Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2019

«Ο Γιός» του Φλοριάν Ζελλέρ στο Θέατρο του Νέου Κόσμου


    

      «Η ζωή μού είναι βάρος» αναφωνεί ο έφηβος Νικολά στον πατέρα του που προσπαθεί με αγωνία να μάθει τι δεν πάει καλά τον τελευταίο καιρό στη ζωή του γιου του. Παρά τις καλές του προθέσεις, ο Πιερ αδυνατεί να διακρίνει τις αυτοκτονικές τάσεις του παιδιού του και να το βοηθήσει. Προτάσσοντας το παράδειγμα μιας έκκεντρης περίπτωσης ο Φλοριάν Ζελλέρ συμπυκνώνει σε 17 σκηνές κοινούς τόπους και γνώριμες συμπεριφορές στις σχέσεις των γονέων με τα παιδιά τους. Ο πικρός σκεπτικισμός του Γάλλου συγγραφέα καταλήγει στη διαπίστωση πως «η αγάπη δεν αρκεί» αποφεύγοντας τεχνηέντως τον διδακτισμό και τις μελοδραματικές υπερβολές. Όπως και να ‘χει, δεν είναι εύκολο να κοιτάξει κανείς κατάματα και να αποδεχθεί μια αλήθεια που τον πονά. «Ο Γιος» αποτελεί σκηνικό δοκίμιο εφ’ όλης της ύλης, θα λέγαμε, ανακεφαλαιώνοντας ζητήματα κορυφαίας σημασίας που ταλανίζουν τη σχέση γεννήτορα – τέκνου διαχρονικά και σε παγκόσμια κλίμακα.

      Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος παρουσιάσει το έργο ακριβώς όπως το έγραψε ο συγγραφέας, σαν «φέτα ζωής», φωτίζοντας τη διαλεκτική σχέση πραγματικότητας και ονείρου και υπογραμμίζοντας τη σχετικότητα της αλήθειας. Η σκηνοθεσία προβάλλει τον καταιγισμό των ερωτημάτων που θέτει η γραφή και η εικονογράφηση της ανατρεπτικής δράσης «γεννάει» διαρκώς νέες γόνιμες απορίες στον θεατή. Καίριοι οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη ενισχύουν μαζί με τη μουσική του Σταύρου Γασπαράτου την κορύφωση των δραματικών καταστάσεων. Λειτουργικό για τις αλλαγές του χώρου το σκηνικό της Ευαγγελίας Θεριανού. Τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα αποτυπώνουν με ευκρίνεια το εξέχον χαρακτηριστικό κάθε προσώπου.
       Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος ενσαρκώνει τον Πιερ αναδεικνύοντας με αξιοσημείωτη ακρίβεια την πλούσια γκάμα των συναισθημάτων του πατέρα τον οποίο κατορθώνει να ανυψώσει σε συμβολική οντότητα. Η Δέσποινα Κούρτη, στον ρόλο της Άννας, πρώτη σύζυγο του Πιερ, εκφράζει ευθύβολα τον σπαραγμό της μάνας και την οδύνη της ανυπεράσπιστης γυναίκας που βαδίζει σε μοναχικούς δρόμους. Η Άννα Καλαϊτζίδου προκρίνει τον δυναμισμό και την αισιόδοξη στάση της Σοφίας, δεύτερη σύζυγο του Πιερ και μητέρα ενός μωρού, που έχει επωμιστεί τις συνέπειες της ασθένειας του Νικολά αλλά καλείται να λειτουργήσει εξισορροπητικά για να διασφαλίσει την προσωπική της ευτυχία και τη γαλήνη της δικής της οικογένειας. Ο Δημήτρης Κίτσος αποδίδει εξαιρετικά τα σημάδια της ψυχικής ασθένειας του Νικολά με σχολαστικά μελετημένη σωματική και φωνητική εκφραστικότητα. Ο γιατρός του Γιώργου Μακρή δείχνει την αποστασιοποιημένη και χαμηλών τόνων «φωνή» της επιστήμης που επικαλείται τη λογική και δεν υποκύπτει στο θυμικό. Ο νοσοκόμος του Θοδωρή Κουτσουκανίδη εκτελεί με τη δέουσα ψυχρότητα το υπηρεσιακό του καθήκον.  
       Στο καλαίσθητο πρόγραμμα – βιβλίο υπάρχει δημοσιευμένη ολόκληρη η μετάφραση του έργου από την Κοραλία Σωτηριάδου καθώς και κείμενα για τον συγγραφέα.

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

«Χειμωνιάτικο ταξίδι» του Σταμάτη Πολενάκη στο Studio Μαυρομιχάλη


       Το θεατρικό έργο του Σταμάτη Πολενάκη φέρνει για άλλη μια φορά στο επίκεντρο ζητήματα που αφορούν στη διαλεκτική σχέση της ιστορικότητας με τη μυθοπλασία. Αντλώντας υλικό από κορυφαία ιστορικά γεγονότα και με επίκεντρο την ολέθρια κατάληξη του Γερμανού ποιητή Χάινριχ φον Κλάιστ που αυτοκτόνησε μαζί με την αγαπημένη του Ενριέττε Φόγκελ, ο συγγραφέας γράφει μια ελεγεία για τους «ιδανικούς αυτόχειρες» και όλους εκείνους που πέρασαν τη ζωή τους αναζητώντας μάταια το απόλυτο. Το απόλυτο του έρωτα και της ευτυχίας. Το νόημα εντέλει της ύπαρξής τους και την ανάγκη κατανόησης του κόσμου που είναι καταδικασμένος να περνάει διαρκώς δύσκολες μέρες. Οι τρεις διαφορετικές αφηγήσεις και η μεταξύ τους «συνομιλία» οδηγούν σε μια σύνθεση που δεν «υπερασπίζεται» την απαισιόδοξη εκδοχή των γεγονότων αλλά υπογραμμίζει το ειδυλλιακό περιβάλλον της ερωτικής συνάντησης αφήνοντας μια γλυκόπικρη γεύση. Άλλωστε, η σκηνοθεσία της Έφης Ρευματά κινείται επιδέξια ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη τοποθετώντας τα πρόσωπα σε σημεία βολής. Το σκηνικό του Νίκου Δεντάκη σηματοδοτεί με τον υποδηλωτικό του χαρακτήρα τον χώρο όπου οι δύο εραστές ανταλλάσουν όρκους αγάπης. Το γρασίδι και τα πεσμένα φύλλα αποτυπώνουν την ανέμελη αλλά και μελαγχολική διάθεση των πρώτων σκιρτημάτων ενώ η εμφάνιση του όπλου προοικονομεί το μοιραίο τέλος. Τα καλαίσθητα κοστούμια της Βάσιας Χρονοπούλου παρέχουν διακριτικά όχι μόνο στοιχεία της εποχής αλλά και εξέχοντα χαρακτηριστικά των ηρώων. Οι καίριοι φωτισμοί του Δημήτρη Μπαλτά ακολουθούν την ευρηματική «διάθεση» της σκηνοθεσίας να σχολιάσει και να εικονοποιήσει τον αφηγηματικό λόγο. Ο Δημήτρης Φραγκιόγλου στον ρόλο του πανδοχέα πλάθει μια έξοχη φυσιογνωμία σαν αυτόπτης μάρτυρας που καταθέτει σε ένα αόρατο δικαστήριο. Ο Βασίλης Μπατσακούτσας ενσαρκώνει τον ποιητή Κλάιστ με εκφραστική λιτότητα εστιάζοντας στον πεισιθάνατο ψυχικό του κόσμο. Ομοίως, η Μάρω Μελισσάρη υποδύεται τη Φόγκελ δίνοντας έμφαση στις δραματικές αποχρώσεις. Η Μάγκυ Μελισσάρη ερμηνεύει ζωντανά στο πιάνο κομμάτια από το Winterreise του Σούμπερτ εκφράζοντας τρυφερά και αιχμηρά μαζί τους φόβους και τις φοβίες των αναμνήσεων…

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2019

«Ψύλλοι στ’ αυτιά» του Ζωρζ Φεντώ στο Θέατρο «Μουσούρη»


      
    Εύστοχα ο Πέτρος Φιλιππίδης επιλέγει την έγκριτη, ανθεκτική στον χρόνο και με πολλές θεατρικές αρετές μετάφραση του Μίνωος Βολανάκη για το ανέβασμα του αγαπημένου και πολυπαιγμένου βωντβίλ «Ψύλλοι στ’ αυτιά» (« La Puce à loreille », 1907). Χωρίς περικοπές και εξόφθαλμες παρεμβάσεις, η παράσταση στο θέατρο «Μουσούρη» προκρίνει το ύφος και την αισθητική της αστικής και ελαφριάς κωμωδίας πλοκής και πραγματικά δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από τις αντίστοιχες παραστάσεις της Comédie Française. Πρόκειται για μια γνώριμη και «παραδοσιακή» εκδοχή ενός αριστοτεχνικού έργου που έχει ξεκάθαρο στόχο: τη διασκέδαση του κοινού. Το θέμα του; Πολύ συνηθισμένο. Η συζυγική απιστία και τα προβλήματα που επιφέρει.

       Η σκηνοθεσία του Πέτρου Φιλιππίδη ελέγχει και επιβάλλει έναν ταχύ ρυθμό και κατορθώνει να δημιουργήσει με αρμονία, ευρηματικότητα κι ευστροφία ένα σπιρτόζικο κλίμα δράσεως. Οι καίριοι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου, οι επιλογές των κοστουμιών και το λειτουργικό σκηνικό του Γιάννη Μετζικώφ ενδυναμώνουν το φαρσικό στοιχείο και την αισθητική του μπουρλέσκο. Η εκφορά των ρόλων από τους ηθοποιούς στηρίζεται εν πολλοίς στην αισθητική υπερ-φόρτιση με σημεία της καρικατούρας και του σχηματικού παιξίματος. Όλος ο θίασος χειρίζεται ευέλικτα τα στοιχεία της έκπληξης και της ανατροπής των καταστάσεων ώστε να παράγεται αβίαστα το γέλιο στην πλατεία.  
       Ως κύριος Σαντεμπίζ αλλά και ως σωσίας του Πος – αλκοολικός υπάλληλος του «πονηρού» ξενοδοχείου – ο Πέτρος Φιλιππίδης, πηγαίος κωμικός, κινείται με μεγάλη άνεση, μαεστρία και μπρίο. Ο κύριος Φιλιππίδης αποδίδει υποδειγματικά τα ετερόκλητα χαρακτηριστικά των δύο ρόλων απογειώνοντας τη φάρσα. Η Φαίη Ξυλά και η Μυρτώ Αλικάκη υποστηρίζουν ευθύβολα στους ρόλους τους το υπέρμετρο και την υπερβολή μέσα από γνώριμες παραλεκτικές εκφράσεις που εμπλουτίζουν την κωμική έκφραση. Ομοίως, ο Θανάσης Ευθυμιάδης, ο Θοδωρής Κατσαφάδος και ο Θεόδωρος Ρωμανίδης κατακλύζουν τη σκηνή με έκκεντρες χειρονομίες και μορφασμούς συμβάλλοντας στη δημιουργία της αισθητικής ενός εξπρεσιονιστικού κωμικού παιξίματος. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Σταύρος Σβήγκος εκμεταλλεύεται έξυπνα τον χαρακτήρα του ψευδού και πλάθει μια έξοχη κωμική φιγούρα. Τη διανομή συμπληρώνουν με αξιόλογες ερμηνείες ο Θανάσης Πατριαρχέας, ο Χάρης Χιώτης, η Αλεξάνδρα Καρακατσάνη, η Ευγενία Παναγοπούλου, ο Βαγγέλης Κυπαρίσσης και ο Αντώνης Στάμος.

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2019

«Οι Παίκτες» του Γκόγκολ στο Θέατρο «Αλκμήνη»


      

         Στο πλούσιο λογοτεχνικό έργο του Νικολάι Γκόγκολ συνυπάρχει η κριτική διάθεση με το χιούμορ, τον λυρισμό και την απογοήτευση. Η διεισδυτική και οξεία ματιά του στα ανθρώπινα ελαττώματα τον καθιέρωσαν ως πατέρα του ρωσικού κριτικού ρεαλισμού. «Οι Παίκτες» (1842) διαδραματίζονται σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο μιας μικρής επαρχιακής πόλης όπου εμφανίζεται ένας έμπειρος χαρτοπαίκτης, ο οποίος έχει αναγάγει τη χαρτοπαιξία σε υψηλή τέχνη απάτης. Η άφιξη και η συνάντησή του με τρεις επίσης σεσημασμένους χαρτοκλέφτες, σηματοδοτεί την έναρξη ενός παιχνιδιού γεμάτου ανταγωνισμούς, συμμαχίες, εκπλήξεις και ανατροπές. 
          Η εκδοχή που προτείνουν ο Μάνος Καβίδας και ο Μανώλης Βαζαίος αποδίδει με ακρίβεια σκηνικής αποκαλύψεως το μικρό ελεεινό πάθος-μικρόβιο της χαρτοπαιξίας και την έρπουσα επικινδυνότητα μιας καθημερινότητας σε παρακμή. Η διασκευή, μέσω της επιλογής συμπύκνωσης των προσώπων, καταδεικνύει με ευκρίνεια το πάθημα του απατεώνα που εξαπατήθηκε, του θύτη που κατέληξε θύμα, του ισχυρού που υποτίμησε τον αντίπαλο, του νικητή που έχασε όλες τις παρτίδες. Η σκηνοθεσία προκρίνει το υπέρμετρο και την υπερβολή ενός καυστικού κωμικού λόγου ο οποίος διατυπώνεται επί σκηνής με ελεγχόμενο ρυθμό ώστε να μην επισκιάζεται το δραματικό υπόβαθρο του έργου. Ο τετραμελής θίασος εμφανίζεται εξαιρετικά δεμένος και ευθυγραμμισμένος με τη σκηνοθετική ανάγνωση που ενθαρρύνει την παραγλωσσική έκφραση και την υπαινικτική της απόδοση. Ο Μανώλης Βαζαίος ερμηνεύει με σκηνική ευελιξία τον Ιχάρεφ αποδίδοντας με ευκρίνεια την εξελικτική πορεία του προσώπου. Ως Στεπάν, ο Νίκος Μαυρουδής δημιουργεί μια αξιοσημείωτη φυσιογνωμία που παραπέμπει στο λούμπεν, αποτυπώνοντας στις εκφράσεις του κώδικες του περιθωρίου και των νόμων του υποκόσμου. Ο Ηλίας Κούτλας υποστηρίζει με συνέπεια τον Σβώχνεφ και ερμηνεύει σε πιο ήπιους τόνους το συγκρουσιακό φάσμα της ενοχής του στο παιχνίδι της απάτης. Πληθωρικός, ευρηματικός, σαρωτικός, θα λέγαμε, ο Ερνέστος Βουτσίνος υποδύεται τον πολυμήχανο υπηρέτη και τις τρεις σκηνικές του «μεταμφιέσεις», κινούμενος επιδέξια και ευεργετικά για τη ροή της παράστασης που κατορθώνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο μπουρλέσκο και την κοινωνική κριτική.


Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2019

«Ο Φάρος» του Κόνορ Μακφέρσον στο Θέατρο «Αθηνών»


     
     Αποκλεισμένοι στο τοπίο της απόγνωσης, έγκλειστοι στον χώρο του ανεκδιήγητου, τρεις άνδρες, ο Ρίτσαρντ, ο Σάρκυ και ο Ιβάν, προσπαθούν να «ονειρευτούν» μια υπέροχη παραμονή Χριστουγέννων που θα τους κρατήσει ενωμένους, με επίκεντρο το άφθονο πιοτό και τις προοπτικές μιας παρτίδας πόκερ. Σε λίγο καταφθάνουν δύο επισκέπτες, καλοντυμένοι για την περίσταση, ο Νίκυ και ο ονομαζόμενος κύριος Λόκχαρτ. Κάθε ένας από τους ήρωες είναι φορέας της δικής του, προσωπικής κοσμοαντίληψης, ενώ ως συλλογικότητα συντάσσεται καλή τη πίστη αποφεύγοντας, όσο αυτό είναι δυνατόν, προκείμενες ή και επικείμενες προστριβές. Ούτως ή άλλως, οι τρεις που προαναφέρονται, είναι, θα λέγαμε, μόνιμοι κάτοικοι ενός καταλύματος, υποτυπωδώς επιπλωμένου στη βάση μιας αόριστης «αστικής» αισθητικής. Εξάλλου, ο Ρίτσαρντ είναι τυφλός. Το γεγονός αυτό επιβάλλει τη λειτουργικότητα του χώρου σύμφωνα με την παράμετρο αυτής της αναπηρίας, αν και ο Ρίτσαρντ «βλέπει» αρκετά πιο καλά από τους άλλους δύο, τον Σάρκυ, που είναι αδελφός του και τον Ιβάν, που έχει σχεδόν ξεχαστεί στο περιβάλλον των φίλων του.

      Θα έλεγε κανείς ότι ο κόσμος όλος περιστρέφεται γύρω από τον Ρίτσαρντ που ξέρει καλύτερα να «διαβάζει» τις συνθήκες και να δημιουργεί προοπτικές. Έτσι, γίνεται, χωρίς να το επιδιώκει εμφανώς, ηγετική φιγούρα ενός μικρόκοσμου που κατοικείται από μια αλυσίδα αδύναμων και φοβισμένων οντοτήτων: Ο Ιβάν αδυνατεί, καθώς φαίνεται, να γυρίσει στην εστία του, αρνούμενος ίσως να αντιμετωπίσει εγγενή προβλήματα που εκπορεύονται από ενδοοικογενειακές συγκρούσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Ιβάν φοβούμενος να αντικρύσει κατάματα την πραγματικότητά του, υιοθετεί τη συμπεριφορά της στρουθοκαμήλου. Άλλωστε, νοιώθει χρήσιμος κοντά στον Ρίτσαρντ, που τον καθοδηγεί και στον Σάρκυ, που περιμένει από αυτόν βοήθεια σε μια χρονική περίοδο κρίσιμη. Ο Σάρκυ προσπαθεί να απεξαρτηθεί από το αλκοόλ και, όπως είναι φυσικό, αισθάνεται ευάλωτος, μόνος και εχθρός του εαυτού του.   
      Ο Ιρλανδός συγγραφέας οδηγεί τους εσωτερικούς ρυθμούς του έργου του σε «καθαρά νερά», σαν καλός καπετάνιος που γνωρίζει πότε θα πλεύσει έτσι και πότε αλλιώς. Την κατάλληλη λοιπόν στιγμή, εκεί που νομίζει ο θεατής ότι έχει ανακαλύψει όλα τα μυστικά του «Φάρου», ο Κόνορ Μακφέρσον εμφανίζει στη σκηνή τον Νίκυ και τον κύριο Λόκχαρτ. Το επιτάσσει οπωσδήποτε ο χρόνος της μυθοπλασίας αφού πρόκειται βέβαια για τη γιορτή της παραμονής των Χριστουγέννων. Επομένως, ορισμένα προαναφερόμενα οξύμωρα, που αφορούν στους ήρωες σε συνάρτηση με τον χώρο, διαγράφονται a posteriori για να μεταφερθεί η πλοκή σε καινούργιες συνθήκες. Στο σημείο αυτό, προκύπτει η αναγκαιότητα ανασύνταξης των πραγμάτων και των στοιχείων εκείνων που ανάγονται σε σύμβολα.
      Η είσοδος των δύο επισκεπτών βαρύνει πλέον την κοινωνική συντροφιά όπου ο καθένας αποκτά λειτουργία συμβόλου σε καινούργια θεμέλια: Ο Ιβάν προωθείται σε σύμβολο της αδιόρατης ευθυνοφοβίας η οποία συνοδεύεται από το αίσθημα μιας καλοκάγαθης δουλικότητας. Ο Σάρκυ αξιολογείται πλέον ως έρμα της πλήρους αδυναμίας να αντιταχθεί σε ό,τι τον φοβίζει στα κατάβαθα της ψυχής του. Εξάλλου, ο ίδιος, στην κρίσιμη στιγμή που πρέπει να πει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι, επιλέγει το «μεσοβέζικο» στοιχείο της ενοχής την οποία προσπαθεί να μετουσιώσει σε έναν εντελώς ευτελισμένο «ηρωισμό». Αντίθετα, ο Ρίτσαρντ γίνεται πιο παρατηρητικός και πιο προσεκτικός κατορθώνοντας να αντιστρέψει τους όρους και να διεισδύσει βαθειά στον υπαινικτικό λόγο του κυρίου Λόκχαρτ σε σύγκλιση με την κατ’ επίφαση «μαγκιά» του Νίκυ. Μολαταύτα, ο Νίκυ ισχυροποιείται χάρη στο πάθος του για τα χαρτιά και κυρίως για το παιχνίδι μέχρι τελικής πτώσεως. Με τον τρόπο αυτό, ο ήρωας αντισταθμίζει τις αδυναμίες της κοινωνικής ύπαρξής του υπογραμμίζοντάς τες με τα πολυσχιδή κενά της προσωπικότητάς του. Ωστόσο, η μορφή του κομψού κύριου Λόκχαρτ καταλαμβάνει τον γοητευτικό τόπο του μυστηρίου που πλανάται μέχρι το τέλος του έργου και της παράστασης. Ο συγγραφέας επιλέγει την νίκη του καλού επί του Εωσφόρου. Ο Φάρος του φωτός και της επουράνιας λάμψης, η καρδιά της καλοσύνης του Χριστού θριαμβεύουν.
      Ο Ιρλανδός συγγραφέας Conor McPherson γράφει το έργο The Seafarer το 2006. Η μετάφραση του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη και της Αθανασίας Σμαραγδή προτείνει εύστοχες μεταφορές στα ελληνικά της ιρλανδέζικης αργκό μένοντας πιστή στον ελλειμματικό λόγο του πρωτότυπου κειμένου και δίνοντας έμφαση στην προφορικότητα. Η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη ξεκαθαρίζει κάθε σκοτεινή γωνιά του έργου και επιτυγχάνεται σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Καθένας εφ’ ώ ετάχθη. Η παράσταση απογειώνει την εκτός θεάτρου αντίληψη των πραγμάτων και ο κύριος Μαρκουλάκης αναδεικνύεται σε σκηνοθέτη περιωπής. Το ίδιο θα λέγαμε και για την ερμηνεία του. Ως Ρίτσαρντ, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης υποδύεται αψεγάδιαστα και με ξεχωριστή δυναμική το πάθος ενός «υβριστή» που έρχεται από μακριά… «Όπλο» του το ισχυρό εκφραστικό μέσο αυτού του ηθοποιού: το βαθύ και έντονο βλέμμα.
      Στον ρόλο του Ιβάν, ο Νίκος Ψαρράς εντυπωσιάζει εστιάζοντας στην χαρακτηριστική περσόνα που ερμηνεύει άψογα και με προσήλωση. Ο Ιβάν του Νίκου Ψαρρά αντικρίζει βαθμιαία το φως της οικουμενικότητας του «Φάρου». Στην ίδια γραμμή, ο Σάρκυ του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου φωτίζεται ως ήρωας που κρατάει με πείσμα τα βαρυσήμαντα μυστικά του Είναι του. Στην αντίθετη πλευρά, ο κύριος Λόκχαρτ του εξαιρετικού Αιμίλιου Χειλάκη αποδίδει το δίπολο της γλυκιάς μορφής που κρύβει καλά την κακία του κόσμου. Όταν χάνει την παρτίδα, δείχνει ψηλά στον ουρανό κάποιον που υπάρχει για να τον εκμηδενίζει κατά το δοκούν. «Εκεί ψηλά κάποιος σε αγαπάει» λέει ο Εωσφόρος στον Σάρκυ. Οι δύο ενεχόμενοι στη συνθήκη αυτή ισορροπούν έξοχα το έγκλημα και την τιμωρία. Στη δική τους «παρέα» και ο Νίκυ τον οποίο ερμηνεύει ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος με ακρίβεια και απευθυντική ενάργεια. Καλαίσθητα και προσεγμένα στη λεπτομέρεια τα σκηνικά της Αθανασίας Σμαραγδή, ταιριαστή στο ύφος και την ατμόσφαιρα του έργου η μουσική του Μίνωος Μάτσα, καίριοι οι φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου.

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

«Dr. Jekyll & Mr. Hyde» του Robert Louis Stevenson στη Μικρή Σκηνή του Θεάτρου «Αργώ»


      

      Η γνώση ότι το υποκείμενο είναι διασπασμένο και από ηθική άποψη αμφιλεγόμενο σφραγίζει την πεζογραφία πολλών από τους μείζονες συγγραφείς της μοντερνιστικής περιόδου, από τον Τζόζεφ Κόνραντ μέχρι τον Φραντς Κάφκα, τον Λουίτζι Πιραντέλλο και τον Ρόμπερτ Μούζιλ. Ως θέμα εμφανίζεται αρκετά νωρίς, ήδη από το 1886, στο δημοφιλές μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, Δρ Τζέκυλ και κος Χάυντ (The Strange Case of Dr Jekyll and Mr Hyde). Το μοτίβο της διχασμένης προσωπικότητας ήταν οικείο στους συγγραφείς του γερμανικού ρομαντικού Märchen, όπως ο Τηκ και ο Χόφμαν, οι οποίοι είχαν χρησιμοποιήσει το τέχνασμα του Doppelgänger (σωσία) για να δώσουν συγκεκριμένη μορφή στη διπλή προσωπικότητα από την οποία έπασχαν συχνά οι ήρωές τους. Ο Στήβενσον διατηρεί το τέχνασμα αυτό, διαθλώντας το μέσα από τον λόγο του ιατρικού πειραματισμού, που είναι ο πιο σύγχρονος και απείρως πιο δυσοίωνος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μέσα από τη διχασμένη προσωπικότητα δεν απελευθερώνεται πλέον η δημιουργική ορμή που έχει το χάρισμα να μεταποιεί την κοινοτοπία σε έναν κόσμο φαντασίας, αλλά η αρπακτικότητα, η ωμότητα και ο φόνος.
      Η ιστορία του Στήβενσον είναι παραινετική και απευθύνεται τόσο σε όσους βλέπουν αισιόδοξα ένα επιστημονικά κατασκευασμένο μέλλον, όσο και στους αισθητές του fin de siècle. Ο πόθος των τελευταίων για όλο και περισσότερες καινούργιες απολαύσεις και για μια ηδονική ζωή απαλλαγμένη από τον έλεγχο της συνείδησης και των ηθών κορυφώνεται εδώ, όχι στον εκλεπτυσμό της προσωπικότητας ή στην καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά σε ένα παραλήρημα, «στην ψυχρή ηδονή του τρόμου» που δοκιμάζει ο Χάυντ καθώς παραμονεύει στους δρόμους του Λονδίνου μεταμορφωμένος σε τέρας.
      Ο Πάρης Μαντόπουλος στηριζόμενος στη μετάφραση της Ιφιγένειας Ντούμη, προτείνει τη δική του θεατρική διασκευή της νουβέλας προκρίνοντας ένα μετριασμένο γκροτέσκο που οδηγείται βαθμηδόν στο μακάβριο χωρίς να καταφεύγει στην ευκολία της αιματοχυσίας. Η σκηνοθεσία του Πάρη Μαντόπουλου προβάλλει τη δράση και τον λόγο αρμονικά δεμένα σε μια εύρυθμη παράσταση που στηρίζεται στη λιτότητα και τη συμβολική έκφραση. Άλλωστε, το σκηνικό με τους τέσσερις κρεμάμενους καθρέφτες λειτουργεί υπαινικτικά προσδίδοντας εκστατικές παραμέτρους. Η μουσική υπόκρουση ενισχύει το απειλητικό κλίμα της φρίκης και οι ερεβώδεις φωτισμοί στιγματίζουν το αδιέξοδο του εφιαλτικού χώρου εντός του οποίου κινούνται τα πρόσωπα. Ο δισυπόστατος ρόλος Jekyll/Hide αποδίδεται από τρεις (και σε ορισμένες στιγμές από πέντε) ηθοποιούς για να τονιστεί η συγκρουσιακή υπόσταση και εσωτερική διαμάχη καλού/κακού που απ’ ό,τι φαίνεται δεν περιορίζεται σε δύο όψεις!
      Οι ηθοποιοί Νικήτας Αναστόπουλος, Ελένη Ζουρελίδου, Ολίνα Μανωλοπούλου, Σάββας Σωτηρόπουλος και Νίκος Τσιμάρας εναλλάσσονται σε ρόλους συνθέτοντας χαρακτηριστικές φιγούρες, σε μια παράσταση που στηρίζεται στη δυναμική της ομαδικότητας.     

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

«Πουλιά στον αέρα» του Georges Feydeau στο Θέατρο «Αλίκη»


     
       Στο επίκεντρο της αριστοτεχνικής δομής κωμωδίας του Γάλλου συγγραφέα Georges Feydeau, «Πουλιά στον αέρα» (ευθύβολη και υπαινικτικά παιγνιώδης η απόδοση του πρωτότυπου τίτλου «Le Dindon») βρίσκονται η απαίτηση για συζυγική πίστη, η ανίχνευση της «γλυκιάς» αμαρτίας της μοιχείας και η παραδειγματική τιμωρία της «με το ίδιο νόμισμα». Σύζυγοι, εραστές και ερωμένες περιπλέκονται ανώδυνα, θα λέγαμε, καθώς η τάξη αποκαθίσταται στο τέλος, σ’ έναν κυκεώνα παρεξηγήσεων και συμπτώσεων που στοχεύουν, κατά κύριο λόγο, στην παραγωγή γέλιου του κοινού, το οποίο έρχεται να διασκεδάσει με τα πάθη και τα παθήματα των ηρώων.

      Ο Νίκος Μαστοράκης προτείνει ένα θέαμα που ακολουθεί με ακρίβεια και αναδεικνύει το ύφος του κωμικού λόγου τον οποίο προσαρμόζει σε σύγχρονα γλωσσικά συμφραζόμενα χωρίς ωστόσο να τον εγκλωβίζει παραπέμποντας στην τρέχουσα εγχώρια πραγματικότητα. Το κοινό ξεκαρδίζεται στα γέλια, πιάνοντας στον αέρα όπως λέμε, τα παντός είδους λεκτικά και παραλεκτικά υπονοούμενα. Τα σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη και τα κοστούμια της Κατερίνας Παπανικολάου εξυπηρετούν τις ανάγκες της εικονογράφησης της δράσης χωρίς περιττές λεπτομέρειες ή εξονυχιστικούς σχολιασμούς. Την ίδια λιτή αλλά επιτελική «τακτική» ακολουθούν οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου. Οι χορογραφίες του Φωκά Ευαγγελινού ενδυναμώνουν, κατά τη γνώμη μας, το κεφάτο κλίμα που χαρακτηρίζει τις ερμηνείες των ηθοποιών οι οποίοι χειρίζονται ευεργετικά το υπέρμετρο.
      Η Βίκυ Σταυροπούλου υποδύεται με μπρίο και παθιασμένη διάθεση τη Λουσιέν κινούμενη στη γνώριμη υποκριτική της υφολογία και το πληθωρικό της ταμπεραμέντο. Ο Γιώργος Χρανιώτης αποκαλύπτει τις προθέσεις του Ποντανιάκ μέσα από καίριους εκφραστικούς χειρισμούς που λειτουργούν υπαινικτικά. Ως Βατλέν, ο  Χρήστος Χατζηπαναγιώτης επιστρατεύει τη σκηνική του ευστροφία με ευρηματικότητα, αρμονία και μέτρο. Ο Ιωάννης Παπαζήσης υπογραμμίζει το σεξαπίλ του εραστή Ρεντιγιόν ακολουθώντας εξωτερικές εκδηλώσεις του ρόλου, σημεία δηλαδή που δηλώνουν τον προσανατολισμό του προσώπου, όπως η επίδειξη του καλογυμνασμένου σώματος. Η κυρία Ποντανιάκ της Μαριλούς Κατσαφάδου κατορθώνει να αφήσει το στίγμα της με τις χαρακτηριστικές συσπάσεις του προσώπου της. Ως Σβετλάνα, η Θεοδώρα Τζήμου πλάθει μια ολοκληρωμένη κωμική φιγούρα διογκώνοντας τα γνωρίσματα του ρόλου της μέσα από μια ελεγχόμενη υπερβολή. Ο Δημήτρης Λιόλιος φανερώνει σταδιακά και με μελετημένες κινήσεις τον χαρακτήρα του Σολντινιάκ ενισχύοντας έτσι το στοιχείο της έκπληξης για τη μεταστροφή της συμπεριφοράς του. Η Κωνσταντία Χριστοφορίδου απογειώνει το μπουρλέσκο και το ξέφρενο κωμικό κλίμα του έργου παίζοντας ασυγκράτητα και με αισθαντική θηλυκότητα την Αρμαντίν, τον φλογερό πειρασμό των ανδρών. Από τα «δίχτυα» της ηρωίδας δεν ξεφεύγει ούτε ο έφηβος καμαριέρης Βικτόρ, τον οποίο υποδύεται ο νεαρός ταλαντούχος ηθοποιός Γιάννης Ρούσσος. Ο Πενσάρ του Νίκου Αρβανίτη και η κυρία Πενσάρ της Μαρίας Κωνσταντάκη υιοθετούν ένα κάποιο «γκροτέσκο» στο παίξιμο καθορίζοντας τη συνολική αισθητική της ατμόσφαιρας των διαπλοκών των ρόλων στη δεύτερη πράξη που διαδραματίζεται στο ξενοδοχείο Amour. Ως Ζοζεφίνα, η Χριστίνα Τσάφου δημιουργεί μια τρυφερή περσόνα παραμάνας που συστεγάζει την εξωστρεφή και κωμική έκφραση με τη συγκινητική αλλά και στοχαστική διάθεση.