Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

«Το φιλί της γυναίκας αράχνης» του Μανουέλ Πουίγκ σε μετάφραση-διασκευή-σκηνοθεσία Αλέξη Ρίγλη στο Θέατρο «104»

     
     Ο Αλέξης Ρίγλης καταθέτει τη δική του θεατρική εκδοχή πάνω στο μυθιστόρημα του Αργεντινού Μανουέλ Πουίγκ (1932 – 1990), «Το φιλί της γυναίκας αράχνης» (1976) δίνοντας έμφαση στη συναισθηματική διαπλοκή των προσώπων και απαλύνοντας τις «πληγές» τους μέσα από διακριτικές κωμικές αποχρώσεις. Τα πρόσωπα – φορείς ιδεών, ξεκάθαρα ως προς τη σύλληψή τους, διεκδικούν και υποστηρίζουν με σθένος τα «θέλω» τους χωρίς να κινούνται απειλητικά το ένα απέναντι στο άλλο. Όσο φυσικά το επιτρέπουν οι συνθήκες που τους ωθούν στην αλληλεξουδετέρωση. Εκείνοι όμως αντιστέκονται. Γιατί αυτά που τους ενώνουν είναι περισσότερα από εκείνα που τους «χωρίζουν». Το κελί της φυλακής, που μοιράζονται ο αριστερός Βαλεντίν και ο ομοφυλόφιλος Μολίνα, καθίσταται περιβάλλον-μετωνυμία ενός αφιλόξενου κόσμου που κατηγοριοποιεί, κατατάσσει και εν τέλει περιθωριοποιεί ό, τι δεν ευθυγραμμίζεται με τις προδιαγραφές του. Στον κλειστό αυτό χώρο της τιμωρίας πρέπει να συνυπάρξουν αρμονικά δύο διαφορετικοί άνθρωποι. Φαινομενικά τουλάχιστον. Γιατί οι ήρωες του Πουίγκ, αν και ασύμβατοι μεταξύ τους εκ πρώτης όψεως, ανήκουν στους «διψώντες τη δικαιοσύνη», αναζητώντας την ψυχική και την ηθική δικαίωση μέσα στην αποδοχή, στην αγάπη και στην τρυφερότητα. Με διαφορετικά βέβαια μέσα ο καθένας, με τους δικούς του όρους και τον προσωπικό του τρόπο σκέψης.
     Ο Αλέξης Ρίγλης συνθέτει μια εξέχουσα από όλες τις απόψεις θεατρική ατμόσφαιρα, έτσι ώστε, φεύγοντας από το Θέατρο «104», να νιώθεις για πολλή ώρα τη συγκίνηση της αλήθειας αγκυροβολημένη μέσα σου. Με λιτά μέσα στήνει έναν κόσμο θεατρικής συμβάσεως, η οποία βαθμιαία αναιρείται ως ψευδαίσθηση. Ο θεατής αισθάνεται πως μοιράζεται το κελί του Βαλεντίν και του Μολίνα, γεγονός που εξασφαλίζει και η διαμόρφωση του χώρου. Άλλωστε, τα σκηνικά και τα κοστούμια της Δήμητρας Λιάκουρα δεν φορτώνονται με τίποτα περιττό. Μόνο τα απαραίτητα. Έτσι, τα πρόσωπα βιώνουν τα παθήματα της πεπρωμένης διαδικασίας αναλώσεώς τους σε έναν αφαιρετικό χώρο, που πριμοδοτεί τη δυναμική του λόγου.
     Ως Μολίνα, ο Μιλτιάδης Φιορέντζης παίζει με την ιδιάζουσα λεπτομέρεια ενός δύσκολου ρόλου τον οποίο κατορθώνει να δώσει ανάγλυφο στο κοινό, γλαφυρό στην κίνηση και εύγλωττο στις σιωπές του. Ο κύριος Φιορέντζης ελέγχει με κινήσεις ακρίβειας το μέτρο και τον ακροβατισμό του χαρακτήρα που υποστηρίζει βγαίνοντας «σώος και αβλαβής» από τις παγίδες μιας εύκολης σχηματοποίησης.
     Ως Βαλεντίν, ο Αποστόλης Τότσικας δημιουργεί μια ευεργετική αντίστιξη στο πλαίσιο της διαπλοκής με τον άμεσο παρτενέρ του. Η συνολική ερμηνευτική εμφάνιση του κυρίου Τότσικα αναδίδει ειλικρίνεια εκφράσεως, ξεκινώντας από την απλοϊκότητα της επίπεδης συλλήψεως του χαρακτήρα που υποδύεται, μέχρι τα αλλεπάλληλα «κρεσέντο» των καταστάσεων.
     Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου και το ηχητικό «περιβάλλον» της Βικτώριας Νταρίλα συμβάλλουν στην επισήμανση της διαδικασίας μεταβάσεως από το σχηματικό της δράσεως στο πολύπλοκο της σκηνικής εκθέσεως των συλλογισμών, που εκφράζουν οι ήρωες.