιγίδα του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων.


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

«Πέρσες» του Αισχύλου

Από το Θέατρο των Vivi

Μετάφραση – Σκηνοθεσία – Κοστούμια : Τηλέμαχος Μουδατσάκις

Μουσική : Σταύρος Σιόλας

Χορογραφίες : Αλέξανδρος Ζαχαρέας

Φωτισμοί : Βαγγέλης Γεραρχάκης

Τους ρόλους ερμηνεύουν οι ηθοποιοί : Μαργαρίτα Βαρλάμου, Θωμάς Γκαγκάς, Αντώνης Σιώπκας, Γιώργος Γαρνάβος, Κώστας Λούκας, Αλέξανδρος Ζαχαρέας, Δημήτρης Τρουμπούκης