Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

«Καινούργια σελίδα» του Νιλ Σάιμον στο Θέατρο «Μικρό Γκλόρια»

      
     Ο Νιλ Σάιμον είναι αρκετά γνωστός στις αθηναϊκές σκηνές όπου έχουν ανέβει πολλά έργα του δημοφιλή ως κινηματογραφικές επιτυχίες. Ο Αμερικανός συγγραφέας αναμιγνύει σύγχρονα είδη θεάτρου ξεκινώντας από τον στανισλαφσκικό νατουραλισμό και καταλήγοντας πολλές φορές σε έναν, αν όχι ακραίο, πολύ γλυκό και χαμηλόφωνο ρομαντισμό. Οι δραματικές κομεντί του Σάιμον περιέχουν αρμονικά το στοιχείο της υπερ-αληθινής πραγματικότητας, που οδηγείται συχνά σε ένα κομψό και «συντηρητικό» μελόδραμα. Ωστόσο, ο Νιλ Σάιμον σταματάει έγκαιρα τα πετάγματα της καρδιάς για να τα μεταποιήσει σε «λογική ευαισθησία».

       Στην «Καινούργια σελίδα» («Chapter Two», 1977), που παίζεται στο ζεστό θεατράκι «Μικρό Γκλόρια», όλοι γενικώς οι ήρωες του έργου αναζητούν τη μαγική συνταγή που θα τους βοηθήσει να γυρίσουν σελίδα, να πάρουν τη σκυτάλη από τα λάθη και τις απώλειές τους και να επιχειρήσουν να γράψουν ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή τους. Εντούτοις, όλοι πάσχουν από ατολμία. Ό,τι συμβαίνει τελικά στην καθημερινότητα μοιάζει στείρο και απωθητικό. Ο Τζωρτζ Σνάιντερ, συγγραφέας μυθιστορημάτων, πάσχει από μια ελαφρά μελαγχολία, κάτι σαν «καταθλιψούλα» θα λέγαμε, οφειλόμενη στην απώλεια της πολυαγαπημένης του συζύγου. Καμία γυναίκα στον κόσμο δεν συγκρίνεται μαζί της. Το γεγονός αυτό του «απαγορεύει» να γυρίσει σελίδα και να συνεχίσει τη ζωή του σε μια καινούργια κατάσταση. Ο αδελφός του Λέο Σνάιντερ τού παραστέκεται κάνοντας άπειρες προσπάθειες να τον «αποκαταστήσει» μέσα από κάποια γνωριμία. Εμφανίζεται αισιόδοξος και υπερκινητικός, σαν να θέλει να φέρει εις πέρας μια δύσκολη αποστολή, παρά το ότι και ο ίδιος κινδυνεύει στην προσωπική του ζωή να χάσει τον σύζυγό του.
       Ο σκηνοθέτης Γιάννης Μόσχος, που μεταφράζει επίσης το έργο, κατορθώνει με πολύ όμορφο τρόπο και με ιδιαίτερη προσοχή να τραβήξει το ενδιαφέρον του κοινού στους προβληματισμούς γύρω από τις σχέσεις και κυρίως γύρω από τη συμβίωση και τον γάμο ομοφυλόφιλων. Ο χώρος και το περιβάλλον ερμηνεύονται και υπογραμμίζονται από το πνεύμα που επικρατεί στους κύκλους των καλλιτεχνών και των διανοούμενων στη Νέα Υόρκη. Μολαταύτα, ο Γιάννης Μόσχος δεν επιμένει στο ζήτημα αυτό χρησιμοποιώντας το μάλλον ως βοηθητικό στοιχείο για να διασκεδάσει τον θεατή μέσα από τις σκαμπρόζικες ατάκες του Λέο. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η σκηνή που εκτυλίσσεται ανάμεσα στον Λέο και τη Φέι Μέντγουϊκ, φίλη των δύο αδελφών. Η Φέι θέλει οπωσδήποτε να απατήσει τον άνδρα της «πληρώνοντάς» τον με το ίδιο νόμισμα και για τον λόγο αυτό, δημιουργεί «κατάσταση» με τον Λέο, ο οποίος καταβάλει φιλότιμες προσπάθειες για να την ικανοποιήσει. Είναι όμως αδύνατον. Οι ερωτικές ζώνες του σώματός του (και όχι μόνο) αρνούνται επαφή με τις αντίστοιχες της φίλης του. Έτσι, ο Λέο προτιμά, με μεγαλύτερη ακόμη διάθεση, να σώσει τον γάμο του και να παραμείνει με τον άνδρα του (τον οποίο ομολογεί ότι απατά κατά κόρον με άλλους άνδρες).
       Ίσως το «ηθικό δίδαγμα» του Σάιμον να βρίσκεται στο βάθος των συναισθημάτων του ανθρώπου, εκεί όπου μπερδεύονται η απογοήτευση και ο πόνος, που νοιώθει ο απατημένος μπροστά στην απόρριψη και στην εξαπάτηση. Στο σημείο αυτό, οι διαφορές και η διαφορετικότητα δεν έχουν καμία σημασία αφού η πληγή δημιουργείται από το ίδιο το μαχαίρι. Εξάλλου, στο «πεδίο βολής» της θηλυκής πλευράς, που εκπροσωπείται από τις δύο φίλες, Τζένι Μαλόουν και Φέι Μέντγουϊκ, τα πράγματα δεν αλλάζουν και πολύ. Το θέμα μας είναι πάντα η «καινούργια σελίδα». Η Τζένι βγαίνει από ένα διαζύγιο και δεν θέλει καμία καινούργια ιστορία ενώ η Φέι αποτυγχάνει στην απιστία της γιατί την επιχειρεί με λάθος άνθρωπο. Τη λύση του έργου τη φέρνει η τύχη που ενώνει ξαφνικά τον Τζωρτζ με τη Τζένι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα «βάσανα» τελείωσαν. Η κάθαρση θα έρθει οριστικά όταν η σελίδα γυρίσει για τα καλά με θέα το καινούργιο.

       Το κουαρτέτο των ηθοποιών, στο «Μικρό Γκλόρια», Ταξιάρχης Χάνος (Τζωρτζ), Άγγελος Μπούρας (Λέο), Μαρία Καλλιμάνη (Τζένι) και Άνδρη Θεοδότου (Φέι) «συντονίζεται» με το μουσικό μοτίβο του Μποκερίνι, που λειτουργεί σαν το alter ego των ηθοποιών, οι οποίοι συντονίζονται επίσης αρμονικά μεταξύ τους για να στηθεί αυτή η έξοχη «ορχήστρα». Ο Ταξιάρχης Χάνος πατάει γερά και αποφασιστικά το σανίδι συνθέτοντας μια εντελώς χαρακτηριστική φιγούρα όπως και ο Άγγελος Μπούρας, αεικίνητος, κεφάτος, γεμάτος ζωή και εξαιρετικά αισιόδοξος. Παίζει με απαράμιλλη θετική διάθεση και γεμίζει τη σκηνή. Τον ίδιο βηματισμό πληθωρικής ευεξίας ακολουθούν η Μαρία Καλλιμάνη και η Άνδρη Θεοδότου. Η Μαρία Καλλιμάνη σχηματοποιεί έντεχνα μια φιγούρα ανάμεσα στην καθαρή ντάμα και στην «ώριμη ενζενί». Η Άνδρη Θεοδότου ενσαρκώνει επίσης δύο αντιφάσεις, την καθωσπρέπει ντάμα αρχικά και τη σεξουαλικά «αποτυχημένη» ντάμα στη συνέχεια. Μια αξέχαστη, απολαυστική «κωμίκα».