Τρίτη, 31 Ιουλίου 2007

Να μπει κανείς...ή να μην μπει;



Αυτό το καλοκαίρι, στο θέατρο «Παρκ», συνεχίζουν με επιτυχία οι παραστάσεις της ξεκαρδιστικής σαιξπηρικής παρωδίας «Άμλετ ο Β» του Sam Bobrick, που σκηνοθέτησε ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης ακολουθώντας τη συνταγή του διαδραστικού θεάτρου (interactive theater). Ο Sam Bobrick, που γεννήθηκε στο Σικάγο, έχει γράψει αρκετά έργα ανάμεσα στα οποία διακρίνονται τα : «Norman is that you?», «Murder at the Howard Johnson’s», «Wall’s Cafi», «Weekend Comedy», «Death in England» και «Hamlet Two». Ο «Άμλετ ο Β» είναι μια ανελέητη παρωδία του διαχρονικού αριστουργήματος του Σαίξπηρ κατά την οποία τίποτα δε μένει όρθιο. Όλα διακωμωδούνται, οι χαρακτήρες αλλοιώνονται και οι καταστάσεις οδηγούνται σε ακραίες εξελίξεις αποδεικνύοντας πόσο επικίνδυνα κοντά συνυπάρχουν το τραγικό με το κωμικό και πόσο εύθραυστες είναι οι σκηνικές ισορροπίες.
Αν το κοινό ανταποκριθεί με ευκολία και συμμετέχει ενεργά στα επί σκηνής τεκταινόμενα, η παράσταση έχει τη δυνατότητα, κυριολεκτικά, ν’ απογειωθεί! Η δράση δεν περιορίζεται στο σκηνικό χώρο, αλλά, απλώνεται και στην πλατεία. Από τον αυτοσχεδιαστικό οίστρο των συντελεστών και τη διάθεση του κόσμου, η διάρκεια της παράστασης μπορεί να παραταθεί ή να διεκπεραιωθεί σε λιγότερο χρόνο, αν οι θεατές δε φανούν πρόθυμοι να γίνουν «συνένοχοι». Ο θίασος αμβλύνεται και αμβλύνει την δυναμική της μιμήσεως, ταυτίζοντας, σε πολλές στιγμές της παράστασης, την θεατρική πράξη με τον «κοινωνικό» ρόλο των ηθοποιών και των θεατών. Ωστόσο, η παρωδία του Αμερικανού Sam Bobrick δεν υπακούει πλήρως σε διαδραστικές στρατηγικές δεδομένου ότι δημιουργεί κωμικές αποκλίσεις με επίκεντρο τους χαρακτήρες του κλασικού Άμλετ. Σύμφωνα με την κριτικό και σημειολόγο του θεάτρου Μαρίκα Θωμαδάκη, «το έργο του Bobrick ανατέμνει σε βάθος τους ρόλους και αναδεικνύει τους δρώντες του Shakespeare σε ήθη και ιδεολογήματα με τεράστια σατιρική συγκέντρωση. Μέσα από το χιούμορ των μονολόγων και των διαλόγων του έργου του, ο Sam Bobrick συνδιαλέγεται δημιουργικά με τον Shakespeare και με τους διανθρώπινους χαρακτήρες του «Άμλετ», βάσει των οποίων ουδετεροποιούνται τα θεατρικά πορτρέτα και υπογραμμίζονται με έντονους χρωματισμούς οι σκηνικές καρικατούρες».
Οι επί σκηνής αυτοσχεδιασμοί των ηθοποιών, τα πειράγματα και οι μεταξύ τους πλάκες διαμορφώνουν με τον παλιμπαιδισμό τους, ένα κλίμα χαβαλέ! Αν και σε πολλά σημεία η παράσταση κινδυνεύει ν’ αγγίξει τα όρια του γελοίου με αστεία τύπου «πήγαινε να δεις αν έρχομαι», παρείστικα ανέκδοτα εφηβικού ύφους, χοντροκομμένα αστεία, υπέρμετρη ή άστοχη δόση βωμολοχίας και κάποια προβλήματα ρυθμού, το αποτέλεσμα είναι άκρως διασκεδαστικό! Η τρελή παρέα του αφελή και φοβητσιάρη Άμλετ αποτελείται από τη τζάνκι Οφηλία που καπνίζει ασταμάτητα μπάφους, τραγουδάει και χορεύει νέγρικους ραπ ήχους, το γκέι Λαέρτη που πηγαίνει στο Παρίσι να σπουδάσει μανικιούρ-πεντικιούρ, την αλλοπαρμένη Γερτρούδη που δε διστάζει να σμίξει με το γιο της, τον ατσούμπαλο, γκαφατζή αδελφοκτόνο βασιλιά Κλαύδιο, τον ωραιοπαθή Γκλίντενστερν, το λαίμαργο Ρόζενγκραντς, το δολοπλόκο Πολώνιο και τον ζωηρό Οράτιο. Οι ατάκες του φαντάσματος του πατέρα του Άμλετ καθώς και η σκηνή με τους νεκροθάφτες να παίζουν μουσική με τα εργαλεία του επαγγέλματός τους, χαρίζουν άφθονο γέλιο.
Ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης υποστηρίζει με άνεση και αυτοσχεδιαστική ευχέρεια το ρόλο του Άμλετ. Ως Οφηλία, η Έφη Μουρίκη, με υπερβολή αλλά και βιτριολικό χιούμορ πλάθει μια άκρως κωμική φιγούρα. Ο Στάθης Βούτος στο ρόλο του Κλαύδιου και η Ελένη Τζώρτζη στο ρόλο της Γερτρούδη δημιουργούν ένα δίδυμο δυναμικής που κινείται με πλήρη έλεγχο των εκφραστικών του μέσων. Ο Πάνος Σταθακόπουλος (Λαέρτης) αποφεύγει σε μεγάλο ποσοστό τις παγίδες του ρόλου κινούμενος επιδέξια. Ο Γιάννης Κοτσαρίνης (Πολώνιος) και ο Κωνσταντίνος Κυριακού (Οράτιος) δημιουργούν εύστοχες διακυμάνσεις στους ρόλους τους και επικοινωνούν με το κοινό. Απολαυστικό δίδυμο αντιθέσεων ο Πρόδρομος Τοσουνίδης που υποδύεται τον Γκλίντενστερν και ο Μάκης Πατέλης, ως Ρόζενγκραντς. Η σκηνική τους χημεία και ετοιμότητα χαρίζουν αξέχαστα κωμικά στιγμιότυπα!
Παρακολουθώντας τέσσερις φορές την παράσταση, διαπίστωσα για πολλοστή φορά ότι η κάθε παράσταση είναι προϊόν μοναδικό και ανεπανάληπτο στο χρόνο (το μαγικό στοιχείο του εφήμερου) αλλά και την αδυναμία του κριτικού θεωρητικού λόγου να καταγράψει με ακρίβεια ή να επιχειρήσει να ταξινομήσει όσα διαδραματίζονται στο χαοτικό θεατρικό σύμπαν…

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Άμλετ ο Β΄» του Sam Bobrick
Από τις θεατρικές επιχειρήσεις Βαγγέλη Λιβαδά
Μετάφραση : Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία : Βλαδίμηρος Κυριακίδης
Σκηνικά – Κοστούμια : Φλώρα Κουτσουμάνη
Χορογραφίες : Ζελίνα Κιλίμη
Μουσική : Νίκος Παπουτσάς
Διδασκαλία Κρουστών : Δημήτρης Μενούνος
Φωτισμοί : Paolo Scritto
Παίζουν : Στάθης Βούτος, Γιάννης Κοτσαρίνης, Βλαδίμηρος Κυριακίδης, Πρόδρομος Τοσουνίδης, Έφη Μουρίκη, Μάκης Πατέλης, Πάνος Σταθακόπουλος, Ελένη Τζώρτζη, Κωνσταντίνος Κυριακού
Συμμετέχουν : Γιάννης Χριστοφάνης, Πέτρος Γιασεμής, Καλλιρόη Κορωνίου, Σοφία Καρατζογλίδου, Κωνσταντίνος Ησαϊας, Πένυ Διαμαντάκου

ΘΕΑΤΡΟ ΠΑΡΚ
Λεωφόρος Αλεξάνδρας 36, τηλ. 210 82 13 920
Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο – Κυριακή 21. 30
Σάββατο – Κυριακή 18. 30

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2007

Είμαστε...ό,τι ψηφίζουμε!


Η επιθεώρηση είναι λαϊκό και ταυτόχρονα βαθειά πολιτικό θέατρο με μεγάλη ιστορία, ποικίλες μορφές, σχολές, αντιλήψεις, στάδια άνθησης και παρακμής, περιόδους ισχυρής απήχησης αλλά και περιθωριοποίησης. Θέατρο άμεσο, καίριο, περιεκτικό και στη μορφή και στο περιεχόμενο. Μέσα από σύντομα αλλά ευθύβολα νούμερα (που δεν πρέπει να καταντούν εύπεπτα) συγγραφείς και ηθοποιοί με όπλα το χιούμορ και την επικοινωνιακή ετοιμότητα, αντίστοιχα, καυτηριάζουν με κριτική διάθεση, ανελέητα, σαρκάζοντας και αυτοσαρκάζοντας, πρόσωπα και καταστάσεις της επικαιρότητας. Η δύναμη της σάτιρας και η γοητεία του εφήμερου δεν θ’ αφήσουν ποτέ το είδος να πεθάνει, του επιβάλουν όμως ν’ ανανεώνει τακτικά τους κώδικές του και τη γλώσσα του, να εκσυγχρονίζεται, να ευθυγραμμίζεται με τα κελεύσματα των καιρών, προκειμένου να εξελίσσεται, να προοδεύει και πέρα από το να διασκεδάζει, ν’ αφυπνίζει τις συνειδήσεις των θεατών στηλιτεύοντας άφοβα τα κακώς κείμενα.
Στο θέατρο «Αθήναιον», η επιθεώρηση των Ντίνου Σπυρόπουλου και Γιώργου Γαλίτη «Νου Δού…η Άσχημη» προσφέρει ένα πλούσιο θέαμα που χαλαρώνει, διασκεδάζει και επιχειρεί ν’ ανεβάσει τη διάθεση του θεατή διακωμωδώντας όλα τα θλιβερά γεγονότα που καθημερινά συμβαίνουν γύρω του και τον αφορούν καθώς επηρεάζουν τη ζωή του. Τα κείμενα εστιάζουν, κατά κύριο λόγο, σε όσα διαδραματίζονται στο σύγχρονο τηλεοπτικό τοπίο (που βρίθει από στοιχεία παρακμής και χυδαιότητας) ενώ διεκπεραιώνουν ράθυμα τα σχόλια τους γύρω από την κοινωνικό-πολιτική πραγματικότητα μέσα από κοινοτυπίες, επιδερμικά, χωρίς αιχμηρές αναφορές, με τάσεις ασάφειας και γενικολογίας, χωρίς στόχο, χωρίς οίστρο, χωρίς ζουμί. Τα κείμενα (με ελάχιστες εξαιρέσεις) εξαντλούνται σε άνευρα λογοπαίγνια, παρωχημένα αστεία, ξεθυμασμένα ανέκδοτα, πλατειάζουν και καταφεύγοντας σε πρόχειρες ευκολίες, υπερβολές, ακρότητες επιχειρούν να προκαλέσουν γέλιο. Ωστόσο, εύστοχες ατάκες ειπωμένες την κατάλληλη χρονική στιγμή και εμπλουτισμένες από την αυτοσχεδιαστική δεινότητα των ηθοποιών (όταν δεν ξεπερνούν το μέτρο) προκαλούν αβίαστα εκρήξεις γέλιου.
Τη σκηνοθεσία της παράστασης και τις ζωηρές χορογραφίες υπογράφει ο Φώτης Μεταξόπουλος, το επιβλητικό σκηνικό επιμελήθηκε ο Κάρολος Ρωμούσης και τους φωτισμούς ο Ηλίας Βακάκης. Οι εύστοχοι στίχοι των τραγουδιών έδεσαν με την υπέροχη μουσική του Ζακ Ιακωβίδη. Το έργο ξεκινάει με το Βασίλη Ζωνόρο στο μονόλογο «Ο Ευχάριστος». Ακολουθεί η Χριστίνα Ψάλτη με το νούμερο «Το λάθος της Ιστορίας» που αναφέρεται στο νέο διδακτικό εγχειρίδιο που προκάλεσε αντιδράσεις και γίνεται αφορμή για μια γενικότερη κριτική της κατάστασης στο χώρο της παιδείας. Έπειτα, ο Μιχάλης Μόσιος, απολαυστικός ως «Ο Ταμτάκος original», ο Πάνος Χατζικουτσέλης, έξοχος ως «Νοικοκύρης στα πρόθυρα νευρικής κρίσης», χαρίζει άφθονο γέλιο ενώ ο Κώστας Τσάκωνας, «Ο Γνωστός Άγνωστος», μιλώντας στη δημοσιογράφο του «Τελε-Ξύστη», Τίσα Βασιλάκη, διακωμωδεί πολλές πικρές αλήθειες προφέροντας τες «έξω από τα δόντια». Ο Ντίνος Σπυρόπουλος, στο νούμερο «Για τα πανηγύρια» σατιρίζει την αυθεντική λαϊκή τραγουδίστρια Έφη Θώδη («Ζωή σαν…το τυρόγαλο»). Ο Τάσος Πεζιρκιανίδης λάμπει με το κέφι του και με τη φιγούρα του παππού που πλάθει στο «Που’ σαι Θανάση;». Ο Στάθης Ψάλτης δημιουργεί ένα καινούριο χαρακτήρα, το Λεωνίδα, όχι το στρατηγό με τους τριακοσίους, αλλά αυτόν με τα τριακόσια ευρώ το χρόνο και εφιάλτες το νοίκι, τους λογαριασμούς, τα φάρμακα… Το πρώτο μέρος κλείνει μ’ ένα αισθησιακό χορευτικό, «Το τελευταίο Ταγκό», από τη Σοφία Τρανά, τον Αλέξανδρο Γιάνη και τα υπέροχα κορίτσια του μπαλέτου.
Το δεύτερο μέρος ξεκινάει μ’ ένα συγκινητικό αφιέρωμα στη Βίκυ Μοσχολιού, όπου η Σόφη Ζαννίνου με τη ζεστή φωνή της και την πληθωρική παρουσία της τραγουδά αξέχαστες επιτυχίες όπως «Τα τρένα που φύγαν», «Ξημερώματα», «Πέρα από τη θάλασσα», «Χάθηκε το φεγγάρι», «Έτσι είναι η ζωή». Στη συνέχεια, ο θίασος μιμείται τις περσόνες της τηλεοπτικής εκπομπής «Ζετέμ Ελλάς» χαρίζοντας μας ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα με την αναπαράσταση των παρατράγουδων «Το πριόνι δεν κολώνει», «Να’ μαι, να’ μαι ο εραστής σου!», «Που είναι ο Πουτσίνι;», «Το Θέλω…το θέλω!!!» και φυσικά το θρυλικό σουξέ «Βας, βας…ο Παρασκευάς».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Νου Δού…η Άσχημη» των Ντίνου Σπυρόπουλου – Γιώργου Γαλίτη
Από τις επιχειρήσεις θεάματος Μάρκου και Θύμιου Τάγαρη
Σκηνοθεσία – Χορογραφίες : Φώτης Μεταξόπουλος
Μουσική : Ζακ Ιακωβίδης
Σκηνικά : Κάρολος Ρωμούσης
Κατασκευή Σκηνικού : Γιάννης Βασιλόπουλος
Κατασκευή Κοστουμιών : Σύλια Δεμίρη
Φωτισμοί : Ηλίας Βακάκης
Παίζουν : Στάθης Ψάλτης, Κώστας Τσάκωνας, Σόφη Ζαννίνου, Μιχάλης Μόσιος, Πάνος Χατζηκουτσέλης, Τάσος Πεζιρκιανίδης, Βασίλης Ζωνόρος, Ντίνος Σπυρόπουλος, Χριστίνα Ψάλτη, Γιώτα Κουτσουδάκη, Τίσα Βασιλάκη
Χορεύουν : Αλέξανδρος Γιάνης, Σοφία Τρανά
Μπαλέτο : Ε. Πανομάρεβα, Χ. Λουκαδάκη, Σ. Ελευθεριάδη, Σ. Λάττα,
Σ. Σμυρνάκη, Ε. Καμαρινοπούλου

ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗΝΑΙΟΝ
Πατησίων 55, τηλ. 210 82 14 000
Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή 21. 30, Σάββατο 19.00 (λαϊκή) 22.00,
Κυριακή 21.00

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2007

Σαν παλιά φωτογραφία



Σ’ ένα νέο, ιδιόμορφο και ενδιαφέρον πολυχώρο τέχνης, η θεατρική ομάδα «Όχι Παίζουμε», οι παραστάσεις της οποίας απασχόλησαν με την πρωτοτυπία τους κοινό και κριτική, παρουσιάζει την τέταρτη παραγωγή της, το έργο του Άκη Δήμου, «Το Αίμα που μαράθηκε». Η ομάδα, που ίδρυσε ο σκηνοθέτης Γιώργος Σαχίνης, ξεκίνησε τη διαδρομή της με την παράσταση «Πείραμα Επτά επί Θήβας». Στη συνέχεια, ανέβασε το τολμηρό έργο της Paula Vogel «…και το μωρό μας κάνει 7» και το περασμένο καλοκαίρι την παράσταση «Καρδιά με κόκαλα. Βίος και πολιτεία του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη». Τη φετινή χειμερινή περίοδο, η ομάδα ανέβασε στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το έργο του Albert Camus «Καλιγούλας».
Το έργο του Άκη Δήμου «Το Αίμα που μαράθηκε» είναι ένα σκοτεινό παραμύθι με αφορμή το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου «Η Κερένια Κούκλα». Πρόκειται για ένα κείμενο που η δραματική και τραγική πλοκή του εξελίσσεται σε μια πρωτόγνωρα δοσμένη, αφηγηματικά, Αθήνα, με τα σπίτια, τις γειτονιές, τα στέκια, τους ερημικούς και τους κεντρικούς πολυσύχναστους δρόμους της, «στη σκιάν της Ακροπόλεως και παρά το βράχον του Φιλοπάππου». Εκεί κατοικεί ο Νίκος με τη βαριά άρρωστη γυναίκα του τη Βιργινία και τη Λιόλια, ένα όμορφο νεαρό κορίτσι, μακρινή συγγενή της συζύγου του. Σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο, που πλεονάζει από λυρικές παρεμβολές και μεταφυσικά σύμβολα, κινούνται οι ήρωες, πρόσωπα ζυμωμένα από τη ζωή, με τα πάθη, τις ανατάσεις και τις πτώσεις της, υποχείριο μιας υπέρτατης δύναμης : της μοίρας. Το μυθιστόρημα έχει διασκευαστεί από τον Παντελή Χορν και έχει ανέβει στη σκηνή από το θίασο της Κυβέλης σε σκηνοθεσία Θωμά Οικονόμου, από την Εταιρεία Θεάτρου «Αιωρία» σε διασκευή-σκηνοθεσία Κατερίνας Σαρροπούλου και στο πλαίσιο της Μπιεννάλε Νέων Δημιουργών σε σκηνοθεσία Λ. Γιαννακού. Στον κινηματογράφο έχει μεταφερθεί δυο φορές, ενώ στην τηλεόραση προβλήθηκε μέσα από σειρά της ΕΤ2.
Ο Άκης Δήμου με το «Αίμα που μαράθηκε» επανέρχεται στα οικεία μονοπάτια του διαλόγου με τα παλαιότερα έργα και δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα διακειμενική σύνθεση. Ο συγγραφέας μεταφέρει σε μια αποσπασματική και συναισθηματικά αποφορτισμένη μορφή τα βασικά υφολογικά γνωρίσματα του μυθιστορήματος, συνθέτοντας επί σκηνής ένα κόσμο ονειρικό, έναν κόσμο όπου η λυπητερή ερωτική ιστορία του Χρηστομάνου «ακούγεται» σαν ένα παλιό, «σκοτεινό παραμύθι». Οι τρεις ήρωες αφηγούνται από διαφορετική ο καθένας οπτική, την ιστορία τους. Ο τρόπος που λειτουργεί ο χώρος και ο χρόνος στο έργο ενισχύει την ονειρική ατμόσφαιρα του παραμυθιού. Στο κείμενο έχει επινοηθεί ένας τέταρτος χαρακτήρας, αυτός της Τρίτης Γυναίκας, που λειτουργεί και ως παντογνώστης αφηγητής. Παρεμβαίνει, σχολιάζει και ερμηνεύει τα λόγια των άλλων. Στο πρόσωπο αυτό συνοψίζονται, θα λέγαμε, όλες οι γυναίκες που, στο μυθιστόρημα, θαυμάζουν και ονειρεύονται το Νίκο. Ο έντονος λυρισμός που χαρακτηρίζει το ύφος του Χρηστομάνου μεταφέρεται στη σκηνή μέσα από τον ποιητικό λόγο του Δήμου
Η σκηνοθετική ανάγνωση του Γιώργου Σαχίνη αναδεικνύει το ονειροφαντασιακό στοιχείο του έργου σε μια παράσταση σύγχρονης αισθητικής που φιλοδοξεί ν’ αφορά το θεατή. Ο ευφάνταστος σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε ο Γιάννης Σκουρλέτης χωρίζεται σε δυο επίπεδα : από τη μια πλευρά, ένας θάλαμος που παραπέμπει σε νοσοκομείο όπου παρατίθενται στη σειρά τρία ράντζα και από την άλλη, ένα τούνελ με λευκά πανιά και φωτισμούς νέον στο βάθος του οποίου διακρίνεται ένα γαμήλιο τραπέζι.
Η Γεωργία Τσαγκαράκη, στο ρόλο της Βιργινίας, αποδίδει εύστοχα τις συναισθηματικές αποχρώσεις της ηρωίδας. Η Βιργινία, πιστή στην καθαρότητα που συμβολίζει το φεγγάρι με το οποίο ταυτίζεται, μοιάζει από την αρχή συμφιλιωμένη με την εμπειρία της απώλειας. Με μια ιδιάζουσα εκφορά λόγου και με τα πλούσια εκφραστικά της μέσα η Τζίνα Θλιβέρη ερμηνεύει τη Λιόλια, υπογραμμίζοντας την εύθραυστη αισθαντικότητα στη σκηνική της υπόσταση. Η Λιόλια ταυτίζεται με τον ήλιο που υποδηλώνει τη γήινη παρουσία και τη δύναμη του έρωτα, της ζωής, της ημέρας, των λουλουδιών. Ως Τρίτη Γυναίκα, η Αγγελική Λεμονή σκιαγραφεί μια μυστηριώδης φιγούρα που υποδηλώνει το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα στον κόσμο των νεκρών και των ζωντανών. Ενδιαφέρουσα και ισορροπημένη ερμηνεία. Ο Γιώργης Τσαμπουράκης υποδύεται το Νίκο, το αντικείμενο του πόθου, κίνητρο για να αφηγηθούν οι δυο γυναίκες την ερωτική ιστορία τους. Η μετακίνηση του πάνω σε μια αναπηρική καρέκλα δεν έχει άμεσα ανιχνεύσιμη επεξήγηση…


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το Αίμα που μαράθηκε» του Άκη Δήμου
Ένα σκοτεινό παραμύθι με αφορμή το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου «Η Κερένια Κούκλα»
Από τη θεατρική ομάδα «Όχι Παίζουμε»
Σκηνοθεσία : Γιώργος Σαχίνης
Χορογραφία : Ειρήνη Αλεξίου
Σκηνικά-Κοστούμια : Γιάννης Σκουρλέτης
Μουσική : Κώστας Δαλακούρας
Φωτισμοί : Χριστίνα Θανάσουλα
Συνεργάτες παραγωγής : Αριστείδης Ασπρούλης, Μαίρη Λογοθέτη
Παίζουν : Τζίνα Θλιβέρη, Αγγελική Λεμονή, Γεωργία Τσαγκαράκη, Γιωργής Τσαμπουράκης

ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
Καλλιδρομίου 68, Εξάρχεια, τηλ. 210 80 68 552, 697 80 14 815
Από 7 Ιουλίου έως 10 Αυγούστου
Τρίτη-Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο στις 21. 00

Παραμυθένια παραβολή

Πλούσια παρακαταθήκη το έργο αλλά και οι αφηγήσεις των πλανόδιων καλλιτεχνών που συνηθίζουν να λένε ότι «η ζωή τους είναι ο δρόμος». Ο τρόπος και η στάση ζωής τους άσκησαν επιρροή και αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για μεγάλους δημιουργούς. Οι φορητές σκηνές, από το θρυλικό άρμα του Θέσπη ως τα περιπλανώμενα μπουλούκια συνδέθηκαν με διάφορες μορφές λαϊκού θεάτρου. Φαινόμενο ρευστό και πολύπλευρο που φθάνει από την παραστατική ιεροτελεστία ως την απλή διασκέδαση πλατιών μαζών.
Σε αυτό το είδος θεάτρου στηρίζεται η ευφάνταστη και πρωτότυπη ιδέα που υλοποίησε φέτος το φεστιβάλ Αθηνών. Θέατρο σε τροχόσπιτο! Ένα βαν μεταφέρει ένα τροχόσπιτο, σχεδιασμένο από τον εικαστικό Σωκράτη Σωκράτους, με προδιαγραφές αυτόνομης θεατρικής σκηνής. Το όχημα ταξιδεύει και κάνει στάσεις σε διάφορες γωνιές της Αθήνας για να δώσει παραστάσεις που απευθύνονται σε κοινό κάθε ηλικίας. Το έργο είναι μια ελεύθερη προσαρμογή της ταινίας του Ιταλού, βραβευμένου με Όσκαρ, σκηνοθέτη Φεντερίκο Φελίνι «La Strada». Η Γαλλίδα ηθοποιός και σκηνοθέτης Pierrette Dupoyet έγραψε ένα μονόλογο με ηρωίδα τη Τζελσομίνα που αφηγείται τις περιπέτειες της ζωής της. Η φτωχή κοπέλα αναγκάζεται για βιοποριστικούς λόγους να εγκαταλείψει την οικογένεια της και ν’ ακολουθήσει τον σκληρό ζογκλέρ Ζαμπάνο που δίνει υπαίθριες παραστάσεις περιπλανώμενος από χωριό σε χωριό. Μια περίεργη σχέση αναπτύσσεται μεταξύ τους καθώς εκείνος προσπαθεί να την εκπαιδεύσει στις τεχνικές του θεάτρου του δρόμου και του τσίρκου. Θέλει να την υποτάξει στη δική του θέληση, να την κάνει υποχείριο του, την καταπιέζει, την κακομεταχειρίζεται και σύντομα η Τζελσομίνα θα προσπαθήσει ν’ απαλλάξει τον εαυτό της από τον ασφυκτικό κλοιό που την απειλεί. Η γνωριμία της με τον «Τρελό» θα την γοητεύσει ανοίγοντας της νέους ορίζοντες. Όμως, τα πράγματα εξελίσσονται δυσάρεστα, ο Ζαμπάνο σκοτώνει από φθόνο τον «τρελό» και η ηρωίδα βρίσκει ένα τραγικό τέλος.
Ο σκηνοθέτης Βασίλης Μαυρογεωργίου κράτησε το βασικό ιστό της ιστορίας κάνοντας κάποιες αφηγηματικές παρεμβάσεις ενώ προσάρμοσε πρόσωπα και καταστάσεις στα ελληνικά δεδομένα όπως, για παράδειγμα, την αλλαγή των ονομάτων: η Τζελσομίνα έγινε Σπυριδούλα και ο Ζαμπάνο έγινε Μήτσος. Και σε αυτή τη σκηνοθεσία, το στίγμα του νεαρού ευφάνταστου δημιουργού είναι εμφανές. Στα κείμενα που γράφει και σκηνοθετεί («Κατσαρίδα», «Μόνο την αλήθεια, Μέρος Ι», «Ιστορίες από το Κατάρ») οι ήρωες του κατοικούν σε ένα παραμυθένιο κόσμο, σε μια ονειρική ατμόσφαιρα. Το «πειραγμένο» φινάλε του έργου σε χιπ-χοπ ρυθμούς με τη γλυκόπικρη γεύση ότι «κι ένα πετραδάκι να είσαι χρησιμεύεις σε κάτι» προσδίδει στο όλο εγχείρημα αέρα αισιοδοξίας και θετική ενέργεια!
Το τροχόσπιτο, γύρω και μέσα στο οποίο κινείται η Σπυριδούλα, μια φιγούρα καρτούν, γίνεται τελικά το κέλυφος αυτής της περιπλανώμενης ψυχής που έρχεται αντιμέτωπη με τους ανθρώπους, την αγάπη και το μίσος, το καλό και το κακό. Καταλυτικό ρόλο διαδραματίζουν οι ζωηροί φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ που προσθέτουν, μαζί με την υπέροχη μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα, μια παιχνιδιάρικη χροιά κάνοντας αντιθέσεις με τον κατάλευκο, άδειο (εκτός από ελάχιστα αντικείμενα) σκηνικό χώρο. Κατασκευασμένο από ημιδιάφανο πλεξιγκλάς, το τροχόσπιτο είναι έτσι σχεδιασμένο, ώστε η μετωπική πλευρά να κατεβαίνει σαν ράμπα, τα πλαϊνά να είναι συρόμενα, το εσωτερικό να χρησιμοποιείται για τη δράση, καθώς και η οροφή στην οποία ανεβαίνει η ηθοποιός από μια εσωτερική σκαλίτσα
Η Όλια Λαζαρίδου ενσαρκώνει, χειριζόμενη ευθύβολα τα πλούσια εκφραστικά της μέσα, τη Σπυριδούλα, ένα αλητάκι – σκλαβάκι που ακολουθεί κατά πόδας τον Μήτσο ακόμη κι όταν εκείνος την αφήνει για να επισκεφθεί τις πόρνες της περιοχής.. Μοναδική αφηγηματική δεινότητα που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών. Μια παιδική αθωότητα που συγκινεί με τη γνησιότητα της! Με τις εναλλαγές της φωνής της και με τη χορογραφική κινησιολογία της υποδύεται όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά την ακρίβεια της υποκριτικής υφολογίας της.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Pierrette Dupoyet «Τζελσομίνα»
Ελεύθερη προσαρμογή της ταινίας του Federico Fellini «La Strada»
Διασκευή : Όλια Λαζαρίδου-Βασίλης Μαυρογεωργίου
Σκηνοθεσία : Βασίλης Μαυρογεωργίου
Κατασκευή τροχόσπιτου - Σκηνικά - Κοστούμια : Σωκράτης Σωκράτους
Μουσική : Κωνσταντίνος Βήτα
Φωτισμοί : Ελευθερία Ντεκώ
Ερμηνεύει η Όλια Λαζαρίδου
Συμμετέχει ο Γιώργος Τσούλαρης

ΘΕΑΤΡΟ ΣΕ ΤΡΟΧΟΣΠΙΤΟ
8 & 13/6 Πειραιώς 260 (Κήπος), 18/6 Κορεάτικη Αγορά, 25/6 Πεδίον του Άρεως, 27/6 Αττικό Άλσος, 3/7 Πάρκο Κολωνού, 10/7 Μουσείο Μπενάκη (Πειραιώς) , 14/7 Μικρή Επίδαυρος, 16/7 Φεστιβάλ Ολυμπίας
Ώρα έναρξης : 21.00
Είσοδος Ελεύθερη
Υπό την αιγίδα της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς

Ερωτική μονομαχία



Στο «Κουαρτέτο» (1981) του Ανατολικογερμανού Heiner Müller (1929- 1995) προτείνεται μια διαλογικότητα, όπου τα πρόσωπα διαχέονται σε εναλλάξιμους ρόλους ακολουθώντας ένα αυτοκαταστροφικό παιχνίδι σε βαθμό όπου ο θάνατος του εγώ να «δείχνεται» προσποιούμενος το θάνατο του άλλου, του ρόλου. Ο τίτλος παραπέμπει σε ρόλους κι όχι σε πρόσωπα : ο Βαλμόν και η Μερτέιγ παίζουν τους εαυτούς τους αλλά και τις Μαντάμ ντε Τουρβέλ και Βολάνζ. Σύγκρουση φύλων με αντεστραμμένους όρους, αφού το αρσενικό προσποιείται το θηλυκό και το θηλυκό το αρσενικό μέσα σ’ ένα παιχνίδι της άρνησης του «εγώ» και υιοθέτησης του προσωπείου που συνιστά το έτερον. («Νομίζω θα μπορούσα να εθιστώ στο να είμαι γυναίκα, Μαρκησία»).
Οι δυο κεντρικοί ήρωες, σαν επιζώντες από κάποιο γενικό όλεθρο, ενσαρκώνουν σε ένα σύγχρονο αντιπολεμικό καταφύγιο την ίδια τη φθορά. Παρακμή και πτώση, ερειπιώδης κατάσταση και σαθρότητα, εξαχρείωση και σαρκασμός είναι τα νοητικά μοτίβα πάνω στα οποία ο συγγραφέας ανασυνθέτει υλικό από το επιστολικό μυθιστόρημα του Choderlos de Laclos «Επικίνδυνες Σχέσεις» (1781) και το επανεγγράφει με τους δικούς του όρους. Από τον αυτοσαρκασμό, τη χλεύη και την τραγική γελοιότητα εκπορεύεται η ιδέα αυτού του μεταμοντέρνου κειμένου με κωμική διάσταση και στοιχεία μαύρης φάρσας. Πρόκειται για ένα διάλογο αλληλοσπαραγμού, ψυχικού ερέβους, μακάβριας σεξουαλικότητας των δυο εραστών που μάλλον διανύουν το τελευταίο κομμάτι του πολυτάραχου και σκανδαλώδους βίου τους. Χωρόχρονος : Σαλόνι πριν από τη Γαλλική Επανάσταση. Μπούνκερ μετά τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το 1987 ο Robert Wilson ανεβάζει το έργο στο Αυλικό Θέατρο του Λούντβιχμπουργκ. Η παράσταση χαρακτηριζόταν από την απουσία της πολιτικής διάστασης. Σύμφωνα με την κριτικό θεάτρου Ελένη Βαροπούλου «η μεταμοντέρνα εικονοφιλική αισθητική του σκηνοθέτη προσέδιδε στην αβυσσαλέα διαλεκτική του συγγραφέα μια δαιμονική όσο και χορογραφική όψη, μέσα από ένα είδος σκηνικής τριγωνομετρίας, με ιερατικούς ανθρώπινους γραφισμούς, με εξεζητημένα τρίγωνα και διαγωνίους». Η προβληματική του χρόνου είχε έρθει σε πρώτο πλάνο με την προσωποποίησή του και την εμφάνιση του ως συμβολική φιγούρα.
Είκοσι χρόνια μετά, ο σκηνοθέτης επανέρχεται στο σύντομο, πυκνό αυτό κείμενο-ερωτική μονομαχία, αιώνιο πόλεμο των φύλων, αγώνα λόγου, ατέρμονο παιχνίδι ταυτοτήτων και μεταμφιέσεων απαράμιλλης ειρωνείας και σκληρότητας. Ο Ariel Garcia Valdès στο ρόλο του Βαλμόν αντιμέτωπος με την Μαρκησία ντε Μερτέιγ, την οποία ενσαρκώνει η Isabelle Huppert, δοκιμάζουν τους εαυτούς τους σε μια επίδειξη υποκριτικής και ερμηνευτικής δεξιοτεχνίας. Τους πλαισιώνουν ένα ζευγάρι χορευτών κι ένας ηλικιωμένος ηθοποιός δημιουργώντας έτσι ένα κουιντέτο!
Ευρηματική και σύνθετη η σκηνοθετική ανάγνωση του Αμερικανού μάγου της εικόνας Robert Wilson. Η φορμαλιστική αισθητική του σκηνικού χώρου που «κατοικείται» από ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα ανέδειξε με πρωτότυπο και καινοτόμο προσανατολισμό το παιχνίδι των ρόλων και των μεταμορφώσεων. Η εναλλαγή ασπρόμαυρων και έγχρωμων φωτισμών παρέπεμπε σε κινηματογραφικά πλάνα σηματοδοτώντας έννοιες όπως το εφήμερο της ηδονής (έντονο κόκκινο ή μωβ) αλλά και την αιωνιότητα του θανάτου (μαύρο). Αλληλοδιαδοχή φωτοσκιάσεων, εξπρεσιονιστικών χρωμάτων και γεωμετρικών σχημάτων! Εικαστικό δρώμενο που προκαλεί αισθητική τέρψη στο θεατή ακόμα και κατά τη διάρκεια εναλλαγής των σκηνικών. Ένα θέατρο που στηρίζεται στη μαγική δύναμη της εικόνας και αποκτά έναν πολύ έντονο ονειρικό χαρακτήρα και μια παραμυθένια διάσταση που καθιστά δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Το λευκό μακιγιάζ στα πρόσωπα των ηθοποιών έδινε την αίσθηση μάσκας που «φανερώνει κρύβοντας ή κρύβει φανερώνοντας» μεγάλες αλήθειες για τη ζωή και το θάνατο, για τον έρωτα και το θάνατο.
Σκηνοθετικός πλουραλισμός και πολλαπλότητα υποκριτικών τεχνικών. Οι κινησιακοί και φωνητικοί κώδικες εξασφάλιζαν στην παράσταση συνοχή και ενιαία υφολογία. Κραυγές, σπασμωδικές κινήσεις, εκκωφαντικοί θόρυβοι, εναλλαγή αργόσυρτης αλλά και ταχύρρυθμης εκφοράς του λόγου, ρυθμοί rock’n’roll, rap, επαναλήψεις λέξεων ή φράσεων σε διαφορετική ή κλιμακωτή τονικότητα, παρατεταμένη σιωπή, εικόνες-ταμπλό υπογραμμίζουν τις συναισθηματικές μεταπτώσεις και τις εύθραυστες ισορροπίες των σχέσεων των δύο φύλων, που εκπροσωπούνται από τους δυο πρωταγωνιστές. Οι σαφείς αναφορές σε προγενέστερες ή σύγχρονες σκηνοθετικές προσεγγίσεις καθώς και οι παραπομπές σε υποκριτικές μεθόδους επαληθεύουν την έννοια - ή τον όρο- της «δια-παραστατικότητας».
Έντονη συγκινησιακή φόρτιση στην τελευταία δυνατή εικόνα του έργου με την Isabelle Huppert, πλάτη στο κοινό, να βαδίζει αργά προς το σκοτάδι, κρατώντας τις γόβες της, ένα ενυδρείο την ακολουθεί και αυτή επαναλαμβάνει σε διάφορες τονικότητες την τελευταία φράση του κειμένου : «Θάνατος μιας πόρνης. Τώρα είμαστε μόνοι, Καρκίνε αγάπη μου».


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Κουαρτέτο» του Heiner Muller
Παραγωγή :Odéon -Théâtre de l’Europe, La Comédie de Genève, Théâtre du Gymnase/Marseille
Μετάφραση : Jean Jourdheuil, Béatrice Perregaux
Σκηνοθεσία, σκηνογραφία, φωτισμοί : Robert Wilson
Μουσική : Michael Galasso
Βοηθός σκηνοθέτη : Ann-Christin Rommen
Βοηθός σκηνογράφου : Stéphanie Engeln
Κοστούμια : Frida Parmeggiani
Παίζουν : Isabelle Huppert, Ariel Garcia Valdès, Rachel Eberhart, Philippe Lehembre, Benoît Maréchal

ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ (Θέατρο Ολυμπία)
Ακαδημίας 59-61, τηλ. 210 36 12 461
2, 3, 4, 6, 7 & 8 Ιουλίου στις 21. 00

Στα γαλλικά με ελληνικούς υπέρτιτλους (μετάφραση : Ελένη Βαροπούλου)

Ροκάδες στο σαλόνι μας!!!

Στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, για άλλη μια χρονιά, πέντε θεατρικές ομάδες στεγάζουν τη δουλειά τους στα πλαίσια του θεσμού «Άδειος Χώρος» που έχει για φετινό θέμα «Νεοελληνικά έργα σε πρώτη παρουσίαση». Η ομάδα «Nova Melancholia» παρουσίασε το έργο «Οφηλία/LEGO» σε κείμενο-σκηνοθεσία Βασίλη Νούλα, η ομάδα «Τσούκου-Τσούκου» ανέβασε την παράσταση «Neon» σε κείμενο-σκηνοθεσία Αντώνη Τσιοτσιόπουλου, η ομάδα «Θεώρηση» έπαιξε το έργο της Μαίης Σεβαστοπούλου «Το τέλος δε αυτής πικρόν ως αψίνθιον, οξύ ως μάχαιρα δίστομος» ενώ η «Ομάδα των πέντε» θα κλείσει το φετινό κύκλο των εκδηλώσεων με το έργο «Οι πριγκίπισσες που…» της Γιάννας Καφέ που σκηνοθέτησε η συγγραφέας με τη Δέσποινα Μαραγκουδάκη.
Η θεατρική ομάδα «Πείραμα» συμμετέχει στο θεσμό με το ανέβασμα του έργου «Η μπάντα» που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Κώστας Δριμυλής. Πρόκειται για την τρίτη δουλειά της ομάδας που ιδρύθηκε το 2003. Έχουν παρουσιαστεί, πάλι σε κείμενο και σκηνοθεσία του Κώστα Δριμυλή, τα έργα : «Η τρομακτική ανακάλυψη του Δρ. Γκάρφενμπουργκ» στο θέατρο Επί Κολωνώ και «Αγάπα με» στο θέατρο Ιλίσια-Βολανάκη. Παράλληλα με το θέατρο, έγινε η παραγωγή μιας ταινίας μικρού μήκους με τον τίτλο «Μαρτυρίες», που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ της Δράμας και στο Romania Anonimul International Film Festival. Στόχος της ομάδας είναι η παρουσίαση παραστάσεων ελληνικών και όχι μόνο, έργων με επίκεντρο το σύγχρονο άνθρωπο και τα προβλήματα του. Ιδιαίτερη θέση σε αυτές έχουν ποικίλες μορφές τέχνης όπως ο χορός, η μουσική και το τραγούδι. Σαν βασικό άξονα δουλειάς, η ομάδα χρησιμοποιεί τον αυτοσχεδιασμό καθώς τα νέα κείμενα δοκιμάζονται κατά τη διάρκεια των προβών και αν είναι απαραίτητο διορθώνονται.
Με το έργο «Η μπάντα», η νεανική θεατρική ομάδα θέτει το ερώτημα : «Τι θα κάνατε αν ξυπνούσατε ένα πρωί και βλέπατε στο σαλόνι σας ένα ροκ συγκρότημα;». Ένα συνηθισμένο ανδρόγυνο, που η ζωή του κυλάει ήρεμα, χωρίς περίεργα, παράξενα και αφύσικα πράγματα βρίσκεται στα πρόθυρα νευρικής κρίσης με την ξαφνική εισβολή και μόνιμη εγκατάσταση ενός ροκ συγκροτήματος στο σπίτι τους. Η αστυνομία, που ασταμάτητα καλούν, αδυνατεί να αντιδράσει καθώς έχουν σημειωθεί άλλες 200 καταγγελίες για παρόμοια περιστατικά. Το ζευγάρι δοκιμάζει διάφορους τρόπους για να διώξει τους απρόσκλητους «επισκέπτες» που κατά διαστήματα σπάνε τη σιωπή και την ακινησία τους για να ερμηνεύσουν κάποιο τραγούδι. Η ανεξήγητη, απρόβλεπτη αυτή κατάσταση φθάνει στο απροχώρητο και η γυναίκα μετά από έντονη διαμάχη με το σύζυγό της εγκαταλείπει το σπίτι, ομολογώντας ουσιαστικά ότι αυτό στάθηκε η αφορμή και όχι η αιτία της διάλυσης της σχέσης τους. Το διαμέρισμα αδειάζει και ενώ από τα υπόλοιπα νοικοκυριά οι μυστηριώδεις φιγούρες έχουν εξαφανιστεί, στο συγκεκριμένο παραμένουν. Η μεσίτρια το δείχνει σε νέους πελάτες και η αποκάλυψη της μικρής αυτής «λεπτομέρειας» όχι μόνο δεν απομακρύνει, αλλά αντίθετα, ενώνει ακόμα περισσότερο τους καινούργιους ιδιοκτήτες που φαίνεται να το διασκεδάζουν κιόλας!
Έξυπνη και πρωτότυπη η ιδέα της σύλληψης αυτής της «σουρεαλιστικής» κωμωδίας που σχολιάζει καυστικά με έναν έμμεσο τρόπο τα αδιέξοδα των σχέσεων, τη μίζερη διάθεση, την έλλειψη ειλικρίνειας, την αδυναμία της επικοινωνίας αλλά και την υποκρισία. Κάποιες δραματουργικές αδυναμίες καθιστούν ασαφείς τις προθέσεις ενός εγχειρήματος που, παρόλο που διασκεδάζει και προβληματίζει ταυτόχρονα το θεατή, δεν είναι ξεκάθαρο ως προς αυτό που επιθυμεί να εκφράσει. Ωστόσο, οι ανατρεπτικές καταστάσεις και τα σκηνικά ευρήματα προκαλούν άφθονο γέλιο. Η ιδιόμορφη συνύπαρξη των ηθοποιών με τους μουσικούς που δεν είχαν απλά θέση ζωντανής ορχήστρας αλλά ενός ρόλου είναι αρμονική και κατόρθωσε να λειτουργήσει. Οι πολύ καλές εκτελέσεις ροκ τραγουδιών επιτυγχάνουν να διαμορφώσουν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Η μπάντα» του Κώστα Δριμυλή
Από τη θεατρική ομάδα «Πείραμα»
Σκηνοθεσία : Κώστας Δριμυλής
Βοηθός σκηνοθέτη : Ειρήνη Τριανταφυλλίδη
Σκηνικά : Δήμητρα Κοτσώνα
Κοστούμια : Αθηνά Πουρνάρα
Επιμέλεια κίνησης : Χριστίνα Βασιλείου
Φωτισμοί : Μιχάλης Μπούρης, Παναγιώτης Τσάγκας
Μακιγιάζ : Συμέλα Καλαϊτζίδου
Παίζουν : Αλεξάνδρα Κολέτσου, Παναγιώτης Μαρίνος, Ειρήνη Παπαδημάτου, Θάνος Αλεξίου και Μερσίνη Καϊμά
Συμμετέχει το ροκ συγκρότημα οι «TRAP» που αποτελείται από τους μουσικούς : Άκης Βιντζηλαίος, Άγης Κριμπένης, Στέλιος Νομικός, Γιάννης Δρυμαρόπουλος και Γιάννης Λιανός

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ – ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΑΤΡΟ – Μεγάλη Σκηνή
Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, τηλ. 210 52 31 131
Από 22 έως 28 Ιουνίου στις 20. 00

Κερδίζοντας τη λύτρωση

Στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, για άλλη μια χρονιά, πέντε θεατρικές ομάδες στεγάζουν τη δουλειά τους στα πλαίσια του θεσμού «Άδειος Χώρος» που έχει για φετινό θέμα «Νεοελληνικά έργα σε πρώτη παρουσίαση». Η ομάδα «Nova Melancholia» παρουσίασε το έργο «Οφηλία/LEGO» σε κείμενο-σκηνοθεσία Βασίλη Νούλα και η ομάδα «Τσούκου-Τσούκου» ανέβασε την παράσταση «Neon» σε κείμενο-σκηνοθεσία Αντώνη Τσιοτσιόπουλου. Η ομάδα «Πείραμα» θα ανεβάσει τις επόμενες μέρες το έργο «Η μπάντα» που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Κώστας Δριμυλής ,ενώ η «Ομάδα των πέντε» μας συστήνεται με την παράσταση «Οι πριγκίπισσες που…» της Γιάννας Καφέ που σκηνοθέτησε η συγγραφέας μαζί με τη Δέσποινα Μαραγκουδάκη.
Στο θεσμό συμμετέχει φέτος και η Καλλιτεχνική Εταιρεία «Θεώρηση» που ίδρυσαν ο Γιώργος Χατζηδάκης με τη Μαίη Σεβαστοπούλου. Στη δεκαεξάχρονη πλέον πορεία της, η ομάδα έχει ανεβάσει 25 έργα και έχει δώσει πολυάριθμες παραστάσεις σε σημαντικές πολιτιστικές διοργανώσεις και φεστιβάλ στην Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα. Το θεατρικό κείμενο «Το τέλος δε αυτής πικρόν ως αψίνθιον, οξύ ως μάχαιρα δίστομος» γράφτηκε από τη Μαίη Σεβαστοπούλου ειδικά για τις παραστάσεις στον «Άδειο Χώρο». Μέσα από τη γραφή του θίγονται καυτά κοινωνικά θέματα όπως η ομοφυλοφιλία, ο ρατσισμός, τα ναρκωτικά και η αιμομιξία. Στην επεξεργασία αυτών των θεματικών, ο έντονα βιωματικός λόγος γεννά σκέψεις και ερωτήματα γύρω από το δίπτυχο Θύτες-Θύματα. Πόσο υπεύθυνοι είναι οι θύτες; Η «πολιτισμένη» κοινωνία μας, διαμορφωμένη με νόμους και κανόνες καμιά φορά παράλογους, γεννάει ανθρώπους άρρωστους ψυχικά, οδηγώντας τους σε ακραίες έως και εγκληματικές πράξεις. Από την άλλη πλευρά, τα θύματα. Πόσο αθώα είναι στην πραγματικότητα; Και πόσο το νεαρό της ηλικίας τους δικαιολογεί μια απόλυτη παθητικότητα που οδηγεί στον αφανισμό τους;
Μετά το βίαιο από διαφορετικά αίτια θάνατό τους, τέσσερις κοπέλες που δε γνωρίζονται μεταξύ τους, συναντιούνται σ’ έναν υπερβατικό χώρο του οποίου οι κανόνες τις υποχρεώνουν ν’ αφηγηθούν με λεπτομέρειες τα χτυπήματα της μοίρας, δηλαδή τις συμφορές που βίωσαν. Δύο από αυτές αυτοκτόνησαν και δύο δολοφονήθηκαν. Κάθε ηρωίδα αφηγείται τη δική της περιπέτεια και κατά τη διάρκεια του κάθε μονολόγου, τα υπόλοιπα πρόσωπα δεν παραμένουν απλοί θεατές. Αντίθετα, παρεμβαίνουν στη δράση ζωντανεύοντας μορφές που αναφέρονται στην κάθε ιστορία σ’ ένα παιχνίδι εναλλαγής ρόλων και μεταμορφώσεων. Μέσα από αυτή τη διαδικασία γνωρίζονται, αγαπιούνται και κερδίζουν τη λύτρωση. Η συγγραφέας επισημαίνει «πως η βαθειά γνώση του πόνου του συνανθρώπου μας, μας οδηγεί στην συγχώρεση, πολλές φορές και του θύτη μας». (Σε παρόμοια θεματική αλλά με διαφορετικό ύφος γραφής κινήθηκε και η παράσταση «The Black-eyed» της παλαιστινιακής καταγωγής Αμερικανίδας Betty Shamieh, που σκηνοθέτησε πρόσφατα ο Τάκης Τζαμαργιάς με την εταιρεία θεάτρου «Δυτικά της Πόλης» στο θέατρο «Φούρνος»).
Στον κέντρο της άδειας σκηνής, ο επιβλητικός κορμός δένδρου ενισχύει την ακαθόριστη, ασαφή αναφορά του τόπου και του χρόνου που εκτυλίσσεται η δράση ενώ οι τέσσερις βαλίτσες λειτουργούν συμβολικά μοιάζοντας να περικλείουν γεγονότα, καταστάσεις, συναισθήματα της ζωής της κάθε ηρωίδας. Οι τέσσερις κοπέλες είναι ντυμένες με το ίδιο λευκό ένδυμα, ομοιόμορφα, επιλογή που τονίζει την αποκοπή τους από την υλική τους υπόσταση δίνοντας έμφαση στην ψυχική. Οι μουσικές επιλογές καθώς και ο σχεδιασμός των φωτισμών εστιάζουν σε καίρια σημεία του έργου που κορυφώνεται η αφήγηση φορτίζοντας συγκινησιακά μια ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα. Τέσσερις νέες ηθοποιοί κατορθώνουν να λειτουργήσουν ομαδικά με υποδειγματικό τρόπο σε μια εύρυθμη παράσταση. Οι ερμηνείες τους, που ακολουθούν κοινούς υποκριτικούς κώδικες, ευθυγραμμίζονται σε μια ενιαία σκηνοθετική αντίληψη. Η Εύη Φώτου ερμηνεύει την Αντωνία, η Φιλίτσα Βουλιώτη τη Μαργαρίτα (αριστούχες απόφοιτες της Δραματικής Σχολής «Θεμέλιο»), η Αλεξία Τερεζάκη την Άλμα και η Νίκη Αναστασίου τη Δέσποινα.


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το τέλος δε αυτής πικρόν ως αψίνθιον, οξύ ως μάχαιρα δίστομος» της Μαίης Σεβαστοπούλου
Από την Θεατρική Ομάδα «Θεώρηση»
Σκηνοθεσία : Ομάδα «Θεώρηση»
Σκηνικά – Κοστούμια : Νίκη Αναστασίου, Αλέξια Τερεζάκη
Μουσική επιμέλεια : Φιλίτσα Βουλιώτη, Εύη Φώτου
Παίζουν : Εύη Φώτου, Αλέξια Τερεζάκη, Νίκη Αναστασίου και Φιλίτσα Βουλιώτη

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ – ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΑΤΡΟ – Μικρή Σκηνή
Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, τηλ. 210 52 31 131

Της ύπαρξής μου το μυστήριο...

«Ο δε όφις ην φρονιμότατος πάντων των θηρίων των επί της γης, ων εποίησεν κύριος ο Θεός».

Γένεσις 3 -1

Η νέα σκηνοθέτης Σμαράγδα Χατζηδάκη καταπιάνεται με το δύσκολο, απαιτητικό και αλληγορικό έργο του Λόρδου Μπάυρον «Κάϊν» υπογράφοντας την πρώτη της δουλειά. Η ενασχόληση της με το κείμενο ξεκίνησε την περσινή χρονιά στο θέατρο «Σημείο» όπου δόθηκαν λίγες παραστάσεις. Η σκηνοθέτης δούλεψε εκ νέου πάνω στο έργο, επεξεργάστηκε σκηνές κάνοντας απαραίτητες τροποποιήσεις, εξέτασε ζητήματα από διαφορετική σκοπιά και καταθέτει φέτος άλλη μια εκδοχή στο θέατρο «Άλεκτον». Ρέουσα, ποιητική και λειτουργική η μετάφραση της Χριστίνας Μπάμπου- Παγκουρέλη που γράφτηκε ειδικά για την παράσταση.
Ο Λόρδος Μπάυρον (1788-1824) υπήρξε σημαντικός Άγγλος ποιητής, πρωτοστάτης του κινήματος του Ρομαντισμού και φιλέλληνας. Μέσα στην πλούσια ποιητική του παραγωγή, υπάρχουν ελάχιστα έμμετρα θεατρικά έργα στα οποία παρουσιάζει, με τη μέθοδο των ζωγράφων του Κουατροτσέντο, δραματικές μεταμφιέσεις του εαυτού του : «Μαρίνος Φαλιέρος», «Μάνφρεντ», «Κάϊν», «Σαρδανάπαλος», «Οι δυο Φόσκαροι», «Ουρανός και γη» και ο «Βέρνερ», που μαρτυράει φανερή επίδραση από το «Φάουστ» του Γκαίτε. Στην Ελλάδα, έχουν παρουσιαστεί η όπερα «Μάνφρεντ» σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου και ο «Κάϊν» σε σκηνοθεσία Μίνωα Βολανάκη στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας.
Ο «Κάϊν», έργο καθαρά αυτοβιογραφικό, εκφράζει ένα πολύ σύγχρονο υπαρξιακό προβληματισμό. Ο ποιητής παρουσιάζει το ταξίδι στη γνώση και την αναζήτηση της ευτυχίας, όσο αυτή μπορεί να επιτευχθεί στον κόσμο έξω από τον παράδεισο, όπου και εκτυλίσσεται η δράση. Ο ήρωας ταλαντεύεται ανάμεσα στην πνευματική αναζήτηση, την ικανοποίηση της οποίας του προσφέρει ο Εωσφόρος και στην γήινη υλική ύπαρξη που εκφράζει η αδελφή και γυναίκα του, Άδα. Ο Κάϊν απαρνιέται τον Παντοδύναμο, συνωμοτεί με τον Εωσφόρο και σκοτώνει τον αδελφό του Άβελ σε μια έξαψη «αντικομφορμιστικής» οργής. Αν και το υλικό αντλείται από ένα θρησκευτικό μύθο, ο προβληματισμός δε περιστρέφεται γύρω από την ηθική και δεν εγκλωβίζεται στην κατηγοριοποίηση καλού-κακού. Και τα δυο στοιχεία συνυπάρχουν τόσο στον Εωσφόρο όσο και στο Θεό, όπως προσδιορίζονται μέσα από τα λόγια τους, τις πράξεις τους αλλά και τους ανθρώπινους χαρακτήρες, οι οποίοι έχουν με τα ανώτερα πνεύματα σχέσεις έλξης-απώθησης. Σύμφωνα με τον ερευνητή David Eggenschweiler «η σύγχρονη κριτική μετέτρεψε το έργο σε ψυχολογικό και είδε τον Κάϊν σαν ένα υπαρξιακό ήρωα παγιδευμένο σε μια αδιέξοδη σύγκρουση ανάμεσα στο πνεύμα και την ύλη, τη γνώση και την αγάπη – έναν οργισμένο νέο, επαναστατημένο ενάντια σε έναν κόσμο για του οποίου την δημιουργία δεν ευθυνόταν».
Μέσα από μια σύγχρονη οπτική, η σκηνοθετική προσέγγιση της Σμαράγδας Χατζηδάκη επιχείρησε να αναδείξει τις βαθύτερες δομές του έργου, να υπογραμμίσει την υπαρξιακή αναζήτηση και να προβάλλει θεμελιώδη ζητήματα-ερωτήματα με τα οποία ο σημερινός άνθρωπος εξακολουθεί να καλείται σε αναμέτρηση. Με την προβολή διαφανειών, την εύστοχη χρήση της σκιάς σε συγκεκριμένες στιγμές, τους καίριους φωτισμούς που «πάγωναν» τη λεπτομέρεια, τη χωροταξική διευθέτηση της κίνησης των ηθοποιών και την εκφορά του λόγου εστίασε σε λέξεις και έννοιες-κλειδιά του κειμένου καταθέτοντας μια ολοκληρωμένη ανάγνωση. Στο σκηνικό χώρο που διαμόρφωσε ο Δημήτρης Ζέρβας επικρατεί το λευκό χρώμα (τρεις λευκές κουρτίνες, ένα λευκό τρισδιάστατο δένδρο της γνώσης) αποτυπώνοντας την ουδετερότητα και τη διαχρονική διάσταση του έργου. Την ίδια γραμμή ακολούθησε και στα κοστούμια, ντύνοντας τους χαρακτήρες στα λευκά, πλην του Εωσφόρου, την ιδιάζουσα μορφή του οποίου ενσάρκωσε με μια παγερή και αινιγματική όψη ο Κωνσταντίνος Χατζησάβας. Οι νέοι ηθοποιοί κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες ν’ ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των ρόλων. Τον κεντρικό ήρωα Κάϊν ερμήνευσε ο Γιώργος Παναγιώτου, την Άδα υποδύθηκε η Αναστασία Αρβανίτη, τον Αδάμ ο Άλκης Ζούπας, την Εύα η Σοφία Λιάκου και τον Άβελ ο Φώτης Γαβράς.



Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Κάϊν» του George Gordon Lord Byron
Σκηνοθεσία – Μουσική επιμέλεια : Σμαράγδα Χατζηδάκη
Μετάφραση : Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη
Μουσική επεξεργασία : Τάσος Σωτηράκης
Φωτισμοί : Μπάμπης Καλαντζής, Σμαράγδα Χατζηδάκη
Σκηνικά - Κοστούμια : Δημήτρης Ζέρβας
Παίζουν : Άλκης Ζούπας, Σοφία Λιάκου, Φώτης Γαβράς, Αναστασία Αρβανίτη, Γιώργος Παναγιώτου και Κωνσταντίνος Χατζησάβας
Ακούγεται η φωνή του μικρού Νικηφόρου Γκολέμη

ΘΕΑΤΡΟ ΑΛΕΚΤΟΝ
Σφακτηρίας 23, Κεραμεικός, τηλ. 210 34 22 001

Δέκα εντολές-Ου μοιχεύσεις-Ου κλέψεις


Το «ου μοιχεύσεις» ασφαλώς είναι τίμια ρήσις,
Μα μοιάζει αναπόφευκτο να το καταπατήσεις.

Με δέος προς την Εντολή γενιές ανατραφήκαν,
Μα λίγοι αντιστάθηκαν και δεν το εγευτήκαν.

Κι αφού άγιος δε γίνεσαι προτού να αμαρτήσεις,
Να ‘χεις σου μένει τσαγανό να το ομολογήσεις!...

Στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου υλοποιήθηκε ένα πρωτοποριακό εγχείρημα : η θεατρική εκδοχή των δέκα εντολών της Παλαιάς Διαθήκης. Δέκα διαφορετικής γενιάς και ύφους σκηνοθέτες κλήθηκαν να προβληματιστούν και να ενεργοποιηθούν δημιουργικά απέναντι σ’ αυτή την πρόκληση, έχοντας πλήρη ελευθερία όσον αφορά στην επιλογή της δραματουργικής πρώτης ύλης. Κάθε σκηνοθέτης αναλαμβάνει να μετουσιώσει σε θέατρο οποιοδήποτε υλικό προκρίνει ως κατάλληλο χωρίς όμως να καταφύγει σε έτοιμο προϋπάρχον θεατρικό έργο. Οι εντολές παρουσιάστηκαν ανά δυο σε πέντε διαφορετικές χρονικές περιόδους.
Στην Ε’ και τελευταία περίοδο, παρουσιάζονται οι εντολές «Ου μοιχεύσεις» και «Ου κλέψεις». Την πρώτη εντολή που διαπραγματεύεται τη μοιχεία σκηνοθετεί η Μάνια Παπαδημητρίου. Στην παράσταση, παρατίθενται αυτούσια αποσπάσματα από τη «Φιλονικία» και το «Θρίαμβο του έρωτα» του Μαριβώ καθώς και από την «Αφροδίτη με τη γούνα» του Ζάχερ-Μάζοχ. Η επεξεργασία λογοτεχνικών και θεατρικών κειμένων –Τσέχοφ, Κούντερα, Μπαλζάκ, Φουριέ, Μπρυκνέρ, Σαίξπηρ- κατά τη διάρκεια των προβών οδήγησαν σε ένα δρώμενο που θίγει όχι μόνο το ζήτημα της απιστίας αλλά απλώνεται στην ευρύτερη αναζήτηση του ανθρώπου για ένα και μοναδικό σύντροφο. Η ερωτική, ωστόσο, επιθυμία λειτουργεί ανεξάρτητα από τις διαθέσεις μας και τις αλλάζει. Η υποκρισία στις σχέσεις των δύο φύλων, η φθορά της καθημερινότητας και η ρουτίνα της μονογαμίας παρουσιάζονται μέσα από παιγνιώδεις και χιουμοριστικές στιχομυθίες που εκτοξεύουν οι αυτοσχέδιοι ανολοκλήρωτοι χαρακτήρες. Ένα σχόλιο πάνω στα προβλήματα της έγγαμης συμβίωσης και μια έμμεση αναφορά στην απελευθέρωση της σεξουαλικότητας. Καίρια και με καυστική διάθεση η σκηνή που παραπέμπει σε πάνελ μεσημεριανής εκπομπής! Τη σκηνική επιφάνεια καλύπτει ένα πελώριο, στρογγυλό, μεταξωτό, λευκό πανί που ανασηκώνεται με μηχανισμό. Σ’ αυτό κινούνται με επιδέξιες χορευτικές κινήσεις οι έξι ερμηνευτές αλλάζοντας τόπο δράσης, καταστάσεις και ρόλους.
Σύνθετη και με πολλές αναφορές η αναπαράσταση της εντολής «Ου κλέψεις» που σκηνοθέτησε ο Θοδωρής Αμπαζής. Η εντολή επικεντρώνεται, όχι στην πράξη, στο ρήμα «κλέβω», αλλά στο αντικείμενο. Το κείμενο της παράστασης διαμορφώθηκε από το υλικό που προέκυψε κατά τη διάρκεια των αυτοσχεδιασμών στις πρόβες και με τη συμβολή όλων των μελών της ομάδας. Κλίμα από Άγρια Δύση, κώδικες τιμής καουμπόηδων, στοιχεία από γούεστερν και πρόσωπα που μας θυμίζουν ήρωες κόμικς όπως ο Λούκυ-Λουκ, οι αδελφοί Ντάλτον, ο Ρομπέν των Δασών! Στον ευφάνταστο μικρόκοσμο του σκηνοθέτη κατοικούν διφορούμενες μορφές ληστών που έκλεβαν από τους πλούσιους για να δίνουν στους φτωχούς. Μέσα από χαρακτηριστικά στιγμιότυπα και επεισοδιακές καταστάσεις, οι εν λόγω χαρακτήρες δημιουργούν στον θεατή απορίες προβάλλοντας ηθικά διλήμματα. Το φορτωμένο σκηνικό της Ολυμπίας Σιδερίδου αποτελείται από αντικείμενα όπως δέρμα ζώου, μια κουνιστή καρέκλα, πρόσοψη ταμείου τράπεζας, πουγκιά με χρυσό, χρηματοκιβώτια και όπλα. Ο σκηνικός χώρος μαζί με τους εύστοχους φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη, τις μουσικές συνθέσεις του Θοδωρή Αμπαζή που παραπέμπουν σε σαλούν και τα ειδικά για την κάθε περίσταση σχεδιασμένα κοστούμια της κυρίας Σιδερίδου ευθυγραμμίζονται με τη σκηνοθετική αντίληψη. Λειτουργικός πειραματισμός, μια ιδιαίτερη οπτική σύλληψη ικανοποιητικά εκτελεσμένη, ένα χιούμορ που ξαφνιάζει. Ζωηρές ερμηνείες από νέους και ταλαντούχους ηθοποιούς και ένα έξυπνο διαδραστικό παιχνίδι για φινάλε.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Οι Δέκα Εντολές
«Ου μοιχεύσεις»
Δραματουργική σύνθεση : Μάνια Παπαδημητρίου – Νάνσυ Τρικκαλίτη
Σκηνοθεσία : Μάνια Παπαδημητρίου
Σκηνικά – Κοστούμια : Ολυμπία Σιδερίδου
Μουσική επιμέλεια : Τάσος Αντωνίου
Επιμέλεια κίνησης – Χορογραφίες : Γιάννης Γιαπλές
Φωτισμοί : Σάκης Μπιρμπίλης
Παίζουν : Ηλίας Κουνέλας, Πάρις Λύκος, Λαμπρινή Αγγελίδου, Λένα Παπαληγούρα, Λευτέρης Ζαμπετάκης και Παναγιώτης Λάρκου

«Ου κλέψεις»
Δραματολόγος : Έλσα Ανδριανού
Σκηνοθεσία – Μουσική σύνθεση : Θοδωρής Αμπαζής
Βοηθός σκηνοθέτη : Ελένη Μποζά
Επιμέλεια κίνησης : Σεσίλ Μικρούτσικου
Βοηθός σκηνογράφου : Ανδρέας Παρασκευόπουλος
Παίζουν : Λευτέρης Ζαμπετάκης, Σοφιάννα Θεοφάνους, Παναγιώτης Λάρκου, Μαρία Παρασύρη, Ναταλία Στυλιανού και Σωτήρης Τσακομίδης

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ – ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΑΤΡΟ – Μικρή Σκηνή
Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, τηλ. 210 52 31 131

Μόνη συντροφιά η θύμισή μας!


Στο "Θεατρική Σκηνή", η θεατρική ομάδα «fuga» παρουσιάζει φέτος τη δεύτερη παραγωγή της, το έργο που έγραψε και σκηνοθέτησε η Αναστασία Παπαστάθη «Γυναίκες στο Χρόνο». Το κείμενο αποτελείται από δύο μονολόγους εκ των οποίων ο πρώτος, η «Ανώνυμη ωδή», επιλέχθηκε κατόπιν διαγωνισμού από το Ελληνικό Κέντρο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου και εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Διεθνές Συνέδριο Γυναικών Θεατρικών Συγγραφέων που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα σε συνδιοργάνωση με το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Η πρώτη δουλειά της ομάδας «fuga» ήταν το ανέβασμα της παράστασης «Τα παιδιά του λύκου» του Τζών Πήκοκ.
Στο μικρόκοσμο της Αναστασίας Παπαστάθη δεν βρίσκονται ούτε έτοιμες απαντήσεις, ούτε διδακτικά μηνύματα. Μέσα από μονολόγους –καταθέσεις ψυχής και εμπειριών- τίθενται ερωτήματα γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο έντονα βιωματικός λόγος δυο ευαίσθητων γυναικείων ψυχών, ο αυθορμητισμός και η αθώα τους οπτική διαπραγματεύονται με απλοϊκό τρόπο τα ζητήματα που θίγουν περνώντας αβίαστα από το ένα στο άλλο. Χαλαρή δομή, ασάφεια και τάση γενικολογίας χαρακτηρίζει τη συγκρότηση μιας δραματουργίας που επιχειρεί να καταπιαστεί με πολλά ζητήματα χωρίς τελικά να εμβαθύνει σε κανένα. Μορφές γυναικών απαλλαγμένες από χρονικά και τοπικά σύνορα, ιστορικές ή πολιτικές αναφορές, αρθρώνουν ένα λόγο που ξεχειλίζει από έντονα συναισθήματα.
Το πρώτο μέρος που έχει τίτλο «Ανώνυμη Ωδή» διαδραματίζεται μετά την άλωση της Τροίας στο κατάστρωμα ενός καραβιού των Αχαιών που ταξιδεύει προς την Ελλάδα. Μια ανώνυμη Τρωαδίτισα βιώνει σε όλη της την έκταση την καταπίεση, την στέρηση, την απογοήτευση και την πίκρα μέσα από την κατάρα του πολέμου. Αποσπασματικός λόγος που υψώνεται σε κραυγή ενάντια σε δεινά με τα οποία έρχεται κανείς αντιμέτωπος σε κάθε εποχή, σε κάθε τόπο. Η Αναστασία Παπαστάθη αποτυπώνει μέσα από την ερμηνεία της τις πολυσχιδείς διαστάσεις της γυναικείας φύσης, με έμφαση αυτή της μητρότητας. Κινήσεις ακρίβειας, σταδιακή κορύφωση της έντασης χωρίς ακρότητες και υπερβολές τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της δράσης. Ο φόβος, η αγωνία και η θλίψη δεν κατορθώνουν να επισκιάσουν την ανάγκη για αντίσταση και τον αγώνα διεκδίκησης μιας καλύτερης ζωής. Μέσα από έναν ελλειπτικό λόγο με λυρικές εξάρσεις σκιαγραφείται η μορφή της γυναίκας που δίνει τη μάχη της γι’ αυτούς που αγαπά (παιδί, σύζυγο, αδελφό, φίλο). Λιτό και συμβολικό το σκηνικό της Ειρήνης Παγώνη. Η μελωδία του νανουρίσματος εκφράζοντας τη στοργή, τη θαλπωρή της μητρικής αγκαλιάς φορτίζει, μαζί με τους εύστοχους φωτισμούς, συγκινησιακά την ατμόσφαιρα.
Το δεύτερο μέρος που έχει τίτλο «Χωρίς Ταυτότητα», εκτυλίσσεται στη σημερινή εποχή, στο κελί μιας φυλακής όπου βρίσκεται μια γυναίκα εδώ και δέκα χρόνια επειδή έχει σκοτώσει τη μητέρα του συζύγου της. Η σκέψη της ανατρέχει στα όσα έγιναν υπό την μορφή ημερολογίου. Μνήμες βασανιστικές, εφιαλτικές αναμνήσεις, ανομολόγητα πάθη έρχονται στην επιφάνεια με την «επίσκεψη» μιας πεταλούδας. Με τη δύναμη της σκέψης επιχειρεί να δραπετεύσει. Αλλά, πόσο ελεύθερος μπορεί να νοιώθει ένας άνθρωπος όντας φυλακισμένος; Πως μπορεί ν’ αγγίξει την υπέρτατη ελευθερία πίσω από τα σίδερα μιας φυλακής; Η Γεωργία Ζώη υποδύεται τη φυλακισμένη γυναίκα που κάνει τον απολογισμό της ζωής της και αντιμετωπίζει με ανάμεικτα συναισθήματα το αδιέξοδο που ορθώνεται μπροστά της. Η κυρία Ζώη ενσαρκώνει εξαίσια τον διαταραγμένο ψυχικό κόσμο της ηρωίδας που μετά από χρόνιο εγκλεισμό, αρθρώνει έναν απαισιόδοξο λόγο για τη ζωή. Εκτενές διεισδυτικό ψυχογράφημα ! Ο σκηνικός χώρος που είναι διαμορφωμένος από τα απαραίτητα μόνο αντικείμενα, αποδεικνύεται λειτουργικός. Η μουσική και οι καλοσχεδιασμένοι φωτισμοί ευθυγραμμίζονται με τη σκηνοθετική αντίληψη δημιουργώντας τη δέουσα ατμόσφαιρα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Γυναίκες στο χρόνο» της Αναστασίας Παπαστάθη
Από την θεατρική ομάδα «Fuga»
Σκηνοθεσία : Αναστασία Παπαστάθη
Σκηνικά- Κοστούμια : Ειρήνη Παγώνη
Μουσική : Πάνος Φορτούνας, Έφη Μαρκουλάκη
Ήχοι : Μίνως Μαμαγκάκης
Φωτισμοί : Γιώργος Σιφναίος
Φωτογραφίες : Δήμητρα Λαζαρίδου
Βοηθός Σκηνογράφου : Αντώνης Δαμίγος
Βοηθός Ενδυματολόγου : Constance Puyt
Παίζουν : Αναστασία Παπαστάθη και Γεωργία Ζώη
Το τραγούδι της παράστασης ερμηνεύει η Σωτηρία Λεονάρδου

ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
Νάξου 84, Πλ. Κολιάτσου, τηλ. 210 22 36 890

Αναπάντητα ερωτήματα

Στο θέατρο «Φούρνος», η εταιρεία θεάτρου «Δυτικά της Πόλης» παρουσιάζει το έργο «The Black-eyed» της παλαιστινιακής καταγωγής Αμερικανίδας Betty Shamieh. Πρόκειται για την τρίτη παραγωγή της ομάδας που έχει επίσης ανεβάσει τις παραστάσεις «Εις το ρεύμα της ζωής τους», έργο βασισμένο σε διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου και «Αρχείο Γιόχαν Φάτσερ» του Μπέρτολτ Μπρέχτ.
Η Betty Shamieh είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός και έχει συνεργαστεί σε παραγωγές μεγάλων θεατρικών οργανισμών. Σημαντικά έργα της είναι μεταξύ άλλων : «Roar», «Chocolate in Heat», «Territories», «Fit for the Queen». Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, έχει διαμορφωθεί στις Η.Π.Α. ένας πυρήνας γυναικών αραβικής καταγωγής γεννημένων στην Αμερική στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 που προσπαθεί μέσα από την καλλιτεχνική έκφραση να διατυπώσει απόψεις για όσα διαδραματίζονται γύρω του, να καταρρίψει στερεότυπα, ρατσιστικές αντιλήψεις και να εκφράσει την πολυπλοκότητα του να ζει κανείς ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς, ανάμεσα σε δύο κόσμους.
Στο «The Black-Eyed», τέσσερις Παλαιστίνιες γυναίκες από διαφορετικές εποχές συναντιούνται μετά το θάνατό τους σε έναν ακαθόριστο χώρο, κάτι σαν αίθουσα αναμονής και περιμένουν μπροστά στην κλειστή πόρτα των Μαρτύρων. Αν και μας παραπέμπει στο «Κεκλεισμένο των Θυρών» του Jean-Paul Sartre, δε διαθέτει ωστόσο ούτε την τραγική ούτε τη διαχρονική και οικουμενική του διάσταση. Στο μικρόκοσμο της Shamieh, οι ηρωίδες μέσα από μονολόγους-ποταμούς που ξεχειλίζουν από ανάμεικτα συναισθήματα διηγούνται με αφορμή τις προσωπικές τους ιστορίες, την ιστορία της Παλαιστίνης. Διεκδικούν το δικαίωμα της αποδοχής στην κοινωνία και με το καυστικό τους χιούμορ, θέτουν ερωτήσεις, αμφισβητούν απαντήσεις με σαφής αναφορές σε πρόσωπα και καταστάσεις. Δεν πρόκειται όμως για ολοκληρωμένα και αληθινά θεατρικά πρόσωπα αλλά για θραύσματα χαρακτήρων, φορείς ιδεών, αφορμή για καίριες τοποθετήσεις γύρω από ιστορικά γεγονότα και πολιτικές ζυμώσεις που αφορούν τη θέση της γυναίκας στο σημερινό κόσμο. Θίγονται ζητήματα όπως η μάχη των δυο φύλων, η οικογένεια, το σεξ, η βία, το μάταιο του πολέμου και η τρομοκρατία μέσα από αφηγήσεις με δραματική κορύφωση και στιγμές μεγάλης έντασης που συχνά η έλλειψη συνοχής τους οδηγεί στη διατύπωση παραληρηματικού λόγου. Ο τίτλος του έργου «The Black-Eyed» (Τα ουρί) αναφέρεται, σύμφωνα με το Κοράνι και την παράδοση, στις παρθένες που παντρεύονται οι μάρτυρες του Αλλάχ στον παράδεισο και σηματοδοτούν την πνευματικότητα.
Ο Τάκης Τζαμαργιάς επέλεξε ένα έργο επηρεασμένο από την αρχαία ελληνική τραγωδία και δούλεψε πολύ την εκφορά του λόγου με τις ηθοποιούς του. Προσπάθησε να αναδείξει τα ψήγματα θεατρικότητας του κειμένου και να αποβάλλει την τάση διδακτισμού. Ο σκηνικός χώρος που επιμελήθηκε ο Κωστής Δάβαρης παραπέμπει σε ψυχρή αίθουσα ακαθόριστης χρήσης ενώ τα κοστούμια φανερώνουν την προέλευση του κάθε προσώπου. Οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη υπογραμμίζουν έννοιες μέσα από φράσεις-κλειδιά και μαζί με τη μουσική του Πλάτωνα Ανδριτσάκη παραπέμπουν σε στοιχεία του πολιτισμού αυτού.
Η Άννα Κουτσαφτίκη ως Αϊσά , βομβίστρια Καμικάζι εκφράζει τη σκληρότητα, το δυναμισμό, την αποφασιστικότητα της ηρωίδας με απότομες χειρονομίες και μια κοφτή, βαριά φωνή. Η Καλλιρόη Μυριαγκού ερμηνεύει την Αρχιτεκτόνισσα, μια σύγχρονη Αμερικανό-αραβίδα, αναδεικνύοντας τα συναισθήματα της καταπίεσης, της απόγνωσης, την αδυναμία εξωτερίκευσης των φόβων της και των επιθυμιών της. («Γιατί πρέπει με λέξεις να μιλώ όταν με εικόνες σκέφτομαι;»). Η Ευδοκία Στατήρη στο ρόλο της Ταμάμ, (στα ελληνικά σημαίνει «αρκετά» ) θύμα βιασμού κατά τη διάρκεια των Σταυροφοριών, ερμηνεύει μονοδιάστατα χωρίς τις απαραίτητες διακυμάνσεις και φωνητικές αποχρώσεις που θα φόρτιζαν συγκινησιακά την ατμόσφαιρα. Η Στέβη Φόρτωμα υποδύεται τη βιβλική Δαλιδά που χρησιμοποιεί σεξουαλικά μέσα προκειμένου να πετύχει αυτό που θέλει.
Το ερώτημα που θέτουν οι τέσσερις γυναίκες εν χορώ : «Τι έχει μεγαλύτερη αξία; Ποιός κάνει μεγαλύτερο καλό; Καλλιτέχνης ή αγωνιστής;» βρίσκει απάντηση στα ίδια τα λόγια της συγγραφέως : «Αυτό που νομίζω έχει σημασία για κάθε άνθρωπο, είναι να μετέχει ενεργά στα του Κόσμου, προκειμένου να τον κάνει καλύτερο. Μια τέτοια στάση, δίνει αξία στην ζωή την ίδια» Betty Shamieh

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«The Black-Eyed» της Betty Shamieh
Από την εταιρεία θεάτρου «Δυτικά της Πόλης»
Σκηνοθεσία : Τάκης Τζαμαργιάς
Μετάφραση : Αθηνά Παραπονιάρη
Σκηνικά- Κοστούμια : Κωστής Δάβαρης
Κατασκευή σκηνικού : Θανάσης Θαλασσινός
Κίνηση : Ζωή Χατζηαντωνίου
Μουσική : Πλάτων Ανδριτσάκης
Σχεδιασμός Φωτισμών : Σάκης Μπιρμπίλης
Βοηθός σκηνοθέτη : Άννα Μαρία Φερχάγκεν
Παίζουν : Άννα Κουτσαφτίκη, Καλλιρόη Μυριαγκού, Ευδοκία Στατήρη και Στέβη Φόρτωμα

ΘΕΑΤΡΟ ΦΟΥΡΝΟΣ
Μαυρομιχάλη 168, τηλ. 210 64 60 748

Μέρες πλήρους γονιμότητας!


«Η απουσία του έρωτα έχει πάντα το ίδιο πρόσωπο
Θα ήθελα να κλάψω για σένα
Που πίστεψες στο εικόνισμα της καρδιάς σου
Όμως η ματαιοδοξία ενός γυμνού στέρνου
Δεν αρκεί για να κρατήσει το αίμα ζεστό».

Στον πολυχώρο «Booze Cooperativa» η νεοσύστατη χοροθεατρική ομάδα «Ρου-Ίρα», που στα σανσκριτικά θα πει «αίμα», παρουσιάζει την πρώτη της δουλειά που έχει τίτλο «Διαδρομές». Τα κείμενα της παράστασης είναι αποσπάσματα ποιημάτων του Χάρη Βλαβιανού και της Αθηνάς Ευθυμίου. Η ομάδα ιδρύθηκε από την ηθοποιό και χορογράφο Νερίνα Ζάρπα από μια βαθύτερη ανάγκη έκφρασης σκέψεων και συναισθημάτων γύρω από την ανθρώπινη ψυχή.
Το έργο «Διαδρομές» είναι μια αναδρομή, ένα ταξίδι στο παρελθόν, ένα φλας μπακ στις ερωτικές σχέσεις που συνάπτει μια κοπέλα με δυο άνδρες. Όλα μοιάζουν σα να συμβαίνουν σε όνειρο, σαν ένα παιχνίδι της φαντασίας. Παρακολουθούμε τις σκέψεις της ηρωίδας που ανατρέχει στη γνωριμία, στη σχέση αλλά και στο χωρισμό με τους άνδρες που γνώρισε σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Ο πρώτος δεσμός απέχει χρονικά αρκετά με το δεύτερο. Από το διάστημα που μεσολαβεί επέρχεται η ωρίμανση, η συνειδητοποίηση της ταυτότητας και η συναισθηματική ισορροπία της Κορνέλια. Με τον πρώτο άνδρα που συναντά γνωρίζει για πρώτη φορά τον έρωτα και η σχέση αυτή έχει ρομαντικό χαρακτήρα. Οι δυο τους δε βρίσκουν αυτό που ψάχνουν διότι ο καθένας έχει διαφορετικές ανάγκες και αυτό τους οδηγεί στο χωρισμό. Στη δεύτερη σχέση η ηρωίδα βιώνει έντονες στιγμές πάθους και ηδονής. Και οι δύο άνδρες φοβούνται να δοθούν ολοκληρωτικά στη σχέση και να δεθούν. Συναισθηματικά αδιέξοδα, έρωτας, πάθος, πεσιμισμός και αισιοδοξία σε μια υπαρξιακή αναζήτηση του σκοτεινού και ανυπότακτου εαυτού μας.
Τα συναισθήματα, η λογική, οι επιθυμίες, τα θέλω και τα πρέπει της Κορνέλια εκφράζονται μέσα από τις μουσικές των Μότσαρτ, τα ερωτικά ταγκό του Πιατσόλα αλλά και των ηλεκτρονικών ήχων των Credence Clear Water Revival. Η χορογραφία και η σκηνοθετική ματιά της Νερίνας Ζάρπα δίνει έμφαση σε ευρύτερους προβληματισμούς γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις με αφορμή το οδοιπορικό της νεαρής κοπέλας. Οι τρεις ηθοποιοί-χορευτές εκτελώντας ατέρμονες παιχνιδιάρικες «πιρουέτες» ενσαρκώνουν την έλλειψη επικοινωνίας, τη μοναξιά και την αδυναμία του σημερινού ανθρώπου να βιώσει την ανεπανάληπτη εμπειρία του έρωτα βρίσκοντας το «άλλο του μισό».
Λιτός και γεμάτος συμβολισμούς ο εικαστικός χώρος που επιμελήθηκε η Έντα Δημοπούλου. Μέσα από τη χρήση των καθρεφτών η ηρωίδα έρχεται αντιμέτωπη με τον εαυτό της αντικρίζοντας το είδωλό της, το alter ego της. Το όλο εγχείρημα ενισχύεται από το σχεδιασμό των φωτισμών που υπογραμμίζει συναισθηματικές εντάσεις και σε συνδυασμό με τις μουσικές επιλογές φορτίζεται συγκινησιακά η ατμόσφαιρα.
Η νέα και ταλαντούχα Μυριέλλα Κουρεντή (Κορνέλια) στην πρώτη θεατρική της εμφάνιση με αισθαντικές κινήσεις και έλεγχο εκφραστικών μέσων αποδίδει έξοχα την πορεία της ηρωίδας από την αθωότητα και την αφέλεια της νεανικής ηλικίας στην ολοκλήρωση και συνειδητοποιημένη στάση ζωής της ωριμότητας. Με το διεισδυτικό βλέμμα της, τους μορφασμούς του προσώπου της παγώνει τη λεπτομέρεια κάθε συναισθήματος που βιώνει. Επιτρέπει στο θεατή να εισβάλλει στις ενδόμυχες σκέψεις, τους φόβους και τις ενοχές του προσώπου που υποδύεται. Προσπαθεί ν’ αποτινάξει το παρελθόν. Σβήνει με βία το κραγιόν από τα χείλη της, γράφει με αυτό στον καθρέφτη και στη συνέχεια…δραπετεύει. Ο Άκης Σιδέρης (Άνδρας Α) ερμηνεύει πολύ εκφραστικά, με δύναμη και ενάργεια, με νεύρο και κινήσεις ακρίβειας τον αινιγματικό χαρακτήρα του άνδρα που μυεί το νεαρό κορίτσι στον άγνωστο κόσμο του έρωτα. Η σκηνή με τα ανακατωμένα χαρτιά στο πάτωμα που μαζεύονται μανιωδώς από τους δύο εραστές και η χορογραφία που ακολουθεί με το ερωτικό παιχνίδι-κυνηγητό αποτυπώνει τις ζωηρές πλευρές των πρώτων σκιρτημάτων του έρωτα. Ο Νικόλας Αναστασόπουλος (Άνδρας Β) υπογραμμίζει την αρρενωπότητα του ισχυρού αρσενικού που διεκδικεί με πάθος το θηλυκό κάνοντας το να βιώσει έντονα τη γυναικεία του υπόσταση.

«Βροχή εντός
και εκτός
Νοσηρή εκτόνωση της φύσης
Και απώλεια χρώματος
Που με επαναφέρει στην αρχική ωμότητα»


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Διαδρομές» από το Χοροθέατρο «Ρου-Ίρα»
Χορογραφία-Σκηνοθεσία : Νερίνα Ζάρπα
Βοηθός σκηνοθέτη : Νικόλας Αναστασόπουλος
Βοηθός χορογράφου : Άκης Σιδέρης
Εικαστική επιμέλεια : Έντα Δημοπούλου
Μουσική επιμέλεια : Νερίνα Ζάρπα
Φωτισμοί : Ομάδα Ρου-Ίρα
Φωτογραφίες : Νίκος Μπρανίδης
Παίζουν : Μυριέλλα Κουρεντή, Άκης Σιδέρης και Νικόλας Αναστασόπουλος

BOOZE COOPERATIVA
Κολοκοτρώνη 57, Σύνταγμα, τηλ. 210 32 40 944

Βαλς με...φουστανέλα


Η Εταιρεία Θεάτρου «Έβδομη Θύρα» παρουσιάζει το νέο έργο του Ανδρέα Στάικου, «Ναπολεοντία», μια κωμωδία εν εξελίξει, ένα «ψευτο-ιστορικό» θεατρικό δρώμενο που εκτυλίσσεται στη μετεπαναστατική Ελλάδα με συμβολισμό δυσοίωνο για τον εγχώριο ραγιαδισμό και την ελληνική ξενομανία. Μια πρώτη εκδοχή του έργου παρουσιάστηκε στο φετινό «Θεατρικό Αναλόγιο».
Ο Ανδρέας Στάικος έχει γράψει και σκηνοθετήσει πολλά θεατρικά κείμενα που έχουν ανέβει στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και το Παρίσι : «Δαίδαλος», «Κλυταιμνήστρα;», «Καρακορούμ», «Το μικρό δακτυλάκι της Ολυμπιάδος», «Φτερά Στρουθοκαμήλου», «Το μήλον της Μήλου», «Η Αυλαία πέφτει», «Ακόλαστες εσπερίδες» και «Καπνοκράτωρ». Το θέατρο του Ανδρέα Στάικου είναι το θέατρο της συνεχούς γλωσσικής ανατροπής, του αέναου γλωσσικού και σκηνικού παιχνιδιού, της παρωδίας του διαλόγου, του χώρου, του χρόνου, της ίδιας της Ιστορίας και προσφέρεται για πολύπλευρες σκηνικές αναγνώσεις και θελκτικές ερμηνείες. Ο δραματουργός έχει ασχοληθεί συστηματικά με τη μετάφραση έργων συγγραφέων του γαλλικού 18ου και 19ου αιώνα όπως ο Λακλό, ο Μαριβώ, ο Μυσσέ, ο Μολιέρος και ο Λαμπίς.
Το καινούργιο έργο του «Ναπολεοντία» διαδραματίζεται στο Ναύπλιο, το καλοκαίρι του 1835. Με την ενηλικίωσή του ο νεαρός Όθων αναλαμβάνει την εξουσία του νέου Ελληνικού Βασιλείου. Οι Έλληνες υπήκοοί του, προκειμένου να τιμήσουν «αυθόρμητα» το βασιλιά τους, μυούνται στο χορό βαλς, υπό την εποπτεία ξένων χοροδιδασκάλων και ντόπιων χωροφυλάκων. Μετά το ζυγό της τούρκικης δουλείας, οι Έλληνες ετοιμάζονται να παραδοθούν σε μια νέα δουλεία αυτή του εξευρωπαϊσμού, άλλοτε δια ροπάλου κι άλλοτε δια της σαγήνης του βαλς. Ένα ταξίδι στην ιστορία, στις απαρχές, στο παρόν και το μέλλον του ελληνικού κράτους. Το έργο είναι γραμμένο με τον παροιμιώδη σκωπτικό τρόπο του σύγχρονου Έλληνα συγγραφέα και με ήρωες την όμορφη Ναπολεοντία, τον τέως αγωνιστή Χαλδούπη, την υπηρέτρια Μαρούλα –η οποία μέσα σε μια προοπτική εκδημοκρατισμού που είχε στο μυαλό του ο Φαναριώτης, βαθμηδόν γίνεται μια μικρή κυρία- και ένα μικρόκοσμο του Ναυπλίου της εποχής, έρχεται να μας θυμίσει πως «όταν μαδάει η φρόνησις, αναπτερώνεται το φρόνημα».
Το όνομα του έργου είναι καθαρά κατασκευασμένο. Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας Φαναριώτης, θαυμαστής του Ναπολέοντα, που ζούσε στην Τεργέστη πριν από το 1815. Λόγω του θαυμασμού του στο Ναπολέοντα αποφάσισε να ονομάσει έτσι την κόρη του. Η σύλληψη του έργου στηρίχθηκε σε ένα καταγεγραμμένο ιστορικό συμβάν το οποίο μεγιστοποιήθηκε και δραματοποιήθηκε για λόγους θεατρικότητας και αλληγορίας. Πρόκειται για τον ξυλοδαρμό ενός αγωνιστή του ’21 που δεν κατόρθωνε να μάθει βαλς. Ο Χαλδούπης εκπροσωπεί την τάξη των αγωνιστών και Ελλήνων, οι οποίοι δεν αφομοίωναν τα μαθήματα εξευρωπαϊσμού.
Ο Ανδρέας Στάικος γράφει και ολοκληρώνει τα έργα του δουλεύοντας παράλληλα με τους ηθοποιούς και «χτίζοντας» τα μέσα από τις πρόβες. Αντλεί στοιχεία από την προσωπικότητα του κάθε ηθοποιού και αξιοποιεί στο έπακρο τις δυνατότητες του. Για εκείνον, το θέατρο είναι η τέχνη της επικοινωνίας αλλά ακόμη περισσότερο της συντροφικότητας. Έτσι, οι εμπνεύσεις και οι δημιουργίες του επιθυμεί να δοκιμάζονται επί σκηνής. Η διαδικασία που ακολουθεί έχει εξελιχθεί σε μια ιδιαίτερη μέθοδο βάσει της οποίας σκηνοθετεί τα έργα του.
Στους χαρακτήρες του έργου είναι ανιχνεύσιμο το στοιχείο της επαναστατικότητας. Κάθε θεατρικό πρόσωπο κάνει τη δική του επαναστατική πράξη. Ωστόσο, κάθε απόπειρα οδηγείται στο κενό ή σ’ ένα είδος εξαγοράς που καταλήγει στο απόλυτο φιάσκο. Οι ήρωες περιφέρονται μέσα στα στεγανά του αστικού τους κόσμου χωρίς να κατορθώνουν μια ουσιαστική ρηξικέλευθη έξοδο. Ο Πέρης Μιχαηλίδης στο ρόλο του ιατρού Γιαννόπουλου με τα ιδιαίτερα εκφραστικά του μέσα πλάθει μια ολοκληρωμένη φιγούρα. Η Αντωνία Γιαννούλη υποδύεται με κέφι και μπρίο τη σύζυγό του Πολυτίμη. Η Κατερίνα Παυλάκη, ως Ναπολεοντία, διεκπεραιώνει με άνεση το ρόλο της αποδίδοντας αρμονικά και εύστοχα τις ιδιομορφίες του. Η Έλενα Χατζηαυξέντη υποδύεται τη Μαρούλα, την καλομαθημένη υπηρέτρια του σπιτιού με νάζι και τσαχπινιά. Ο Μάνος Βακούσης, ως τέως αγωνιστής Χαλδούπης, δημιουργεί μια έξοχη περσόνα βγαλμένη κυριολεκτικά από τις ανησυχίες και τις αναζητήσεις της εποχής που ακροβατεί ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό. Άγνοια; Αθωότητα; Αφέλεια; («Τι είναι, γιατρέ, τα απομνημονέματα;»)
Λιτό και λειτουργικό το σκηνικό της παράστασης και καλοσχεδιασμένοι οι φωτισμοί.


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ναπολεοντία» του Ανδρέα Στάικου
Σκηνοθεσία : Ανδρέας Στάικος
Βοηθός σκηνοθέτη : Χριστίνα Ζαχαροπούλου
Σκηνικά : Ιουλία Σταυρίδη
Κοστούμια : Μπιάνκα Νικολαρέϊζη
Μουσική επιμέλεια : Δημήτρης Ιατρόπουλος
Επιμέλεια κίνησης : Πατρίτσια Λάζου
Φωτισμοί : Ανδρέας Μπέλλης
Φωτογραφίες : Τάκης Διαμαντόπουλος
Παίζουν : Πέρης Μιχαηλίδης, Αντωνία Γιαννούλη, Κατερίνα Παυλάκη, Μάνος Βακούσης και Έλενα Χατζηαυξέντη

ΘΕΑΤΡΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ
Καπνοκοπτηρίου 8 και Στουρνάρη, τηλ. 210 82 52 242

Ο Απόλυτος Έρωτας υπάρχει!

Βαθειά βιωματική, ανελέητα σαρκαστική και άκρως… πειραματική φαίνεται να είναι η μουσικοθεατρική παράσταση «Liebestod» («Ο Θάνατος του Έρωτα») που ανεβάζει υπό τη σκηνοθετική επίβλεψη του Θοδωρή Αμπαζή η ομάδα μουσικού θεάτρου «ΟΠΕRA» σε συμπαραγωγή με τη Θεατρική Εταιρεία «Πράξη» στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας. Η ομάδα πειραματίζεται πάνω στις εποχές του έρωτα : από την άνοιξη της πρώτης επιθυμίας μέχρι το βαθύ χειμώνα της εγκατάλειψης.
Οι νέοι καλλιτέχνες επιχειρούν να κάνουν θέατρο την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου ν’ απολαύσει τη γλύκα του έρωτα και αντλούν στοιχεία επαναπροσδιορίζοντας τους κλασικούς ήρωες του Σαίξπηρ, Ρωμαίο και Ιουλιέτα. Η παράσταση κάνει αναφορές σε γνωστά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ερωτικούς μύθους αλλά και κείμενα που προέκυψαν κατά τη διάρκεια των δοκιμών. Τέσσερις ταλαντούχοι νέοι ηθοποιοί υποδύονται δύο ζευγάρια που συνομιλούν μέσα από ζωηρές στιχομυθίες ανταλλάσοντας δυνατά πυρά! Ανακριτικές σκηνές ζηλοτυπίας, δυσχερής επικοινωνία, επιπόλαιοι όρκοι αγάπης, πάθος, αλαζονεία, εγωισμός, αδιέξοδο, μοναξιά και… θάνατος.
Liebe στα γερμανικά σημαίνει έρωτας, Tod σημαίνει θάνατος. Η εν λόγω παράσταση εστιάζει στις ακραίες συμπεριφορές που μπορεί να οδηγήσει ο έρωτας με αποκορύφωμα την πράξη αυτοχειρίας, η οποία αντιμετωπίζεται με απίστευτα κυνικό χιούμορ και αιχμηρούς υπαινιγμούς κατά τη διάρκεια μιας σκηνής με σαφή αναφορά στο εμπόριο παροχής υπηρεσιών μέσω τηλεφώνου.
Το σκηνικό αποτελείται από διάφορα ανακυκλώσιμα υλικά και ένα πελώριο σωρό από χαρτόκουτα στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο που μετακινούνται κατά την εξέλιξη του δρώμενου εξυπηρετώντας διαφορετικούς σκοπούς. Κοστούμια από χαρτί και νάιλον, εφήμερα και ασταθή, εναρμονισμένα με τη φυσιολογία του πόθου! Πολύχρωμα κοστούμια με έντονη προσωπικότητα, χιπ-χοπ επιρροές και παραμυθένιες μελωδίες! Ευχάριστη κίνηση και χορογραφία. Αποσπασματική αφήγηση. Επιστημονικά πορίσματα περί ντοπαμίνης και άλλων χημικών ουσιών που εκκρίνονται στον οργανισμό, όταν αυτός ερωτεύεται ή βιώνει την απόρριψη, ακούγονται μετά από τις ερωτικές συνομιλίες των ζευγαριών και λειτουργούν σαν ένα είδος μεταγλώσσας, σαν μια προσπάθεια θεωρητικοποίησης της δράσης, ένας συνθηματικός λόγος που συμπυκνώνει σε συμπεράσματα τα όσα συμβαίνουν και αιτιολογεί τις καταστάσεις δίνοντας πιθανές εξηγήσεις. Τι συμβαίνει όταν ερωτευόμαστε; Γιατί πληγωνόμαστε, όταν μας απορρίπτουν; Υπάρχει απόλυτος έρωτας; Θα κρατήσει για πάντα;
Σκηνές από μια ταινία μικρού μήκους προβάλλονται ανά τακτά διαστήματα και σχολιάζουν την εν εξελίξει σκηνική δράση ανοίγοντας ένα γόνιμο διάλογο. Η ταινία χωρίζεται σε τέσσερις πράξεις : έρως, βόλτα στο άπειρο, σύννεφα και θάνατος. Σε μια σύγχρονη χαώδη και θορυβώδη μεγαλούπολη που τα πάντα κινούνται σε εξοντωτικούς ρυθμούς, παρακολουθούμε την προσπάθεια δύο νέων ν’ ανακαλύψουν την αλήθεια του έρωτα. Χωρίς καθόλου λόγο, με συμβολισμούς, αλληγορίες και αργών ρυθμών μαγευτικά πλάνα αποτυπώνονται η φθορά της καθημερινότητας, οι δυσχερείς συνθήκες επικοινωνίας, η επιδερμική και επιφανειακή ανάλυση των συναισθημάτων, η αδυναμία προσέγγισης και αποδοχής της διαφορετικότητας του άλλου, αλλά και η βαθειά ανάγκη αναζήτησης της απόλυτης ταύτισης και ολοκλήρωσης του ατόμου με το «άλλο του μισό».
Μέσα από λόγο, χορό, μουσική και κινηματογραφικές εικόνες η ομάδα μάς αφηγείται ιστορίες καθημερινής παραφροσύνης. Στοχασμοί, φόβοι, ακραίες συμπεριφορές αλλά και πολύ χιούμορ σε μια παράσταση που βρίσκει την ισορροπία της σε εντάσεις χαρμολύπης. Παρά τις όποιες δραματουργικές αδυναμίες και το γεγονός ότι κάποια στοιχεία δεν αφομοιώνονται πλήρως προς τη δημιουργία ενός ενιαίου ομοιόμορφου αποτελέσματος, πρόκειται για μια αξιόλογη δουλειά .

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Liebestod» (Μια ιστορία για την Ιουλιέτα και τον Ρωμαίο)
Συμπαραγωγή Θεατρική Εταιρία «Πράξη» - Ομάδα Μουσικού Θεάτρου «ΟΠΕRA»
Δραματουργική σύνθεση : Ομάδα «ΟΠΕRA»
Σκηνοθεσία : Θοδωρής Αμπαζής
Χορογραφία : Μαριέλα Νέστορα
Σκηνικά - Κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική : «γύρω-γύρω» (Σταύρος Γασπαράτος, Αλέξανδρος Τσιλφίδης) και Θοδωρής Αμπαζής
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Δραματολόγος : Έλσα Ανδριανού
Βοηθός σκηνοθέτη : Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη
Αφήγηση : Μπέττυ Αρβανίτη
Παίζουν : Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Κώστας Κορωναίος, Νέστωρ Κοψίδας και Δανάη Σαριδάκη
Στην ταινία του Στάθη Αναστασίου τους ρόλους ερμηνεύουν οι Λένα Μοσχά και Γιώργος Κοτσιφάκης

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ
Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ. 210 88 38 727

Περμαγκανάτ


Στα δεκαέξι χρόνια δυναμικής παρέμβασης στα πολιτιστικά δρώμενα του τόπου μας η «Καλλιτεχνική Εταιρεία Θεώρηση» που ίδρυσαν από κοινού ο Γιώργος Χατζηδάκης και η Μαίη Σεβαστοπούλου ανέβασε 24 έργα και έδωσε περισσότερες από 200 παραστάσεις σε όλη την Ελλάδα με έμφαση σε κείμενα που εμπνέονται από τους μύθους, την παράδοση και την ιστορία της γενεθλίου γης.
Στον πολυμορφικό χώρο του Booze Cooperativa παρουσιάζεται το καινούργιο θεατρικό της Μαίης Σεβαστοπούλου με τίτλο «Περμαγκανάτ». Σε διάφορες σκηνές έχουν ανέβει επίσης τα έργα της «Αϊ Φεδερίκο!», «Μπάμπουσκα, δεν έχουμε ψωμί;», «Ο υιός μου, ο Κωνσταντίνος», «Κλαυσίγελος πέντε αστέρων» και «Με αφορμή…» σε σκηνοθεσία της ίδιας.
Ο τίτλος του κειμένου αναφέρεται σε ένα υγρό, το υπερμαγκανικό άλας (περμαγκανάτ) που σε παλαιότερες εποχές οι εκδιδόμενες γυναίκες χρησιμοποιούσαν για να πλυθούν μετά από την ερωτική πράξη για την πρόληψη αφροδισίων νοσημάτων.
Η δράση του έργου εξελίσσεται σε έναν οίκο ανοχής, στη δεκαετία του ’20 όπου συμβαίνουν πολλά κωμικά και παράδοξα. Παρακολουθούμε την ιστορία ενός πατέρα που ψάχνει απεγνωσμένα την πεθαμένη κόρη του και πέντε πουτάνες που φιλοδοξούν να αναβαθμίσουν την ποιότητα των υπηρεσιών τους. Στο μικρόκοσμο της συγγραφέως συναντάμε θραύσματα χαρακτήρων από τον ελληνισμό της διασποράς : Αλεξάνδρεια, Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Κιουτάχεια με όλα τα ιδιαίτερα γνωρίσματα τους. Έντονα διακρίνεται το όνειρο διαφυγής προς τη Δύση, η ξενομανία και η αναζήτηση προτύπων. Δεν είναι μια καθαρόαιμη κωμωδία αλλά μια σάτιρα, ένα σχόλιο για το μελό με σαφή αναφορά στα «Ναυάγια της ζωής» του Γερογιάννη.
Η παράσταση κινείται σε γρήγορους ρυθμούς με εναλλαγές σύντομων σκηνών και χαρακτηριστικά στιγμιότυπα από την καθημερινότητα των γυναικών του πληρωμένου έρωτα. Η υπερβολή στην έκφραση, τα γκροτέσκα στοιχεία, οι υψηλοί τόνοι με φωνές, τσιρίδες, στόμφο και πολλές χειρονομίες παραπέμπουν σε ήρωες καρτούν. Πρόκειται για μια ανάλαφρη αλλά πικρή κωμωδία που προσεγγίζει επιφανειακά και επιδερμικά τους θεματικούς της άξονες χωρίς ν’ αναδεικνύει την τραγική τους διάσταση καθώς στοχεύει περισσότερο στη διασκέδαση του θεατή. Μια εμπαικτική διάθεση γύρω από τις καταστάσεις και ένα χιούμορ σκωπτικό με ελαφρές δόσεις ειρωνείας και αυτοσαρκασμού. Πίκρα, νοσταλγία, απόγνωση αλλά και ελπίδα, αισιοδοξία και αγώνας για μια καλύτερη ζωή!
Η Μαίη Σεβαστοπούλου υποδύεται την τσατσά Μαντάμ Ανιές σχηματικά και με έμφαση στα εξωτερικά χαρακτηριστικά. Με το παρουσιαστικό της και τη βαθιά μπάσα φωνή της πλάθει μια κωμική φιγούρα που εξασφαλίζει άφθονο γέλιο. Ως Μαρούλα, η Φιλίτσα Βουλιώτη παίζει μ’ ένα επιτηδευμένο ύφος που εκφράζει την παιδική αφέλεια, την τσακπινιά, τη δήθεν αθωότητα και το πείσμα της ηρωίδας. Η Ζενεβιέβ της Αγγελικής Δέλλα έχει νάζι, υπεροψία, τουπέ, λεπτότητα και γαλλική φινέτσα. Η Σωτηρία Κολόζου ερμηνεύει με τσαμπουκά και δυναμισμό την νταρντάνα και αθυρόστομη Μπουρέκ που προσπαθεί συνέχεια να επιβληθεί στις άλλες. Η Χρύσα Δρακοπούλου αποτυπώνει το παράπονο, τη θλίψη αλλά και την ευαίσθητη ψυχή της Περσεφόνης που νοσταλγεί την πατρίδα της. Ο Νίκος Γιαννίκας με κέφι και ζωηράδα εμφανίζεται στο ρόλο του Κουκούλη, το παιδί για όλα τα θελήματα που προσπαθεί τρέχοντας διαρκώς πάνω-κάτω να εξυπηρετήσει με προθυμία τους πάντες. Ο Στάθης Αναστασίου, ως Σωτήρης Σαραντόπουλος, κινήθηκε μονοεπίπεδα χωρίς το απαιτούμενο νεύρο και τις ανάλογες διακυμάνσεις που θα τον οδηγούσαν στη σκιαγράφηση των πτυχώσεων ενός ολοκληρωμένου χαρακτήρα.
Το πιο δυνατό στοιχείο της παράστασης είναι οι εξαιρετικοί στίχοι των τραγουδιών και η μουσική της Σωτηρίας Κολόζου που επιφορτίζουν συγκινησιακά την ατμόσφαιρα αποτυπώνοντας τα βάσανα, τους σεβντάδες, τους καημούς αλλά και τις χαρές, την ανεμελιά και τα πειράγματα των κοριτσιών. Τα σκηνικά και τα κοστούμια που επιμελήθηκε η Λία Σταμοπούλου ευθυγραμμίζονται με το πνεύμα του κειμένου και τη σκηνοθετική αντίληψη.

«Άφησα της Πόλης το χαμάμ
Μπήκα μες το σπίτι της Μαντάμ
Μα εγώ δε μαραζώνω
Ούτε από ξεριζωμό ματώνω
Πνίγω μες τον τουρκικό μου
Τον μεγάλο τον καημό μου
Και γελάω
Και μαζί με τον καφέ μου καίω και τον αργιλέ μου
Και μεθάω»



Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Περμαγκανάτ» της Μαίης Σεβαστοπούλου
Από τη θεατρική ομάδα «Θεώρηση»
Σκηνοθεσία : Μαίη Σεβαστοπούλου
Σκηνικά- Κοστούμια : Λία Σταμοπούλου
Στίχοι - Μουσική : Σωτηρία Κολόζου
Επιμέλεια προγράμματος : Σπύρος Κολιαβασίλης
Παίζουν : Στάθης Αναστασίου, Φιλίτσα Βουλιώτη, Νίκος Γιαννίκας, Αγγελική Δέλλα, Χρύσα Δρακοπούλου, Σωτηρία Κολόζου και Μαίη Σεβαστοπούλου

BOOZE COOPERATIVA
Κολοκοτρώνη 57 , τηλ. 210 32 40 944

Όσα δεν έζησα!

Η Ομάδα «Θεατρίνων Θεατές» παρουσιάζει φέτος το κλασικό αριστούργημα του Ερρίκου Ίψεν (1828-1906) «Έντα Γκάμπλερ» που γράφτηκε το 1890. Πρόκειται για μια τετράπρακτη δραματική κωμωδία που ταλαντεύεται ανάμεσα στο ψυχολογικό θέατρο και στο αστικό δράμα. Η παράσταση τελείται υπό την αιγίδα της πρεσβείας της Νορβηγίας και στο φουαγιέ του θεάτρου φιλοξενείται έκθεση με αφορμή τον εορτασμό των εκατό χρόνων από το θάνατο του δραματουργού.
Η ηρωίδα του ομώνυμου έργου του Ίψεν ξαναζεί την αγωνία παλιότερων ηρώων του όπως ο Πεερ Γκύντ και ο Μπραντ, παλεύοντας «να είναι ο εαυτός της». Παντρεμένη συμβατικά με τον καθηγητή Τέσμαν, απογοητευμένη από τον ιδανικό της έρωτα για τον Λέβμποργκ και παγιδευμένη από τον ακόλαστο εκβιαστή Μπρακ αυτοκτονεί με το πιστόλι του πατέρα της, του στρατηγού Γκάμπλερ, που η ανάμνηση της προσωπικότητας του στοίχειωνε τη ζωή της. Πριν την τελική της αυτοκαταστροφή «σκοτώνει» το πνευματικό έργο του συγγραφέα Λέβμποργκ βάζοντας φωτιά στα πολύτιμα και μοναδικά χειρόγραφα του. Η Έντα μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένας από τους πιο περίπλοκους και αινιγματικούς χαρακτήρες του αστικού δραματολογίου. Ο «μποβαρικός» αυτοκαταστροφικός αυτός εγωισμός της και η σχιζοειδής προσωπικότητα της όπως φαίνεται από τις αλλεπάλληλες εκρήξεις και θυμικές μεταβολές αποτελεί έναν ελκυστικό ρόλο για όλες τις θεατρίνες.
Η νέα μετάφραση της Μαίρης Μιχαλάτου που στηρίχθηκε στην τελευταία και ολοκληρωμένη εκδοχή του έργου, καταφέρνει και απευθύνεται με αμεσότητα στο σημερινό θεατή. Λιτή η σκηνοθετική προσέγγιση του Γιώργου Λιβανού με καίριους και γραμμικούς συμβολισμούς. Υπάρχει ένας παρεμβατισμός στο κείμενο με την προσθήκη ενός δεύτερου φινάλε, μια ιδεατή συνάντηση της Γκάμπλερ με τον Λέβμποργκ καθώς και μιας παράλληλης ιστορίας ενός αγοριού και ενός κοριτσιού που συναντιούνται, γνωρίζονται, ερωτεύονται και χωρίζουν βιώνοντας τη μοναξιά. Η κατάθεση αυτής της πρότασης λειτουργεί ως σχόλιο των όσων διαδραματίζονται επί σκηνής ανοίγοντας ένα διάλογο με το κείμενο. Μέσα από μια σύγχρονη ματιά αποτυπώνονται η ματαιότητα, τα αδιέξοδα αλλά και οι πολύπλοκες διαστάσεις των ερωτικών σχέσεων. Το σκηνικό είναι λειτουργικό και καλαίσθητο καθώς και τα ιδιαιτέρως φροντισμένα κοστούμια. Η υποβλητική μουσική και ο σχεδιασμός των φωτισμών ευθυγραμμίζονται με τη σκηνοθετική αντίληψη.
Στο ρόλο της Έντας, η Μαίρη Βιδάλη αποδίδει εύστοχα τις συναισθηματικές μεταπτώσεις της ηρωίδας αναδεικνύοντας την τραγική της διάσταση. Ο Μιχάλης Κουκουλομμάτης στον απαιτητικό ρόλο του Λέβμποργκ κινείται μονοδιάστατα χωρίς πολλές διακυμάνσεις και μεταπτώσεις αποδυναμώνοντας έτσι την πολυδιάστατη προσωπικότητα του προσώπου της αναφοράς. Ο Γιάννης Τσιώμος, ως Τέσμαν, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του ρόλου του με δύναμη και ενάργεια. Η Κορίνα Αλεξανδρίδου διεκπεραιώνει με άνεση την Τέσσα κινούμενη με σκηνική κομψότητα. Η έμπειρη ηθοποιός Λαμπρινή Λίβα ερμηνεύει με γλυκύτητα και καλοσύνη τη γεροντοκόρη θεία, Ιουλία Τέσμαν, αναδεικνύοντας την ακρίβεια της υποκριτικής της υφολογίας. Ο Γιάννης Τραμπίδης υποδύεται το νομικό σύμβουλο Μπρακ σκιαγραφώντας με επιτυχία έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα. Αξιοπρόσεκτη είναι η παρουσία της Ρένας Σφηνιά και στο ρόλο της υπηρέτριας Μπέρτα αλλά και ως φιγούρα της απρόσκλητης επισκέπτριας Άνιας. Ο Γιώργος Μπανταδάκης και η Αθανασία Καλογιάννη εμφανίζονται κατά διαστήματα μέσα στο έργο παρουσιάζοντας με λόγο και αισθαντικές χορευτικές κινήσεις την ιστορία δυο παιδιών που βιώνουν τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα.
Πολύ φροντισμένη δουλειά είναι και το πρόγραμμα της παράστασης στο οποίο θα βρει κανείς πολλά στοιχεία και πλούσιο υλικό γύρω από το έργο του Ίψεν, ολόκληρη τη μετάφραση του έργου καθώς και ένα CD με τη μουσική και τα τραγούδια που ακούγονται στην παράσταση. Η φετινή παραγωγή αποτελεί την τρίτη δουλειά της ομάδας. Το ξεκίνημα έγινε με την παγκόσμια πρώτη παρουσίαση του έργου «Η Ρωμαϊκή άνοιξη της κυρίας Στόουν» από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τένεσσυ Ουίλλιαμς σε μετάφραση, δραματοποίηση και σκηνοθεσία Γιώργου Λιβανού και ακολούθησε το «Τι απέγινε η Νόρα;», μια σπουδή πάνω στο «Κουκλόσπιτο» του Ερρίκου Ίψεν.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Έντα Γκάμπλερ» του Ερρίκου Ίψεν
Από τη θεατρική ομάδα «Θεατρίνων Θεατές»
Σκηνοθεσία : Γιώργος Λιβανός
Μετάφραση : Μαίρη Μιχαλάτου-Γιώργος Λιβανός
Κοστούμια : Άννα Μαυρομμάτη
Σκηνικά-Σχεδιασμός Φωτισμών : Σοκόλ Τομτσίνι
Μουσική : Johannes Mueller
Τραγούδι : Πέννυ Ξενάκη
Χορογραφίες : Αλέξανδρος Κουζίτσκιν
Παίζουν : Μαίρη Βιδάλη, Λαμπρινή Λίβα, Γιάννης Τραμπίδης, Μιχάλης Κουκουλομμάτης, Κορίνα Αλεξανδρίδου, Ρένα Σφηνιά, Γιάννης Τσιώμου, Αθανασία Καλογιάννη και Γιώργος Μπανταδάκης

ΠΑΝΤΟΜΙΜΑ-ΠΟΛΥΧΩΡΟΣ ΤΕΧΝΗΣ
Κυψέλης 15, τηλ. 210 88 19 571

Αντιμέτωποι με τις ψευδαισθήσεις των φόβων!


Madam life’s a piece in bloom
Death goes dogging everywhere:
She’s the tenant of the room,
He’s the ‘’ Ruffian on the stair’’

Το «Ruffian on the stair», το πρώτο θεατρικό έργο του Joe Orton ανεβαίνει στο θέατρο «Άλεκτον» σε σκηνοθεσία Μάνου Βακούση. Η ζωή του Joe Orton (1933-1967) ήταν σύντομη και περιπετειώδης. Η γραφή του σαν όλους τους σημαντικούς σατιριστές, ρεαλιστική, καυστική και ανατρεπτική. Έτοιμη να εκθέσει αυτό που γενικά οι άλλοι δεν αποτολμούν να πουν. Και από αυτό προβαίνει η αγαλλίαση, η ευφορία και μαζί το στοιχείο κινδύνου που αναδίνουν τα έργα του.
Η πρώτη παρουσίαση του έργου έγινε από το BBC το 1964. Στη συνέχεια ανέβηκε από το English Stage Society το 1966 σε μια παραγωγή χωρίς σκηνικά και το 1967 παρουσιάστηκε στο Royal Court Theatre με σκηνοθέτη τον Πήτερ Γκιλ μαζί με το «Erpingham Camp» σε ενιαία παράσταση με γενικό τίτλο «Εγκλήματα πάθους». Στην Ελλάδα μεταδόθηκε για πρώτη φορά σε ραδιοφωνική εκπομπή με το τίτλο «Το ρεμάλι στα σκαλιά» σε σκηνοθεσία Αλέξη Μίγγα με τους Πέτρο Φυσσούν, τη Ράσμη Τσόπελα και τον Κώστα Σιμενό.
Στο ψυχογράφημα του Orton «Ο κακοποιός στη σκάλα» εκτυλίσσονται έντονες σκηνές κατά τις οποίες εναλλάσσονται συναισθήματα χαράς και τρόμου. Ο Mike και η Joyce είναι ένα ζευγάρι που μένει σε μια κακόφημη περιοχή του Λονδίνου. Αυτός πληρωμένος δολοφόνος, εκείνη πρώην πόρνη. Αυτός καθολικός, εκείνη προτεστάντης. Δυο διαφορετικοί κόσμοι συμβιώνουν σ’ ένα μικρό δωμάτιο ώσπου ένα τρίτο πρόσωπο έρχεται να σπάσει την επιφανειακή ηρεμία. Ο Wilson είναι ένα δεκαοχτάχρονο ομοφυλόφιλο αγόρι που εισβάλει στη ζωή του ζευγαριού για να εξιλεωθεί και να εξιλεώσει το θάνατο του αδελφού του- εραστή του. Τρομοκρατεί τη γυναίκα και σαγηνεύει τον άνδρα. Τον φέρνει αντιμέτωπο με τη Joyce. Την κατάλληλη στιγμή του αποκαλύπτει ότι ξέρει τα πάντα για το επάγγελμα του και παραπλανώντας τον ότι δήθεν έχει κάνει έρωτα με τη γυναίκα του τον αναγκάζει να τον σκοτώσει. Στο τέλος του έργου βρίσκουμε το ζευγάρι λυτρωμένο και ενωμένο, έτοιμο να αντιμετωπίσει το θάνατο ενός αγοριού και ενός…χρυσόψαρου!
Στη σκηνοθετική του προσέγγιση ο Μάνος Βακούσης ανέδειξε μέσω του σαρκασμού την τραγική διάσταση της μαύρης φάρσας του Orton. Ο Πιντερικός αυτός αναλυτής της κρυμμένης ανθρώπινης φύσης εντοπίζει τις αδύνατες στιγμές της κοινωνικής και ηθικής σύμβασης προκειμένου να τις απογυμνώσει και να διερωτηθεί σοβαρά για την ενήδονη φύση μας που μπορεί να οδηγήσει στην αποκάλυψη έως και του εγκληματικού μας πυρήνα.
Η ρέουσα μετάφραση του Φώτη Μπατζά αποδίδει εύστοχα το ύφος της μαύρης κωμωδίας του Orton που σοκάρει, εξοργίζει αλλά και ενίοτε διασκεδάζει το θεατή. Το γέλιο του επωάζεται πάνω στην απελπισία, την απομόνωση αλλά και τη βία της σύγχρονης ζωής.
Ως Mike, ο Φώτης Μπατζάς αποδίδει αρμονικά και εύστοχα τις ιδιομορφίες του προσώπου της αναφοράς. Η Έλενα Χατζηαυξέντη ερμηνεύει επιδέξια το ρόλο της Joyce εκφράζοντας την αγωνία, το φόβο, τον τρόμο και την αμηχανία. Η γυναικεία φύση που ενσαρκώνει αναζητά ασφάλεια, κατανόηση και αποδοχή. Βιώνει, όμως, την απόρριψη και μένοντας ανυπεράσπιστη οδηγείται στην απόγνωση. Ο νέος ηθοποιός Χρίστος Νικολάου παρά τη σκηνική απειρία του παλεύει να διεκπεραιώσει το ρόλο του με όσο το δυνατόν περισσότερη δύναμη και ενέργεια τονίζοντας το αινιγματικό και διφορούμενο στοιχείο της φιγούρας του Wilson, του παρείσακτου και βίαιου εισβολέα.
Το λειτουργικό σκηνικό του Χρίστου Νικολάου, ο σχεδιασμός των φωτισμών από την Πένυ Καφύρα και το Θανάση Φωτόπουλο καθώς και η υποβλητική μουσική του Νικήτα Κίσσονα δημιουργούν έντονη αγωνία και κορυφώνουν το σασπένς. Πολλοί ωραίοι οι στίχοι των τραγουδιών που μπορεί να βρει κανείς στο μικρό και ιδιαίτερα καλαίσθητο πρόγραμμα της παράστασης που επιμελήθηκε η Έλενα Χατζηαυξέντη. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να συμπεριληφθούν εκτενέστερα θεωρητικά κείμενα και γενικότερα στοιχεία γύρω από την ανατρεπτική και ιδιαίτερη γραφή του Joe Orton.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο κακοποιός στη σκάλα» (The ruffian on the stair) του Joe Orton
Σκηνοθεσία : Μάνος Βακούσης
Βοηθός Σκηνοθέτη : Χαρούλα Σμύρου
Μετάφραση : Φώτης Μπατζάς
Μουσική : Νικήτας Κίσσονας
Φωτισμοί : Πένυ Καφύρα, Θανάσης Φωτόπουλος
Σκηνικά - Κοστούμια : Χρίστος Νικολάου
Επιμέλεια προγράμματος : Έλενα Χατζηαυξέντη
Παίζουν : Φώτης Μπατζάς, Έλενα Χατζηαυξέντη, Χρίστος Νικολάου

ΘΕΑΤΡΟ ΑΛΕΚΤΟΝ
Σφακτηρίας 23, Κεραμεικός, τηλ. 210 34 22 001

Η ματαιότητα της πρωτιάς!


Η πρωτιά! Το κυνήγι της πρωτιάς! Οποιαδήποτε πρωτιά! Έχει σημασία να είσαι πρώτος; Τι κερδίζει όποιος βγαίνει πρώτος; Αλήθεια, τι νόημα έχει να βγαίνεις πρώτος; Μήπως ο καθένας θεωρεί τον εαυτό του πρώτο εξετάζοντας τα πράγματα από τη δική του σκοπιά;
Στο θέατρο «Φούρνος» η θεατρική ομάδα «Μικρή Σκηνή» του Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας παρουσιάζει το έργο του Israel Horovitz «Γραμμή» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καντιώτη. Η νέα ομάδα παρουσιάζει φέτος τη δεύτερη δουλειά της μετά από την περσυνή επιτυχία της παράστασης «Η Δίκη» του Φράντς Κάφκα σε διασκευή και σκηνοθεσία Γιώργου Κιμούλη.
Το «Line» παίχτηκε για πρώτη φορά στο Καφέ Λα Μάμα, της Έλεν Στούαρτ, σε σκηνοθεσία του Τζέημς Χάμερσταϊν. Στην Ελλάδα έχει παρουσιαστεί από τη Θεατρική Σκηνή σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντωνίου και από το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ρόδου σε σκηνοθεσία Γιώργου Οικονόμου και μετάφραση Αλέξη Καλίτση.
Στο μικρόκοσμο του Horovitz, πέντε πρόσωπα, τέσσερις άνδρες και μια γυναίκα, στέκονται σε μια φανταστική ουρά για κάποιο απροσδιόριστο, επερχόμενο γεγονός. Σύντομα οι ήρωες ξεχνούν τι ακριβώς περιμένουν καθώς όλη τους η προσοχή στρέφεται στο ποιος και με ποιον τρόπο θα βρεθεί πρώτος στη γραμμή. Το «Line» του Israel Horovitz είναι μια σκοτεινή κωμωδία, ένα φανταστικό παιχνίδι διεκδίκησης και ανταγωνισμού που ακροβατεί ανάμεσα στο παράλογο και το πραγματικό. Αβυσσαλέα εσωτερική σύγκρουση που εκρήγνυται, όχι για να λυτρώσει, αλλά για να προβάλλει το συμπιεσμένο συναίσθημα, στην λιμνασμένη ζωή και στην μετριότητα που βίωναν ως εκείνη τη στιγμή οι ήρωες. Καθένας βρίσκεται αντιμέτωπος μ’ έναν εαυτό που ξεγυμνώνεται ανελέητα μπροστά στους άλλους.
Το σοφά σχηματικό και ελλειπτικό αυτό έργο αφήνει τεράστια περιθώρια στον σκηνοθέτη να εκμεταλλευθεί με κάθε λεπτομέρεια τις νοηματικές και υφολογικές παραμέτρους που συνιστούν το ποιητικό υπόβαθρο του έργου. Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καντιώτη αξιοποιεί τα πολλαπλά επίπεδα ερμηνείας του κειμένου φέρνοντας σε πρώτο πλάνο την υπαρξιακή αγωνία των προσώπων και τη μοναχική αναμέτρησή τους με το «είναι» και το «φαίνεσθαι». Μέσα από μια διαδικασία βίωσης στιγμιαίων αισθήσεων πρωτιάς καυτηριάζονται οι εξουσιαστικές τάσεις στις οποίες ωθείται το άτομο από τον κοινωνικό περίγυρο.
Η Ιώ Μαρμαρινού στην πολύ πετυχημένη μετάφραση της απέδωσε εύστοχα τα κωμικά στοιχεία και τα λογοπαίγνια του συγγραφέα. Στην πολύχρονη μεταφραστική της δραστηριότητα έχει ασχοληθεί με πολλούς σημαντικούς συγγραφείς (Όσκαρ Ουάϊλντ, Πέτερ Χάντκε, Χάρανλντ Μύλλερ, Άλαν Μπέννετ κ.α) και με τέσσερα μονόπρακτα του Israel Horovitz («Το Παιχνίδι της πρωτιάς», «Ο Ινδός γυρεύει τον Bronx», «Οι Ακροβάτες», «Οι Αρουραίοι») που δημοσιεύθηκαν από τις εκδόσεις Κέδρος.
Οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα δρουν καταλυτικά αποσαφηνίζοντας έννοιες και υπογραμμίζοντας φράσεις-κλειδιά του κειμενικού μικρόκοσμου. Διερμηνεύουν, θα λέγαμε, τις συναισθηματικές εντάσεις-συγκρούσεις «παγώνοντας» τη λεπτομέρεια. Οι μουσικές συνθέσεις του Ορέστη Καραμανλή, έντονοι, δυνατοί ήχοι με υπόκωφους και «απειλητικούς» θορύβους, διαμορφώνουν μια υποβλητική ατμόσφαιρα και λειτουργούν ως σχόλιο στις εξελίξεις των καταστάσεων που εμπλέκονται τα δρώντα- πρόσωπα. Μαζί με τους φωτισμούς, οι μουσικές συνθέσεις ευθυγραμμίζονται με την κοσμοαντίληψη που προτείνει η σκηνοθετική γραμμή, ενώ σε συνδυασμό με τα εικαστικά του Γιώργου Δημητριάδη (που έχει επιμεληθεί και τα κοστούμια) και τις χορογραφίες του Κυριάκου Κοσμίδη διαμορφώνουν ένα συνολικό εγχείρημα που αναδεικνύει τις βαθύτερες δομές του έργου.
Ως Φλέμινγκ, ο έμπειρος ηθοποιός Νίκος Αναστασόπουλος ερμηνεύει με δεξιοτεχνία τις διακυμάνσεις και τις εναλλαγές συναισθημάτων του ήρωα. Ο Νικόλας Μαραγκόπουλος στο ρόλο του Στήβεν με το Νίκο Παντελίδη που υποδύεται το Ντόλαν δημιουργούν ένα δίδυμο δυναμικής και συγκρούσεων σκιαγραφώντας δύο αδίστακτους χαρακτήρες έτοιμους ανά πάσα στιγμή να επωφεληθούν από το χώρο που αφήνει ο αντίπαλος. Ο Στέλιος Ξανθουδάκης ερμηνεύει τον Άρναλλ πλάθοντας έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα. Η Γεωργία Γεωργαντοπούλου ενσαρκώνει μέσα από τη Μόλλυ, την τρομακτική διάσταση της γυναίκας, πέτρα του σκανδάλου, ακολουθώντας μια προσέγγιση που διανθίζεται από κωμικά στοιχεία.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Γραμμή» του Israël Horovitz
Από την ομάδα «Μικρή Σκηνή» του Συγχρόνου Θεάτρου Αθήνας
Σκηνοθεσία : Δημήτρης Καντιώτης
Μετάφραση : Ιώ Μαρμαρινού
Μουσική : Ορέστης Καραμανλής
Φωτισμοί : Χριστίνα Θανάσουλα
Χορογραφίες : Κυριάκος Κοσμίδης
Βοηθός χορογράφου : Ολίβια Θανάσουλα
Κοστούμια - εικαστικά : Γιώργος Δημητριάδης
Παίζουν : Νίκος Αναστασόπουλος, Νικόλας Μαραγκόπουλος, Γεωργία Γεωργαντοπούλου, Νίκος Παντελίδης και Στέλιος Ξανθουδάκης
Στο ρόλο του Joker o Alejandro Pérez

ΘΕΑΤΡΟ ΦΟΥΡΝΟΣ
Μαυρομιχάλη 168, Εξάρχεια, τηλ. 210 64 60 748

Λουτρό αίματος

Στο Θέατρο Τέχνης στην οδό Φρυνίχου, η θεατρική ομάδα «Αρένα» ανεβάζει σε νέα μετάφραση της Εύας Σιμάτου την πρωτόλεια τραγωδία του Σαίξπηρ «Τίτος Ανδρόνικος», έργο βίαια προκλητικό, βαθιά πολιτικό και φύσει ανθρώπινο που εξερευνά τα όρια της συμπεριφοράς του ατόμου.
Με αφορμή θέματα και τάσεις που απασχολούν το σύγχρονο άνθρωπο όπως η βία της εξουσίας, η σχέση θύματος- θύτη, η θέση της μονάδας μέσα στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα, η ομάδα «Αρένα» επιλέγει πάντα να συνδιαλέγεται με κλασικά και σύγχρονα κείμενα. Μέχρι σήμερα έχουν παρουσιαστεί σε σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Σωτηρίου οι παραστάσεις : «Χάι Αμέρικα» σε δυο εκδοχές και «Η Τέντα».
Στη νεανική τραγωδία του Σαίξπηρ σωρεύονται στη σκηνή φόνοι, μοιχείες, εκδικήσεις, θυέστεια δείπνα και τελικά τα νεκρά σώματα σχεδόν όλων των θεατρικών προσώπων. Μέσα από μια εξαρθρωμένη και σάπια Ρώμη που νικάει μετά από δεκαετείς πολέμους τους βαρβάρους Γότθους, με την επιστροφή του ένδοξου στρατηγού Τίτου Ανδρόνικου ερχόμαστε σε επαφή με την ωμότητα και τη βία ενός μαρμαρωμένου πολιτισμικού κώδικα αλλά και με τον παραλογισμό του ακραίου ανθρώπινου πόνου που οδηγεί στο ένστικτο της εκδίκησης.
Στον εικοστό αιώνα, η επίδραση του θεωρητικού Αρτώ με το θέατρο της σκληρότητας προκάλεσε αναβιώσεις της κάπως λησμονημένης τραγωδίας που πρόσφερε στον Ολίβιε και τη Βίβιεν Λη μια μεγάλη επιτυχία στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Πήτερ Μπρουκ. Στην Ελλάδα, το έργο έχει ανέβει από το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου.
Η σκηνοθετική ματιά του Αλέξανδρου Σωτηρίου άντλησε στοιχεία από τρεις διαφορετικές φόρμες θεάτρου : τον αγγελιοφόρο από την αρχαία ελληνική τραγωδία, τα σκιάχτρα από το αφρικανικό πολιτικό θέατρο ενώ υπάρχουν αναφορές στο θέατρο Νο. Το εγχείρημα του ανεβάσματος αυτού του σοκαριστικά βίαιου έργου που παρουσιάζεται σπάνια είναι τολμηρό. Στους σκηνοθέτες τίθεται πάντα το ζήτημα της σκηνικής απόδοσης των βίαιων σκηνών. Ο Αλέξανδρος Σωτηρίου απέφυγε την υπερβολή στο θέμα της απεικόνισης της βίας. Στην παράσταση η χρήση της κούκλας αποδείχθηκε εύστοχη. Ο αποτρόπαιος βιασμός, οι ακρωτηριασμοί και τα ειδεχθή εγκλήματα διαπράττονται πάνω σε πλαστικές κούκλες φτιαγμένες από μαύρες σακούλες που παριστάνουν τα κουφάρια. Κατά τη διάρκεια της παράστασης είτε σε κίνηση είτε σε ακινησία παραμένουν ενεργά σημεία-σύμβολα επιφορτίζοντας συγκινησιακά την ατμόσφαιρα.
Η μεταφορά της δράσης στο φουαγιέ στην έναρξη του δεύτερου μέρους δεν έχει άμεσα ανιχνεύσιμη πρόθεση. Η επιλογή των σκηνών μας δίνει κάποια πιθανή εξήγηση : η σκηνή στο πάνω μέρος του φουαγιέ όπου ο Τίτος θρηνεί για το χαμό μιας μύγας (!) παρεκκλίνει από το γενικότερο ύφος του έργου. Όσο για τη σκηνή όπου η Λαβίνια αποκαλύπτει τους βιαστές της, ο κάτω χώρος του φουαγιέ λειτουργεί ως εκκύκλημα καθώς φανερώνει ένα έγκλημα που έχει διαπραχθεί εκτός σκηνής.
Το σκηνικό φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από το πλαστικό υλικό που φτιάχνονται οι μαύρες σακούλες απορριμμάτων, είναι υποβλητικό. Το μαύρο (και το κόκκινο χρώμα σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή) αναδεικνύει το χαρακτήρα του σκοτεινού και αιματοβαμμένου έργου. Στα κοστούμια δεν ακολουθείται ενιαία υφολογική γραμμή. Τα μεγάλα κοσμήματα και οι μανδύες που φορούν οι κεντρικοί ρόλοι παραπέμπουν εύστοχα στη Ρωμαϊκή εποχή. Γεύση εξωτικού στοιχείου εντοπίζεται στα κοστούμια της Ταμόρα και του Ααρών. Οι ήχοι της ζωντανής μουσικής-εξαιρετική η δουλειά του Γιώργου Διαμαντόπουλου- υπογραμμίζοντας καταστάσεις και εναλλαγές συναισθημάτων πλημμυρίζουν την παράσταση και την απογειώνουν. Σε ορισμένες σκηνές θα μπορούσε να θεωρηθεί προβληματικός ο σχεδιασμός των φωτισμών, με τη χρήση φακών. Ωστόσο υποθέτουμε ότι η επιλογή μιας υποφωτισμένης σκηνής υπογραμμίζει τη σκοτεινότητα του έργου.
Το σύνολο των ηθοποιών λειτούργησε κάποιες στιγμές ομαδικά παραπέμποντας σε χορό αρχαίας τραγωδίας. Ο Τίτος Ανδρόνικος του Αλέξανδρου Σωτηρίου ακροβατεί ανάμεσα στη σκληρότητα και το συναίσθημα. Η περιφορά του ημίγυμνου πλαδαρού εφιδρωμένου σώματός του αποτυπώνει την εξάντληση ενός στρατηγού που έχει αναλωθεί προασπίζοντας τη Ρώμη και έχει χάσει στη μάχη τους περισσότερους γιούς του. Στο πρόσωπο του Τίτου Ανδρόνικου εμπαίζεται, χλευάζεται, ατιμάζεται και μαρτυράει ένας ολάκερος κόσμος, που πολέμησε, σκοτώθηκε, θυσιάστηκε κι η αμοιβή του ήταν να βιαστεί η θέλησή του, να προδοθεί και ν’ ακρωτηριαστεί απ’ το χέρι που πολέμησε τους εχθρούς. Η Εύα Σιμάτου ενσάρκωσε το ρόλο της Ταμόρα με τα πλούσια εκφραστικά της μέσα χαρίζοντας μας μια δυναμική ερμηνεία. Ως Λαβίνια, η Μαρία Γεωργιάδη πλάθει στην αρχή μια στιβαρή φιγούρα και στη συνέχεια μέσα από τη σιωπή της αναδεικνύει τον πόνο αλλά και την εσωτερική δύναμη της ηρωίδας. Ο Αλέξης Σαρηπανίδης απέδωσε ιδανικά το δαιμόνιο Ααρών. Ο Αλέξης Κλήμος και ο Ναθάνιελ Ραντλ ανταποκρίθηκαν με άνεση και αποτελεσματικά στους πολλαπλούς ρόλους.



Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Τίτος Ανδρόνικος» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ
Από τη θεατρική ομάδα «Αρένα»
Σκηνοθεσία-Διασκευή : Αλέξανδρος Σωτηρίου
Μετάφραση : Εύα Σιμάτου
Σκηνικά- Κοστούμια : Μιχάλης Τοπκαράς
Μουσική : Γιώργος Διαμαντόπουλος
Φωτισμοί : Νίκος Σωτηρόπουλος
Καλλιτεχνική επιμέλεια : Δημήτρης Οικονόμου
Παίζουν : Αλέξης Σαρηπανίδης, Αλέξανδρος Σωτηρίου, Εύα Σιμάτου, Μαρία Γεωργιάδη, Αλέξης Κλήμος, Ναθάνιελ Ραντλ, Αναστασία Γεωργοπούλου και Ζήσης Παπαϊωάνου

ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ
Φρυνίχου 14, Πλάκα, τηλ. 210 32 22 464

Δε χωράς πουθενά...πουθενά...

Τρεις πρόσφυγες, τρεις ιστορίες, τρεις διαδρομές
Στη σκηνή του «Ανοιχτού Θεάτρου» ο σκηνοθέτης Γιώργος Μιχαηλίδης παρουσιάζει σε ενιαία παράσταση τρία μονόπρακτα βασισμένα σε κείμενα σημαντικών σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων που καταπιάνονται για πρώτη φορά με τη θεατρική γραφή. Πηγή έμπνευσης των δημιουργών αποτέλεσε ο κοινός προβληματισμός τους γύρω από τις συνθήκες διαβίωσης των μεταναστών στη χώρα μας. Ο Μάνος Ελευθερίου, η Μάρω Δούκα και ο Μένης Κουμανταρέας τοποθετούν ως κεντρικά πρόσωπα των μονολόγων τους τρεις νεαρούς πρόσφυγες στη χώρα μας που αφηγούνται τις δυσκολίες και τον αγώνα τους να γίνουν αποδεκτοί, να ενταχθούν σε ένα κοινωνικό σύνολο που θα σέβεται τη διαφορετικότητα και θα προσφέρει ίσες ευκαιρίες στα μέλη του. Λόγος βαθιά βιωματικός που πλημμυρίζει από τα συναισθήματα της αδικίας, της ανασφάλειας και της αγωνίας φθάνει βαθμιαία σε κραυγή διαμαρτυρίας.
Μέσα από αυτές τις θεατρικές προσαρμογές προσφέρεται η δυνατότητα σε τρεις νέους ηθοποιούς να ερμηνεύσουν τους ήρωες των μικρόκοσμων των συγγραφέων με προσήλωση στις εσωτερικές δονήσεις των ρόλων και με ενάργεια στην παρουσίαση του συστήματος των δρώντων.
Η παράσταση ξεκινάει με το μονόλογο «Μπλε Μελαγχολία» του Μάνου Ελευθερίου. Στο εν λόγω κείμενο παρακολουθούμε τη διαδικασία μιας θεατρικής οντισιόν. Το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, ο Μάρεκ, ένας Πολωνός ηθοποιός που αναγκάζεται να εργάζεται σε οικοδομή για να επιβιώσει, διεκδικεί να πάρει ένα ρόλο που ίσως του εξασφαλίσει κάποια επαγγελματική προοπτική. Ένας «αόρατος» σκηνοθέτης, μια απόμακρη, απρόσωπη φωνή, «ανακρίνει» με υπεροψία το φιλόδοξο νεαρό προσπαθώντας να εντοπίσει την αχίλλειο πτέρνα του, να βρει πάτημα να τον απορρίψει ή να εξακριβώσει τα όρια των ψυχολογικών του αντοχών. Ο Πέτρος Σπυρόπουλος υποδύεται πειστικότατα το νεαρό μετανάστη αναδίδοντας εύστοχα τις εκφάνσεις και την εναλλαγή συναισθημάτων : αμηχανία, συστολή, αγωνία που μετατρέπεται σταδιακά σε οργή, αγανάκτηση, ειρωνεία και απέχθεια. Μια ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη σκηνική παρουσία με προοπτικές!
Ο δεύτερος μονόλογος με τον τίτλο «Σας αρέσει ο Μπραμς;» της Μάρως Δούκα είχε αρχικά τη μορφή διηγήματος και προσαρμόστηκε για το θέατρο με τη συνεργασία της συγγραφέως. Είχε παρουσιαστεί από τον Κυριάκο Κατζουράκη και την Κάτια Γέρου με τον γενικό τίτλο «Ο δρόμος προς τη Δύση». Η Ίρινα, μια Ουκρανή εκδιδόμενη γυναίκα μιλάει σε ένα δημοσιογράφο που πραγματοποιεί μια στατιστική έρευνα για τη ζωή των μεταναστών και του εξιστορεί το μακρύ ταξίδι της άφιξής της στην Ελλάδα καθώς και τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσής της. Η Λουκία Μιχαλοπούλου μας καθηλώνει καταθέτοντας μια συγκλονιστική ερμηνεία. Επιβλητική στις σιωπές της, γεμάτες οι παύσεις της, πλήρης ο έλεγχος των εκφραστικών της μέσων. Ενσαρκώνει ένα σαφές και διακριτό στη σύλληψή του ήθος, που της επιτρέπει να ελιχθεί σε εύρος και βάθος.
Στο δωμάτιο ενός Αλβανού πιτσιρικά που εκπορνεύεται διαδραματίζεται η τρίτη ιστορία με τον τίτλο «Αλτίν» που υπογράφει ο Μένης Κουμανταρέας. Ο θεατής πληροφορείται στοιχεία γύρω από τη ζωή του Αλτίν μέσα από ασταμάτητα τηλεφωνήματα που δέχεται ο ήρωας από τη μητέρα του, την κοπέλα του, τους φίλους του αλλά και διάφορους πελάτες. Το ψέμα μπλέκεται με την αλήθεια όπως και το ποιος είναι τελικά το θύμα και ο θύτης. Τον ήρωα ερμηνεύει ο νέος και ταλαντούχος ηθοποιός Μάνος Καρατζογιάννης που ξεχώρισε από τη συμμετοχή του στις παραστάσεις «Η Κασέτα» της Λούλας Αναγνωστάκη και «Η Πρόβα» του Γιώργου Αρμένη. Ως Αλτίν, ο Μάνος Καρατζογιάννης κωδικοποιεί την ερμηνεία του στους ρυθμούς ενός εξαιρετικά ευέλικτου ρεαλισμού δημιουργώντας έτσι μια ολοκληρωμένη εικόνα του ήρωα. Μέσα από τη σωματική του έκφραση αποκαλύπτει σταδιακά τις πτυχώσεις του τραγικού στοιχείου που φέρει το πρόσωπο της αναφοράς τις οποίες ωστόσο διανθίζει με ισορροπημένες δόσεις χιούμορ που αποδυναμώνουν την τεταμένη ατμόσφαιρα αποφεύγοντας εντέχνως τον κίνδυνο της εκτροπής σε παρωδία. Εν κατακλείδι, αποδίδει μια μεγάλη γκάμα αποχρώσεων του χαρακτήρα, υπογραμμίζοντας την ταλάντευσή του από την κυνικότητα σε μια σχεδόν παιδική αφέλεια.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια ακολούθησαν πιστά τις σκηνικές οδηγίες ενώ οι φωτισμοί κατορθώνουν να τονίζουν και να υπογραμμίζουν χαρακτηριστικά τα επεισόδια κάθε πλοκής.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Μπλε Μελαγχολία» των Μάνου Ελευθερίου, Μάρως Δούκα και Μένη Κουμανταρέα
Σκηνοθεσία : Γιώργος Μιχαηλίδης
Σκηνικά- Κοστούμια : Αγνή Ντούτση
Μουσική : Γιώργος Χριστιανάκης
Παίζουν : Πέτρος Σπυρόπουλος, Λουκία Μιχαλοπούλου και Μάνος Καρατζογιάννης

ΑΝΟΙΧΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
Κάλβου 70, Γκύζη, τηλ. 210 64 45 749