Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

«Φύκι στο βυθό» της Πένυς Φυλακτάκη στο Skrow Theater


     

     Το νέο έργο της Πένυς Φυλακτάκη με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Φύκι στον βυθό» απηχεί αλληγορικές μορφές. Οι έννοιες «χρόνος» και «χρήμα» συγκρίνονται και αντιπαραβάλλονται ως μονάδες μέτρησης της ποιότητας που καθορίζει σε γενικές γραμμές την «αληθινή» αξία των εκάστοτε διαπροσωπικών σχέσεων ενός κοινωνικού συνόλου. Το αφήγημα του χρήματος και το κυνήγι του κέρδους αποκτούν εφιαλτικές διαστάσεις στο χρονικό της επιστροφής που καταγράφει σε δώδεκα αποσπασματικές σκηνές η συγγραφέας. Η παράξενη εντολή της διαθήκης του εκλιπόντος πατέρα δια στόματος του συμβολαιογράφου και φίλου του, γίνεται στην ουσία μια πρόταση άκρως δελεαστική που εξελίσσεται βαθμηδόν σε ανελέητη αναμέτρηση. Το κίνητρο για τη διεκδίκηση της περιουσίας που ανέρχεται σε 86.400 και οι αυστηροί όροι διεκδίκησής της, παρακινούν τα δύο αδέλφια να επανασυνδεθούν έπειτα από 24 χρόνια. Έτσι, ο ανταγωνισμός έρχεται βίαια στο προσκήνιο και η αλληλοεξόντωση είναι πλέον μονόδρομος. Το παρελθόν σκιάζει το παρόν και οι αποκαλύψεις που διαδέχονται η μία την άλλη φανερώνουν τις αληθινές προθέσεις των προσώπων. Μέσα από τη διαθήκη, η συγγραφέας χειρίζεται το χρήμα σε άμεση σχέση με τον χρόνο για να επισφραγίσει περαιτέρω τη γνωστή ρήση «ο χρόνος είναι χρήμα» σπέρνοντας ταυτοχρόνως τον καρπό της αμφιβολίας.
     Η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Μάρκελλου λειτουργεί αφαιρετικά και ως ένα βαθμό μετωνυμικά για να παρουσιάσει τις κοινωνικοπολιτικές, φιλοσοφικές και αισθητικές θέσεις της συγγραφέως. Εξάλλου, το σκηνικό της Ζωής Μολυβδά Φαμέλη  ενισχύει τον υπαινιγμό παραπέμποντας έμμεσα στον διαβρωμένο κόσμο της αγοροπωλησίας και των διαπραγματεύσεων. Το ζοφερό αυτό κλίμα ενδυναμώνουν με τις εναλλαγές τους και οι φωτισμοί που σχεδιάζει η Ζωή Μολυβδά Φαμέλη. Η μουσική του ταλαντούχου Αντώνη Παπακωνσταντίνου υπογραμμίζει με τον υποδηλωτικό χαρακτήρα της, τα «αισθήματα» της ανησυχίας, της αναμονής και της επερχομένης απειλής δημιουργώντας στον θεατή αγωνία για την εξέλιξη της δράσης. Τα κοστούμια της Μαρίας Καραθάνου δηλώνουν ευθύβολα μέσω της μονοχρωμίας το πένθος. Οι ερμηνείες κατορθώνουν να αναδείξουν τους διαπλεκόμενους ήρωες στις λεπτές αποχρώσεις εκφράσεως και εν γένει συμπεριφοράς. Ο Νίκος Παντελίδης (Αντρέας), η Νεκταρία Γιαννουδάκη (Μάρθα), η Θεοδώρα Σιάρκου (Αλεξάνδρα) και ο Γιώργος Σαββίδης (Νικόλας) κινούνται με άριστη σκηνική ενάργεια στις απαιτήσεις των συνδιαλεκτικών αντιστίξεων, σε μια παράσταση συνόλου με ενιαία αισθητική γραμμή.

Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

«Misery» του Στίβεν Κινγκ στο Θέατρο «Ιλίσια – Βολανάκης»

       

          Το μυθιστόρημα του Στίβεν Έντγουιν Κινγκ, «Misery» (1987), στην έξοχη θεατρική διασκευή του Ουίλιαμ Γκόλντμαν, παρουσιάζεται με πολλές ατέλειες στο Θέατρο «Ιλίσια – Βολανάκης». Ξεκινώντας από τη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, παρατηρούμε ένα είδος αμηχανίας σχετικής με το «πως θα μπορούσαμε να το διατυπώσουμε καλύτερα». Άλλωστε, αρκετές εκφράσεις μένουν μετέωρες ανάμεσα σε δύο ή και περισσότερα νοήματα. Έτσι, η σκηνοθεσία του Τάκη Τζαμαργιά κατευθύνεται από το γενικότερο πρόβλημα της μεταφοράς του κειμένου του συγγραφέα στο «σκηνικό κείμενο». Ωστόσο, και τα στοιχεία που φαίνεται να μην επηρεάζονται από το μετάφρασμα, όπως, για παράδειγμα, η σκηνογραφία του Εδουάρδου Γεωργίου και η μουσική του Κωστή Ξενόπουλου, αδικούν επιμεριστικά το όποιο αποτέλεσμα. Η σκηνογραφία αποπροσανατολίζει τον θεατή, ο οποίος διερωτάται τι μπορεί να συμβαίνει μέσα σ’ αυτόν τον χώρο εγκλεισμού σύμφωνα με την ιστορία που διηγείται ο Αμερικανός συγγραφέας, γνωστός για την τεράστια εκδοτική του παραγωγή με κεντρικό μοτίβο το θρίλερ και την ατμόσφαιρα τρόμου που δημιουργεί. Άλλωστε, το «Misery» έχει καταχωρηθεί επίσης στο παγκόσμιο κινηματογραφικό «καταστατικό» ταινιών τρόμου κι έχει βραβευθεί με Όσκαρ Α’ Γυναικείου ρόλου (Κάθι Μπέιτς).

        Στη σκηνή του Θεάτρου «Ιλίσια – Βολανάκης», ό,τι αποτελεί ευκαιρία προβολής του θρίλερ αποδυναμώνεται. Όπως είπαμε, το σκηνικό προβληματίζει έντονα το κοινό ως προς τη λειτουργικότητά του, παρουσιάζει «κενά χώρου» και δυσχέρεια στην πρόσληψη της ροής της ιστορίας. Οι δύο ήρωες, Άννυ και Πωλ, θύτης και θύμα, κυκλοφορούν σε ένα περιβάλλον που παραπαίει ανάμεσα στο νατουραλισμό και σ’ ένα παράλογο χωρίς αιτία. Ίσως, η μοναδική αιτία να βρίσκεται στην παραδοξότητα και στο τραγικό, που συγκροτούν τη μη έξοδο από το πολυδαίδαλο του μυαλού. Εντός του, χτίζονται χώροι φαντασματικής σημασιολογίας, χώροι που αναιρούνται και αλληλοακυρώνονται.
        Υπό τους ήχους μιας «αψυχολόγητης» μουσικής, η υπόθεση του έργου αποδιοργανώνεται και χάνει τον συνεκτικό ιστό με τα πράγματα: η μουσική του Κωστή Ξενόπουλου δρα καταλυτικά πάνω στη σκηνική δράση συνολικά. Το κοινό αδυνατεί να συνδέσει αυτά που λέγονται με αυτά που γίνονται. Εξάλλου, πριν ακόμα ο ηθοποιός/ρόλος πάρει τον λόγο, τον έχει προλάβει η μουσική και τα διάφορα «αδιάφορα» ηχητικά εφέ των οποίων η χρήση καταλύει κάθε προσπάθεια της σκηνοθεσίας να «δέσει» και να «μαζέψει» λίγο το κλίμα. Ωστόσο, οι φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου επικεντρώνονται στο μοτίβο του θολού και απροσδιόριστου παρεμβαίνοντας επιτελικά κατά τη ροή της παράστασης.

        Oι εξαιρετικοί ηθοποιοί της παράστασης προσπαθούν να θυμίσουν στους πιστούς θεατές τους περασμένες τεράστιες επιτυχίες τους δημιουργώντας έντονες σκηνικές μορφές. Η Ρένη Πιττακή, στον έκκεντρο ρόλο της Άννυ, κατορθώνει να αποδώσει την έννοια ενός έξαλλου και εκτός ορίων της λογικής δραματικό ολοκλήρωμα: Παρά το γεγονός ότι παίζει εξωτερικά, προβάλλοντας στοιχεία υπέρμετρα, επιτυγχάνει να κρατήσει ανέπαφη την αρχή της απεύθυνσης, ως βασικής αρχής του θεάτρου. Το ίδιο ακριβώς θα λέγαμε και για τον σπουδαίο ηθοποιό του θεάτρου μας, Λάζαρο Γεωργακόπουλο, ο οποίος εμφανίζεται, χάρη στη στατικότητα του ρόλου του Πωλ, περισσότερο συγκρατημένος, ελαφρώς σκεπτόμενος και σε γενικές γραμμές «θεματοφύλακας» του θριλερικού συστήματος του έργου. Ο Δημήτρης Καραμπέτσης, ως αστυνομικός, εμφανίζεται δύο φορές κορυφώνοντας την αναμονή της κάθαρσης, όπως θα την ήθελε ο θεατής. Ο αστυνόμος του κυρίου Καραμπέτση υπογραμμίζει έντονα τη σχέση εσωτερικού και εξωτερικού χώρου. Μέσα ελλοχεύει ο κίνδυνος και κυριαρχεί ο τρόμος, έξω βρίσκεται η λυτρωτική αλλά ανυποψίαστη ελευθερία.

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

«Από σταθμό σε σταθμό» της Δώρας Τσόγια στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης»

       

     Το κείμενο της παράστασης, «Από σταθμό σε σταθμό», συναπαρτίζεται από είκοσι μικρά μονόπρακτα της Δώρας Τσόγια, συνταιριασμένα έτσι ώστε να διευκολύνεται η σκηνοθεσία. Εξάλλου, από την άποψη της θεματικής, το έργο δεν υπολείπεται ποικιλίας, όπως ακριβώς η ίδια η ζωή του ανθρώπου στην καθημερινότητά του. Ποικίλης ύλης. Αυτή η πολυεπίπεδα αναπτυσσόμενη, κατά την παράσταση, θεματική δημιουργεί την εντύπωση του απέραντου. Αυτό δηλαδή που συμβαίνει στη ψυχή κάθε ανθρώπου όπου χωράει, θα λέγαμε, ολόκληρος ο κόσμος, όπως και η σκέψη, η οποία διαφεντεύει την ύπαρξη, καθοδηγώντας την σε μικρές, ελάχιστες πράξεις.

       Η συγγραφέας τοποθετεί τις μικροσκοπικές λεπτομέρειες κάθε ενός από τα μονόπρακτα σε πεδίο βολής εντός του οποίου μεγεθύνεται η εμβέλεια και η δυναμική της μικρής καθημερινής ιστορίας. Για τη Δώρα Τσόγια, η καθημερινή «παλέτα» μετουσιώνεται για να αποκαλύψει στον θεατή πόσο ουτοπικό φαντάζει τελικά το διακύβευμα ή και το στοίχημα της αδήριτης ανάγκης για ζωή. Ο Τσέχωφ θα ήταν πιο πικρός στην τελευταία αναχώρηση των επισκεπτών: «θα ζήσουμε, θα δουλεύουμε όπως πάντα, θα δουλεύουμε ήσυχα και θα επιβιώσουμε». Η ώριμη σκέψη του Βάνια είναι απαρηγόρητη και το στοίχημα οδηγεί στην εσωτερική σήψη. Η Δώρα Τσόγια δείχνει την απελπισία μέσα από διαδρομές, ατέρμονες διαδρομές, σαν στιγμές ανταλλαγής φορτίου. Υπάρχει η κίνηση σε ανάλαφρο ύφος. Υπάρχει ζωή και αισιοδοξία. Υπάρχει το κάλεσμα: οι άνθρωποι συναντώνται από σταθμό σε σταθμό.
       Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι το κείμενο που σκηνοθετεί η Κυριακή Σπανού, στηρίζεται στο αρχικά διατυπωμένο από τη συγγραφέα θεατρικό έργο, «20 αστικά μονόπρακτα» (εκδόσεις Άγρα, 2016). Πράγματι, στο κείμενο της παράστασης, τα είκοσι στιγμιότυπα αποτυπώνουν «αστικές» καταστάσεις, που διαδραματίζονται σε αστικό περιβάλλον, σε μία οποιαδήποτε ίσως πόλη της Ευρώπης. «Κόσμος πάει κι έρχεται και σβήνεται και χάνεται» έλεγε ένας στίχος από παλιό τραγούδι: οι ήρωες της κυρίας Τσόγια κινούνται ακολουθώντας τα προστάγματα της πόλης που αλλάζει διαρκώς πρόσωπο και καρδιά. Όμως, όλα ξεκινούν, θα έλεγε κανείς, από ένα δέντρο, το οποίο στέκει ακίνητο, καρτερικά στη μέση του πουθενά, μέσα στο μυαλό των ανθρώπων που μετακινούνται από γωνιά σε γωνιά. Κάθε σταθμός όπου στέκεται για λίγο ο περαστικός ταξιδιώτης, έχει τη δική του ιστορία. Κάτι συνέβη εκεί. Κάποιος προσπάθησε να μιλήσει, να αρθρώσει μια λέξη. Οι πιο πολλές λέξεις μένουν μετέωρες γιατί η συνάντηση είναι σύντομη και καίρια. Άλλωστε, όλα γίνονται για ένα μικρό κουλούρι και για μια ρουφηξιά ελευθερίας που μόλις ανασαίνει.
       Η συγγραφέας συνδέει το ανεπαίσθητο αίτιο με τις καταιγιστικές, σύντομες συναντήσεις απλών αλλά και πολύπλοκων συνανθρώπων που είναι όμως πολίτες μιας πόλης. Ποιο είναι το στοιχείο που υπερτερεί; Πώς διαμορφώνεται η πραγματικότητα για να δικαιώσει το φαντασιακό; Αστεία πράγματα. Οι συνδιαλεγόμενοι το ξέρουν κι ακόμη καλύτερα το ξέρει βαθειά μέσα του εκείνος που μονολογεί, ένας τρελός που διαβαίνει, έγκλειστος με τους ανίατους του σταθμού. Όλοι μαζί και καθένας ξεχωριστά βιώνουν ένα απίστευτο «τώρα», στα πολύχρωμα συνθήματα των τοίχων. Η συγγραφέας ασκεί ένα είδος πικρής κριτικής για την αγάπη που χάνεται, που χωρίζει αντί να ενώνει. Οι μετανάστες, εξωτικά αποδημητικά πουλιά, κλεισμένα στον φόβο, στο μαυριδερό χρώμα τους, στην ακαταλαβίστικη λαλιά τους, ξέρουν ότι δεν υπάρχει κανένας σταθμός. Εντούτοις, οι βαλίτσες τους είναι πάντα έτοιμες. «Θα δουλέψουν, θα ζήσουν», θα περιμένουν, μαζί με όλη την οικουμένη, το νομοτελειακό που προορίζεται για τον καθένα. Η Δώρα Τσόγια δείχνει στο κοινό με αγάπη τον πόνο του διαφορετικού, τονίζοντας στην κοινωνική της κριτική το γεγονός ότι εκείνος που είναι σίγουρος για τις εικόνες που βλέπει, δεν είναι παρά το θύμα μιας αυταπάτης.    
       Η σκηνοθεσία της Κυριακής Σπανού δημιουργεί την ατμόσφαιρα των μεταμορφώσεων της πρώτης ύλης, η οποία ταυτίζεται με την κίνηση και την ιδέα της συνάντησης: η προσέγγιση διαφορετικών μεταξύ τους ψυχισμών, προσθέτει στην ατμόσφαιρα το ταχύρρυθμο και συνάμα αρμονικό στοιχείο. Η κυρία Σπανού προβάλλει το δεσπόζον συστατικό μιας αόριστης ανησυχίας σχετικά με τον προορισμό του κάθε «επιβάτη» της σκηνικής κατασκευής. Άλλωστε, το σκηνικό της Ολυμπίας Σιδερίδου «μεταμορφώνεται» κι αυτό ανάλογα με τις ανάγκες και το ιδιαίτερο «χρώμα» της εκάστοτε κατάστασης. Οι θόρυβοι, ως ηχητικό περιβάλλον και η μουσική της Violet Louise υπογραμμίζουν την αγωνία της ανθρώπινης οντότητας να βρει το νήμα της εξόδου από το φοβικό «τοπίο» της πόλης.

       Οι ηθοποιοί, Σταμάτης Τζελέπης, Βασιλική Δέλιου, Θοδωρής Θεοδωρίδης, Δημήτρης Μαμιός, Αμαλία Νίνου και Τατιάνα – Άννα Πίττα, εναλλάσσονται στους ρόλους των αυτοτελών επεισοδίων, ανταποκρίνονται στην αισθητική που προτείνει η σκηνοθεσία και κινούνται με άνεση αποδίδοντας ευκρινώς τις χαρακτηριστικές φιγούρες της συγγραφέως.  

Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

«Καινούργια σελίδα» του Νιλ Σάιμον στο Θέατρο «Μικρό Γκλόρια»

      
     Ο Νιλ Σάιμον είναι αρκετά γνωστός στις αθηναϊκές σκηνές όπου έχουν ανέβει πολλά έργα του δημοφιλή ως κινηματογραφικές επιτυχίες. Ο Αμερικανός συγγραφέας αναμιγνύει σύγχρονα είδη θεάτρου ξεκινώντας από τον στανισλαφσκικό νατουραλισμό και καταλήγοντας πολλές φορές σε έναν, αν όχι ακραίο, πολύ γλυκό και χαμηλόφωνο ρομαντισμό. Οι δραματικές κομεντί του Σάιμον περιέχουν αρμονικά το στοιχείο της υπερ-αληθινής πραγματικότητας, που οδηγείται συχνά σε ένα κομψό και «συντηρητικό» μελόδραμα. Ωστόσο, ο Νιλ Σάιμον σταματάει έγκαιρα τα πετάγματα της καρδιάς για να τα μεταποιήσει σε «λογική ευαισθησία».

       Στην «Καινούργια σελίδα» («Chapter Two», 1977), που παίζεται στο ζεστό θεατράκι «Μικρό Γκλόρια», όλοι γενικώς οι ήρωες του έργου αναζητούν τη μαγική συνταγή που θα τους βοηθήσει να γυρίσουν σελίδα, να πάρουν τη σκυτάλη από τα λάθη και τις απώλειές τους και να επιχειρήσουν να γράψουν ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή τους. Εντούτοις, όλοι πάσχουν από ατολμία. Ό,τι συμβαίνει τελικά στην καθημερινότητα μοιάζει στείρο και απωθητικό. Ο Τζωρτζ Σνάιντερ, συγγραφέας μυθιστορημάτων, πάσχει από μια ελαφρά μελαγχολία, κάτι σαν «καταθλιψούλα» θα λέγαμε, οφειλόμενη στην απώλεια της πολυαγαπημένης του συζύγου. Καμία γυναίκα στον κόσμο δεν συγκρίνεται μαζί της. Το γεγονός αυτό του «απαγορεύει» να γυρίσει σελίδα και να συνεχίσει τη ζωή του σε μια καινούργια κατάσταση. Ο αδελφός του Λέο Σνάιντερ τού παραστέκεται κάνοντας άπειρες προσπάθειες να τον «αποκαταστήσει» μέσα από κάποια γνωριμία. Εμφανίζεται αισιόδοξος και υπερκινητικός, σαν να θέλει να φέρει εις πέρας μια δύσκολη αποστολή, παρά το ότι και ο ίδιος κινδυνεύει στην προσωπική του ζωή να χάσει τον σύζυγό του.
       Ο σκηνοθέτης Γιάννης Μόσχος, που μεταφράζει επίσης το έργο, κατορθώνει με πολύ όμορφο τρόπο και με ιδιαίτερη προσοχή να τραβήξει το ενδιαφέρον του κοινού στους προβληματισμούς γύρω από τις σχέσεις και κυρίως γύρω από τη συμβίωση και τον γάμο ομοφυλόφιλων. Ο χώρος και το περιβάλλον ερμηνεύονται και υπογραμμίζονται από το πνεύμα που επικρατεί στους κύκλους των καλλιτεχνών και των διανοούμενων στη Νέα Υόρκη. Μολαταύτα, ο Γιάννης Μόσχος δεν επιμένει στο ζήτημα αυτό χρησιμοποιώντας το μάλλον ως βοηθητικό στοιχείο για να διασκεδάσει τον θεατή μέσα από τις σκαμπρόζικες ατάκες του Λέο. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η σκηνή που εκτυλίσσεται ανάμεσα στον Λέο και τη Φέι Μέντγουϊκ, φίλη των δύο αδελφών. Η Φέι θέλει οπωσδήποτε να απατήσει τον άνδρα της «πληρώνοντάς» τον με το ίδιο νόμισμα και για τον λόγο αυτό, δημιουργεί «κατάσταση» με τον Λέο, ο οποίος καταβάλει φιλότιμες προσπάθειες για να την ικανοποιήσει. Είναι όμως αδύνατον. Οι ερωτικές ζώνες του σώματός του (και όχι μόνο) αρνούνται επαφή με τις αντίστοιχες της φίλης του. Έτσι, ο Λέο προτιμά, με μεγαλύτερη ακόμη διάθεση, να σώσει τον γάμο του και να παραμείνει με τον άνδρα του (τον οποίο ομολογεί ότι απατά κατά κόρον με άλλους άνδρες).
       Ίσως το «ηθικό δίδαγμα» του Σάιμον να βρίσκεται στο βάθος των συναισθημάτων του ανθρώπου, εκεί όπου μπερδεύονται η απογοήτευση και ο πόνος, που νοιώθει ο απατημένος μπροστά στην απόρριψη και στην εξαπάτηση. Στο σημείο αυτό, οι διαφορές και η διαφορετικότητα δεν έχουν καμία σημασία αφού η πληγή δημιουργείται από το ίδιο το μαχαίρι. Εξάλλου, στο «πεδίο βολής» της θηλυκής πλευράς, που εκπροσωπείται από τις δύο φίλες, Τζένι Μαλόουν και Φέι Μέντγουϊκ, τα πράγματα δεν αλλάζουν και πολύ. Το θέμα μας είναι πάντα η «καινούργια σελίδα». Η Τζένι βγαίνει από ένα διαζύγιο και δεν θέλει καμία καινούργια ιστορία ενώ η Φέι αποτυγχάνει στην απιστία της γιατί την επιχειρεί με λάθος άνθρωπο. Τη λύση του έργου τη φέρνει η τύχη που ενώνει ξαφνικά τον Τζωρτζ με τη Τζένι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα «βάσανα» τελείωσαν. Η κάθαρση θα έρθει οριστικά όταν η σελίδα γυρίσει για τα καλά με θέα το καινούργιο.

       Το κουαρτέτο των ηθοποιών, στο «Μικρό Γκλόρια», Ταξιάρχης Χάνος (Τζωρτζ), Άγγελος Μπούρας (Λέο), Μαρία Καλλιμάνη (Τζένι) και Άνδρη Θεοδότου (Φέι) «συντονίζεται» με το μουσικό μοτίβο του Μποκερίνι, που λειτουργεί σαν το alter ego των ηθοποιών, οι οποίοι συντονίζονται επίσης αρμονικά μεταξύ τους για να στηθεί αυτή η έξοχη «ορχήστρα». Ο Ταξιάρχης Χάνος πατάει γερά και αποφασιστικά το σανίδι συνθέτοντας μια εντελώς χαρακτηριστική φιγούρα όπως και ο Άγγελος Μπούρας, αεικίνητος, κεφάτος, γεμάτος ζωή και εξαιρετικά αισιόδοξος. Παίζει με απαράμιλλη θετική διάθεση και γεμίζει τη σκηνή. Τον ίδιο βηματισμό πληθωρικής ευεξίας ακολουθούν η Μαρία Καλλιμάνη και η Άνδρη Θεοδότου. Η Μαρία Καλλιμάνη σχηματοποιεί έντεχνα μια φιγούρα ανάμεσα στην καθαρή ντάμα και στην «ώριμη ενζενί». Η Άνδρη Θεοδότου ενσαρκώνει επίσης δύο αντιφάσεις, την καθωσπρέπει ντάμα αρχικά και τη σεξουαλικά «αποτυχημένη» ντάμα στη συνέχεια. Μια αξέχαστη, απολαυστική «κωμίκα».  

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

«Η Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» του Ζοέλ Πομμερά στο Θέατρο Τέχνης «Καρόλου Κουν» (Υπόγειο), σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη

Το έργο του Ζοέλ Πομμερά, με τον ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τίτλο, «Η Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» (2013), στηρίζεται σε είκοσι στιγμιότυπα, σχεδόν αυτοτελή σε ό,τι αφορά την εν γένει θεματική που πραγματεύονται. Εξάλλου, το δρων που εμφανίζεται ως χορευτική ή και τραγουδιστική φιγούρα, διασφαλίζει, θα λέγαμε, την ενότητα του «μύθου» της «επανένωσης». Όμως, για ποια επανασύνδεση μιλάει ο Γάλλος συγγραφέας; Οπωσδήποτε ο Ζοέλ Πομμερά ερμηνεύει ένα, εκ πρώτης όψεως, άγνωστο υλικό με αλληγορικά ερείσματα, πάνω στα οποία κινούνται οι έννοιες που παράγει ο λόγος. Άλλωστε, κάθε πρόταση, κάθε παράγραφος, κάθε εκφωνούμενη λεκτική σύνθεση του έργου, δημιουργεί ιδιάζον κλίμα ανάπτυξης των ηρώων που απασχολούν κάθε ένα από τα σκηνικά περιστατικά. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι μικρές κειμενικές μονάδες θεμάτων, που συγκροτούν το έργο, εξυφαίνουν την αίσθηση ενός εσωτερικού σπαραγμού και μιας ανείπωτης συγκίνησης: αγάπη, εγκατάλειψη, επίπονη βυθοσκόπηση στον εαυτό και στον άλλο, πόνος βαθύς και αβάσταχτος, στα όρια μιας ψυχικής αφασίας, αυτά είναι μερικά από τα συστατικά που λαμβάνουν μέρος σε αυτό το άγριο «πανηγύρι» των σχέσεων. Για τον Γάλλο δραματουργό, η μεγαλύτερη στέρηση του ανθρώπου είναι εκείνο το «αμετακίνητο» και το αδιόρθωτο κενό που αφήνει η έλλειψη του άλλου. Τίποτα δεν είναι πιο βασανιστικό για την ανθρώπινη ύπαρξη από την αδιαφορία που οδηγεί στην κακομεταχείριση του άλλου. Εξάλλου, ο δραματουργός γυρίζει πολύ γρήγορα την πλάτη στα πλάσματα που κατασκευάζει στους μικροσκοπικούς θεατρικούς του κόσμους. Πρόκειται για μια στιγμιαία αντίδραση γεμάτη ειρωνεία σε αντιδιαστολή προς το ουρλιαχτό που μένει στη μέση και δεν του επιτρέπεται το στάδιο της κάθαρσης.
       Ο Ζοέλ Πομμερά αρνείται στα σκηνικά του δημιουργήματα την καθαρτική διαδικασία μέσα από το αποτέλεσμα μιας δίκης αλλά και μιας ενδεχόμενης καταδίκης. Όχι! Ο άνθρωπος του Γάλλου συγγραφέα πρέπει να βιώσει μέχρι το τέλος την κακοπάθεια, την απάθεια και κάθε τι που τιμωρεί το πάθος και το πάθημα. Έτσι, οι εύθραυστες σιλουέτες που παρελαύνουν στα περίφημα στιγμιότυπα σαν φευγαλέες εικόνες φωτογραφικής μηχανής, μοιάζουν με τον γυάλινο κόσμο του ομότιτλου έργου του Τενεσή Ουίλλιαμς. Ένας γυάλινος κόσμος θεμελιωμένος στον λυγμό που μετατρέπεται σε σιωπηλό ουρλιαχτό εσωτερικού ανελέητου πόνου. Ο συγγραφέας γίνεται μάλιστα σκληρός με τους αδύναμους αντι-ήρωές του. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον κλοιό στον οποίο, «χωρίς περίσκεψη χωρίς αιδώ» – θα έλεγε ο Καβάφης – περιορίζεται ασφυκτικά από τους άλλους και από τον ίδιο του τον εαυτό. Όλα κλειστά και παγωμένα για μια γυναίκα, παραδείγματος χάρη, που δηλώνει το παράδοξο του δικού της εγκλεισμού καθώς πρέπει να χωρίσει μετά από πάρα πολλά χρόνια γάμου γιατί δεν υπάρχει αγάπη. Μια άλλη ηρωίδα του Πομμερά δηλώνει κι εκείνη ότι θέλει διαζύγιο από τον σύζυγό της γιατί ενώ έχει τα πάντα, «η αγάπη δεν αρκεί»! Κι όμως, ο συγγραφέας αντιμετωπίζει με σοβαρότητα και γνήσιο συναίσθημα ανθρώπου που κινεί τις μαριονέτες του με μια ανεπαίσθητη διάθεση να λειτουργήσει αρμονικά το μικροσύμπαν τους. Και παρά το γεγονός ότι σε πολλά σημεία των ανεξάρτητων επεισοδίων της «Επανένωσης της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» «βλέπουμε» τον κλαυσίγελο, κανείς δεν θέλει ούτε να κλάψει ούτε να γελάσει. Το παράδοξο κυριαρχεί ενώ το θετικό πρόσημο διαδέχεται το αρνητικό, καθώς ο θεατής/ακροατής γίνεται μάρτυρας καταστάσεων που θα μπορούσαν να ενταχθούν στο «άνευ προηγουμένου». Πράγματι, σε κάποιες στιγμές θα ήθελες να φωνάξεις, «Μα αυτό δεν είναι δυνατόν. Δεν γίνεται.». Εντούτοις, το θέατρο μετατρέπεται σε αρένα και στην καλύτερη περίπτωση θυμίζει ένα μόνιμο δικαστήριο.
       Στην αψεγάδιαστη μετάφραση της Μαριάννας Κάλμπαρη, στον ρέοντα άνετα προφορικό αυτό λόγο, σκηνοθέτης και ηθοποιοί δεν μπορούν παρά να συγκλίνουν στη γλωσσική μεταφορά και να φέρουν εις πέρας το σκηνικό τους καθήκον, που κινείται μέσα στη χαρά της νέας δημιουργίας. Κατά συνέπεια, ο έμπειρος σκηνοθέτης Νίκος Μαστοράκης εγκιβωτίζει τον έξοχο λόγο στη λαβυρινθώδη κατασκευή του Αλέξανδρου Λαγόπουλου που σχηματοποιεί συμβολικά τον εγκλεισμό και την αδιέξοδη πορεία των προσώπων. Κομμάτια ζωής μέσα στον ιστό της αράχνης. Τη σκηνοθετική γραμμή υποστηρίζουν με τις ευθύβολες επιλογές τους τα κοστούμια της Κλαιρ Μπρέισγουελ, οι χορογραφίες της Βάλιας Παπαχρήστου και οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου. Δεν ξέρει κανείς από πού να ξεκινήσει για να επαινέσει τους εξαιρετικούς ηθοποιούς που παλεύουν κυριολεκτικά με τους ρόλους που επωμίζονται έκαστος.

       Ο Γεράσιμος Γεννατάς στον ρόλο του δασκάλου κεντάει σιγά-σιγά τον περιβόητο ιστό της αράχνης, μετατοπίζοντας τεχνηέντως και εξελικτικά ένα – ένα τα πλοκάμια του θηρίου. Ωστόσο, μόνο με τα ατελείωτα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε τον επικίνδυνο ιστό. Ως μητέρα του μαθητή, η Θεοδώρα Τζήμου υποστηρίζει με εκφραστική ευκρίνεια την «ιδεολογία» που εκφράζει το «συντηρητικό» αντίπαλο δέος. Στον ρόλο του κοριτσιού με ειδικές ανάγκες, η Λουκία Μιχαλοπούλου μιμείται υποδειγματικά το απύθμενο βάθος της ψυχής ενός ατόμου που δεν μπορεί να έχει το δικαίωμα στην ευτυχία. Ούτε η αγάπη κάποιου Φρεντερίκ ούτε το παιδί που ετοιμάζεται να γεννήσει από αυτή την αγάπη είναι ικανά να της δώσουν κάποια σιγουριά. Παρόλα αυτά και σε πείσμα του γιατρού, που την παροτρύνει να κάνει άμβλωση, η ηρωίδα επιμένει και επαναλαμβάνει ότι αγαπάει τον Φρεντερίκ κι ότι θέλει να κρατήσει το μωρό. Με ξεχωριστή υποκριτική μαεστρία, η Ιωάννα Μαυρέα ερμηνεύει την άνοια και όλη την απαράμιλλη ψυχρότητα της κατάστασης απέναντι σε έναν σύζυγο που προσπαθεί εναγωνίως να της θυμίζει κάθε μέρα την πρότερη κατάσταση της ενσυναίσθησης, τότε που αναγνώριζε η γυναίκα τον άνθρωπό της. Συγκινητικός στην ερμηνεία του, ο Κλέων Γρηγοριάδης κατορθώνει να δείξει τον διχασμό και το αδύνατο της «επανένωσης». Μέσα από τις φιγούρες της πόρνης και του πελάτη, η Κωνσταντίνα Τάκαλου και ο Θάνος Τοκάκης υπογραμμίζουν τη διαλεκτική του «εμπορίου» των ανθρώπινων σχέσεων. Αποκορύφωμα της παράστασης αποτελεί το τελευταίο περιστατικό όπου παρουσιάζεται το άκρον άωτο της ανθρώπινης σκληρότητας: Πρέπει οπωσδήποτε να υπάρξει ένα θύμα που θα ενώσει τη μοίρα του κόσμου με τον κοινό θνητό. Κι αυτό το θύμα είναι μια ιερόδουλη, μια κοινή γυναίκα, που πέφτει στα χαρακώματα της ανάγκης να γεμίσει το κενό και να αποκτήσει μια αξία όπως όλα τα πράγματα στον κόσμο. Στο σημείο αυτό, ο Μπρεχτ θα αναρωτιόταν «πόσο κοστίζει το σίδερο;». Παίρνοντας τη σκυτάλη του συλλογισμού γύρω από την αξία, ο Ζοέλ Πομμερά θα ρωτούσε τους ήρωές του, «Πόσο κοστίζει η ανθρώπινη ζωή;». 

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

«Θερισμός» του Δημήτρη Δημητριάδη στο Εθνικό Θέατρο (Κτίριο Τσίλλερ – Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»)

       
     Το έργο του Δημήτρη Δημητριάδη, «Θερισμός» (2011), πραγματεύεται με υπερρεαλιστικά στοιχεία μια θεατρική συνθήκη που αφορά σε πέντε συνολικά πρόσωπα. Τα εν λόγω πρόσωπα περνούν τις διακοπές τους στο Ακαπούλκο έχοντας αφήσει πίσω προβλήματα της καθημερινότητας και όλες εκείνες τις ενοχλήσεις που δημιουργεί η τριβή με τη ρουτίνα. Σημειωτέον ότι το υπόβαθρο της μεταξύ τους λεκτικής συναλλαγής, εξυφαίνεται από τα αισθήματα οικειότητας που εγγυάται η φιλία στην προ των διακοπών κατάσταση. Εν ολίγοις, η ανταλλαγή λόγου διανύει τα τρία χαρακτηριστικά στάδια που συγκροτούν το χθες, το σήμερα και το αύριο στις ανθρώπινες σχέσεις. Ο Ρουμί με την Ζουζού σχηματίζουν ανδρόγυνο όπως και ο Ασσούρ με την Λίκρα, ενώ η Μπόνα είναι μόνη κι έχει, καθώς φαίνεται, αφήσει πίσω της έναν εραστή με τον οποίο την συνδέουν ανοιχτοί λογαριασμοί. Καθώς η παρέα ετοιμάζεται για την πλαζ, τα κινητά τηλέφωνα κάνουν αισθητή την παρουσία τους μέσα από μια σχεδόν εφιαλτική τακτικότητα. Τα τηλέφωνα εκφράζουν την αδιάλειπτη λειτουργία των συγκοινωνούντων δοχείων που τροφοδοτούνται από την αδιάκοπη μετάδοση πληροφοριών οι οποίες βαραίνουν σταδιακά το κλίμα.
        Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το νήμα γυρίζει και τυλίγεται, γίνεται συμπαγές κουβάρι και δεν εννοεί να ξετυλιχθεί. Αντίθετα μάλιστα, πλέκεται αριστοτεχνικά σαν τον ιστό της αράχνης για να πνίξει εντέλει τα «θύματά» του. Οι συμβολισμοί του Δημήτρη Δημητριάδη ακολουθούν την πορεία των εκστατικών αντικειμένων που ταυτίζονται με τη διαρκή λειτουργία των κινητών τηλεφώνων. Αποστολέας και παραλήπτης κινούνται στους ρυθμούς μιας επικοινωνίας που ορίζεται από την αλήθεια και το ψέμα, από το μυστικό και την απάτη. Εξάλλου, η άκρη του νήματος βρίσκεται κρυμμένη στο σκοτεινό τόπο της απόγνωσης των δύο παιδιών – Σέλμα και Αντελίνο – μέσα από τα οποία αποκαλύπτεται μια υπεραλήθεια: η υπεραλήθεια του βίου και της πολιτείας των φαινομενικά αψεγάδιαστων αστών που διεκδικούν ήσυχες και χλιδάτες διακοπές. Αξίζει εδώ να υπογραμμίσουμε την παρουσία εν τη απουσία των δύο παιδιών που επικυρώνουν και αξιολογούν τον «θερισμό» των γονιών τους: «σπείρατε ανέμους, θερίζετε θύελλες». Εν κατακλείδι, ο «Θερισμός» του Δημήτρη Δημητριάδη συναντά εκ νέου τις στερεότυπες φιγούρες του πατέρα, της μητέρας και του παιδιού. Άλλωστε, ο υπαινικτικός λόγος του Έλληνα συγγραφέα εμβαθύνει για να φωτίσει τις ανθρώπινες σχέσεις που αυτοτροφοδοτούνται συνήθως. Με γνώμονα το καλά κρυμμένο μυστικό, η επικοινωνία των ανθρώπων τοποθετείται στην τροχιά ενός διακεκριμένου αντίπαλου δέους και περιχαρακώνεται στο διπολικό σχήμα της απάτης και της αυταπάτης.
        Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Τάρλοου παρακολουθεί λεπτομερώς τον λόγο του Δημητριάδη και τις σκηνικές οδηγίες του κειμένου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οδηγείται εντέλει σε μια λιτή «κατασκευή» δια της οποίας προβάλλεται η μινιμαλιστική αισθητική. Το περιβάλλον εναρμονίζεται χαρακτηριστικά από τα σκηνικά και τα κοστούμια της  Ελένης Μανωλοπούλου, τη μουσική της Κατερίνας Πολέμη και τους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου. Επιπροσθέτως, η υποκριτική την οποία υποστηρίζουν οι ηθοποιοί, εστιάζει στην απέριττη λειτουργία του θεάματος, που διευθύνει με δεξιοτεχνία ο κύριος Τάρλοου. Επισημαίνουμε το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης ενδυναμώνει, χάρη σε σημειακά σύνολα, την θεαματικότητα του λόγου του συγγραφέα και δίνει έτσι την ευκαιρία στους ηθοποιούς του να αναδείξουν ιδιάζουσες μορφές που καλύπτονται προφανώς από την θεματική. Ο Δημήτρης Τάρλοου κατορθώνει να ξεκινήσει από το αυστηρό περίγραμμα του μίνιμαλ για να καταλήξει σ’ ένα κρεσέντο υπαινικτικού λόγου που αγγίζει τα όρια της αναμονής τρομερών γεγονότων. Εν ολίγοις, οι πέντε ηθοποιοί δίνουν την εντύπωση ότι συνθέτουν επαπειλούμενες σιλουέτες τις οποίες η σκηνοθεσία τοποθετεί σ’ ένα «κεκλεισμένων των θυρών» περιβάλλον κάποιου πολυτελούς τόπου παραθερισμού όπου δεσπόζει το πράσινο χρώμα. Αξίζει να υπογραμμίσουμε την «παρουσία» στον σκηνικό χώρο «άυλων μορφών» που «παρελαύνουν» αδιαλείπτως. Πρόκειται για ανθρώπινες σκιές οι οποίες «κατασκοπεύουν» εκ των ένδον τα πέντε πρόσωπα της αναφοράς εντείνοντας με αυτόν τον τρόπο το σασπένς. Η συλλογικότητα των παρα – θεριστών που ερμηνεύουν οι εξαίρετοι ηθοποιοί Άννα Μάσχα (Ζουζού), Περικλής Μουστάκης (Ρουμί), Νίκος Ψαρράς (Ασσούρ), Αλεξία Καλτσίκη (Λίκρα) και Μάρω Παπαδοπούλου (Μπόνα) συνθέτει, μέσα από σαφώς διακριτές μορφές, ενιαία συνείδηση με κύριο χαρακτηριστικό την ελαφρότητα του είναι…


Το θεατρικό έργο του Δημήτρη Δημητριάδη «Θερισμός» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Νεφέλη».

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

«Βικτώρ ή τα παιδιά στην εξουσία (Το μουσικό έργο)» του Ροζέ Βιτράκ στο Θέατρο Τέχνης «Καρόλου Κουν» (Φρυνίχου)

        Σε γενικές γραμμές, οι υπερρεαλιστές δεν αγάπησαν το θέατρο, ούτε ως ιδεολογική έκφραση, ούτε ως αισθητική απόλαυση αλλά ούτε και ως αντανάκλαση των δομών της κοινωνίας, πιστεύοντας ότι πρόκειται για αστικό θεσμό που πρέπει να καταστραφεί. Ωστόσο, το κίνημα του υπερρεαλισμού οφείλει το όνομά του στο δίπρακτο δράμα του Γκιγιόμ Απολλιναίρ, «Οι Μαστοί του Τειρεσία», ενώ το θεατρικό έργο του Ροζέ Βιτράκ, «Βικτώρ ή τα παιδιά στην εξουσία», που πρωτοανέβηκε το 1928 στο Τεάτρ Αλφρέ Ζαρύ, σε σκηνοθεσία Αντονέν Αρτώ, αποτελεί το αρτιότερο δείγμα γραφής της εν λόγω αισθητικής. Στο κείμενο του Βιτράκ, οι καταστάσεις δρομολογούνται από το έκκεντρο περιστατικό της απότομης βιοσωματικής ωρίμανσης του εννιάχρονου Βικτώρ, ο οποίος διατηρώντας τον αυθορμητισμό της ενδεικτικής παιδικής ηλικίας, αποδίδει συγκρουσιακές χροιές στο περιβάλλον του. Έτσι, η ημέρα των γενεθλίων του κινείται σ’ ένα πεισιθάνατης υφής πλαίσιο, εντός του οποίου η γνώση του ανηλίκου καταγγέλλει την υποκρισία και την απάτη των ενηλίκων.
        Ο Σταμάτης Κραουνάκης προτείνει μια μουσικοθεατρική εκδοχή του έργου υπογράφοντας τη μουσική και ένα λιμπρέτο το οποίο στηρίζεται στο κείμενο του Βιτράκ (με εμβόλιμες αναφορές – λογοτεχνικά δάνεια από Μάγιολ, Μπουκόφσκι και Ρέθκε), ακολουθεί την αισθητική του και ενισχύει έτι περαιτέρω το μπουρλέσκο που εξελίσσεται βαθμιαία σε γκροτέσκο, αν όχι μακάβριο. Ο κύριος Κραουνάκης – με το γνώριμο καυστικό του πνεύμα – υπογραμμίζει τον πικρόχολο σκεπτικισμό που γεννά το σημερινό αδιέξοδο και η υποτακτική στάση του πολίτη ο οποίος αδυνατεί πλέον να βρει έστω και ψήγματα αλήθειας στα διλήμματα μιας εξουσίας με χίλια πρόσωπα. Η φαντασία και το όνειρο έδωσαν την θέση τους στον κυνισμό και τον εφιάλτη. Το παιδί έπαψε να είναι η ελπίδα. Μεγάλωσε απότομα και δεν θέλει πλέον να αλλάξει τον κόσμο. Η επανάσταση προς το παρόν αναβάλλεται… Κανείς δεν θέλει να δει την ιστορία από την αρχή…
        Η παράσταση που σκηνοθετεί η Μαριάννα Κάλμπαρη (με τη δραματολογική συνδρομή του Πλάτωνα Μαυρομούστακου) απογειώνει τη θεατρικότητα μέσα από ένα πλούσιο πολυθέαμα, στα όρια του αλλοπρόσαλλου, που ανιχνεύει, με το μεγεθυντικό φακό ενός δηκτικού κωμικού λόγου, τις ενδότερες αιτίες απογοήτευσης και παραίτησης από το όνειρο για ένα καλύτερο αύριο. Άλλωστε τα χρώματα που επικρατούν στον σκηνικό χώρο τον οποίο στήνει ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης, παραπέμπουν ευθέως στη γιορτινή ατμόσφαιρα ενός τσίρκο. Όλη η παράσταση είναι εν τέλει μια ατελείωτη γιορτή, που ακροβατεί ανάμεσα στην κωμική και δραματική έκφραση του λόγου. Αυτή την αντίληψη υποστηρίζουν εξάλλου τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, οι ζωηρές χορογραφίες της Μαρίζας Τσίγκα και οι καίριοι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου. Τα χρώματα εναλλάσσονται διαρκώς για να προκαλέσουν συνειρμικά προεκτάσεις του υπαινικτικού λόγου που απογειώνει η υψηλής στάθμης θεαματικότητα του όλο εγχειρήματος. Ενδεικτικά, το κόκκινο με το μαύρο «παλεύουν» σε μια αρένα χωρίς νικητή και ηττημένο, σε μια παρτίδα από καιρό στημένη, κομμένη και ραμμένη δηλαδή στα μέτρα εκείνων που κινούν τα νήματα ή τουλάχιστον αυτό νομίζουν ότι κάνουν. Έτσι, η σκηνή του τσίρκου ανάγεται σε μετωνυμία ενός κόσμου που ιδέες και συνθήματα έχουν ξεφτίσει, οι λέξεις έχουν χάσει πια το νόημά τους ενώ οι ιδεολογίες δεν αποτελούν πια πρόσχημα των άνομων πράξεων της εκάστοτε εξουσίας.
        Ο Σταμάτης Κραουνάκης στο ρόλο του Βικτώρ σκιαγραφεί την πορεία ενός ηττημένου ήρωα μέσα από μια γλυκιά μελαγχολία που πηγάζει από τα δικά του ερωτήματα. Όπως σε κάθε σκηνική εμφάνιση, ο Σταμάτης Κραουνάκης «τρώει από τις σάρκες του», χρησιμοποιώντας το κείμενο ως πρόσχημα για να διατυπώσει από σκηνής εκφάνσεις του «εγώ» του. Έτσι και η ερμηνεία του μικρού Βικτώρ δίνει την ευκαιρία στον πληθωρικό αυτό δημιουργό να ανασυνθέσει αντιλήψεις και εμμονές του και να ευθυγραμμιστεί με εκείνες του υπερρεαλιστή ποιητή χάρη στην άδεια που του εξασφαλίζει ο «χαλαρός» χαρακτήρας της αισθητικής του ρεύματος. Ανεξαρτήτως προσωπικού γούστου, η ερμηνεία του κυρίου Κραουνάκη χαρακτηρίζεται από ένα υπέρμετρο που καταγράφει εξονυχιστικά και με ακρίβεια τη γκριμάτσα της απελπισίας του προσώπου της αναφοράς. Η εκφραστικότητά αυτή λειτουργεί ευεργετικά για μια παράσταση που στηρίζεται εντέλει στις αρετές της σκηνικότητας/θεαματικότητας. Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών μέσα από μια ευέλικτη εξπρεσιονιστική γραμμή με προεξέχουσα φιγούρα την ερμαφρόδιτη Λιλή του Χάρη Φλέουρα. Με συνέπεια ακολουθούν η Εσθήρ της Φωτεινής Μπαξεβάνη, η Αιμιλία και η Ιντά της Φένιας Παπαδόδημα, ο Κάρολος του Χρήστου Γεροντίδη, η Θηρεσία της Μαρίας Τζάνη, ο Αντουάν του Γεράσιμου Γεννατά και ο Στρατηγός του Κωνσταντίνου Ευστρατίου. Τη διανομή συμπληρώνουν η Βασιλίνα Κατερίνη, ο Μάριος Κρητικόπουλος, ο Βασίλης Παπαδημητρίου και ο Κώστας Κουτρούλης. Αξίζει τέλος να σημειώσουμε την παρουσία των δύο μουσικών, του Βασίλη Ντρουμπογιάννη (πιάνο) και του Βάϊου Πράπα (κιθάρες, κρουστά).