Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2007

Στην αναζήτηση του απόλυτου;


Μια ιδιάζουσα πειραματική δουλειά θα χαρακτήριζε κανείς την multimedia performance που έστησε ο Γρηγόρης Χατζάκης στο μουσείο Μπενάκη με κινητήριο δύναμη το διήγημα του Honoré de Balzac «Το Άγνωστο αριστούργημα» (1831). Ο νεαρός σκηνοθέτης μετά το «Είσαι ένα κτήνος, Βίσκοβιτς» του Αλεσάντρο Μπόφα και την διασκευή του έργου ««Τα Φτερά του Έρωτα» των Wim Wenders και Peter Handke, μέσα σ’ ένα λεωφορείο στους δρόμους της πόλης, παράσταση που προκάλεσε ποικίλα σχόλια και αντιδράσεις, καταπιάνεται μ’ ένα κείμενο που θίγει διαχρονικά ζητήματα της Τέχνης μέσα από τη συνάντηση τριών ζωγράφων.
Ο Γάλλος φιλόσοφος της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» («La Comédie Humaine») μέσα από τον κεντρικό ήρωα που πλάθει, τον ηλικιωμένο καλλιτέχνη Frenhofer, διατυπώνει τις απόψεις του γύρω από την Τέχνη ασκώντας επιρροή σε πνευματικές φυσιογνωμίες της εποχής. Μεταξύ αυτών και ο Πάμπλο Πικάσο, ο οποίος εκατό χρόνια αργότερα εγκατέστησε το ατελιέ του στο μέγαρο της οδού, όπου ο Balzac τοποθετεί τη δράση του έργου του. Σε αυτό το μέρος ζωγραφίζει τη «Γκουέρνικα».
Η νουβέλα μεταφέρθηκε στην κινηματογραφική οθόνη με την ταινία του Jacques Rivette «La Belle Noiseuse» («Η Ωραία Καβγατζού») και την Emmanuel Beart στο ρόλο της Gillette. Ο τίτλος του φιλμ δεν είναι παρά ο πίνακας που προσπαθεί εδώ και δέκα χρόνια να τελειώσει ο Frenhofer καθώς δεν κατορθώνει να οδηγηθεί στο αποτέλεσμα που έχει θέσει ως στόχο. Ο πίνακας παραμένει ημιτελής, επειδή είναι αδύνατον να βρεθεί το ιδανικό μοντέλο που η οξεία ματιά του ζωγράφου αναζητά. Είναι προσηλωμένος με ευλάβεια σε αυτή την εργασία και δεν αφήνει κανέναν ν’ αντικρύσει έστω και για λίγο το δημιούργημά του για να μην το εκθέσει σε ανεπανόρθωτο κίνδυνο. Δυο υπαρκτά πρόσωπα, ο νεαρός ανερχόμενος ζωγράφος, Poussin και ο καταξιωμένος στην αυλή της Μαρίας των Μεδίκων Porbus, συζητούν γύρω από τις ατέλειες ενός πίνακα μαζί με το Frenhofer που επισημαίνει ότι «σκοπός της Τέχνης δεν είναι να αντιγράφει τη φύση, αλλά να την εκφράζει». Στην υπόθεση θα εμπλακεί και μια γυναίκα, η Gillette, ο καταλύτης της ιστορίας, που γίνεται η έριδα ανάμεσα στην ματαιοδοξία και τον έρωτα όταν ένα εκπληκτικό «κρυφό» δημιούργημα μπορεί να πάρει τη θέση της στη ζωή του καλλιτέχνη.
Χωρίς να το καταλάβει, ο γέρος ζωγράφος καταστρέφει μ’ ακατάπαυστες πινελιές το έργο στο οποίο είχε αφιερώσει μια ζωή. Όταν τελικά αφήνει τους δύο φίλους του να πλησιάσουν τον πίνακα, τους εκθειάζει αφελώς το βάθος και την αναγλυφή του, τα περιγράμματα και τις φόρμες του, το φως του και το χρώμα του. Εκείνοι, όμως, δεν καταλαβαίνουν τίποτα καθώς διακρίνουν «ένα κομφούζιο από χρώματα που έχουν στοιβαχτεί το ένα πάνω στο άλλο και που τα συγκρατούν ένα πλήθος από αλλόκοτες γραμμές που σχηματίζουν ένα τείχος από μπογιά».
Κατά τη διάρκεια της performance, οι θεατές μετακινούνται μαζί με τους ηθοποιούς από τη μια γωνιά του μουσείου στην άλλη και παρακολουθούν την εξέλιξη της ιστορίας. Τα μόνιμα εκθέματα του Μουσείου Μπενάκη συνυπάρχουν για λίγο μαζί με πιο σύγχρονα άλλων ρευμάτων. Χρήση πολλών τεχνολογικών μέσων, πίνακες που «ζωντανεύουν» μπροστά μας και μας κάνουν νεύματα (Magritte, The Son of Man, Δημήτρης Βαρβαντάκης, Grant Wood, American Gothic, Ζωή Βλάσση και Χάρης Πεχλιβανίδης, Jan Van Eyck, The Arnolfini Marriage, Σοφία Κουκουλά και Γιώργος Μιχαλιτσιάνος, Sandro Botticelli, The Birth of Venus, Ειρήνη Γκρίμπα), live set ηλεκτρονικής μουσικής, video art και πολλές εικαστικές εκπλήξεις που ξαφνιάζουν με την «αυθάδεια» του χαρακτήρα τους, όπως τα μπλουζάκια που αναγράφουν «Art is a dirty job, but somebody’s got to do it», τα βιντεάκια που παρωδούν πίνακες κλασικών έργων και η Τζοκόντα που μας επιδεικνύει κοροϊδευτικά τη γλώσσα της!!
Σύμφωνα με την κριτικό θεάτρου Ιλειάνα Δημάδη πρόκειται για «ένα ανάλαφρο όσο και διαφωτιστικό, παιχνιδιάρικο όσο και σοβαρό, νεανικό όσο και αρχετυπικό in-the-museum-show που πραγματεύεται τη μάχη του έρωτα και της τέχνης, την ανυπόταχτη ψυχοσύνθεση του καλλιτέχνη και την αδιερεύνητη φύση αυτού που αποκαλούμε : έργο Τέχνης». Καυστικό χιούμορ βγαίνει από τη «σουρεαλιστική» σκηνή όπου ένας δήθεν πολύξερος καθηγητής Τέχνης σε μια ακαταλαβίστικη διάλεξη προδίδει την άγνοια του γύρω από το θέμα και μας αφήνει τελικά να σκεφτούμε μόνοι μας αν η Τέχνη και η αξία της είναι κάτι απτό και συγκεκριμένο ή έγκειται αποκλειστικά και μόνο στην ευαισθησία του δέκτη.
Σίγουρα η περιπλάνηση και οι εκπλήξεις της κρύβουν ένα ενδιαφέρον, ο πειραματισμός είναι θεμιτός και το εικαστικό αποτέλεσμα αν και φορτωμένο είναι εντυπωσιακό. Δεν ξέρω, όμως, αν αυτή η σκηνοθετική προσέγγιση αναδεικνύει το στοχασμό του κειμένου γύρω από τις βλαβερές συνέπειες που έχει η σκέψη πάνω στην καλλιτεχνική δημιουργία και τον πειρασμό του δημιουργού να δουλεύει αέναα το έργο του σε αναζήτηση του απόλυτου, ζώντας με την αγωνία για τελειότητα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το Άγνωστο αριστούργημα» (Le Chef d’œuvre inconnu) του Honoré de Balzac
Από το θεατρικό οργανισμό «Altra Terra»
Σύλληψη-Θεατρική προσαρμογή-Σκηνοθεσία : Γρηγόρης Χατζάκης
(Η θεατρική διασκευή βασίζεται στη μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη)
Σκηνογραφική-Ενδυματολογική επιμέλεια : Δανάη Χατζάκη
Σχεδιασμός Φωτισμών : Σάκης Μπιρμπίλης
Κινησιολογική επιμέλεια : Έλενα Γεροδήμου
Μουσική επιμέλεια : dj bluebox
Πρωτότυπη μουσική : neon
Live dj set : elmyr
Επιμέλεια animation : Βαγγέλης Χριστοδούλου
Παίζουν : Κλέων Γρηγοριάδης, Ρόζα Προδρόμου, Μάκης Μπενάκης και Βύρων Κατρίτσης

ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ
Βασ. Σοφίας & Κουμπάρη 1, Κολωνάκι, τηλ. 210 36 71 000
Από 9 έως 30 Σεπτεμβρίου κάθε μέρα εκτός Πέμπτης στις 20.00 & 21.30

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2007

Σ' ένα μπαρ να χαθώ


Μια bar-theatre παράσταση είναι η δεύτερη σκηνοθετική δουλειά του ηθοποιού Στέφανου Κακαβούλη (η πρώτη ήταν το ανέβασμα δύο μονόπρακτων του Tennessee Williams με τίτλο «Παγίδα Δωματίου») που λαμβάνει χώρα στο φουαγιέ-μπαρ του θεάτρου «Επί Κολωνώ». Ο νέος δημιουργός έχει γράψει δυο μονόπρακτα και έχει διασκευάσει ένα διήγημα παρουσιάζοντας τα σ’ ενιαία παράσταση. Τα τρία κείμενα κινούνται σε παρόμοια θεματική και διαδραματίζονται σ’ ένα κοινό χώρο : ένα απρόσωπο, μελαγχολικό μπαρ. Τρεις διαφορετικές ιστορίες ξετυλίγονται σε απόσταση αναπνοής από τους θεατές που βρίσκονται και αυτοί στο μπαρ, μέσα στην underground σκοτεινιά του υποφωτισμένου χώρου γεμάτου καπνό και αλκοόλ.
«Ο χώρος του μπαρ με την αίσθηση της χαλαρότητας και εκτόνωσης που αναδίδει, παρασύρει τους ήρωες σε μια άνευ συστολών έκφραση των βαθύτερων αναγκών τους, που βρίσκουν κοινό στόχο στην μητρική φιγούρα, όπως είναι βιωμένη από τον καθένα χωριστά» επισημαίνει σε προλογικό σημείωμα ο Στέφανος Κακαβούλης. Σημάδια από δυσάρεστα βιώματα του παρελθόντος στοιχειώνουν τις ζωές των ηρώων, οι οποίοι αδυνατούν ν’ απολαύσουν δυνατές στιγμές του παρόντος, ενώ, ατενίζουν με απαισιοδοξία και μια δόση ηδυπάθειας το αμφίβολο μέλλον.
Στην πρώτη ιστορία, που έχει τίτλο «Πριν ανοίξει», η Νάντια είναι μια νεαρή κοπέλα που εργάζεται σ’ ένα μπαρ. Η ηρωίδα έχει στερηθεί την αληθινή μητρική στοργή και έχει διακόψει κάθε επαφή με τον άνθρωπο που την έφερε στη ζωή. Αργά το απόγευμα μιας μέρας, λίγο πριν ξεκινήσει τη βάρδια της, δέχεται την επίσκεψη ενός νεαρού και περίπου συνομίληκου άνδρα που τον λένε Νίκο. Μέσα από μια ζωηρή στιχομυθία θα πληροφορηθεί το θάνατο της μητέρας της από τον απρόσκλητο επισκέπτη, που ήταν και ο τελευταίος από τους εραστές της.
Το δεύτερο κείμενο είναι μια διασκευή για το θέατρο του διηγήματος του Guy de Maupassant που έχει τίτλο «Γκαρσόν, μια μπύρα!...» («Garçon, un bock!...») και ο συγγραφέας το είχε αφιερώσει στο Γάλλο ποιητή κουβανικής καταγωγής José-Maria de Heredia. Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Gil Blas το 1884, και περιλήφθηκε στη συλλογή διηγημάτων «Η Μίς Χάρριετ» («Miss Harriet»). Το διήγημα αναφέρεται στην κατάπτωση ενός ατόμου, τα αίτια της οποίας ανάγονται στον ψυχικό κλονισμό που δέχθηκε όταν σε ηλικία δέκα ετών βρέθηκε μπροστά σ’ έναν αιματηρό καυγά των γονιών του. Ο Ζαν ντε Μπαρρέ συναντά μετά από πολλά χρόνια τον παλιό συμμαθητή του από το γυμνάσιο, Πωμέλ και του εξομολογείται το συμβάν που του κόστισε την αθωότητα και την διάθεση για ζωή, αδειάζοντας απανωτά πολλά μπουκάλια μπύρας.
Στο τρίτο μονόπρακτο που έχει τίτλο «Κάτι να θυμάσαι» οι ήρωες δεν έχουν ονόματα και το συμβάν διαδραματίζεται σ’ ένα μπαρ τις πρώτες πρωινές ώρες, όπου ένας νεαρός υπάλληλος μαζεύει τα ποτήρια και σκουπίζει τον πάγκο. Η ιδιοκτήτρια είναι μια ώριμη γυναίκα που δείχνει ταλαιπωρημένη και απογοητευμένη από τη ζωή. Στο μαγαζί μπαίνει ένα άστεγο νεαρό αγόρι, γύρω στα είκοσι πέντε, ατημέλητο, με βρώμικα ρούχα και μια αγωνία στα μάτια του καθώς καταζητείται από την αστυνομία. Ο ένας βρίσκει στην αγκαλιά του άλλου το άγγιγμα που τόσο έχει στερηθεί.
Σύμφωνα με το φιλόλογο Τσουραπούλη Κώστα «η αθωότητα της παιδικής ηλικίας διαταράσσεται από την αντιστροφή της φυσικής εξέλιξης των πραγμάτων και η αντιστροφή αυτή είναι εκείνη που επισπεύδει τις διαδικασίες μιας πρόωρης και άδικης «ωρίμανσης» που ανακόπτει, όμως, τις διαδικασίες ωριμότητας της αγάπης. Η παρθενική επαφή με το πρόσωπο της ενδο-οικογενειακής βίας απονεκρώνει τον ήρωα από κάθε διάθεση για ζωή, δημιουργία και Αγάπη και με ιλλιγιώδη ταχύτητα τον εξορίζει στα βάθη του αχανούς δάσους, εκείνου του προσωπικού χώρου της παιδικής ανεμελιάς αλλά και της προσωπικής τραγωδίας. Προέκταση και απόληξη αυτού του χώρου είναι το μπαρ. Ο χώρος του μπαρ έχει διττή λειτουργία : από τη μια συμβολίζει το τελικό σημείο της παραίτησης από τη ζωή, ενώ από την άλλη, λειτουργεί ως καταφύγιο και διάθεση για αλλαγή. Η ελπίδα για ζωή και Αγάπη δεν πεθαίνει μέσα στο μπαρ. Απλά, ψάχνει να βρει τα στηρίγματά της για να επουλώσει δια της ψυχανάλυσης τα τραύματά της και ν’ αναγεννηθεί. Κι η αναγέννηση αυτή δεν είναι παρά η προσπάθεια του Ζαν να εκθέτει το τραυματικό του βίωμα με την ελπίδα ν’ ανακαλύψει στους άλλους εκείνους τους επικοινωνιακούς κώδικες και εκείνα τα σημεία σύγκλισης που θ’ ανατρέψουν τη διατάραξη της εξέλιξης των πραγμάτων και θ’ αποκαταστήσουν τη χαμένη ισορροπία, αθωότητα και Αγάπη. Η ίδια απόπειρα εκδηλώνεται και από τους άλλους ήρωες των μονόπρακτων. Η δύναμη, όμως, του χώρου έγκειται στην πεμπτουσία της σκηνικής παρουσίας του Ζαν σε όλη τη διάρκεια του έργου. Ο Ζαν (που ερμηνεύει επιδέξια ο Χάρης Χαραλάμπους) αποτελεί πρόσωπο-κλειδί και των τριών ιστοριών. Η μοίρα του διασταυρώνεται με τη μοίρα των υπόλοιπων. Είναι ο «φιλόσοφος» που εμφανίζεται σε όλη τη διάρκεια της παράστασης και ο κυρίαρχος εκφραστής του μηνύματος της ανθρώπινης επικοινωνίας. Ο συγγραφέας και σκηνοθέτης Στέφανος Κακαβούλης –χωρίς κανένα ίχνος διδακτισμού- επιμελείται με ιδιαίτερη φροντίδα την καταλυτική παρουσία του χώρου και των προσώπων που τον κατοικούν αποκαλύπτοντας το παραπάνω μήνυμα».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το παιδί μέσα μου» του Στέφανου Κακαβούλη
Σκηνοθεσία : Στέφανος Κακαβούλης
Επιμέλεια ήχων και μουσικής : Θοδωρής Οικονόμου
Ενδυματολογία : Μαρία Κωνσταντινίδου
Ηλεκτρολόγος : Πάνος Κουκουρούβλης
Παίζουν : Μέλανι Μαρχάινε, Βαγγέλης Κατσάπης, Χάρης Χαραλάμπους, Βαλάντης Κωστόπουλος, Βίκυ Κουκουτσίδη και Αντώνης Αντωνάκος

ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ (φουαγιέ-μπαρ)
Ναυπλίου 12, Κολωνός, Γέφυρα Λένορμαν, τηλ. 210 51 38 067
Από 15 έως 25 Σεπτεμβρίου στις 22. 00

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2007

Στο ρινγκ της φαυλότητας!




Μέσα στο θερμό από πυρκαγιές και εντάσεις κλίμα των εκλογών, η παράσταση του ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ. Ρούμελης που περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα, «Ιππής» του Αριστοφάνη, καυτηριάζει με αιχμηρές αναφορές, σχόλια και έξυπνο χιούμορ την κοινωνικοπολιτική επικαιρότητα αναδεικνύοντας το διαχρονικό χαρακτήρα της αδυσώπητης, ανέλπιστης, απαισιόδοξης κωμωδίας και επισημαίνοντας το αντιεξουσιαστικό πνεύμα και τη σοφή διαλεκτική του συγγραφέα.
Οι «Ιππής» πρωτοπαρουσιάστηκαν στα Λήναια το 424 π.Χ. με τον ίδιο τον ποιητή στο ρόλο του διεφθαρμένου πολιτικού Κλέωνα. Είναι ο μόνος νεανικός ανδρικός Χορός στη γνωστή μας αριστοφανική παραγωγή και το μοναδικό δείγμα έφιππου Χορού, πράγμα που τον συνδέει άμεσα με τ’ αποκριάτικα έθιμα του Διονυσιακού Κώμου. Πρόκειται για τη μαχητικότερη σάτιρα του μεγάλου κωμωδιογράφου που στρέφει τα βέλη της ενάντια στη φιλοπόλεμη πολιτική, στο λαοπλάνο και αδίστακτο ηγέτη, στα μικροκομματικά συμφέροντα, στην κατάρα του δικομματισμού, στη δημαγωγία που τρέφει το λαϊκισμό, στην ακατάσχετη ρουσφετολογία, στις υποσχέσεις και τις κολακείες που εξαπατούν τους πολίτες αλλά και στην αφέλεια που διακρίνει συχνά την κοινή γνώμη!
Το έργο είναι ένας διαρκής αγώνας μεταξύ του φαύλου Κλέων και του φαυλότερου Λουκανικά προς εξασφάλιση της εύνοιας του προσωποποιημένου λαού, του Δήμου, ο οποίος τελικά εκμαυλίζεται από τον πονηρότερο, τον «χαρισματικό». Σε αυτή την αναμέτρηση, δηλαδή στο ποιος λέει τα περισσότερα ψέματα, τις πιο φριχτές αναίδειες, ποιος κάνει τις πιο ανόσιες επιορκίες, τις μεγαλύτερες κλεψιές και κατέχει τα περισσότερα ελαττώματα, νικητής στέφεται ο Λουκανικάς. Η νίκη αυτή προβάλλει ανυπαρξία διεξόδου, απελπισία και οργισμένο παραλογισμό και καθώς φαίνεται για να σταματήσει και να αλλάξει η πορεία του αλληλοδιασυρμού, πρέπει οι συμφορές να προχωρήσουν μέχρι εκεί που δεν έχει δρόμο παραπέρα… Σύμφωνα με τον κριτικό θεάτρου και ποιητή Γιάννη Βαρβέρη «η μονιμότητα του αριστοφανικού πορίσματος περί κατίσχυσης του πλέον λαοπλάνου στις ανά τους καιρούς πολιτικές κονίστρες καθιστά την αδυσώπητη τούτη κωμωδία αληθινά διαχρονική και ακραία μελαγχολική.(…)Το γεγονός ότι ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί ως θεματοφύλακες των δικών του αντιλήψεων τους ιππείς ή τριακοσιομέδιμνους, δηλαδή την αριστοκρατία των Αθηνών, αυτό είναι φυσικό. Μήπως βαθύτερα δεν πιστεύει στην αναγκαιότητα της εν δημοκρατία «πεφωτισμένης δεσποτείας» ως προς τη διοίκηση των κοινών;»
Ο Γιώργος Αρμένης έστησε με σύγχρονα μέσα μια απλή, λαϊκή και καθαρή σε προθέσεις παράσταση που κινείται σε ζωηρούς ρυθμούς και με χιούμορ που «κατεβαίνει» αβίαστα στην πλατεία. Η στρωτή μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη φιλοξένησε διακριτικά τα επικαιρικά της προσθέματα. Στο ρόλο του Λουκανικά, έναν άξεστο και κουτοπόνηρο μικρέμπορο της κρεαταγοράς, ο Γιώργος Αρμένης πλάθει μια άκρως κωμική φιγούρα, την οποία διανθίζει με μια ισορροπημένη δόση μελαγχολίας, κυρίως μετά την παράβαση. Ο Πάνος Σκουρολιάκος υποδύεται τον Κλέωνα με τα ιδιαίτερα κωμικά εκφραστικά του μέσα.
Η δράση εκτυλίσσεται σ’ ένα πατάρι όπου η αναμέτρηση Κλέωνα-Λουκανικά παραπέμπει σε αγώνα μποξ και στη συνέχεια σε τηλεοπτικό debate. Η ενδυμασία, οι χειρονομίες και τα λογοπαίγνια των δυο πρωταγωνιστών παρωδούν πολιτικά συνθήματα των εκλογών, όπως για παράδειγμα την αφίσα του ΛΑ. Ο. Σ. Άφθονα κωμικά στιγμιότυπα εξασφάλισαν στιγμιαία μειδιάματα όπως οι μαζορέτες που ζητωκραύγαζαν τραγουδώντας (Άνδρέας Κωνσταντινίδης, Γιάννης Αδρίμης, Ευθύμης Μπαλαγιάννης και Γιάννης Πλιάκης) και η φιγούρα της Ειρήνης από τον Γιώργο Πισπινή! Ο Περικλής Καρακωνσταντόγλου ερμηνεύει επιδέξια και με κινήσεις ακρίβειας το Δήμο. Ο Κώστας Φλωκατούλας (Δημοσθένης) και ο Παντελής Παπαδόπουλος (Νικίας) διεκπεραιώνουν με άνεση τους ρόλους τους. Ο ροκ ρυθμός της μουσικής του Διονύση Τσακνή δίνει δυναμική ώθηση στην παράσταση.

«Άντε φτου κι από την αρχή
Αλλαγή στην αλλαγή
Νέος χαρισματικός σωτήρας
Άλλος διαχειριστής φωστήρας
Άλλος φαφλατάς καπάτσος
Και της αγοράς παλιάτσος»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ιππής» του Αριστοφάνη
Από το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ρούμελης
Μετάφραση : Κ. Χ Μύρης
Σκηνοθεσία : Γιώργος Αρμένης
Σκηνικά : Λαλούλα Χρυσικοπούλου
Κοστούμια : Ελένη Δουνδουλάκη
Μουσική : Διονύσης Τσακνής
Χορογραφίες : Έλενα Γεροδήμου
Μουσική Διδασκαλία : Απόστολος Ψυχράμης
Παίζουν : Κώστας Φλωκατούλας, Παντελής Παπαδόπουλος, Γιώργος Αρμένης, Πάνος Σκουρολιάκος και Περικλής Καρακωνσταντόγλου
Χορός : Χάρης Αγγέλου, Γιάννης Αδρίμης, Στέλιος Ανδρονίκου, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Στράτος Κανιαμός, Πασχάλης Καρατζάς, Ανδρέας Κωνσταντινίδης, Ευθύμιος Μπαλαγιάννης, Γιώργος Μπούγος, Θανάσης Μπριάνας, Θανάσης Πετρόπουλος, Γιώργος Πισπινής, Γιάννης Πλιάκης, Άγγελος Τριανταφύλλου και Γιώργος Χουλιάρας

13/9 Παπάγου, ώρα έναρξης 21. 00

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2007

Του πάθους παρανάλωμα...





Ο Γάλλος δραματουργός Jean Racine (1639-1699) γίνεται ο δημιουργός μιας πινακοθήκης από ηρωίδες, που είναι πότε θύματα του έρωτά τους και πότε δήμιοι των άλλων. Μαζί με τον αντίπαλό του, Pierre Corneille (1606-1684), μεταχειρίζονται την ίδια δραματική φόρμα : αριστοτελικές ενότητες, μονολόγους, στιχομυθίες και ομοιοκατάληκτους δωδεκασύλλαβους (αλεξανδρινούς). Οι ήρωες του Ρακίνα παρασύρονται από τα πάθη τους και κάνουν έκκληση στη συμπόνια του θεατή για τις ψυχικές τους αδυναμίες.
Η «Ανδρομάχη» («Andromaque») είναι από τα πιο σημαντικά ποιητικά έργα της εποχής του Διαφωτισμού η οποία βασίζεται στον αρχαίο ελληνικό κλασσικό πολιτισμό, γραμμένη το 1667 στη Γαλλία όταν η βασιλεία, μέσα σ’ ένα έντονο κλίμα αβροφροσύνης και ευγένειας, βρισκόταν στο απόγειό της. Τα βάσανα της Ανδρομάχης - κόρη του Ηετίωνα, στοργική σύζυγος του Έκτορα και μάνα του μικρού Αστυάνακτα - αρχίζουν στον Όμηρο με το φόνο του άνδρα της από τον Αχιλλέα. Συνεχίζονται στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, όταν οι νικητές Αχαιοί θανατώνουν άσπλαχνα το παιδί της, ενώ στην «Ανδρομάχη» την παίρνει σκλάβα ο γιος του φονιά του Έκτορα, ο Νεοπτόλεμος. Είκοσι και έναν αιώνες αργότερα, ο Ρακίνας διασκεύασε το μύθο ρίχνοντας όλο το δραματικό βάρος στους τρεις απελπισμένους έρωτες στήνοντας ένα ερωτικό γαϊτανάκι : ο Ορέστης ερωτευμένος με την Ερμιόνη, η Ερμιόνη ερωτευμένη με τον Πύρρο, ο Πύρρος ερωτευμένος με την Ανδρομάχη που παραμένει πιστή στη μνήμη του νεκρού Έκτορα. Πότε πιο έντονα και πότε λιγότερο οι πέντε πράξεις της τραγωδίας αναλώνονται στην ψυχολογική ανάλυση των βασάνων των μεθυσμένων από έρωτα ηρώων.
Ο δραματουργός δανείζεται στοιχεία από την galanterie, είδος στο οποίο διακρίνεται η ευαισθησία και μια αισθητική που έρχεται να κατευνάσει τον παροξυσμό της καταστροφής. Οι φιλοφρονήσεις υφίστανται κάποια μεταμόρφωση διότι αν και τις συναντά κανείς σε ερωτικούς διαλόγους αυτοί λαμβάνουν χώρα σε επικίνδυνες καταστάσεις όπου όλα, οι ίντριγκες, οι έρωτες και τα πολιτικά παιχνίδια δένονται μεταξύ τους. Πρόκειται για ένα κόσμο που αφανίζεται από τα πάθη του και κατ’ αυτό τον τρόπο δίδεται στον θεατή. Ως προς την αγάπη και την αβρότητα που βασίζεται στο σεβασμό και την ανωτερότητα εμφανίζεται στιγμιαία για να μεταμορφωθεί σε μια ροή πάθους η οποία εξολοθρεύει εκ θεμελίων.
Με όραμα, ενοποιητική σκηνοθεσία, μια βαθειά πολιτική ανάγνωση, τη μεταφορά του έργου στην εποχή μας και μέσα από την κινηματογραφική ματιά του, ο Δημήτρης Μαυρίκιος έστησε μια παράσταση υψηλής αισθητικής και άκρως θεαματική. Η Ανδρομάχη ανάγεται σε μοναδικό σύμβολο ειρήνης καθώς αρνείται κάθε προοπτική πολέμου, ακόμα και τα σχέδια του Πύρρου ν’ αναστήσει την Τροία.
Ο σκηνικός χώρος είναι καλυμμένος από ογκώδη containers διαφόρων χρωμάτων που ο θεατής, αρχικά, αγνοεί το περιεχόμενο και τη χρήση τους. Σταδιακά, φανερώνονται μια φυλακή, χώροι αποθήκευσης τροφίμων καθώς και τ’ αμπαλαρισμένα προικιά της Ερμιόνης. Εκκωφαντικοί ήχοι, δραματική μουσική και υποφωτισμένη σκηνή παράγουν εντάσεις ξυπνώντας μνήμες αντίστασης και αντάρτικου. Η ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται από το σκηνικό παραπέμπει σε εικόνες στρατοπέδου συγκέντρωσης, σε συνθήκες ζωής μεταναστών ή ενός πολέμου που ετοιμάζεται πυρετωδώς. Η φρουρά του Ορέστη δεν είναι βουβά πρόσωπα όπως στο πρωτότυπο. Στη διασκευή, ο χορός αποτελείται από είκοσι φαντάρους με ξυρισμένα κεφάλια που εισβάλλουν μαχητικά κατεβαίνοντας τις σκάλες και περνώντας ανάμεσα στο κοινό. Με τους φακούς που κρατούν δημιουργούν «παιχνίδια» σκιάς-φωτός στην underground σκοτεινιά του χώρου, ενώ, συμμετέχουν ενεργά στα όσα διαδραματίζονται επί σκηνής αφού επωμίζονται ένα μέρος της επιχειρηματολογίας που ο Μενέλαος και οι ηγέτες των Ελλήνων βάζουν στο στόμα του Ορέστη.
Στο ρόλο της Ανδρομάχης, η Λυδία Φωτοπούλου αποδίδει με άψογη δυναμικότητα την οδύνη και το σπαραγμό της μάνας. Η κυρία Φωτοπούλου συγκινεί βαθύτατα τον θεατή τοποθετώντας τον στο κέντρο του τραγικού πεπρωμένου της ηρωίδας. Η υποκριτική δεινότητα της ηθοποιού γοητεύει το κοινό που κοινωνεί την «οικεία ηδονή» και γεύεται την παράδοξη «κάθαρση» του προσώπου.
Σημείωση: Για την κριτική αντλήθηκε υλικό από τη μετάφραση της Αλεξάνδρας Συμεωνίδου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Γεωργιάδης"

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ανδρομάχη» του Jean Racine
Από το Εθνικό Θέατρο
Μετάφραση- Διασκευή- Σκηνοθεσία : Δημήτρης Μαυρίκιος
Σκηνικά- Κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική : Νίκος Κυπουργός
Μουσική Διδασκαλία : Μελίνα Παιονίδου
Χορογραφία- Κινησιολογία : Αποστολία Παπαδαμάκη
Φωτισμοί : Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Παίζουν : Λυδία Φωτοπούλου, Νίκος Καραθάνος, Χρήστος Λούλης, Μαρία Κεχαγιόγλου, Δημήτρης Ντάσκας, Ευγενία Αποστόλου και Τατιάνα Παπαμόσχου
Φρουρά του Ορέστη : Περικλής Ασημακόπουλος, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Ιπποκράτης Δελβερούδης, Μανώλης Δούνιας, Χρήστος Θεοδωρίδης, Θανάσης Ιωάννου, Άγγελος Καλίνογλου, Κωστής Καλλιβρετάκης, Αλέξανδρος Καλπακίδης, Δημήτρης Καραβιώτης, Αλέξανδρος Κλημόπουλος, Γιάννης Κότσιφας, Γιώργος Ντούσης, Γιώργος Οικονόμου, Κώστας Παπακωνσταντίνου, Γιώργος Στάμος, Παύλος Σταυρόπουλος, Βαγγέλης Στρατηγάκος, Στέλιος Τράκας και Βαγγέλης Ψωμάς

7/9 Νίκαια, 9/9 Πετρούπολη, 17/9 Αττικό Άλσος και 19/9 Βύρωνας
Ώρα έναρξης 21.00