Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Τραγική Ακροβασία



Στο θέατρο «Βρετάνια» παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Βαλτινού και μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ, το έργο του Αμερικανού Άρθουρ Μίλλερ, «Ψηλά απ’ τη γέφυρα» («A view from the bridge», 1955). Πρόκειται για την τραγική ακροβασία του λιμενεργάτη Έντι Καρμπόνε ανάμεσα σε μια αμφισβητούμενη απωθημένη ομοφυλοφιλία και στο νοσηρό πάθος για την ανηψιά του. Όταν η νεαρή και όμορφη Κάθρην ερωτεύεται το Ροντόλφο, Σικελιανό λαθρομετανάστη, ξάδερφο της γυναίκας του Έντι, η υπερπροστατευτικότητα θα μετατραπεί σε μανιώδη καταδίωξη. Σε μια στιγμή απελπισίας, δεν θα διστάσει να καταδώσει στην αστυνομία τους συγγενείς της Μπεατρίς. Καταγγέλλεται ως προδότης, ακυρώνεται στον κοινωνικό του περίγυρο και οδηγείται στην αυτοκαταστροφή.

Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το πρωτοπόρο «Θέατρο Τέχνης» του Καρόλου Κουν, σε μετάφραση Μάνθου Κρίσπη, το 1957. Στη συνέχεια, ανέβηκε στο Θέατρο «Κάππα» σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου και μετάφραση Παύλου Μάτεσις για δύο θεατρικές περιόδους, 1985 -1986. Δέκα χρόνια αργότερα, η Νικαίτη Κοντούρη το σκηνοθετεί στο θέατρο «Πόρτα» σε μετάφραση Μαρλένας Γεωργιάδη και το 2005, το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ρούμελης το παρουσιάζει σε σκηνοθεσία Αντώνη Βουγιούκα.

Η δραματουργία του Άρθουρ Μίλλερ (1915 – 2005) χαρακτηρίζεται από μια ρεαλιστική υφή και καταγράφει τη συνεισφορά του στην αναζωογόνηση του αμερικανικού ρεπερτορίου τη μεταπολεμική εποχή. Η θεατρική του ποιητική βασίζεται στη δριμεία κριτική ενάντια στην κοινωνία, της οποίας καταγγέλλεται ο εγωισμός και η αδιαφορία, υποστηρίζοντας την ανάγκη για την ατομική αντίδραση σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

Τα δράματα του Άρθουρ Μίλλερ, έχοντας το νατουραλιστικό υπόβαθρο, με τα παραιτημένα από τη ζωή και δυστυχισμένα πρόσωπα εξαιτίας της κοινωνικής υποτίμησης, κηρύσσουν μια αληθινή ηθική διαμάχη συζητώντας εκ νέου για τα ήθη της κοινωνίας και του ατόμου και αγγίζοντας με ιδιαίτερο τρόπο τις συλλογικές και προσωπικές ευθύνες.

Με το «Ψηλά από τη Γέφυρα», ο Αμερικανός δραματουργός πέτυχε το στόχο του να γράψει ένα έργο με πολλά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, όσον αφορά στη δομή του. Μας παρουσιάζει έναν Πρωταγωνιστή δέσμιο την τραγικής του μοίρας και τον Χορό, ο οποίος όμως αποτελείται από ένα μόνο πρόσωπο, τον δικηγόρο Αλφιέρι, που αφηγείται, επεξηγεί και παρατηρεί την έκβαση της ιστορίας χωρίς στην ουσία να μπορεί να την επηρεάσει, όπως ακριβώς και ο Χορός στην αρχαία τραγωδία. Η ειρωνεία είναι επίσης ένα στοιχείο του έργου, το οποίο παρά το τραγικό του φόντο, διαθέτει ένα χιούμορ ιδιαίτερο, ένα ενδιαφέρον στοιχείο που τονίζει διακριτικά τον ρεαλιστικό και οικείο χαρακτήρα του έργου.


Η παράσταση

Η σκηνοθεσία δεν ευτυχεί να τροφοδοτήσει μια παράσταση με κάποιο ιδιαίτερο σκηνικό ενδιαφέρον, από απόψεως ρυθμού και «ατμόσφαιρας» κυρίως. Απουσιάζουν αισθητά η έμπνευση και η τόλμη μιας ανανεωμένης ανάγνωσης και μια δυναμική στις ερμηνείες που θα απογείωνε το έργο.

Ωστόσο, η στρωτή και σύγχρονη μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ, εγγράφεται στα θετικά σημεία του όλου εγχειρήματος, ενώ η προσεγμένη όψη μιας παράστασης φροντισμένης στη λεπτομέρεια, δεν θα δυσαρεστήσει, πιστεύω, το σταθερό κοινό της σκηνής του θεάτρου «Βρετάνια» που προσδοκά πλούσιο και ποιοτικό θέαμα.

Λειτουργικός και με διακριτές αναγωγές, ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε ο Γιώργος Πάτσας, «αφηγείται» τα πάθη των ηρώων, δε φλυαρεί με το εκτός σκηνής χωροταξιακό σύστημα και επιτυγχάνει να δείξει το έκκεντρο της συνυπάρξεως προσώπων και πραγμάτων ενώπιον του κοινού. Η ενδυματολογία «παρακολουθεί» το δεσπόζον χαρακτηριστικό του κάθε θεατρικού προσώπου. Το σκηνικό και τα κοστούμια του κυρίου Πάτσα λειτουργούν ως λόγος μιας εποχής με πολλαπλούς απόηχους στο σήμερα.

Οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα αποδίδουν τη συγκινησιακή φόρτιση του χώρου και των προσώπων που τον κατοικούν και κατορθώνουν να προσδώσουν το κύρος της διαφοράς από περιστατικό σε περιστατικό μέχρι την κορύφωση στο φινάλε του έργου. Η σύνθεση ήχων του Δημήτρη Ιατρόπουλου «φωτίζει» αρμονικά τα δρώμενα και τους δρώντες.

Ο Πέτρος Φυσσούν, στον ρόλο του αφηγητή Αλφιέρι ακολουθεί μια σύνολη εκφορά στυλιζαρισμένης πρόζας, την οποία διεκπεραιώνει υποτονικά, μονοεπίπεδα και άνευρα.

Ο Γρηγόρης Βαλτινός, ως Έντι Καρμπόνε, αν και έχει δυνατές στιγμές στο δεύτερο μέρος, μοιάζει να μην έχει ακόμη κατασταλάξει στην επιλογή ενός ερμηνευτικού κώδικα, σαφούς και ευέλικτου. Ο κύριος Βαλτινός δεν ερμηνεύει εξελικτικά τον ήρωα ώστε να διαγραφούν με ευκρίνεια η τραγικότητα και τα στάδια της πορείας του προς την πτώση. Επιπλέον, τις στιγμές της σκηνής αμηχανίας του, επιχειρεί να καλύψει με κωμικές «νότες» που ηχούν ενίοτε «φάλτσα». Στην υποκριτική υφολογία του διακρίνει κανείς στοιχεία από ρόλους παλαιότερων επιτυχιών.

Η Μπεατρίς της Μαρίνας Ψάλτη συγκινεί με το πάθος, τη δυναμική των κινήσεων και την έκφραση των ματιών, αν και δεν αποφεύγει κάποιες υπερβολές στα ξεσπάσματα.

Ο Νίκος Πουρσανίδης, ως Ροντόλφο, μαζί με τη Μαριάννα Πολυχρονίδη, η οποία υποδύεται την Κάθρην, δημιουργούν ένα υποκριτικό δίδυμο που κινείται με ευστοχία κατευθύνσεων των σωματικών μέσων.

Ο Βασίλης Ρίσβας (Μάρκο) εκφέρει τις εσωτερικές διακυμάνσεις του ήρωα με σωματική έκφραση που αποδίδει όλο το σημασιακό φάσμα του ρόλου του. Ο Μιχάλης Σακκούλης (Λούις) και ο Νικόλας Μιχάκος (Μάϊκ) δεν περνούν απαρατήρητοι στα σύντομα περάσματά τους.

Στο καλαίσθητο πρόγραμμα της παράστασης, θα βρει κανείς λιγοστές πληροφορίες και κείμενα γύρω από το συγγραφέα και το έργο του αλλά αρκετές σελίδες διαφημιστικών καταχωρήσεων.


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

«Ψηλά απ’ τη γέφυρα» του Άρθουρ Μίλλερ

Μετάφραση : Ερρίκος Μπελιές

Σκηνοθεσία : Γρηγόρης Βαλτινός

Σκηνικά – Κοστούμια : Γιώργος Πάτσας

Φωτισμοί : Μελίνα Μάσχα

Σύνθεση Ήχων : Δημήτρης Ιατρόπουλος

Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μιχάλης Σακκούλης, Νικόλας Μιχάκος, Πέτρος Φυσσούν, Γρηγόρης Βαλτινός, Μαριάννα Πολυχρονίδη, Μαρίνα Ψάλτη, Βασίλης Ρίσβας, Νίκος Πουρσανίδης

ΘΕΑΤΡΟ ΒΡΕΤΑΝΙΑ

Πανεπιστημίου 7, τηλ. 210 32 21 579

Τετάρτη 19.15, Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο – Κυριακή 21.15, Σάββατο – Κυριακή 18.15

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

Στο μεγεθυντικό φακό


Στο θέατρο «Φούρνος» παρουσιάζεται το δραματοποιημένο μυθιστόρημα του Ιάκωβου Πιτσιπίου «Ο πίθηκος Ξούθ ή Τα ήθη του αιώνος». Αν και γράφτηκε ολόκληρο, εν τούτοις δημοσιεύτηκε μόνο το πρώτο μέρος του σε συνέχειες το 1848 στο περιοδικό «Αποθήκη των Ωφελίμων και Τερπνών γνώσεων» και διαβάστηκε αποσπασματικά από τους αναγνώστες του. Από τότε παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο. Ο καθηγητής Νάσος Βαγενάς κατέβαλλε προσπάθεια να το επιμεληθεί και να το αναδημοσιεύσει στη μορφή που βρίσκεται για λογαριασμό των εκδόσεων «Νεφέλη» το 1994. Ο συγγραφέας του βιβλίου, Ιάκωβος Πιτσιπίος, που είχε γεννηθεί στη Χίο το 1803 και πέθανε το 1869, έγινε γνωστός μόνο από το ρομαντικό μυθιστόρημα «Η ορφανή της Χίου», το οποίο γνώρισε λαϊκή διάδοση.
«Ο πίθηκος Ξούθ» είναι η αφήγηση της μεταμόρφωσης ενός ανθρώπου σε πίθηκο και της επαναφοράς του στην ανθρώπινη κατάσταση. Ο Γιακομπ Σάλομον Μπαρτόλντυ είναι ένας Πρώσος περιηγητής και συγγραφέας ενός βιβλίου που προκάλεσε αντιδράσεις για την απαξιωτική περιγραφή των Ελλήνων. Παρουσιάζεται και ως δολοφόνος ενός ανθρώπου που τον είχε ευεργετήσει και τιμωρείται από το Θεό για να ζήσει ως πίθηκος σ’ έναν ερημότοπο-ζούγκλα για 7 χρόνια κι έπειτα -μετά τη σύλληψή του από τους ανθρώπους- στην Αγγλία και την Ελλάδα. Η πάλη για επιβίωση και οι κακουχίες άλλαξαν τη μορφή του. Συνελήφθη από κυνηγούς και πουλήθηκε ως πίθηκος σε ευγενείς. Ο ίδιος χάρη στην ικανότητά του να μιμείται τον άνθρωπο εκτελεί χρέη υπηρέτη στον κάθε κύριό του. Ο τελευταίος ιδιοκτήτης είναι ο Καλλίστρατος Ευγενίδης, ένας ανερχόμενος νέος στην Αθήνα της δεκαετίας του 1840. Ο βίος και η πολιτεία των ιδιοκτητών δεν διαφέρουν από το βίο ενός πιθήκου.

Η Μεταμόρφωση
Η διακωμώδηση δυο αντιθετικών ιδεολογικών ρευμάτων της ξενομανίας - εξευρωπαϊσμού και του υπερελληνισμού-ελληνορθόδοξης ελληνικότητας αποτελεί τον κύριο στόχο της ταύτισης. Πρόκειται για μια κοινωνία πιθήκων, μίμων δηλαδή της κακής όψης της ανθρώπινης φύσης. Ο νεόπλουτος μεγαλοαστός που αντιγράφει δουλικά τυποποιημένα ευρωπαϊκά πρότυπα, ο τυπολάτρης μικροαστός δημόσιος υπάλληλος με τη σχολαστική και δουλοπρεπή του στάση και το σύμπλεγμα της ασήμαντότητάς του, ο ελληνορθόδοξος συντηρητικός με τη μανία της προγονοπληξίας και του υπερεθνικισμού, ο άξεστος επαρχιώτης βλάχος, ο απατεώνας τυχοδιώκτης είναι τα διαχρονικά προσωπεία που χαρακτηρίζουν τα ήθη του αιώνος και μπαίνουν στο στόχαστρο του αρχιερέα των πιθήκων. Ο ίδιος θα διανύσει μια αντίστροφη εσωτερική πορεία ενσωματώνοντας κατά κάποιον τρόπο όλα τα τρωτά της ανθρώπινης κακεντρέχειας φτάνοντας στο σημείο της ηθικής κατάπτωσης και απανθρωπιάς.
Αυτή η αποστασιοποίηση του ήρωα αποτελεί μια διαδικασία ανακάλυψης του πεπρωμένου του. Η μεταμόρφωση του δηλαδή σε πίθηκο λειτουργεί σε δυο επίπεδα. Ενώ από τη μια πλευρά συμβολίζει- σύμφωνα με τα ηθικά και θεολογικά κριτήρια- την αλλοίωση της ανθρώπινης φύσης, οδηγώντας βαθμιαία στην αποκτήνωσή της, από την άλλη αποτελεί ένα απαραίτητο στάδιο ενδοσκόπησης που οδηγεί από τη γνώση του εαυτού στη γνώση των άλλων. Εκεί υπεισέρχεται ο καθρέφτης του εαυτού, ο οποίος δυναμωμένος πια από τα δεινά της επίπονης διαδικασίας, βλέπει τώρα σαν μεγεθυντικός φακός και από άλλη οπτική γωνία τα ίδια ελαττώματα πάνω στους άλλους ανθρώπους και στην περιρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής τους. Η δύναμή του βρίσκεται στο ότι μπορεί πλέον με όλα τα διαπιστευτήριά του να ξεγυμνώνει την υποκρισία, να στηλιτεύει τα κακώς κείμενα, να κατακρίνει τα στερεότυπα και σαν αλογόμυγα να αφυπνίζει συνειδήσεις και να ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου. Κι αυτό γιατί ο ίδιος πρώτα απ’ όλα υπέβαλλε τον εαυτό του σ’ αυτήν τη διαδικασία. Μοναδικό του όπλο είναι η σάτιρα και τα εργαλεία της. Γι’ αυτό και ο ίδιος επανέρχεται στη μορφή του ανθρώπου με την απόφαση να αποβεί ωφέλιμος στην κοινωνία. Η έλλειψη όμως πληροφοριών για το μη σωζόμενο μέρος αφήνει περιθώρια να εικάσουμε ότι η έκβαση του έργου να ήταν η ενδεχόμενη επιθυμία του Μπαρτόλντυ για μια εκ νέου μεταμόρφωση, καθώς η αντισυμβατική φυσιογνωμία του συγγραφέα συνάδει με μια τέτοια θεώρηση.

Η παράσταση
Η παραπάνω αφήγηση δίδεται με τη μορφή της δραματοποιημένης διάλεξης αναδεικνύοντας το πολυεπίπεδο ύφος της και προσεγγίζοντας πότε τη μορφή της απολογίας και πότε της εξαγγελίας. Η συναισθηματική φόρτιση, η ένταση αναμνήσεων και η ευερέθιστη φαντασία καθιστούν το έργο ένα λογοκριτικό και ψυχαναγκαστικό ταξίδι μέσα στο χρόνο. Η δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθετική γραμμή της Έλενας Τιμπλαλέξη ακολουθεί τους όρους αυτής της διάλεξης μετατρέποντας τις άκρως ειρωνικές και σατιρικές τεχνικές-σχόλια του αφηγηματικού λόγου σε σκηνικές διεργασίες και σύμβολα στο ενεργειακό πεδίο μιας σύγχρονης παραστασιογραφικής προοπτικής. Γι’ αυτό το λόγο, η σκηνοθετική της ανάγνωση εντάσσει συν τοις άλλοις στην αυλαία της παράστασης, τον πιθηκισμό των σύγχρονων μέσων μαζικής ενημέρωσης (ραδιόφωνο) -που επισύρει την έντονη και αυτόματη αντίδραση του ήρωα (κλείσιμο-απαξίωση)- ενώ ανοίγει στο φινάλε και την προοπτική της συνομιλίας του πιθήκου με συγγενείς πρωταγωνιστικές μορφές της πρόσφατης μεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής του τόπου, καλύπτοντας μ’ αυτόν τον τρόπο το κενό της έκβασης του έργου, την επιθυμία δηλαδή του Μπαρτόλντυ να συνεχίσει το επίπονο έργο του πεφωτισμένου σατιριστή πιθήκου με μια νέα επίδοξη «μεταμόρφωση». Η αναγωγή στο παράλογο, η παραπλανητική παρουσίαση, η μετριοπαθής διατύπωση, το μπουρλέσκο (ευτελές ύφος που συνδέεται μ’ ένα υψηλό θύμα), το ψευδοηρωικό, το παράδοξο, ο υπερτονισμός, η συνένωση εκ διαμέτρου αντίθετων καταστάσεων, η κατηγορία μέσω επαίνου και η ειρωνική έκθεση επιστρατεύονται για να επικαλύψουν την αλληγορία της αφήγησης. Χάρη στην έντονη αυτή σατιρική διάσταση αποτρέπεται η υπονόμευση του φανταστικού στοιχείου και επιτρέπεται η συλλειτουργία δύο επιπέδων πραγματικότητας στην υπηρεσία του ρεαλισμού.
Το σκηνικό είναι λιτό και αφαιρετικό, προσαρμοσμένο στα επίπεδα της αφήγησης, με ένα τραπέζι, έναν καλόγερο και μια αναπαυτική καρέκλα, ενώ κυριαρχούν μικροαντικείμενα (περούκα, αφίσα ήρωα της Επανάστασης του 21, ξυριστική μηχανή, ρόμπα, ποτήρι, φωτογραφίες ζώων) που παρελαύνουν κατά τη διάρκεια της δραματοποίησης ως βασικά συστατικά επιτονισμού και χρωματισμού των διαφόρων λεκτικών επιπέδων της σατιρικής αλληγορίας. Οι φωτισμοί διακρίνονται για τον πλουραλισμό τους εμβαθύνοντας στον εσωτερικό κόσμο των προσωπείων. Τέλος, η μουσική επιμέλεια κινείται στο χώρο της θεματικής της υπόθεσης αναδεικνύοντας πτυχές των δυο αντίθετων ιδεολογικών ρευμάτων και εισχωρώντας στη νοσταλγία του βίου των ζώων της ζούγκλας.
Η υποκριτική δεινότητα του Αλέξανδρου Μαράτου ανέδειξε όλες τις παραπάνω πτυχές του περιεχομένου και της μορφής του έργου. Ο Αλέξανδος Μαράτος δανείζει τη φωνή και το σώμα του σε όλα τα πρόσωπα και προσωπεία της αφήγησης επιτυγχάνοντας με τα εκφραστικά του μέσα να μετουσιώσει την προεξάρχουσα ειρωνεία του ανατρεπτικού λόγου σε γλώσσα του σώματος. Οι άνετες μεταβάσεις της υπόδυσης των ρόλων, η ευρηματικότητα των κινήσεων- στάσεων του προσώπου, οι άψογες χειρονομίες και γκριμάτσες και η ισορροπημένη μιμική διαλύουν ακόμη και τον παραμικρό σκόπελο που εγκυμονεί η χρήση της καθαρεύουσας γλώσσας, κερδίζουν γρήγορα την προσοχή του θεατή και συμβάλλουν συλλήβδην στην εξαιρετική απεικόνιση των ανθρώπινων τύπων και καταστάσεων της εποχής.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο πίθηκος Ξούθ ή Τα ήθη του αιώνος» του Ιάκωβου Πιτσιπίου
Δραματουργική επεξεργασία-σκηνοθεσία : Έλενα Τιμπλαλέξη
Το ρόλο του Βαρθόλδυ ερμηνεύει ο Αλέξανδρος Μαράτος

ΘΕΑΤΡΟ ΦΟΥΡΝΟΣ
Μαυρομιχάλη 168, τηλ. 210-6460748
Δευτέρα-Τρίτη 21.00
Από 5/10 έως 24/11/2009