Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

«Οι Εξόριστοι» του Τζέιμς Τζόις από την Εταιρεία Θεάτρου Συν-Επί στο Από Μηχανής Θέατρο



«Τραυμάτισα την ψυχή μου για σένα. Ένα βαθύ τραύμα αμφιβολίας που δεν θα γιατρευτεί ποτέ. Δεν θα μάθω ποτέ, ποτέ. Και δεν θέλω να ξέρω, ούτε να πιστεύω. Δεν με νοιάζει. Δεν σε ποθώ μέσα στη σκοτεινιά της πίστης. Αλλά μέσα στο παλλόμενο, αγωνιώδες τραύμα της αμφιβολίας. Το μόνο που ζήτησα με πάθος – να σε κρατώ χωρίς δεσμά, ούτε καν του έρωτα, να ενώνουμε τα σώματά μας, τις ψυχές μας μέσα σε απόλυτη γύμνια.»



(Απόσπασμα από το τέλος της τρίτης πράξης)



«Οι Εξόριστοι» (1918), το μοναδικό θεατρικό έργο του Άγγλου συγγραφέα Τζέιμς Τζόις (1882-1941) διαδραματίζονται στα προάστια του Δουβλίνου, Μέριον και Ράνελα, το καλοκαίρι του 1912. Επιστρέφοντας από εννιάχρονη αυτοεξορία στη Ρώμη, ο συγγραφέας Ρίτσαρντ Ρούαν με τη γυναίκα του Βέρθα και το μικρό τους γιο Άρτσι θα επανασυνδεθούν με παλιούς γνώριμους. Το δημοσιογράφο Ρόμπερτ Χαντ και την ξαδέλφη του, δασκάλα μουσικής Βεατρίκη Τζάστις. Η έμπιστη φίλη, στα χρόνια της απουσίας, διατηρούσε αλληλογραφία με το Ρίτσαρντ και μοιραζόταν τις αγωνίες της δημιουργίας του. Στη νέα συνάντηση παραμένει στα πρόθυρα μιας ανεπίδοτης ομολογίας, προτιμώντας τη θέση της μούσας από τις οδύνες μιας ερωμένης, επιλογή που εξυπηρετεί το Ρίτσαρντ, ο οποίος εξουσιάζει έτσι το σώμα της Βέρθας και το πνεύμα της Βεατρίκης.


Τα πράγματα θα περιπλεχθούν επικίνδυνα όταν ο Ρόμπερτ διεκδικήσει εκ νέου τη Βέρθα (τον είχε απορρίψει στο παρελθόν) χρησιμοποιώντας με ιδιοτελή τρόπο την ειλικρινή φιλία που τρέφει στον Ρίτσαρντ, ο οποίος υπήρξε πνευματικό του πρότυπο. Η Βέρθα δεν θα κρατήσει κρυφό το ερωτικό παιχνίδι κρατώντας διαρκώς ενήμερο τον άνδρα της για τις εξελίξεις και προσδοκώντας ότι θα διεκδικήσει την απόλυτη αφοσίωσή της. Εκείνος αρνείται να απαγορεύσει το παραμικρό, τους αφήνει ελεύθερους και αδιαφορεί για το αν τελικά η σύζυγός του ενέδωσε στον πόθο του Ρόμπερτ.


Ένα σκηνικό δοκίμιο για τον έρωτα που ολοκληρώνεται με τη θυσία του σεξουαλικού πόθου στον βωμό της αμφιβολίας. Η σκηνοθεσία της Ρούλας Πατεράκη ανέδειξε τη δυναμική των μηνυμάτων του λόγου φέρνοντας τα πρόσωπα διαρκώς αντιμέτωπα. Γύρω από τα διάφανα παραπετάσματα στον άδειο σκηνικό χώρο του Γιώργου Πάτσα που επιμελείται και τα κοστούμια, μετακινούνται πολυθρόνες και στοιχειώδη αντικείμενα της δράσης παράγοντας σε συνδυασμό με τους φωτισμούς του Αλέκου Γιάνναρου, πολλαπλά σημαινόμενα.


Ως Ρίτσαρντ, ο Άκις Βλουτής καταθέτει μια σύνθετη ερμηνεία και εμβαθύνει στην ψυχοσύνθεση του ήρωα. Στο ρόλο της Βεατρίκης η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου αποκαλύπτει με κινήσεις ακρίβειας τις πτυχές του χαρακτήρα. Η Ίρις Χατζηαντωνίου ως Βέρθα αξιοποιεί αποτελεσματικά τα εκφραστικά της μέσα και το αποτέλεσμα τη δικαιώνει. Ο Γιάννης Παπαδόπουλος υποστηρίζει επάξια το ρόλο του Ρόμπερτ. Η Τασία Σοφιανίδου κατορθώνει να δώσει εύρος στο μικρό ρόλο της γριάς υπηρέτριας Μπριγκίτα. Τον Άρτσι υποδύονται εναλλάξ τα παιδιά Ηλίας Βλάχος και Χρήστος Λιώλης.


Στο υποδειγματικό πρόγραμμα-βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη, θα βρει κανείς ολόκληρη τη μετάφραση του έργου την οποία υπογράφουν από κοινού η Ρούλα Πατεράκη και ο Αντώνης Γαλέος και ένα πλήθος κειμένων- μελετών γύρω από το έργο του Τζόις.

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

«Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα από τη Θεατρική Εταιρία «Πράξη» στο Θέατρο «Οδού Κεφαλληνίας»



Στο ζοφερό ποιητικό σύμπαν του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898 – 1936), ο έρωτας προσλαμβάνει σκοτεινές αποχρώσεις της στέρησης και φέρει μέσα του τον ίδιον τον σπόρο της ακύρωσής του. «Το Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα» (1936), έργο ηφαιστειακών και μητριαρχικών παθών και συγκρούσεων, στροβιλίζεται γύρω από τα όρια της ατομικής ελευθερίας και των τυραννικών προκαταλήψεων.
Οι θυγατέρες της αυταρχικής Μπερνάρντα έρχονται αντιμέτωπες με τα κοινωνικά ταμπού και την άκαμπτη παραδοσιακή ηθική που αγνοεί προκλητικά τις ανάγκες της νεότητας. Βυθισμένες στο πένθος από την απώλεια του πατέρα θα υποχρεωθούν να ζήσουν έγκλειστες στην οικία τους και ν’ ακολουθήσουν κατά γράμμα τις αυστηρές ηθικές υποδείξεις της χήρας, η οποία τις ακυρώνει κάθε ελπίδα να γευτούν τον έρωτα, την ώρα που η φύση το υπαγορεύει επιτακτικά.
Αυτόν τον πολύκλωνο βρόχο της στέρησης που τόσο οι κοινωνικές συμβάσεις όσο και ο δεσποτικός χαρακτήρας της μητέρας έχουν κατεργαστεί, καταπνίγοντας το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση των ερωτικών πόθων των γυναικών, η Αδέλα, η μικρότερη κόρη του σπιτιού, τον κόβει απότομα συναντώντας παράνομα τον αρραβωνιαστικό της πρωτότοκης. Ο Πέπε Ρομάνο, δεν εμφανίζεται καθόλου στη διάρκεια του έργου αλλά διεγείρει τις κόρες που, επειδή αδυνατούν να εναντιωθούν στους περιορισμούς της τυραννικής μητέρας, αλληλοσπαράζονται με ανταγωνισμούς, λογομαχίες, κατηγορίες και φαρμακερά υπονοούμενα.
Η άνομη εγκυμοσύνη θα προκαλέσει ολέθρια καταστροφή και η Μπερνάρντα με τυφλή προσήλωση στην επιφανειακή τάξη των καταστάσεων που νομίζει ότι ορίζει απόλυτα, θα βάλει την τιμή, την ηθική ορθότητα και τη γνώμη του κοινωνικού περίγυρου ακόμα και πάνω από τον θάνατο ενώ το όνομά της παραπέμπει τραγικά στο λευκό, αγνό και άσπιλο.
Ο Στάθης Λιβαθινός συγκέντρωσε σημαντικές δυνάμεις της παλιάς και της νέας γενιάς ηθοποιών. Με τις αναγνωρίσιμες σκηνοθετικές εμμονές του έπλασε εικόνες, οι οποίες προβάλλουν το θεμέλιο λίθο του ρεαλισμού της καθημερινότητας στον καθρέφτη των μεταπτώσεων από την ευφορία στην παροδική πίκρα, που αποπνέει η παραίτηση από βασικές χαρές του βίου. Παραδείγματα ο εναρκτήριος μονόλογος της Πόνσια με το λουκάνικο (στην παράσταση έχουν αφαιρεθεί οι ρόλοι της Προυδένσια, των υπηρετριών, της ζητιάνας, των μαυροφορεμένων γυναικών και τα λόγια τους έχουν μοιραστεί στα υπόλοιπα πρόσωπα), οι σκηνές με τους κουβάδες νερό και το πλύσιμο των ασπρόρουχων, οι προσευχές στα λατινικά και οι διαπληκτισμοί των κοριτσιών. Ο κύριος Λιβαθινός ψηλαφεί τις μικρές πληγές των ηρώων του ποιητή της Γρανάδας εστιάζοντας κάθε φορά την προσοχή του θεατή στη δεσπόζουσα δέσμη περιστατικών που στοιχειωθετούν τη συμπεριφορά των προσώπων. Η σκηνοθετική οπτική του συνοψίζεται στην τήρηση του μέτρου και του ρυθμού της δράσεως και του λόγου.
Ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε η Ελένη Μανωλοπούλου παραπέμπει συμβολικά στον θάνατο και δεν ακολουθεί τις υποδείξεις των σκηνικών οδηγιών. Με άλλα λόγια, δεν παρουσιάζει την επίπλωση του εσωτερικού χώρου του σπιτιού με τα αντικείμενα που περιγράφονται αλλά «ντύνει» τους τοίχους με λουλούδινο επίστρωμα μεταφορικών και μετωνυμικών σημάνσεων. Μοναδικό δρων αντικείμενο της σκηνογραφίας η δεξαμενή στο κέντρο της σκηνής που θα γεμίσει σταδιακά νερό στις σκηνές με τους κουβάδες, και οι πολλαπλές χρήσεις της. Τα καλαίσθητα κοστούμια της κυρίας Μανωλοπούλου υποστηρίζουν το σχήμα του πένθους και τον υποκριτικό καθωσπρεπισμό.
Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου εστιάζουν στις χρονικές στιγμές που αποκαλύπτονται τα απομεινάρια των συναισθημάτων ενώ η μουσική του Τηλέμαχου Μούσα προϊδεάζει την εξέλιξη της δράσης.
Η Μπέττυ Αρβανίτη δε δυσκολεύεται ν’ αντλήσει στοιχεία από την υποκριτική της υφολογία για ν’ αποδώσει τη δυναστευτική φιγούρα της Μπερνάρντα καταθέτοντας μια αξιόλογη ερμηνεία.
Η γκροτέσκο εμφάνιση της Σμαράγδας Σμυρναίου, η οποία υποδύεται τη Μαρία Χοσέφα, τη στοιχειωμένης ψυχή του σπιτιού που εκστομίζει με την ελευθερία του ακαταλόγιστου όλα όσα πνίγουν τις ανύπαντρες θυγατέρες, δεν έπεσε στην υπερβολή και αποδόθηκε με μέτρο.
Η Τζίνη Παπαδοπούλου στο ρόλο της Ανγκούστιας τονίζει πολυσημειακά το χαρακτήρα, επιτυγχάνοντας έτσι να τον αποκαλύψει στο θεατή σε διαφορετικές εκφάνσεις.
Η Γωγώ Μπρέμπου ως Μαγδαλένα ανταποκρίνεται με άνεση στις απαιτήσεις του ρόλου της.
Η Αμέλια της Εκάβης Ντούμα και η Μαρτύριο της Κόρας Καρβούνη αποπνέουν μια έρπουσα διάθεση ακυρώσεως των ενεργειακών δυνάμεων των ρόλων, εστιάζοντας την υπόδυσή τους στην ενδοσκόπηση και στο κλείσιμο σ’ ένα περίγραμμα σχηματοποιήσεως.
Η Λουκία Μιχαλοπούλου ερμηνεύει εξελικτικά και με αισθαντική θηλυκότητα την Αδέλα.
Η Ανέζα Παπαδοπούλου ως Πόνσια κινείται ξεκάθαρα στην ενσάρκωση του χαρακτήρα, εμφανίζοντας και κάποια διάθεση σχολιασμού του ρόλου.
Στο πρόγραμμα της παράστασης που επιμελείται ο θεατρολόγος Παναγιώτης Μιχαλόπουλος, υπάρχει ολόκληρη η μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου, κείμενα γύρω από τη ζωή και το έργο του συγγραφέα, έγκυρη αλλά όχι εξαντλητική ελληνική παραστασιογραφία, φωτογραφικό υλικό και τα βιογραφικά των συντελεστών.
Στο σύνολό της, μια αξιόλογη παράσταση που συστήνεται ανεπιφύλακτα στους σταθερούς αναγνώστες της στήλης.

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

«Άννα, είπα!» του Παναγιώτη Μέντη στο θέατρο «Στοά» σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου


Με μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, άνοιξε την αυλαία του το θέατρο Στοά ξαναπαρουσιάζοντας το έργο του Παναγιώτη Μέντη «Άννα, είπα!» και εγκαινιάζοντας έτσι δυναμικά την εορταστική περίοδο αφιερωμένη στα σαράντα χρόνια της συνεχούς και αδιάλειπτης λειτουργίας του.
Το εξαιρετικό αυτό έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στο ίδιο θέατρο το 1996, καταξιώνοντας τον συγγραφέα ενώ η Λήδα Πρωτοψάλτη έλαβε το 1997 το Βραβείο Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών για την ερμηνεία της.
Πρόκειται για την εξονυχιστική διερεύνηση του εσωτερικού ψυχισμού μιας γυναίκας που τελειώνει τις μέρες της στο ψυχιατρείο. Η ζωή της είναι στοιχειωμένη από την καταπιεστική παρουσία της δυναστευτικής μητέρας της με την οποία έχει δεθεί μέσα από μια ψυχωτική σχέση αγάπης και μίσους.
Η Άννα, η ηρωίδα του έργου έχει παρακολουθήσει, σχεδόν χωρίς να συμμετέχει, τη ζωή της να καταστρέφεται μέσα από την τυραννική εξουσία της μητέρας της η οποία στοχεύοντας στην αποκατάστασή της, την οδηγεί διαρκώς σε λάθος κινήσεις, καταπιέζοντας τις παρορμήσεις της και τιθασεύοντας με διαρκείς, παράλογες νουθεσίες, τα όνειρά της.
Τώρα στη δύση της ζωής της, βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις φαντασιώσεις της, ζώντας καθημερινά τις σκηνές αυτής της επώδυνης σχέσης που αφύπνισε το γονίδιο της σχιζοφρένειας οδηγώντας την, με διασαλεμένες τις φρένες στην εσχατιά ενός ψυχιατρείου.
Ο πατέρας, πρόσωπο τραγικό κι ενοχικό, διαταραγμένος κι ο ίδιος ψυχικά, μη έχοντας καταφέρει να στηρίξει τη γυναίκα του η οποία ανέλαβε όλες τις ευθύνες του σπιτιού με εξ ίσου ανυπολόγιστο κόστος, διατηρεί ωστόσο μια τρυφερή σχέση με την κόρη του χωρίς να μπορεί και να την διασώσει από το καθημερινό της μαρτύριο.
Η Άννα είναι η τραγική φιγούρα που εκπροσωπεί πολλές γυναίκες παγιδευμένες από τις οικογένειές τους σ’ ένα μέλλον χωρίς προοπτικές, καταδικασμένες να βιώσουν την ίδια καταπίεση που καθόρισε την παιδική τους ηλικία και ως ενήλικες, αντικαθιστώντας την μητρική ή πατρική εξουσία με την συζυγική κι αγγίζοντας την παράνοια σαν την μοναδική λύση για να αντέξουν μια τρομακτικά βίαιη πραγματικότητα.
Στο έργο του, ο Παναγιώτης Μέντης αποκαλύπτει με ευκρίνεια και αφηγηματική διαύγεια τις αποχρώσεις του διαταραγμένου ψυχισμού της ηρωίδας και τις πτυχές της πολύπλευρης εμπειρίας της χρησιμοποιώντας μια άμεση ζεστή και δυναμική γλώσσα, στήνοντας λιτούς, περιεκτικούς κι αποκαλυπτικούς διαλόγους, ζωντανεύοντας στιβαρούς χαρακτήρες. Και κυρίως επιτυγχάνοντας μια γοργή ροή δράσης με διαρκείς μετακινήσεις από το παρελθόν στο παρόν οι οποίες γεφυρώνονται μέσα από συναισθηματικές εκρήξεις, από τα συγγενή ερεθίσματα της καθημερινότητας κι από τα επώδυνα παιχνίδια μιας πληγωμένης μνήμης.
Η παράσταση
Ο Θανάσης Παπαγεωργίου έστησε μια υποδειγματική παράσταση αντιμετωπίζοντας με μια νέα οπτική την παλιά του επιτυχία και αποδεικνύοντας πόσο έχει εξελιχθεί η σκηνοθετική του ματιά όλα αυτά τα χρόνια. Χρησιμοποίησε δύο ηθοποιούς για την ερμηνεία του ρόλου της μητέρας, σε κάποιες σκηνές ακόμα και τρεις, μετατρέποντας έτσι τις καθημερινές στιγμές της οικογενειακής ζωής της ηρωίδας και τα στιγμιότυπα της σχέσης της με την μητέρα της σε ένα εφιαλτικό τελετουργικό, εναρμονισμένο στην σχιζοφρενική της ψυχοσύνθεση και προσδίδοντας ακραία ένταση στο δραματουργικό υλικό για την ανάδειξή του στο έπακρο.
Αξιοποίησε το λειτουργικό σκηνικό της Αφροδίτης Κουτσουδάκη με σκηνοθετικές και φωτιστικές παρεμβάσεις που το μεταποιούσαν διαρκώς από κατοικία σε κλινική, ενώ ταυτόχρονα παρέμενε αναλλοίωτο, οριοθετώντας έτσι τα οικεία τοπία της ηρωίδας και μεταδίδοντας την κοινή αίσθηση ανάμεσα στους δύο χώρους εγκλεισμού μιας γυναίκας καταδικασμένης σε δια βίου φυλάκιση.
Να σημειώσουμε εδώ πως ο ίδιος υπογράφει τους εξαιρετικούς φωτισμούς οι οποίοι αποτελούν μέρος και της σκηνικής αλλά και της σκηνοθετικής οπτικής ενώ αναδεικνύουν κάθε απόχρωση του εσωτερικού τοπίου της ηρωίδας και των πολλαπλών επιπέδων της εμπειρίας της.
Η κινησιολογία σωστά ενορχηστρωμένη, αποδίδει τις εντάσεις στην κόψη και ενισχύει τις διαρκώς εκκρεμείς συνθήκες.
Τα κοστούμια ενισχύουν τους χαρακτήρες με κορυφαίους τους δύο πανομοιότυπους ενδυματολογικούς κώδικες της μητέρας στην διπλή παρουσία της, οι οποίοι αποκτούν μια συμβολική διάσταση.
Για την συγκλονιστική εμφάνιση της Λήδας Πρωτοψάλτη θα μπορούσε κανείς να πει πολλά. Η παλαίμαχη ηθοποιός βρίσκεται στο στοιχείο της και ενσαρκώνει τον ρόλο της με τέτοια πιστότητα και ήθος ώστε η ερμηνεία της να αποτελεί μια συναρπαστική εμπειρία για το κοινό. Με απλότητα και αυθεντικότητα αποδίδει όλες τις εσωτερικές μεταπτώσεις της ηρωίδας και τις διαφορετικές απόψεις του καταπιεσμένου αλλά και πολύπλευρου ψυχισμού της.
Η Ευδοκία Σουβατζή κι η Νίκη Χαντζίδου στον διπλό ρόλο της μάνας λειτουργούν μέσα από έναν αβίαστο συγχρονισμό, συμπληρώνοντας την προσωπικότητα της καταπιεστικής αλλά και καταπιεσμένης γυναίκας με απόλυτα συντονισμένες τις ερμηνευτικές δυναμικές τους σ’ ένα δύσκολο σκηνοθετικό εγχείρημα.
Ο Θανάσης Παπαγεωργίου στο ρόλο του πατέρα μας προσφέρει μία ακόμα θαυμάσια ερμηνεία ενσαρκώνοντας τον αντιφατικό αυτό χαρακτήρα με τρυφερότητα, ερμηνευτικό βάθος κι υποκριτική άνεση.
Η Βασιλική Ορκοπούλου στο ρόλο της νοσοκόμας αποδίδει με αληθοφάνεια και πιστότητα τον δευτερεύοντα αλλά σημαντικό για τις μεταβάσεις από το παρελθόν στο παρόν, χαρακτήρα.
Η Εύα Καμινάρη πλάθει μια υπέροχη νευρωτική Μπάρμπαρα και μια στιβαρή, αυθεντική Μπέμπα. Στους δύο τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες η άξια ηθοποιός δεν καταφεύγει σε σχηματικές ερμηνείες αλλά εμβαθύνει στις ψυχοσυνθέσεις των ηρωίδων, αξιοποιώντας θαυμάσια δύο ρόλους-κλειδιά για το ξεδίπλωμα του χαρακτήρα της Άννας.
Θαυμάσια η ηχητική κάλυψη της παράστασης με τις εξωπραγματικές φωνές, τις κλειδαριές που ηχούν μεγεθυμένες υποβάλλοντας την αίσθηση εγκλεισμού και τους κεραυνούς της έναρξης που ενισχύουν τις ψυχικές εντάσεις.

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

«Αχαρνείς» του Αριστοφάνη από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη


Οι «Αχαρνείς», τρίτη κατά σειρά, μετά τους «Δαιταλείς» και τους «Βαβυλωνίους», αλλά πρώτη σωζόμενη κωμωδία του Αριστοφάνη, ανέβηκε στα Λήναια του 425 π.Χ. Ο εικοσάχρονος ποιητής παραδίδει ένα τολμηρό και ευρηματικό έργο εκφράζοντας τον ουτοπικό πόθο του για την ειρήνη και την κάθαρση της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Ο κεντρικός ήρωας, ο Δικαιόπολις, απελπισμένος από την αδιέξοδη πολιτική του πολέμου, αποφασίζει και συνάπτει ατομική ειρήνη με τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους. Η πράξη του αυτή τον καθιστά αρχικά ύποπτο στους εχθρούς και εχθρό στους φίλους αλλά γρήγορα προσεταιρίζει τους Μενιδιάτες, οι οποίοι έχουν κάθε λόγο να παρουσιάζονται φιλέκδικοι και φιλοπόλεμοι. Η συμβολική εκπλήρωση της ουτοπίας και του πόθου επιτρέπει στον Αριστοφάνη να σηματοδοτήσει την απόσταση του ανέφικτου και του εφικτού, της ματαιότητας και της ελπίδας, της φαντασίας και της πραγματικότητας.
Σαν μουσική κωμωδία παρουσίασε το έργο το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε μετάφραση Κ. Χ. Μύρη, σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη και με πρωταγωνιστές τον πληθωρικό Σταμάτη Κραουνάκη που υπογράφει φυσικά και την μουσική, τον παλαίμαχο Κώστα Βουτσά σε μεγάλα κέφια και τον Γρηγόρη Βαλτινό σε μια απ’ τις καλύτερες ερμηνείες του.
Το θέαμα, ένας συνδυασμός πολλών και διαφορετικών ερεθισμάτων αντλημένων από χώρους που δεν συναρμόζουν απαραίτητα, αποτελεί μια αποθέωση σκηνικής παράνοιας. Στοιχεία εμπνευσμένα από διαφημίσεις, μνήμες από το ιστορικό παρελθόν της χώρας μας, θραύσματα από ελληνικές ταινίες, συνθήματα που απηχούν τις σεξουαλικές μας συνήθειες και την απόκρυφη ανατομία μας ζευγαρωμένα με χιουμοριστικές αναφορές στην επικείμενη οικονομική κρίση δημιουργούν ένα μωσαϊκό δράσεων που εμβολίζουν το έργο και διευρύνουν τη σκηνοθετική γραμμή, αναδεικνύοντας διαρκώς το πλουραλιστικό ταπεραμέντο του Σταμάτη Κραουνάκη ο οποίος με αφορμή τον Αριστοφάνη άδειασε επί σκηνής τους ασκούς της έμπνευσής του, αποτυπώνοντας τη σφραγίδα του στην παράσταση.
Με αφετηρία και άξονα τον ρόλο του Δικαιόπολι, οι ήρωες της αριστοφανικής κωμωδίας ενεργοποιούν μηχανισμούς έκρηξης σε όλα τα επίπεδα υπονομεύοντας τους εαυτούς τους, τον πόλεμο, την ηθική, την φιλοπατρία, την εξουσία, τις δράσεις, την σκηνική ισορροπία, ακόμα και το ίδιο το έργο, με εργαλείο το ανατρεπτικό ενίοτε αυθάδες χιούμορ κι αποτέλεσμα, ένα αχαλίνωτο ξεφάντωμα.
Ο ήρωας που αποφασίζει να έρθει σε σύγκρουση με την φιλοπόλεμη τάση της εξουσίας όχι μόνο από αγάπη στην ειρήνη αλλά και για να εξασφαλίσει τις απολαύσεις του βίου του, ανακηρύσσει τον εαυτό του ηγέτη ενός μικρού, ηδονόχαρου βασιλείου ενώ αποτελεί στην παράσταση αυτή το alter ego του πρωταγωνιστή που τον ενσαρκώνει με αβίαστο πάθος και ακαταπόνητη έμπνευση αναδεικνύοντας σε τέτοιο βαθμό την ύπαρξή του ώστε να εξαφανίζει σχεδόν κάθε άλλη δυναμική.
Έτσι όταν απομακρύνει κανείς την ομίχλη των άφθονων ευρημάτων έρχεται αντιμέτωπος με την ίδια την ανθρώπινη φύση σε ένα καθαρά αριστοφανικό πεδίο προβληματισμού και τα αποκεκαλυμμένα κίνητρα των αντιπάλων δυνάμεων προδίδουν την κοινή τους εγωπαθή φύση που επιδιώκει μία από τις πολλαπλές εκδοχές του προσωπικού κέρδους φθείροντας ανεπανόρθωτα τη συλλογικότητα και προκαλώντας έτσι τον επόμενο πόλεμο.
Στην αιχμή πολέμου και γιορτής κινείται άλλωστε η παράσταση ώστε εμπαίζοντας την τραγική συγκυρία μέσα από το κωμικό εύρημα, να την αποδυναμώσει. Και ιδανικά ο κύριος Κραουνάκης ως ένας σύγχρονος Δικαιόπολις επέβαλλε στο έργο και την παράσταση το δικό του επείγον ζητούμενο. Την αδιάλειπτη προβολή του.
Έξοχος στο ρόλο του Μεγαρίτη ο Κώστας Βουτσάς αναδεικνύει το σκοτεινό πρόσωπο της λαϊκότητας, ξεπουλώντας έμψυχα και άψυχα στο βωμό του κέρδους και φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με την δική μας ευθύνη απέναντι στο ξέσπασμα της όχι μόνο οικονομικής αλλά και κοινωνικής κρίσης.
Ο εξαιρετικός Λάμαχος του Γρηγόρη Βαλτινού ανέδειξε πτυχές του ρόλου ανεκμετάλλευτες όπως την αναγκαιότητα της ύπαρξής του και την συμβολική διάσταση της φιλοπόλεμης φύσης του.
Δεν κατάλαβα γιατί ο Ευριπίδης του Γιάννη Σιαμσιάρη παραπέμπει στη γνωστή τραγουδίστρια Μαρινέλλα. Πάντως η συνολική του εμφάνιση προκαλεί άφθονο γέλιο.
Στην αισθητική περιπλανώμενου θιάσου παραπέμπει το σκηνικό του Γιώργου Πάτσα, τα κοστούμια επιμελείται η Έρση Δρίνη, τις ζωηρές χορογραφίες ο Φωκάς Ευαγγελινός και τους καλοσχεδιασμένους φωτισμούς υπογράφει η Ελευθερία Ντεκώ.
Ο χορός (Ιορδάνης Αϊβάζογλου, Θεοδώρα Βουτσά, Νίκος Καπέλιος, Θανάσης Καραθανάσης, Γιάννης Καραούλης, Δημήτρης Κοντός, Νίκος Μαγδαληνός, Χρήστος Μουστάκας, Πάολα Μυλωνά, Τατιάνα Μύρκου, Χρήστος Νίνης, Χρίστος Νταρακτσής, Νίκος Ορτετζάτος, Βασίλης Παπαγεωργίου, Γιάννης Σιαμσιάρης, Μιχάλης Σιώνας, Πολυξένη Σπυροπούλου, Εύα Σωφρονίδου, Νίκος Τουρνάκης, Αλέξανδρος Τσακίρης, Γιάννης Χαρίσης, Κωνσταντίνος Χατζησάββας, Παρθένα Χοροζίδου) συνεισφέρει δυναμικά στο εκρηκτικό πνεύμα της παράστασης που καταχειροκροτήθηκε από το κοινό.
Ενδιαφέρον το πρόγραμμα της παραστάσεις με κείμενα στα ελληνικά και στα αγγλικά και τα βιογραφικά σημειώματα των συντελεστών. Στο σκηνοθετικό σημείωμα του Σωτήρη Χατζάκη διαβάζουμε μεταξύ άλλων : «Μια αίσθηση μετεωρισμού απομένει στο μεθεόρτιο τοπίο, ένα κοινό αίσθημα θολό και ζαλισμένο, όπως το παιδί του τέλους, με το μικρό βεγγαλικό του παγωτού και το πλαστικό σημαιάκι στα αμήχανα χέρια του. Και πάνω ψηλά στα πλακάτ της παράβασης ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Μακρυγιάννης, ο Θεόφιλος, ο Καβάφης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Λαμπράκης, με το ανεξίτηλο σήμα της ειρήνης. Φωτεινά μετέωρα, κεράκια εφημερίας, που κρατούν αναμμένο τον πολυέλαιο του Έθνους. Λίγο πιο κάτω στα χώματα, συμπλεκόμενοι και διαπλεκόμενοι τραγικοί zanni μιας real politik, Βουλευτάκια της φακής, διαχειριστές της μπίζνας, του μεγάλου χρέους, Ελλάδα, Duty Free, αποικία».

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

«Πλούτος-Πενίας Θρίαμβος» του Αριστοφάνη από το Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν σε συμπαραγωγή με το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Βόλου



Συνεχίζοντας για τρίτη συνεχόμενη εβδομάδα την αριστοφανική περιπλάνηση στη σύγχρονη αθηναϊκή σκηνή, σειρά έχει το Θέατρο Τέχνης που παρουσιάζει σε συνεργασία με το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Βόλου, τον «Πλούτο», το τελευταίο απ’ τα σωζόμενα έργα του μεγάλου κωμωδιογράφου, γραμμένο το 338 π.Χ. Με την οικονομική βέβαια κρίση που διανύουμε στις μέρες μας και τα σκληρά μέτρα, τα οποία έχουν ληφθεί για την αντιμετώπισή της, μάλλον για φτώχεια και ανεργία πρέπει να κάνουμε λόγο. Έτσι ο τίτλος της παράστασης, θέλοντας να σχολιάσει την επίκαιρη κατάσταση στη χώρα έγινε «Πλούτος-Πενίας Θρίαμβος» παραπέμποντας σ’ ένα κρίσιμο παιχνίδι αναμέτρησης, την ώρα που ανακοινώνεται το τελικό αποτέλεσμα.
Άλλωστε σαν ένα παιχνίδι βλέπει και η σκηνοθεσία του Διαγόρα Χρονόπουλου την ιστορία του τυφλού Πλούτου που βρίσκει το φως του για ν’ ακολουθεί πιστά μόνο τους δίκαιους και ενάρετους ανθρώπους. Ένα ομαδικό παιχνίδι που στήνουν θεατρίνοι του δρόμου. Ένα διδακτικό παραμύθι που θέλει να μας αφηγηθεί μια παρέα παιδιών. Από το ρυθμικό τραγούδι της έναρξης «Ποιο έργο να διαλέξουμε;» σε στίχους Μαριαννίνας Κριεζή και μουσική Χρήστου Λεοντή, (τραγούδι από την παράσταση του «Πλούτου» το 1994 σε σκηνοθεσία του αείμνηστου Μίμη Κουγιουμτζή) η σκηνοθεσία του κυρίου Χρονόπουλου δίνει το στίγμα της παράστασης.
Οι ασπρόμαυροι κύβοι του σκηνικού του Πάρη Μέξη, ένας σωρός από καταναλωτικά αγαθά που σχηματίζει πυραμίδα, παραπέμπουν μαζί με τα υπερβολικά πολύχρωμα κοστούμια στην αισθητική του παιδικού θεάτρου.
Από τα πρώτα λεπτά της παράστασης, στην κορυφή του λόφου θα εγκατασταθεί η σικάτα ντυμένη Πενία της Κάτιας Γέρου και θα εποπτεύει σε όλη τη διάρκεια του έργου όσα γίνονται και λέγονται σχολιάζοντας αιχμηρά. Σαν τον δικαστή που στέκεται στα υψηλά έδρανα και ανακρίνει τους μάρτυρες. Μια τέτοια εικόνα ήρθε στο νου μου και ενισχύθηκε από τη χρήση μικροφώνων στον αγώνα λόγων Πενίας-Χρεμύλου.
Αν εξαιρέσουμε την όψη της καθισμένης στην κορυφή του λόφου Πενίας που κρατά ανοιχτή μια ομπρέλα, θεωρώ ότι δεν θα βρούμε άλλα κοινά στοιχεία με την Ουίνι από τις «Ευτυχισμένες Μέρες» του Μπέκετ όπως διάβασα σε κριτικά σημειώματα. Η ηρωίδα του Ιρλανδού δραματουργού μιλώντας μια γλώσσα καθημερινή, ελλειπτική και παραληρηματική, αγγίζει το μεταφυσικό ερώτημα αν ο άνθρωπος έχει προορισμό ή βρίσκεται τυχαία ριγμένος σ’ ένα σύμπαν ακατανόητο.
Η μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη αναδεικνύει την ποιητικότητα του λόγου του Αριστοφάνη, που σ’ αυτή την κωμωδία έχει ελαττώσει αισθητά τη βωμολοχία. Ο κύριος Βαρβέρης δίνει έμφαση στη ρίμα, στο ρυθμό και στο εύηχο άκουσμα, ενώ δε λείπουν οι γνωστές εμμονικές σφήνες αγγλικών και γαλλικών φράσεων, που συναντάμε συχνά και στις θεατρικές κριτικές του.
Η χορογραφία της Σοφίας Σπυράτου ευθυγραμμίζεται με τις προθέσεις της σκηνοθεσίας και εκτελείται με δύναμη και ενάργεια από τους ηθοποιούς. Σύμμαχοι στη χαρά και τη μαγεία του παιχνιδιού οι ζωηροί φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου και οι εξαίσιες μελωδίες του Χρήστου Λεοντή. Η διδασκαλία των τραγουδιών έγινε από τη Μαρίνα Χρονοπούλου.
Η Πενία της Κάτιας Γέρου δεν αποδίδεται με σχηματικούς όρους και δεν καταφεύγει στην εικονογράφηση μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Η κυρία Γέρου δίνει έμφαση στην «καθαρή» εκφώνηση του καταχωρημένου ποσού λόγου και υπογραμμίζει με τις εκφραστικές εναλλαγές της, τη σημασία του.
Η Μάνια Παπαδημητρίου υποδύεται τον Καρίωνα, τον τετραπέρατο δούλο του Χρεμύλου. Η κυρία Παπαδημητρίου μεταμορφώνεται κυριολεκτικά και πλάθει μια έξοχη κωμική φιγούρα με τα πλούσια εκφραστικά της μέσα να φανερώνουν διαρκώς νέες δυνατότητες.
Στη γνώριμη υποκριτική του υφολογία, ο Αλέξανδρος Μυλωνάς αναμετριέται ξανά επιτυχώς με το ρόλο του Χρεμύλου.
Ως Βλεψίδημος, ο Κώστας Βελέντζας ανταποκρίνεται επαρκώς ενώ ως Ιερέας διανθίζει με περισσότερα κωμικά ευρήματα το ρόλο του.
Απολαυστικά αστεία φιγούρα ο Δίκαιος του Κώστα Καπελώνη. Ο Λευτέρης Λουκαδής στο ρόλο του Συκοφάντη, φτιάχνει τον τύπο του βαρύ και ασήκωτου μάγκα εμπλουτίζοντας τον με πολλά στοιχεία.
Εύστοχα κάποιες ερμηνείες στρέφονται στο σχήμα, στους γρήγορους ρυθμούς, στην υπερβολή ή και στην αισθητική που παράγει το καρτούν. Χάρμα η γλωσσού γυναίκα της Αναστασίας Γεωργοπούλου. Ξεκαρδιστικά αστεία η σεξομανής γριά του Βασίλη Λέμπερου.
Η φιγούρα του Νέου που υποδύεται ο Αλέξανδρος Πέρρος παίζοντας σαξόφωνο, ξεπροβάλλει με τον αέρα ενός διάσημου σταρ. Ο κύριος Πέρρος διακωμωδεί στο έπακρον τη συμπεριφορά του τεκνού που ξεφραγκιάζει στην κυριολεξία την ελαφρόμυαλη γεροντοκόρη.
Ο Θοδωρής Αντωνιάδης στο ρόλο του Ερμή, σατιρίζει τον ήρωα που υποδύεται σημειώνοντας μια πολύ επιτυχημένη εμφάνιση.
Στο χορό λαμβάνουν μέρος επίσης οι νέοι και ταλαντούχοι ηθοποιοί : Ηλεάννα Μπάλλα, Μαρία Κόμη-Παπαγιαννάκη, Πανάγος Ιωακείμ, Βένια Σταματιάδη, Νίκος-Ορέστης Χανιωτάκης, Ορφέας Χατζηδημητρίου, Θάλεια Γρίβα, Πάρις Θωμόπουλος και Γεράσιμος Σκαφίδας.
Άφησα τελευταίο τον πρωταγωνιστή. Ο Πλούτος του Δημήτρη Λιγνάδη έχει την αθωότητα του παιδιού που χάθηκε στο πάρκο. Στο «πειραγμένο» φινάλε, η Πενία μέσα από το μονόλογο της, κατορθώνει να γύρει τη ζυγαριά προς το μέρος της και το ανυπόμονο κοινό του ανοιχτού θεάτρου του Αττικού Άλσους, που παρακολούθησα την παράσταση, ξεσπά σε επιδοκιμαστικό χειροκρότημα. Με υπαινικτική χειρονομία ο κύριος Λιγνάδης, ως γιατρεμένος πλέον Πλούτος, διακόπτει την αυθόρμητη εκδήλωση του κοινού, ξαναφορά τα γυαλιά του τυφλού και αρχίζει πάλι το γνώριμο περπάτημα του ανάπηρου…….

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

«Ιππείς» του Αριστοφάνη από τη «Θεατρική Διαδρομή» σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη


«Α΄ Υπάλληλος: Αν θες να κυβερνήσεις τις μάζες, ούτε μόρφωση χρειάζεται, ούτε τιμιότητα. Φτάνει να ‘σαι αγράμματος τελείως και λέρα. Λοιπόν, για να τελειώνουμε. Μη μουντζώσεις την καλή σου τύχη, μην προσβάλλεις το Θεό

(Απόσπασμα του έργου)

Εύστοχα η «Θεατρική Διαδρομή» εντάσσει πάλι στο ρεπερτόριο της, τους «Ιππείς» του Αριστοφάνη, εννέα χρόνια μετά την παράσταση που είχε σκηνοθετήσει ο αείμνηστος Κώστας Μπάκας.
Στη γενικότερη πολιτική κατάσταση της χώρας, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τις σκληρές επιταγές της Ευρώπης, τον Όλι Ρεν, την τρόικα, την επερχόμενη οικονομική κρίση και τη δυσαρέσκεια του λαού από τα σκάνδαλα των κυβερνήσεων, τη διαπλοκή, τις μίζες, τη Ζίμενς, το Βατοπέδι και το παραδικαστικό κύκλωμα, ο αιχμηρός σατιρικός λόγος του Αριστοφάνη βρίσκει πρόσφορο έδαφος.
Πρόκειται για τη μαχητικότερη σάτιρα του μεγάλου κωμωδιογράφου που στρέφει τα βέλη της ενάντια στη φιλοπόλεμη πολιτική, στο λαοπλάνο και αδίστακτο ηγέτη, στα μικροκομματικά συμφέροντα, στην κατάρα του δικομματισμού, στη δημαγωγία που τρέφει το λαϊκισμό, στην ακατάσχετη ρουσφετολογία, στις υποσχέσεις και τις κολακείες που εξαπατούν τους πολίτες αλλά και στην αφέλεια που διακρίνει συχνά την κοινή γνώμη.
Το έργο είναι ένας διαρκής αγώνας μεταξύ του φαύλου Παφλαγόνα και του φαυλότερου Αλλαντοπώλη προς εξασφάλιση της εύνοιας του προσωποποιημένου λαού, του Δήμου, ο οποίος τελικά εκμαυλίζεται από τον πονηρότερο, τον «χαρισματικό». Σε αυτή την αναμέτρηση, δηλαδή στο ποιος λέει τα περισσότερα ψέματα, τις πιο φριχτές αναίδειες, ποιος κάνει τις πιο ανόσιες επιορκίες, τις μεγαλύτερες κλεψιές και κατέχει τα περισσότερα ελαττώματα, νικητής στέφεται ο Αλλαντοπώλης. Η νίκη αυτή προβάλλει ανυπαρξία διεξόδου, απελπισία και οργισμένο παραλογισμό και καθώς φαίνεται για να σταματήσει και να αλλάξει η πορεία του αλληλοδιασυρμού, πρέπει οι συμφορές να προχωρήσουν μέχρι εκεί που δεν έχει δρόμο παραπέρα…
Η κωμωδία του 424 π.Χ. αν και αναφέρεται σε πρόσωπα και καταστάσεις του Πελοποννησιακού πολέμου, στους πολιτικούς στρατηγούς Δημοσθένη και Νικία καθώς και στο δημαγωγό Κλέωνα, κατορθώνει μέσα από το πρόσκαιρο να συλλάβει το παντοτινό και γι’ αυτό μας αφορά σήμερα.
Στο κατάμεστο ανοιχτό θέατρο του Αττικού Άλσους, στο οποίο παρακολούθησα την παράσταση που σκηνοθέτησε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Αγρινίου Βασίλης Νικολαΐδης, το αθηναϊκό κοινό αναγνώρισε στους αριστοφανικούς χαρακτήρες, πρόσωπα και καταστάσεις της σύγχρονης πολιτικής σκηνής. Με έμμεσους υπαινιγμούς αλλά και ευθύβολη κριτική, πρόσθετες σατιρικές φραστικές παρεμβάσεις, η σκηνοθεσία μοιάζει να βρίσκει το μέτρο και κατορθώνει να διατηρήσει την αυθεντική δομή της κωμωδίας σχολιάζοντας παράλληλα την τρέχουσα επικαιρότητα.
Λειτουργικό και με σαφείς αναφορές το σκηνικό του Γιάννη Μετζικώφ. Το μπαλκόνι, οικείος χώρος εκφωνήσεως μεγαλόσχημων πολιτικών λόγων που βρίθουν απατηλών υποσχέσεων και το κρεβάτι του γέρου Δήμου, συνυποδήλωση μαζι με το νυχτικό, του εφησυχασμού και της αποκοιμισμένης συνείδησης. Ο χαρακτήρας του επιρρεπή στην κολακία Δήμου, που ενδίδει εύκολα στη δωροδοκία, σκιαγραφείται με μεγαλύτερη ακρίβεια στη σκηνή όπου τα μέλη του χορού τραβούν με σχοινιά το κρεβάτι μετατοπίζοντάς το απ’ τη μία άκρη της σκηνής στην άλλη.
Τα κοστούμια του κυρίου Μετζικώφ φέρουν χαρακτηριστικά στοιχεία των ιδιοτήτων των προσώπων της αναφοράς ενώ εκείνα του χορού διακρίνονται για την αισθητική τους κομψότητα. Ο Δήμος στην τελευταία σκηνή, αποχωρίζεται το λευκό νυχτικό του και βάζει τα καλά του, φουστανέλα και τσαρούχια! Σημείωση της ελληνικότητας.
Βρήκα ενδιαφέρουσα την επένδυση του μέλους και της όρχησης με λαϊκά και παραδοσιακά κομμάτια. Η μουσική της Αντιγόνης Τσολάκη επιτυγχάνει να επικοινωνήσει το μήνυμα του λόγου. Πιστεύω ότι η ταλαντούχα δημιουργός θα αφομοιώσει στο μέλλον ακούσματα και ιδέες και θα διαμορφώσει το προσωπικό, αναγνωρίσιμο ύφος της.
Δυναμικές και με άποψη οι χορογραφίες του Χρήστου Παπαδόπουλου. Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου παρακολουθούν την εξέλιξη των επεισοδίων παγώνοντας την λεπτομέρεια.
Ως Αλλαντοπώλης, ο κωμικός ηθοποιός Παύλος Χαϊκάλης διαχειρίζεται υποδειγματικά τα εκφραστικά του μέσα. Με την παραμικρή διάσπαση των μυών, με τον ελάχιστο μορφασμό του προσώπου, έχει ήδη εκφράσει αυτό που στη συνέχεια θα διατυπώσει με το λόγο. Ο κύριος Χαϊκάλης παίζει στην κυριολεξία με τη σημαίνουσα σιωπή, τη γκριμάτσα της απορίας, τη χειρονομία της απειλής και το αναπάντεχο ξέσπασμα του λόγου. Χαρακτηριστική και η απομίμηση φωνών πολιτικών ηγετών από την πρόσφατη ιστορία του τόπου.
Μαζί με τον έμπειρο αριστοφανικά Γιώργο Αρμένη «λύνουν και δένουν», ειδικά σε ξεκαρδιστικές σκηνές ανθολογίας όπως αυτή που παραπέμπει στις πολεμικές τέχνες της Ανατολής. Ο κύριος Αρμένης, στο ρόλο του Παφλαγόνα, αντλεί στοιχεία από την πλούσια παράδοση του λαϊκού μας θεάτρου και καταθέτει μια πολύπτυχη ερμηνεία.
Ως Δήμος, ο Γιάννης Κοτσαρίνης πλάθει μια έξοχη κωμική φιγούρα. Ο Σαμψών Φύτρος και ο Θύμιος Κούκιος υποδύονται πειστικά τους δύο υπαλλήλους του Δήμου. Ο Μανώλης Θεοδωράκης «γράφει» με την εμφάνισή του ως βουβή αλλά χορευτική Ειρήνη.
Τον σωματικά ασκημένο και άρτια συγχρονισμένο χορό αποτελούν νέοι και ταλαντούχοι ηθοποιοί. Κορυφαίοι: Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Αλμπέρτο Φάις, Θωμάς Γκαγκάς, Δημήτρης Μόσχος, Πρόδρομος Τοσουνίδης. Μέλη: Φοίβος Δουδωνής, Μανώλης Θεοδωράκης, Χρήστος Καρνάκης, Κωνσταντίνος Μυλώνης, Δημήτρης Παπαδάτος, Σάββας Μπαλτζής, Ορέστης Καρύδας, Κωνσταντίνος-Κάρολος Αρμένης.
Στο δίγλωσσο πρόγραμμα της παράστασης (βασικά κείμενα υπάρχουν και στην αγγλική γλώσσα) θα διαβάσετε στο ακέραιο τη μετάφραση του Κ.Χ.Μύρη, τη θεατρολογική ανάλυση του Τάσου Λιγνάδη, αποσπάσματα των βιβλίων του K.J.Dover και του Αλέξη Σολωμού ενώ αν το ξεφυλλίσετε γρήγορα θα δείτε κάτω δεξιά τις φιγούρες του Παφλαγόνα και του Αλλαντοπώλη να κινούνται σαν καρτούν!

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

«Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα


Φυσικά και δεν περίμενα μια συμβατική, προβλέψιμη και διεκπεραιωτική σκηνοθετική ανάγνωση απ’ τον Γιάννη Κακλέα ακόμα και σ’ ένα κλασικό κείμενο όπως η αριστοφανική «Λυσιστράτη».
Ήδη από τα πρώτα λεπτά της παράστασης μας επιφυλάσσει την πρώτη έκπληξη μ’ ένα διαδραστικό εύρημα που μοιάζει με φάρσα. Ανάμεσα στις κερκίδες των θεατών, ένα νεαρό ζευγάρι (Γιώργος Παπαγεωργίου, Αλεξάνδρα Αϊδίνη) διαπληκτίζεται θορυβωδώς και βίαια σε βαθμό που προκαλεί την οργή και την αντίδραση του κοινού, το οποίο θα αντιληφθεί ότι ο καυγάς αποτελεί μέρος της παράστασης μόνο όταν οι δύο ηθοποιοί ανέβουν στη σκηνή. Το εύρημα δεν είναι πρωτότυπο, ο τρόπος όμως εκτέλεσης του απόλυτα πειστικός. Στην παράσταση που παρακολούθησα, στο ανοιχτό θέατρο του Αττικού Άλσους, το σκηνικό που εκτυλίχθηκε με τις φωνές των θεατών και τη θεαματική παρέμβαση του καλλιτεχνικού διευθυντή Κόμη Δευκαλίωνα, δεν περιγράφεται!
Εμβόλιμες σκηνές καυγά θα διακόπτουν κατά διαστήματα τη ροή του έργου για να καταλήξουν στο τέλος σε συμφιλίωση του ζευγαριού. Ένα άλλο «κείμενο» μίας σύγχρονης πραγματικότητας γύρω από την κρίση των σχέσεων, συνομιλεί με την αντιπολεμική ιστορία της Λυσιστράτης γραμμένη το 411 π.Χ, της ηρωίδας που προτείνει στις γυναίκες ερωτική αποχή ώστε ν’ αναγκαστούν οι άνδρες να συνάψουν ειρήνη.
Η σκηνοθεσία αποφασίζει να ρίξει το βάρος στις διαπροσωπικές σχέσεις, στην αιώνια διαμάχη των δύο φύλων που διαρκώς προσπαθούν να επιβληθεί το ένα στο άλλο αλλά κυρίως εξετάζει την εσωτερική αναζήτηση της ταυτότητας μέσα από την αρσενική και θηλυκή πλευρά του ατόμου. Στέκεται κριτικά στις στερεοτυπικές ανδρικές συμπεριφορές και αντιλήψεις όπως στη σκηνή με το ραδιόφωνο, αναφέρεται στις σύνηθες γυναικείες, υποτακτικές συχνά, αντιδράσεις ενώ εστιάζει στα αισθήματα κενού και ανεπάρκειας που βιώνουν και τα δύο φύλα. Χωρίς τάσεις διδακτισμού αλλά με παιγνιώδη διάθεση κάνει λόγο για το χάσμα επικοινωνίας, τον εγωισμό, την έλλειψη αλληλοκατανόησης, τη μοναξιά και υπογραμμίζει τη νοσταλγία της ενότητας, την αέναη αναζήτηση του έτερου ήμισυ που οδηγεί στην ολοκλήρωση και στην ευτυχία.
Μαζί με την «πειραγμένη» μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη, ακούγονται αποσπάσματα απ’ το «Συμπόσιο ή Περί έρωτος» του Πλάτωνα, πατρολογικές ρήσεις, στίχοι της Κικής Μαυρίδου απ’ τη συλλογή «Έρωτας σε πρώτο πρόσωπο» και το ποίημα της Φρόσως Λύτρα «Σε βλέπω…».
Οργασμός ιδεών, πανδαισία χρωμάτων στα όρια της υπερβολής, ταχύρρυθμες εναλλαγές σκηνών και διάσπαση ρόλων. Ένα ζωντανό θέατρο με άποψη και ταυτότητα που ζει έντονα τις αδυναμίες του. Μία γόνιμη σκηνική σύνθεση-διάλογος με το σήμερα, που δεν αναζητά ωστόσο σανίδα σωτηρίας στο επίκαιρο. Μια αναμέτρηση με την ποιητική αλληγορία, τον σατιρικό και πανσεξουαλικό χαρακτήρα του κωμωδιογράφου.
Όσες ενστάσεις κι αν προβάλλει κανείς γύρω από το εγχείρημα του Γιάννη Κακλέα, ακόμη κι αν απορρίψει συλλήβδην την πρόταση του, δεν μπορεί ν’ αρνηθεί την έρευνα και τη στοχαστική ματιά του πάνω στο κείμενο και την ανοιχτή στο διάλογο κατάθεση των προβληματισμών του γύρω από την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Ακόμα και στις πιο εξόφθαλμα κωμικές σκηνές του όπως αυτή με τους συζύγους που απεγνωσμένα αναζητούν να εκτονώσουν τις ορέξεις τους, σκηνή με υποδειγματική χρήση του ανδρικού σώματος, διακρίνει κανείς τις προθέσεις του δημιουργού.
Σε ατμόσφαιρα καμπαρέ και drag show παραπέμπουν τα φανταχτερά και πολύχρωμα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου. Οι άνδρες ηθοποιοί υποδύονται τα γυναικεία πρόσωπα πάνω σε ψηλοτάκουνες vinyl μπότες και πέδιλα φορώντας ζαρτιέρες και νεγκλιζέ.
Πολύ καλά διδαγμένη η κίνηση απ’ τον Κυριάκο Κοσμίδη. Αισθησιακές χορευτικές σκηνές υπό τους μουσικούς φθόγγους του Σταύρου Γασπαράτου και τους ζωηρούς φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη.
Φλύαρα συμβολική η σκηνογραφία του Μανώλη Παντελιδάκη. Η σημαίνουσα ή χρηστική λειτουργία των σκηνικών αντικειμένων γίνεται σαφής στις επιμέρους σκηνές όπως το κρεβάτι ως σημείωση της έγγαμης συμβίωσης ή η αναπηρική καρέκλα, συνυποδήλωση της φθοράς των σχέσεων. Συνολικά όμως η παρουσία αντικειμένων όπως οι διάσπαρτοι σάκοι και το παρκαρισμένο αυτοκίνητο στον υπερυψωμένο κεντρικό διάδρομο παραμένει ανενεργός, αν εξαιρέσουμε την είσοδο του Πρόβουλου που υποδύεται ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης με τους αστυνομικούς (Μιχάλης Θεοφάνους, Χρήστος Μαλάκης, Δημήτρης Πασσάς), σκηνή που απλώς εντυπωσιάζει με το απρόβλεπτο του χαρακτήρα της και τα εφφέ της.
Γλυκιά κι αιχμηρή η Λυσιστράτη του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου συγκινεί στον τελευταίο μονόλογο («Οι γυναίκες σας ποθούν μια αγκαλιά αλλά όχι από χέρια ματωμένα»).
Το ρόλο της Μυρρίνης μοιράζονται δύο ηθοποιοί. Στο πρώτο μέρος ο Μάκης Παπαδημητρίου που θα υποδυθεί στη συνέχεια και τον Κινησία με Μυρρίνη την πληθωρική Ελένη Κοκκίδου σε μια από τις πιο διάσημες σκηνές του έργου. Βρήκα εύστοχη και ξεκαρδιστικά κωμική τη χρήση του βίντεο όπου εμφανίζεται ο μικρός γιος του ήρωα προκειμένου να συγκινηθεί η γυναίκα και να επιστρέψει στην εστία. Με εκφραστικές εναλλαγές η κυρία Κοκκίδου στο σύντομο ρόλο της αποτυπώνει σχηματικά διαφορετικές όψεις της θηλυκότητας, τρυφερή και ναζιάρα, άγρια και διεκδικητική, απρόβλεπτη και αφοπλιστικά αστεία.
Η Κλεονίκη του Γιώργου Χρυσοστόμου, η Αρχιδάμεια του Σταύρου Μαυρίδη, που υποδύεται και τον Πρύτανη Αθηναίων, η Πασιφάη του Γρηγόρη Ποιμενίδη, η Θεονόη του Θεμιστοκλή Πάνου, ο οποίος υποδύεται και τον Κήρυκα Λακεδαιμονίων, η Φρύνη του Αλάιν Ριβέρο, η Γοργώ του Γιώργου Παπαγεωργίου, η Υψιπύλη του Χρήστου Μαλάκη, η Λαμπιτώ του Λαέρτη Μαλκότση, η Βοιωτή του Κωνσταντίνου Τσερκάκη και η Κορίνθια του Κωνσταντίνου Μαραβέλια αφήνουν το ξεχωριστό στίγμα τους.
Συμβολικά γυμνή η Συμφιλίωση της Σοφίας Μιχαήλ. Αξιόλογες ερμηνείες από τους Νίκο Καρδώνη και Βαγγέλη Χατζηνικολάου καθώς και από το χορό γυναικών (Άννα Αθανασιάδη, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Ιφιγένεια Αστεριάδη, Φαίη Κοκκινοπούλου, Νίκη Λάμη, Κατερίνα Λυπηρίδου, Σοφία Μιχαήλ, Αγορίτσα Οικονόμου, Μαριάνθη Σοντάκη, Ιωάννα Τριανταφυλλίδου, Αγγελική Τρομπούκη, Μαρία Τσιμά).

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

«Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή από το Αμφιθέατρο του Σπύρου Α. Ευαγγελάτου


Η αρχαία Ελληνική τραγωδία αποτελεί την ιδανική απεικόνιση μιας κοσμογονικής και συνάμα καταστροφικής αντιπαράθεσης του ανθρώπινου με το θείο, της υπέρβασης με την νομοτέλεια, του φωτός με το σκοτάδι.
Στον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή, η συγκρουσιακή αυτή σχέση αναπτύσσεται εμφανίζοντας διάφορες παραλλαγές των δύο αρχέγονων αντιπάλων και με τελικό στόχο την Σοφόκλεια τάση για την ανάδειξη της ανθρώπινης βούλησης: Θεϊκή ρήση –χρησμός- σε αντιπαράθεση με την ανθρώπινη απόφαση.
Η τραγική ειρωνεία δεσπόζει σ’ όλη την πορεία του έργου κατευθύνοντας την εξέλιξη, υποβάλλοντας τις ανατροπές, ενισχύοντας την δυναμική της μοίρας σε σημείο που να φτάνει να εμπαίζει τον άνθρωπο.
Πρόκειται για τον αρχετυπικό μύθο που εμβολίζει βάναυσα την κάθε επιδίωξη για αυτογνωσία, για ενδυνάμωση της ανθρώπινης βούλησης, για έλεγχο των μηχανισμών που καθορίζουν την τυχαιότητα της γέννησης και της πατρότητας, συνθήκες που δεν μπορούμε ούτε να μεταβάλλουμε, ούτε να αποφύγουμε.
Ο ήρωας στιγματίζεται από το παράδοξο, του να γνωρίζει τι είναι άνθρωπος απαντώντας στο αίνιγμα της Σφίγγας αλλά να αγνοεί ποιος είναι ο ίδιος. Η άγνοια της καταγωγής του σημαδεύει την ύπαρξή του και πάνω σ’ αυτήν εξυφαίνεται το τραγικό του πεπρωμένο. Η κίνηση προς την αλήθεια μοιάζει με την παλινδρομική κίνηση ενός εκκρεμούς και η συνειδητή αναζήτηση απαλλαγής από την πλάνη θα οδηγήσει τον πατροκτόνο και αιμομίχτη βασιλιά στην καθαρτική αυτοτιμωρία της τύφλωσης.
Έργο πολλαπλών διαστάσεων και ερμηνευτικών επιλογών ενέπνευσε ποικίλες σκηνοθετικές αναγνώσεις που άλλοτε σχολίαζαν ενδελεχώς τα θεατρικά πρόσωπα βάσει ψυχαναλυτικών θεωριών, άλλοτε αναδείκνυαν το πολιτικό ή κοινωνιολογικό υπόστρωμα του κειμένου ενώ κάποιες εστίαζαν στην μυθολογική οπτική ή υπογράμμιζαν το θρησκευτικό στοιχείο. Διατυπώθηκαν συχνά ακραίες απόψεις εν όψει πειραματισμού, οι οποίες απομακρύνθηκαν απ’ την υπαρξιακή οντολογική δυναμική του δράματος που εξασφαλίζει διαχρονική απήχηση, με πρόσχημα την έρευνα σε μεθόδους.
Ο μύθος του έργου καθώς δίδεται με σοφή λιτότητα και σαφήνεια από τον συγγραφέα, είναι αρκετός για να εκθέσει τη σημασία της ψυχικής χωλότητας του ήρωα, η οποία είναι ουσιωδώς συμβολικής τάξεως αφού υποδεικνύει την ατέλεια της μνήμης, την αδυναμία υπαγωγής στην περιεσκεμμένη εμπειρία και στον λόγο και κυρίως την ανατροπή της κοσμικής τάξης, την παραβίαση των νόμων που την διέπουν.
Η περαιτέρω προβολή της με κουραστικά επίμονα οπτικά σημεία παρελκύει, υπονομεύει το τραγικό στοιχείο, υποβαθμίζει γελοιογραφικά το μύθο. Γι’ αυτό ίσως οι «κλασσικές» παραστάσεις να προσφέρουν την πιο εμπεριστατωμένη και ουσιαστική απόδοση του έργου, επικεντρώνοντας στην ουσία και τηρώντας το μέτρο, χωρίς να διαπράττουν σκηνοθετική «ύβρη».

Η παράσταση
Μια τέτοια κλασσική σκηνοθεσία είδαμε προ ημερών στο θέατρο «Δώρα Στράτου», από τον Σπύρο Ευαγγελάτο. Έχει κανείς υψηλές απαιτήσεις όταν προσέρχεται να παρακολουθήσει παράσταση του ακαδημαϊκού και πολύπειρου σκηνοθέτη που κατέχει δικαίως ξεχωριστή θέση στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου.
Η σκηνοθετική προσέγγισή του στον «Οιδίποδα Τύραννο» τήρησε το μέτρο χωρίς να ξεφύγει από τα «κλασσικά» πρότυπα και απέδωσε λιτά τον τραγικό μύθο, αποφεύγοντας κοσμητικά εφευρήματα και σκηνοθετικά τερτίπια που θα υποσκέλιζαν την ουσία του τραγικού λόγου.
Ωστόσο δεν εκμεταλλεύτηκε τις πολλαπλές εκφάνσεις του μύθου και παρέμεινε στην εικονογράφηση της δράσης. Απέφυγε να μας προσφέρει μια διαφορετική ανάγνωση του έργου, που από έναν τέτοιο διανούμενο θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, ο οποίος μας είχε προσφέρει ένα ερμηνευτικό ρεσιτάλ στο «Σλουθ», το χειμώνα που μας πέρασε, απέδωσε τον Οιδίποδα με συνέπεια, χωρίς υπερβολικές συναισθηματικές εξάρσεις αλλά και χωρίς να εμβαθύνει ιδιαίτερα στις τραγικές αντιφάσεις του χαρακτήρα του. Επιχείρησε να σηκώσει άξια το βάρος της συντριβής του ήρωα αλλά δεν ενίσχυσε ερμηνευτικά τις αποχρώσεις του τρόμου του.
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη έπλασε μια Ιοκάστη μετρημένη και με ισορροπημένες αντιδράσεις πειθαρχώντας στην σκηνοθετική γραμμή που της δόθηκε, αποφεύγοντας να προσδώσει ένταση στην συναισθηματική έκρηξη της ηρωίδας λίγο πριν την αυτοκτονία της και να κλιμακώσει τις αντιδράσεις της καθώς της αποκαλύπτεται σε όλο της το τραγικό μέγεθος, η συμφορά.
Ο Νικόλας Παπαγιάννης έπλασε έναν Ιερέα «άψυχο» χωρίς ερμηνευτικό βάθος. Ενδιαφέρουσα η ερμηνεία του Νίκου Αρβανίτη στο ρόλο του Κρέοντα, όρισε την ποιότητα και το ήθος του ήρωα αλλά και το σθεναρό ταπεραμέντο του.
Ο Τειρεσίας του Μάνου Βακούση δεν κατάφερε να μεταδώσει το ρίγος των λόγων του μάντη και την απόκοσμη αύρα του. Ο Εξάγγελος του Θανάση Κουρλαμπά μετέφερε απλά τον λόγο χωρίς να αποδίδει και το νοηματικό του βάθος ενώ ο Βοσκός του Κωνσταντίνου Ανταλόπουλου διαχειρίστηκε με υποκριτική επάρκεια την συγκίνηση και το άλγος του. Ο Θεράποντας του Σωτήρη Τσακομίδη δεν κατάφερε να σπάσει το σχήμα και να αναδείξει σε βάθος τον χαρακτήρα.
Ο χορός κινήθηκε με κινησιολογική άνεση και τεχνική επάρκεια αποδίδοντας τα οπερετικά χορικά ενώ η μουσική του Γιάννη Αναστασόπουλου ήταν μονότονη, χωρίς αποχρώσεις και εναλλαγές, ίσως καταλληλότερη για πιο γκόθικ θεάματα, παρά για χορικά αρχαίας τραγωδίας.
Τα σκηνικά του Γιώργου Πάτσα λιτά και ευέλικτα, υπέβαλλαν αδρά την ατμόσφαιρα πένθους και εξυπηρέτησαν τα σκηνοθετικά ευρήματα με έμπνευση ενώ στα κοστούμια ίσως ήταν υπερβολή η εικονοποίηση της απειλής του λοιμού με τα πλαστικά αδιάβροχα.
Η μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη, λαγαρή κι ευέλικτη απέδωσε τον τραγικό λόγο με θεατρικότητα και ευκρίνεια ενώ ταυτόχρονα ανέδειξε την ποίηση του αρχαίου κειμένου.
Στα πλην της παράστασης η εκφορά των τελευταίων φράσεων του χορού από τον Οιδίποδα. Δεν είναι τυχαίο που ο Σοφοκλής επιλέγει το χορό να κλείνει την τραγωδία. Ο χορός, εκφραστής της κοινής γνώμης, εκπρόσωπος του λαού, διατυπώνει τις σκέψεις, την νοοτροπία και τη βούληση του μέσου πολίτη. Παρακολουθώντας αδιάλειπτα τα τεκταινόμενα, διαπιστώνει το «μηδένα προ του τέλους μακάριζε» ως πόρισμα, συμπέρασμα, γνωμικό. Ο ήρωας έχει αποχωρίσει από το προσκήνιο κι ο χορός απευθύνεται άμεσα στον θεατή, θεωρό της δράσης για να απευθύνει τη φιλοσοφική ρήση.

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

«Κάρμεν» - Σκηνική σύνθεση βασισμένη στην όπερα του Μπιζέ και στη νουβέλα του Μεριμέ σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού



Η «Κάρμεν», γνωστή στους περισσότερους από την Οπερά Κομίκ που έγραψε ο Ζωρζ Μπιζέ το 1873, παρά από την ομώνυμη νουβέλα του Προσπέρ Μεριμέ, ανέβηκε σε μια πειραματική εκδοχή της και σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού σε έναν μαγικό χώρο, την αυλή ενός εγκαταλελειμμένου νεοκλασικού στην οδό Κεραμεικού.
Η μουσική της πασίγνωστης αυτής όπερας που αγαπήθηκε βαθιά από το κοινό λόγω της τραγικής της πλοκής, της ελκυστικής, ανυπότακτης και ερωτικής ηρωίδας της και των εμπνευσμένων μουσικών της μοτίβων, έχει διασκευαστεί στην παράσταση του Λιβαθινού σε τζάζ από τον μουσικό Κώστα Μαγγίνα ενώ οι στίχοι των τραγουδιών που ερμηνεύονται από τους ηθοποιούς ζωντανά, προσαρμόστηκαν στα Ελληνικά από τον ποιητή και μεταφραστή Στρατή Πασχάλη. Επίσης, παίζουν «επί σκηνής» την τζαζ εκδοχή των μελωδιών ο Κώστας Μαγγίνας στην κιθάρα, ο Νίκος Καπηλίδης στα ντραμς και ο Απόστολος Σιδέρης στο ακουστικό μπάσο.
Την μαγική ηρωίδα του Μεριμέ ενσαρκώνει η Μαρία Ναυπλιώτου ενώ τους υπόλοιπους ρόλους μοιράζονται τέσσερις εξ ίσου ταλαντούχοι ηθοποιοί, που διακρίθηκαν στις πρόσφατες επιτυχημένες του παραστάσεις, της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου αλλά και από το «Βασιλιά Λήρ» που ανέβηκε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας, οι Μελέτης Ηλίας, Χρήστος Σουγάρης, Ευθύμης Παππάς και Πηνελόπη Μαρκοπούλου.
Η «Κάρμεν» αγαπήθηκε για το ελεύθερο, ανεξάρτητο πνεύμα της, την βαθιά ερωτική φύση της και την τρομακτική αλήθεια της, την οποία ενστερνίζεται ακόμα κι όταν έρχεται αντιμέτωπη με τον θάνατο. Μια τσιγγάνα που τυλίγει πούρα στην βιοτεχνία της πόλης, έχει αναστατώσει τους άντρες και τους χειρίζεται με μοναδική ικανότητα. Ατίθαση, βίαιη κι ηδονική, η νεαρή εργάτρια συγκρούεται με μια συνάδελφό της και τη μαχαιρώνει.
Ο Δον Χοσέ, ένας νεαρός στρατιώτης της φρουράς διατάσσεται να την φυλακίσει αλλά εκείνη τον γοητεύει και καταφέρνει με μια ερωτική υπόσχεση να τον πείσει να την αφήσει ελεύθερη. Για χάρη της θα παρατήσει την Μικαέλα, την αρραβωνιαστικιά του και ευνοούμενη της μητέρας του αλλά και την καριέρα του στο στρατό και θα καταλήξει με τους λαθρέμπορους στα βουνά. Όταν ο Τορεαδόρ εμφανίζεται στην πόλη και βλέπει την Κάρμεν, εκείνη τον ερωτεύεται κι αποφασίζει να εγκαταλείψει τον Χοσέ για χάρη του. Όμως ο ερωτευμένος άντρας της στήνει καρτέρι και τυφλωμένος από τη ζήλεια του, την σκοτώνει.
Μια ιστορία που με τον καιρό έχει εγκατασταθεί στο συλλογικό μας συνειδέναι και έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης για σκηνοθέτες και χορογράφους, έρχεται τώρα να εγκατασταθεί στο Μεταξουργείο, έναν «τόπο» μέσα στον τόπο μας, μια περιοχή με μετανάστες, πόρνες, απρόβλεπτη βία, πολυπολιτισμική ατμόσφαιρα και μοναδική αίσθηση παρακμής, η οποία ισορροπεί ανάμεσα στην χαμένη αίγλη και στην δυναμική, άγρια απαίτηση της ζωής να ριζώσει ακόμα και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες.
Παρακολουθήσαμε μια σκηνική και πολύ ελεύθερη διασκευή με αφορμή το μύθο της Κάρμεν, που άντλησε στοιχεία και από το μυθιστόρημα αλλά και από το λιμπρέτο, με κάποιες παραλλαγές που αναδεικνύουν την δράση χωρίς να ευνουχίζουν τους ήρωες.
Ο μαγικός χώρος στον οποίο ανέβηκε αυτή η ιδιόρρυθμη παράσταση, εξαίσια φωτισμένος από τον Αλέκο Αναστασίου, επιβλήθηκε όσον αφορά τα σκηνοθετικά ευρήματα, εμπνέοντας μια θαυμάσια χορογραφημένη κίνηση των ηθοποιών, οι οποίοι έπαιξαν σε όλους τους επιμέρους χώρους και υποβάλλοντας ατμόσφαιρες βαθύτατα συνυφασμένες με την γειτονιά του σήμερα, το ιστορικό μπαγκράουντ και την μαγική αρχιτεκτονική δόμηση του κτηριακού συγκροτήματος.
Οι βρύσες, η τουαλέτα, οι εσωτερικές, μεταλλικές σκάλες, τα φωτισμένα παράθυρα, το δωμάτιο που μισοφαίνεται πίσω από την πόρτα, ο διάδρομος που οδηγεί στο δρόμο στον οποίο περιδιαβαίνουν οι κάτοικοι της περιοχής, μετανάστες κυρίως, διαποτίζοντας με την παρουσία τους τις επί μέρους δράσεις του έργου, οι όγκοι των κτιρίων που παγιδεύουν το αίθριο, η φθορά που κατατρώει τοίχους και κουφώματα, δημιουργούν ένα φυσικό σκηνικό εξαιρετικής αισθητικής, βαθύτατα συγγενές με την ουσία του δράματος και των ενδογενών του προεκτάσεων.
Η Μαρία Ναυπλιώτου ερμηνεύει την Κάρμεν μέσα από μία αισθησιακή παιδικότητα που αναδεικνύει και την αθωότητα της ηρωίδας και την επικίνδυνη αυθορμησία της αλλά και την τρομακτική κι απόλυτη προσήλωσή της στην ελευθερία.
Ο Μελέτης Ηλίας πλάθει ένα Χοσέ ερωτικό, βίαιο και βαθιά ταραγμένο που κινείται με πανικό ανάμεσα στο καθήκον και στο ανεξέλεγκτο πάθος.
Ο Ευθύμης Παππάς θαυμάσιος στο ρόλο του Τορεαντόρ, εμφανίζεται απόμακρος και γοητευτικός, αναδεικνύοντας και την αλαζονεία αλλά και τον ανόθευτο ερωτισμό του ήρωα.
Η Πηνελόπη Μαρκοπούλου ενσαρκώνει μια Μικαέλα σεμνή, δειλή και τρομοκρατημένη με μαεστρία και μέτρο.
Ο Χρήστος Σουγάρης ερμηνεύει με άνεση και τον αυστηρό αξιωματικό που επιβάλλεται μέσα από το αξίωμά του και τον κυνικό, παράνομο λαθρέμπορο που έχει αποδεχτεί τις ιδιαιτερότητες της Κάρμεν και απλά εκμεταλλεύεται τις ικανότητές της για να πετύχει τους στόχους του.
Οι ηθοποιοί τραγουδούν ζωντανά τα τραγούδια της όπερας με θεατρικότητα που αναιρεί τις φωνητικές τους αδυναμίες κι αξιοποιεί την δραματουργική τους δυναμική, ενταγμένη στο ερμηνευτικό πλαίσιο.
Τα διακριτικά σκηνικά που αναδεικνύουν το φυσικό ντεκόρ και τα ευφάνταστα κοστούμια που υποδηλώνουν τις ιδιότητες χωρίς να εικονοποιούν τους ρόλους δημιούργησε η Ελένη Μανωλοπούλου, ενώ τους εμπνευσμένους φωτισμούς που εναρμονίζονται με τον σκηνικό χώρο στο έπακρο υπογράφει ο Αλέκος Αναστασίου.

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

«Λευκές Νύχτες. Μια αισθηματική ιστορία» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στο θέατρο «Άκης Δαβής»


Η νουβέλα του Ντοστογιέφσκι «Λευκές Νύχτες» μας παρουσιάζει έναν από τους χαρακτηριστικούς τύπους της εποχής, ο οποίος είχε απασχολήσει ιδιαίτερα τον συγγραφέα: τον ονειροπόλο. Στην Αγία Πετρούπολη του 1847, ο άντρας αυτός που δεν έχει όνομα παρά μόνο ιδιότητα, παραδίδεται στις ονειροφαντασίες του και ζει σ’ ένα δικό του ελκυστικό κόσμο των φαντασιώσεων αρνούμενος να προσγειωθεί στην πραγματικότητα και να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητές της. Ως την στιγμή που εντελώς τυχαία συναντάει την Νάστιενκα και μαζί τον έρωτα.
Ο ονειροπόλος εξαναγκάζεται να εισέλθει στον πραγματικό κόσμο όπου και τελικά συντρίβεται. Η κοπέλα, ερωτευμένη με έναν άλλο άντρα, επίσης χωρίς όνομα, ο οποίος αποκαλείται ένοικος γιατί είναι ο ενοικιαστής της γιαγιάς της, θα εκμεταλλευτεί τα φιλικά αισθήματα του ονειροπόλου για να έρθει σε επαφή με τον αγαπημένο της αλλά και για να παρηγορηθεί από τις διαψεύσεις του πάθους της. Όταν όμως επιτέλους ο ένοικος εμφανίζεται, η Νάστιενκα εγκαταλείπει χωρίς δεύτερη σκέψη τον ονειροπόλο για να παραδοθεί στον εραστή της και να φύγει μαζί του. Οι «Λευκές Νύχτες» πλουτίζουν με μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα αυτήν την αισθηματική περιπέτεια, προσδίδοντας στο πάθος των ηρώων μια διάσταση μαγείας αλλά και υποδόριας έντασης.
Ο συγγραφέας, ιδιαίτερα ονειροπόλος και νευρικός κι ο ίδιος, με ανάλογες ευαισθησίες και ακραίες εμμονές, μεταγγίζει στον ήρωα του πάθη και δυναμικές που ενισχύουν όχι μόνο την νοσηρότητα των ανέλπιδων προσδοκιών και την ματαιότητα του άκρατου ιδεαλισμού αλλά και την βαθιά ανάγκη του νεαρού πλάσματος να ξεφύγει επιτέλους από το καύκαλο του πλαστού κόσμου των ονείρων και να εισχωρήσει στην οδυνηρή πραγματικότητα ώστε να διεκδικήσει το δικαίωμά του για έρωτα και δημιουργία.
Καθώς εξελίσσονται οι δράσεις και πληθαίνουν οι συναντήσεις των δύο νέων, μας αποκαλύπτεται επίσης με εξαιρετική διαύγεια και ο γυναικείος χαρακτήρας, ένα ελκυστικό κι ερωτικό θηλυκό στην πρώτη του νιότη, που όμως είναι βαθιά προσηλωμένο στον εαυτό του και αδυνατεί να αντιληφθεί σε βάθος το μαρτύριο του νεαρού άντρα του οποίου την αδυναμία εκμεταλλεύεται για να ικανοποιήσει τις δικές της εξ ίσου ζωτικές ανάγκες.

Η παράσταση
Η δραματουργική επέμβαση του σκηνοθέτη Νικόλα Μίχα στο κείμενο, μας προσέφερε μια ολοκληρωμένη θεατρική σύμβαση, αξιοποιώντας τους διαλόγους αλλά και τον μονόλογο-εκμυστήρευση του ήρωα που εκπροσωπεί παράλληλα τον συγγραφέα, κρατώντας το νήμα της αφήγησης.
Η παράσταση που είναι μια παραγωγή της «The Terra Incognita Art Company», διαρκεί εκατό λεπτά και θα μπορούσε να είναι πιο σφιχτή ώστε να κρατάει σε μεγαλύτερη ένταση το ενδιαφέρον του θεατή χωρίς να κουράζει.
Ωστόσο καταφέρνει τελικά να κερδίσει το κοινό της με κάποια ευφάνταστα σκηνοθετικά ευρήματα και κυρίως με τις πολύ εμπνευσμένες ερμηνείες των ηθοποιών.
Από μία αναφορά στο διήγημα, ο σκηνοθέτης, Νικόλας Μίχας, ο οποίος υπογράφει και την διασκευή, δημιούργησε ένα επιτυχές δρώμενο εμπνευσμένο από την Κομμέντια Ντελ Άρτε και συγκεκριμένα το έργο του Μπωμαρσαί, «Κουρέας της Σεβίλλης» το οποίο έγινε και όπερα από τον Ροσσίνι. Οργάνωσε με σύστημα την κινησιολογία του με την συμβολή της ταλαντούχας Ελισάβετ Πλιακοστάθη, προσφέροντάς μας μεταξύ άλλων και μία σκηνή λίγο πριν το ανατρεπτικό φινάλε, θαυμάσια χορογραφημένη, μέσα από την οποία εκφράζεται ο ενθουσιασμός του ερωτευμένου ονειροπόλου για την ανταπόκριση της αγαπημένης του, στην επιθυμία του να ζήσουν μαζί.
Ο κύριος Μίχας έστησε τις σκηνές του έργου χωρίς περιττούς εντυπωσιασμούς, διατηρώντας τις ισορροπίες ανάμεσα στο λιτό πνεύμα του συγγραφέα και στις τρομακτικές μεταπτώσεις των ηρώων του. Ταυτόχρονα ενίσχυσε την ρομαντική ατμόσφαιρα του έργου με μια σειρά από τραγούδια του Χρίστου Θεοδώρου σε στίχους του Πούσκιν οι οποίοι ανέδειξαν ποιητικά τον συναισθηματικό κόσμο του «ονειροπόλου» της ιστορίας χωρίς ωστόσο να διακρίνονται ιδιαίτερα για την μουσική τους έμπνευση.
Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης απέδωσε τον ντοστογιεφσκικό ήρωα με τις λεπτές συναισθηματικές εκφάνσεις, με υποκριτική ευκρίνεια και ελεγχόμενη ένταση, δημιουργώντας έναν χαρακτήρα άτολμο αλλά και παθιασμένο. Οι κινησιολογικές ικανότητές του, η εσωτερικότητα της ερμηνείας του και η αισθαντική φωνή του πλούτισαν την σκηνική παρουσία του και ανέδειξαν τις αποχρώσεις του ρόλου του.
Η εκφραστική και πανέμορφη Αλεξάνδρα Αϊδίνη ερμήνευσε πειστικά την αυθόρμητη κι αθώα Νάστιενκα αποδίδοντας τις αντιθέσεις του ψυχισμού της με ευκρίνεια και άνεση.
Ο Νικόλας Μακρής απέδωσε θαυμάσια τον ένοικο, ενισχύοντας το μυστήριο της παρουσίας του αλλά και τον συγκρατημένο ερωτισμό που εκπέμπει ο ήρωας αυτός σε θαυμαστή ισορροπία με την προσγειωμένη του φύση.
Η Χάρις Συμεωνίδου υποδύθηκε την αυστηρή γιαγιά με πυγμή, αποδίδοντας το βάρος της ηλικίας και το συντηρητικό ταμπεραμέντο της, ενώ κράτησε και τον ρόλο της Ματριόνα.
Τα σκηνικά, της Αγγελικής Αθανασιάδου, ελάχιστα και χαρακτηριστικά, λειτούργησαν ως στοιχεία για την αναπαράσταση της εποχής, οριοθετώντας ταυτόχρονα τους διαφορετικούς χώρους και διαχωρίζοντας τα στιγμιότυπα.
Τα κοστούμια υποβάλλουν διακριτικά την εποχή χωρίς να την αναπαριστούν πιστά και αναδεικνύουν τους χαρακτήρες προσδίδοντάς τους μια διαχρονική χροιά.
Οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα ενισχύουν τις εντάσεις και τις ατμόσφαιρες των σκηνών αλλά και τις εναλλαγές της διάθεσης των ηρώων μέσα από την εξέλιξη της δράσης.

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

«Κόντρα στην πρόοδο» του Εστέβα Σολέρ στο θέατρο «Συνεργείο»


Το θεατρικό έργο «Κόντρα στην πρόοδο» γράφτηκε το 2008 στην καταλανική γλώσσα. Ο συγγραφέας Εστέβα Σολέρ γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1976 και σπούδασε σκηνοθεσία και θεατρική γραφή στο Ινστιτούτο Θεάτρου της γενέτειρας του.
Στον ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό χώρο του «Συνεργείου» στο Μεταξουργείο, παίζεται αυτό το ιδιόμορφο έργο που ισορροπεί ανάμεσα στον σουρεαλισμό και την φάρσα, τον κυνισμό και το χιούμορ, το παράλογο και τον τρόμο, μια σπονδυλωτή περιπέτεια με έξι σταθμούς-ιστορίες που μοιράστηκαν τέσσερις σκηνοθέτες ενώ τους ρόλους ερμήνευσαν ένδεκα αξιόλογοι ηθοποιοί.
Η παράσταση αρχίζει στο φουαγιέ, όπου και ανοίγει ένα παράθυρο-οθόνη που αποκαλύπτει έναν άντρα και μια γυναίκα, σε στάδιο πλήρους κατάρρευσης μπροστά στον τηλεοπτικό τους δέκτη. Όταν οι οικείες τηλεοπτικές εικόνες εξαφανίζονται από μπροστά τους για να αντικατασταθούν από την φιγούρα ενός παιδιού από την Αφρική, που το υποδύεται ο μικρός Wanjiru Steven, το σταθερό σύμπαν του σαλονιού τους υφίσταται οδυνηρό κλυδωνισμό κι η ψυχική τους γαλήνη αντικαθίσταται από νοσηρό πανικό.
Στην πορεία, οι θεατές μετακινούνται από χώρο σε χώρο σε διαφορετικούς ορόφους του «Συνεργείου» για να έρθουν αντιμέτωποι με διαφορετικά σκηνικά στα οποία ξετυλίγονται οι παράδοξες ιστορίες του Σολέρ.
Ένα τεράστιο μήλο καταλαμβάνει την τραπεζαρία δύο φιλήσυχων αστών, ένα παράξενο σχολείο-δάσος ανοίγει τις πόρτες του σαν μασέλες λύκου για να καταβροχθίσει μέσα από την ιστορία της κοκκινοσκουφίτσας που διηγείται μια δασκάλα-ξωτικό, τον μαθητή που για ακόμα μία φορά έχασε τον δρόμο του. Ένα δρομολόγιο τρένου αντιστοιχεί με ένα βραχύβιο συμβόλαιο γάμου καθώς η αναχώρηση ενδυναμώνει το πάθος χωρίς όμως να μπορεί να σώσει και τον έρωτα. Μια φώκια δολοφονεί μωρά για να εμποδίσει την καταστρεπτική εξάπλωση της ράτσας των κάθε άλλο παρά έλλογων, ανθρωπίνων όντων. Κι έξω, σε μια ταράτσα ένας άντρας χτυπημένος από τραμ ψυχορραγεί ενώ μια γυναίκα τον παρακολουθεί χωρίς να μπορεί ή να θέλει να τον σώσει αλλά και χωρίς να μπορεί ή να θέλει να τον αγνοήσει.
Οι γοητευτικές, άλλοτε τρομακτικές, άλλοτε αστείες κι άλλοτε τραγικές αυτές δράσεις εναλλάσσονται προσφέροντας στον θεατή ένα λαβυρινθώδες μονοπάτι για να περιπλανηθεί στα δύσβατα τοπία της διαστροφικής του ψυχοσύνθεσης αλλά και για να εισχωρήσει στα σκοτεινά, άγνωστα δωμάτια της λησμονημένης του ανθρωπιάς.
Ανάμεσα σε όνειρο και πραγματικότητα, ανάμεσα σε παραμύθι και ντοκουμέντο, οι ιστορίες αποκαλύπτουν όλα όσα η καθημερινότητα καλύπτει, χωρίς παράλληλα να χάνουν την πολιτική τους υπόσταση και το κριτικό τους πνεύμα.
Οι τέσσερις σκηνοθέτες Γιολάντα Μαρκοπούλου, Λίλλυ Μελεμέ, Δημήτρης Μπίτος και Άρης Τρουπάκης κινήθηκαν παράλληλα αλλά και αντίστροφα, προσδίδοντας ο καθένας στο μονόπρακτο που ανέλαβε μια ξεχωριστή ταυτότητα και διατηρώντας παράλληλα μέσα από κοινά στοιχεία την ομοιογένεια του θεάματος.
Ο σκηνοθέτης που ανέλαβε την ιστορία των παγιδευμένων στη σύμβαση του ετήσιου συμβολαίου γάμου, εραστών δούλεψε σε μια ακραία εκδοχή των ιστοριών του, στην κόψη της περιπέτειας.
Στην ιστορία του χτυπημένου από το τραμ άντρα που εγκαταλείπεται στην τύχη του από την αδιάφορη πόρνη, ο σκηνοθέτης διατήρησε το λακωνικό στυλ του αφήνοντας να διαρρεύσει από τις ρωγμές του κυνισμού, ατόφια συγκίνηση.
Στην ιστορία με τους δύο τηλεθεατές αλλά και στον συγκλονιστικό μονόλογο της φώκιας, ο σκηνοθέτης δούλεψε με σχήματα τα οποία έθραυσε μέσω των υποκριτικών ανατροπών ενώ στο τεράστιο Μήλο αλλά κυρίως στην Κοκκινοσκουφίτσα, συνδύασε έξοχα το συναίσθημα με τον κυνισμό και την παραμυθία με τον εφιάλτη.
Από τους ρόλους που μου έμειναν, ένας είναι σίγουρα εκείνος της γυναίκας-φώκιας από την Ειρήνη Δράκου που μετέφερε αυθεντική συγκίνηση στο κοινό καθώς η ταλαντούχα ηθοποιός βουτάει μαγικά στο νερό μιας δεξαμενής και εμφανίζεται βρεγμένη για να ολοκληρώσει την αφήγηση, χωρίς να απολέσει ούτε στιγμή την αίσθηση του υδρόβιου όντος αντιμέτωπου με τη φρίκη του ανθρωπίνου πλάσματος.
Η τρομακτική δασκάλα που διηγείται το παραμύθι (Λίλλυ Μελεμέ) απέδωσε την μεταφυσική κι εφιαλτική ατμόσφαιρα με δραματική ευκρίνεια ενώ η κοκκινοσκουφίτσα Μαρία Αιγινίτου και το χαμένο αγόρι Λεονάρδος Μπατής, υποδύονται με χιούμορ αλλά και σπαραγμό τους δύο μαθητές.
Πειστικά ερμηνευμένοι από την Αναστασία Σταθοπούλου και τον Δημήτρη Τρουμπούκη, αν και λίγο ακραίοι, οι δύο τηλεθεατές που αδυνατούν να αρθρώσουν λόγο και να υποστηρίξουν τους επικοινωνιακούς τους κώδικες και πειθαρχημένο στην εντέλεια το στυλιζαρισμένο ζεύγος Μαρία Αιγινίτου-Λεονάρδος Μπατής, που αποφασίζει να καταβροχθίσει τον εφιάλτη-μήλο το οποίο ενεδρεύει στην τραπεζαρία του.
Απολαυστικό, βαθιά συγκινητικό και εξαίσιο κινησιολογικά το ζεύγος των παντρεμένων με ετήσιο συμβόλαιο, από την Άννα Κουτσαφτίκη και τον Δημήτρη Μυλωνά που παραδίδεται στον παθιασμένο τελευταίο του χορό κι εξ ίσου εντυπωσιακός κι ο σταθμάρχης-αντίζηλος Σπύρος Τσεκούρας. Υπέροχο το σουρεαλιστικό κοστούμι της γυναίκας που τσαλακώνεται μέσα από τις αντιξοότητες της διάψευσης και έξυπνα στημένες οι σκηνές της μονομαχίας.
Η πόρνη ερμηνευμένη από την Γιώτα Μηλίτση στο τελευταίο μονόπρακτο αποδίδει τον αντιφατικό της ρόλο με αυθεντικότητα και υποκριτικό βάθος. Ο Νικόλας Αναστασόπουλος υποδύεται σπαρακτικά τον ετοιμοθάνατο, απελπισμένο άντρα κι ο Σπύρος Τσεκούρας είναι ένας ιδιαίτερα πειστικός νταβατζής με παράδοξες ευαισθησίες.
Ατμοσφαιρικοί και λειτουργικοί οι φωτισμοί της Ηλέκτρας Περσελή αξιοποιούν θαυμάσια τους σκηνικούς χώρους, οι οποίοι εισάγουν τον θεατή σε τοπία «μαγικού ρεαλισμού» με κορυφαίο αυτό του σχολείου.
Τα ευφάνταστα κοστούμια και τα μαγικά σκηνικά υπογράφουν η Αλεξάνδρα Σιάφκου, ο Αριστοτέλης Καρανάνος κι ο Θοδωρής Χρυσικός. Να σημειώσουμε εδώ πως ένα κομμάτι της εγκατάστασης στο δωμάτιο της «σχολικής τάξης» είναι του Πάνου Φαμέλη από το έργο του «Kicking and screaming: A Divine Comedy».
Η ευέλικτη, ολοζώντανη μετάφραση που αποδίδει γλαφυρά και την ατμόσφαιρα αλλά και το παράλογο του έργου είναι προϊόν της συνεργασίας της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και του Δημήτρη Ψαρρά. Την επιμέλεια της κίνησης έκανε η Μόνικα Κολοκοτρώνη.

Τρίτη, 11 Μαΐου 2010

«Η Κερένια Κούκλα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου από την «Ομάδα 8» στο θέατρο «Θεμέλιο»


Πριν λίγα χρόνια, η θεατρική ομάδα «Όχι Παίζουμε» του Γιώργου Σαχίνη είχε παρουσιάσει με επιτυχία το έργο του Άκη Δήμου «Το Αίμα που μαράθηκε», ένα σκοτεινό παραμύθι με αφορμή το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου «Η Κερένια Κούκλα».
Φέτος, η «Ομάδα 8» της Ιουλίας Σιάμου προτείνει μια νέα θεατρική διασκευή του σημαντικού μυθιστορήματος του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου (Αθήνα 1867-1911) στήνοντας μια ατμοσφαιρική παράσταση με λιτά μέσα που αναδεικνύει τους μεταφυσικούς συμβολισμούς και το λυρισμό του κειμένου.
Πρόκειται για ένα κείμενο που η δραματική και τραγική πλοκή του εξελίσσεται σε μια πρωτόγνωρα δοσμένη, αφηγηματικά, Αθήνα, με τα σπίτια, τις γειτονιές, τα στέκια, τους ερημικούς και τους κεντρικούς πολυσύχναστους δρόμους της, «στη σκιάν της Ακροπόλεως και παρά το βράχον του Φιλοπάππου». Εκεί κατοικεί ο Νίκος με τη βαριά άρρωστη γυναίκα του τη Βιργινία και τη Λιόλια, ένα όμορφο νεαρό κορίτσι, μακρινή συγγενή της συζύγου του. Σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο, που πλεονάζει από λυρικές παρεμβολές και μεταφυσικά σύμβολα, κινούνται οι ήρωες, πρόσωπα ζυμωμένα από τη ζωή, με τα πάθη, τις ανατάσεις και τις πτώσεις της, υποχείριο μιας υπέρτατης δύναμης : της μοίρας.
«Η Κερένια Κούκλα» σημειώνει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος «παρ’ όλον τον ρεαλισμό της, είναι μυθιστόρημα ποιητικόν. Συνενώνει και τρόπον τινά συνδιαλάσσει το πραγματικόν προς το ιδανικόν, το φυσικόν προς το υπερφυσικόν και το αντικειμενικόν προς το φαντασιώδες. Κάθε σκηνή, κάθε περιγραφή, ο διάλογος, όλα υπερβάλλουν. Και παντού αναφαίνεται ο αισθαντικός, ο υπερευαίσθητος συγγραφεύς, ο ωραιοπαθής, ο οποίος ανευρίσκει το ωραίον και εις τα άσχημα, το ποιητικόν και εις τα πεζότερα της ζωής».
Το μυθιστόρημα που γράφτηκε το 1908, έχει διασκευαστεί από τον Παντελή Χορν και έχει ανέβει στη σκηνή από το θίασο της Κυβέλης σε σκηνοθεσία Θωμά Οικονόμου, από την Εταιρεία Θεάτρου «Αιωρία» σε διασκευή-σκηνοθεσία Κατερίνας Σαρροπούλου και στο πλαίσιο της Μπιεννάλε Νέων Δημιουργών σε σκηνοθεσία Λ. Γιαννακού. Στον κινηματογράφο έχει μεταφερθεί δυο φορές, ενώ στην τηλεόραση προβλήθηκε μέσα από σειρά της ΕΤ2.

Η παράσταση
Η διασκευή της Ιουλίας Σιάμου και του Στάθη Αναστασίου διέσωσε με την οικονομία της το καίριο του έργου επιμένοντας στα κρίσιμα επεισόδια. Η σκηνοθεσία της Ιουλίας Σιάμου οριοθέτησε το έργο γύρω από ένα κρεβάτι ως σημείο του ταραγμένου συζυγικού βίου. Η συνεχής μετατόπιση του κρεβατιού στην εντελώς άδεια από αντικείμενα σκηνή, πρέπει να εκληφθεί ως σημείωση της αστάθειας του συζυγικού βίου, ενός βίου που κυριολεκτικά παραπαίει εφόσον ο Νίκος τηρεί παράνομο συγγενή δεσμό με τη νεαρή Λιόλια.
Χαρακτηριστικό στοιχείο στη σημειολογία της παράστασης η ανθοδέσμη με τα κόκκινα λουλούδια που ενώ σε άλλη περίπτωση θα υποδήλωνε τον έρωτα, εδώ προπέμπει τον θάνατο καθώς φαντάζει ως πρόωρο κτέρισμα στο σκήνωμα της Βιργινίας.
Η όλη παρουσία της Βιργινίας (μακιγιάζ, κινησιολογία κτλ) παραπέμπει σε μια πένθιμη κούκλα, σε μια κούκλα απομακρυσμένη από το άγριο παιχνίδι της ζωής. Εύγλωττος και καθαρός ο ρυθμός της κίνησης στο χορευτικό σόλο της Νερίνας Ζάρπα σε αντίστιξη με τη στατικότητα της κούκλας. Η Νερίνα Ζάρπα ερμηνεύει με σκηνική ευχέρεια, εκφραστικότητα και σωματική άνεση την ηρωίδα.
Στο ρόλο της Λιόλια, η Νίκη Αναστασίου διαθέτει την αισθαντική της θηλυκότητα για να ελκύσει το Νίκο και να παροξύνει το διχασμό του ζεύγους. Η νέα ηθοποιός φαίνεται ότι με την κατάθεσή της αυτή, δημιουργεί ευοίωνη προοπτική για την πορεία της στο μέλλον.
Αντίθετα, ο Στάθης Αναστασίου που επωμίζεται το ρόλο του Νίκου, δεν κατέχει τα αυτοφυή προσόντα για να τον υπηρετήσει. Άλλωστε, η αντιμετώπιση του εν λόγω ρόλου στο σύνολό της, δεν έγινε με επαρκείς όρους : ατημέλητη άρθρωση, πλαδαρή κίνηση, λυμφατικά ανακλαστικά.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια επιμελήθηκε η Έντα Δημοπούλου και τις χορογραφίες έστησε η Νερίνα Ζάρπα.
Μια από τις αρετές της παράστασης είναι οι εξαιρετικοί φωτισμοί του Στάθη Αναστασίου που αναδεικνύουν το ανάγλυφο των χαρακτήρων και δημιουργούν τη δέουσα ατμόσφαιρα για το δράμα της ηρωίδας. Οι άρτια επιμελημένοι φωτισμοί παίζουν στην κυριολεξία ανάμεσα στο ρεαλισμό και τον εξπρεσιονισμό που τους εξασφαλίζει η σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία συμπληρώνοντας έτσι τη θεατρική επιφάνεια του εγχειρήματος.
Απουσιάζει αισθητά ένα έστω και ολιγοσέλιδο πρόγραμμα με κείμενα γύρω από τη ζωή του συγγραφέα, τη συμβολή του στη θεατρική πράξη μέσα από την ίδρυση του οργανισμού «Νέα Σκηνή» και το λογοτεχνικό έργο που άφησε πίσω του, έργο που επηρέασε τους μεταγενέστερους ομοτέχνους του.
Στο νεοσύστατο και καλαίσθητο θεατρικό χώρο «Θεμέλιο» στεγάζεται δραματική σχολή, φιλοξενούνται εικαστικές εκθέσεις όπως αυτή της Έντας Δημοπούλου με τίτλο «Βυζαντινά Τοπία», ενώ στη σκηνή του δεύτερου ορόφου θα παρουσιάσουν πολλές νέες θεατρικές ομάδες τη δουλειά τους. Προς το παρόν, κάθε Δευτέρα και Τρίτη, η θεατρική ομάδα «Περίακτοι» ανεβάζει το έργο του Όσκαρ Ουάιλντ «Η Σημασία να είναι κανείς σοβαρός» σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ και σκηνοθεσία Σπύρου Κολιαβασίλη.

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

«Καβαλάρηδες στη θάλασσα» του Τζον Μίλινγκτον Σίνγκ στο θέατρο «Σφενδόνη»


Ο Ιρλανδός συγγραφέας Τζον Μίλλινγκτον Σινγκ (1871 – 1909) αν και χάθηκε πρόωρα, άφησε έξι ολοκληρωμένα θεατρικά έργα, που ανεβαίνουν μέχρι τις μέρες μας στις σκηνές όλου του κόσμου. Η δραματουργία του ξεχωρίζει για τη στέρεη δομή της καθώς, είτε στην κωμωδία είτε στην τραγωδία, αποκαλύπτει σε βάθους τους χαρακτήρες και τον τρόπο σκέψης μιας πολυμήχανης και ευφάνταστης αγροτιάς. Η γλώσσα του είναι πλούσια σε εικόνες, ζωντανή και ποιητική με δυνατές σκηνές κορύφωσης της δράσης και λεπτοδουλεμένους διαλόγους. Ένα κράμα χιούμορ και θλίψης, μια βλοσυρή αλλά ελαστική κοσμοθεώρηση, ένας διαυγής πεσιμισμός.
Το 1904 ανέβηκε για πρώτη φορά στο Άμπεϊ Θήατερ το έργο «Καβαλάρηδες στη θάλασσα» («Riders to the sea»), μια μονόπρακτη τραγωδία που χάρη στη λακωνικότητα και την έντασή της, αποτελεί ένα από τα καλύτερα σύγχρονα σύντομα έργα. Λόγω της μικρής του διάρκειας συνήθως παρουσιάζεται σε ενιαία παράσταση με τον «Ίσκιο του λαγκαδιού» ή κάποιες άλλες φορές με τη «Ντίαρντρη των θλίψεων».
Η μικρή αυτή τραγωδία της ύπαρξης εκτυλίσσεται στο σπιτικό μιας οικογένειας, σ’ ένα νησί στα ανοιχτά της Δυτικής Ιρλανδίας, όπου η Μόϊρα, μια μάνα που έχασε πέντε από τους έξι γιους της στη θάλασσα, προσπαθεί μάταια ν’ αποτρέψει το μικρότερο και στερνό γιο της να μπαρκάρει. Η μοίρα του όμως φαίνεται πως είναι προδιαγεγραμμένη καθώς ούτε οι θρήνοι, ούτε τα κλάματα ακόμα κι οι κατάρες, δεν θα σταθούν ικανά μέσα για να μεταπείσουν τον αποφασισμένο νεαρό, που επιθυμεί διακαώς να παλέψει με τα κύματα αψηφώντας την θύελλα και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
Έτσι, ο θάνατος του Μπάρτλεϋ θα ξαναβυθίσει την οικογένεια στο πένθος, κατάσταση που στοιχειώνει μόνιμα την εστία. Τα μέλη της, συνειδητοποιώντας πόσο άνιση και μάταιη είναι η πάλη με το «μαύρο καβαλάρη» μοιάζουν ν’ αποδέχονται καρτερικά το τέλος. Χαρακτηριστικός ο τελευταίος μονόλογος της μάνας που μοιρολογεί χαμηλόφωνα και γονατιστή : «Ο Μπάρτλεϋ θα έχει ένα όμορφο φέρετρο με τις άσπρες σανίδες, και ένα βαθύ βαθύ τάφο, ναι. Τι περισσότερο μπορούμε να θελήσουμε από αυτό; Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζει για πάντα και πρέπει να ‘μαστε ευχαριστημένοι».

Η παράσταση
Η Άννα Κοκκίνου άλλαξε την τοπογραφία του θεάτρου της προκειμένου να φιλοξενήσει τους «Καβαλάρηδες στη θάλασσα». Δημιούργησε ένα ετερόδρομο αμφιθέατρο όπου τα γεγονότα διαδραματίζονται στον μεταξύ ευρύ διάδρομο-σκηνή. Στο βάθος αντικριστά από την είσοδο, εμφύτευσε δοκούς, με εύγλωττο σημειολογικό κόστος καθώς αυτοί απεικονίζουν τον εσωτερικό οικείο χώρο όπου η Μόϊρα αποδύεται στον κομμό για το χαμό των γιων της στη θάλασσα.
Ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε η Ισμήνη Καρυωτάκη απεικονίζει με τις ακριβείς υποσημειώσεις του (ροδάνι, σκάλα, διάταξη τραπεζιού, ζύμη) το βαρύ πένθος και τις τελετουργικές συνήθειες της επαρχίας.
Η αναντίρρητη ατμόσφαιρα με τον θάνατο ως εκκολαπτόμενη απειλή, υπονομεύεται από την ίδια την υποκριτική τέχνη και ιδίως από τους ρυθμούς που υιοθέτησε η Άννα Κοκκίνου. Το αργό παίξιμο, η σχοινοτενής ανάλυση εναντιώνονται στους συνειρμούς του θεατή, ο οποίος ή πλήττει αφόρητα επειδή σαφώς δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τα δρώμενα ή αδιαφορεί ως το τέλος.
Η σκηνοθέτης εξέτεινε το μονόπρακτο έργο του Σινγκ καλύπτοντας τον χρόνο ενός πολύπρακτου. Οι ηθοποιοί την ακολουθούν μ’ ένα λόγο που αν δεν ακούγεται, όπως στην περίπτωση του Μπάρτλεϋ του Φώτη Λαγανόπουλου, δεν προβιβάζει κανένα απολύτως μήνυμα. Ωστόσο, η Τζωρτζίνα Δαλιάνη ως Καθλήν και η Φανή Παναγιωτίδου ως Νόρα κατορθώνουν να συγκινήσουν.
Το πρόβλημα της παράστασης είναι ο ρυθμός και η συνακόλουθη επιμονή να «γεμίσει» ο παραστασιακός χρόνος με ένα μονόπρακτο. Με δύο μικρά συγγενή έργα και με διαφορετικούς ρυθμούς, η Άννα Κοκκίνου θα είχε επιτύχει στις προσδοκίες της σ’ έναν μάλιστα εύθετο θεατρικό χώρο υψηλών αξιώσεων. Βέβαια ο ρυθμός της παράστασης στηρίζεται σε μια άποψη για την υποκριτική, η οποία παρ’ ότι εντελώς παρωχημένη υφίσταται ως άποψη και η ηθοποιός διαθέτει το κύρος για να την επιβάλλει.
Στη θέση του χορού των γεροντισσών παρίστανται οι νεαρές ηθοποιοί Έφη Βλαχογιάννη, Σοφία Ιγνατίδου, Βιβή Πέτση και Ελεάννα Τσίχλη. Χαρακτηριστική στην εντελέχεια της παράστασης η σκηνή με τις γυναίκες που, κρεμασμένες στους δοκούς, σημειώνουν τον κυματισμό του αίματος στα παράκτια. Οι ενδυματολογικές επιλογές της Ιωάννας Τσάμη συνδυάζουν εύστοχα το κόκκινο με το μαύρο χρώμα.
Στις αρετές της παράστασης συγκαταλέγονται η οργάνωση του χώρου, η ατμόσφαιρα που γητεύει, οι υποβλητικοί μουσικοί ήχοι του Θοδωρή Αμπαζή (καλπασμοί αλόγων, ήχος θύελλας, αιφνίδιες ριπές ανέμου) και οι εξαιρετικά λεπτοδουλεμένοι φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου που στηρίζουν με όλες τις αντιφάσεις τους, τη σκηνοθετική προσέγγιση.
Υποδειγματικό το καλαίσθητο πρόγραμμα-βιβλίο με πληθώρα κειμένων, φωτογραφικό υλικό, χρονολόγιο του συγγραφέα και ολόκληρο το πρότυπο κείμενο σε αντιπαραβολή με τη στρωτή και λειτουργική μετάφραση της Ανθής Λεούση.

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

«Επικίνδυνες Σχέσεις» του Κρίστοφερ Χάμπτον στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου Άλμα


Βασισμένο στο ομώνυμο επιστολογραφικό μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Πιέρ Κοντερλό ντε Λακλό (1741-1803), το έργο «Επικίνδυνες Σχέσεις» του Βρετανού Κρίστοφερ Χάμπτον, που γράφτηκε το 1985, μας είναι ήδη γνωστό από πολλές θεατρικές παραστάσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό αλλά κι από τρεις κινηματογραφικές ταινίες που υπογράφουν ο Ροζέ Βαντίμ, ο Στήβεν Φρίαρς κι ο Μίλος Φόρμαν.

Το έργο
Η Μερτέιγ απολαμβάνει να έχει τον έλεγχο των συναισθημάτων και της μυστικής ερωτικής ζωής των ανθρώπων του κοινωνικού της περιβάλλοντος. Σύμμαχο στις συνομωσίες της έχει τον πρώην εραστή της Βαλμόν, έναν άντρα που λατρεύει να αποπλανεί τις γυναίκες, όχι τόσο για να ικανοποιήσει τις ακόρεστες σεξουαλικές ορέξεις του, όσο να νοιώσει τα ρίγη ηδονής που του προσφέρει η εξουσία πάνω στα θύματά του όταν εκείνα παραδίδονται στην αγκαλιά του ανίκανα να αντισταθούν στο ξύπνημα της σάρκας τους.
Πρόκειται για δύο έξυπνους ανθρώπους που χρησιμοποιούν την στρατηγική και τις γνώσεις τους πάνω στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση για να αξιοποιήσουν την κοινωνική τους ισχύ και να ικανοποιήσουν την παιγνιώδη τους διάθεση για εξουσία που διώχνει την πλήξη της καθημερινότητας από τις, κατά τα άλλα, μέτριες ζωές τους.
Αποπλανώντας μια νεαρή, πανέμορφη παρθένα κατά παραγγελία της φίλης του, ο Βαλμόν, παίρνει μια εκδίκηση για λογαριασμό της αλλά ταυτόχρονα διασταυρώνεται με μία γοητευτική παντρεμένη γυναίκα, απαράμιλλης ηθικής, την Τουρβίλ, η οποία γίνεται ο αμέσως επόμενος στόχος του.
Η Μερτέιγ επιχειρώντας να μπει στο παιχνίδι, προσφέρει σαν τίμημα μια ερωτική νύχτα μαζί της, αν ο Βαλμόν καταφέρει να αποπλανήσει την γυναίκα. Και κερδίζεται το στοίχημα. Μόνο που, πέρα από κάθε πρόθεσή του, ο Βαλμόν ερωτεύεται βαθιά την Τουρβίλ. Αυτό που άλλους θα τους λύτρωνε, για τον αδίστακτο και κυνικό άντρα, είναι φονικό. Αναγκάζεται να διώξει την Τουρβίλ για να μην αποδειχτεί αδύναμος στα μάτια της Μερτέιγ. Εκείνη πεθαίνει κι ο Βαλμόν εμπλέκεται σε μία μονομαχία κι αφήνεται να σκοτωθεί. Πριν όμως ξεψυχήσει έχει πάρει την εκδίκησή του, αποκαλύπτοντας τις συνομωσίες της φίλης του και καταστρέφοντας το κοινωνικό της στάτους.

Η παράσταση
Ο Γιώργος Κιμούλης που έχει αναλάβει τη διασκευή και τη σκηνοθεσία του έργου, μεταφέρει τους ήρωες του Λακλό και την δράση τους από τον 18ο αιώνα στη δεκαετία του 1930. Μια εποχή μεταβατική ανάμεσα σε δύο πολέμους, με έντονες αντιθέσεις και δυναμικές, με μία έξαρση των ηθών αλλά και έναν υποβόσκοντα βαθύ συντηρητισμό που εξαναγκάζει τους τολμηρούς να δρουν υπόγεια.
Τα πρώτα επιτεύγματα της τεχνολογίας αλλάζουν τις καθημερινές συνήθειες των ανθρώπων κι η ανάπτυξη των πόλεων εμφανίζει νέες μορφές εξουσίας ανατρέποντας τις κυρίαρχες δομές και φέρνοντας την ανθρωπότητα αντιμέτωπη με ενδιαφέρουσες προοπτικές αλλά και τρομακτικές ανακατατάξεις.
Στην διασκευή δεν γίνεται μνεία των συμβάντων αυτής της ταραγμένης εποχής ούτε και αναφέρονται τα γεγονότα που οδήγησαν στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και απασχολούσαν τότε τους Ευρωπαίους εξ ίσου με την ερωτική τους ζωή, ίσως και περισσότερο.
Ακούγεται βέβαια μια ραδιοφωνική εκπομπή, η οποία στην ουσία ανακοινώνει την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων από τον Μουσολίνι. Αυτή δίνει και το στίγμα της ιστορικής περιόδου στην οποία εκτυλίσσεται η δράση μαζί με τα κοστούμια και την εν γένει χαλαρότητα στο σαβουάρ βιβρ των προσώπων του έργου, χαρακτηριστική των υψηλών κύκλων της προπολεμικής Γαλλίας.
Οι σκηνές έχουν μικρή διάρκεια και εναλλάσσονται με νεύρο και δυναμισμό προσδίδοντας με τα διαρκή «κατ» μια κινηματογραφική αίσθηση στη ροή του έργου ενώ τα πλαίσια του σκηνικού προσδιορίζουν μαζί με τους φωτισμούς του Μπάμπη Αρώνη, τα πλάνα.
Οι πολύ καλά οργανωμένες αλλαγές ανάμεσα στις σκηνές αποτελούν ενδιαφέρον στοιχείο της αισθητικής της παράστασης αλλά έπρεπε ίσως να είναι πιο σύντομες για να μην αποσπούν το ενδιαφέρον από την κυρίως δράση.
Οι ηθοποιοί είναι ταλαντούχοι και πολύ καλά σκηνοθετημένοι αλλά οι εξαιρετικά απαιτητικοί ρόλοι του Βαλμόν και της Μερτέιγ απαιτούν ισχυρότερες σκηνικές παρουσίες και πιο έντονο μαγνητισμό για να αξιοποιηθούν πλήρως. Ωστόσο, ο Τάσος Ιορδανίδης και η Ράνια Σχίζα καταβάλουν αξιόλογη προσπάθεια, με την τελευταία να ξεχωρίζει αισθητά από το σύνολο των ερμηνευτών.
Η Θάλεια Ματίκα που ενσαρκώνει την Τουρβίλ δεν έχει το εύρος ώστε να αποδώσει τις αντιφάσεις του δύσκολου ρόλου της και καταλήγει περισσότερο συγκινητική παρά τραγική.
Τη διανομή συμπληρώνουν η Τζένη Θεωνά, ο Δημήτρης Σαμόλης, η Σταυρίνα Ψιμοπούλου κι ο Αντώνης Αντωνάκος που ανταποκρίνονται με επάρκεια στις απαιτήσεις των ρόλων τους.
Ο θαυμάσιος σχεδιασμός του σκηνικού χώρου από το Ρομάν Σαντόφσκι αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες του αλλά και τις απαιτήσεις της σκηνοθετικής οπτικής, η οποία βασίζεται στους γοργούς ρυθμούς και τις διαρκώς μεταβαλλόμενες κλίμακες των εντάσεων.
Εκπληκτικά τα κουστούμια της Ιωάννας Τιμοθεάδου μοιάζουν σαν να έχουν βγει από φιγουρίνια της εποχής και προσδίδουν στους ρόλους την έντονη αίσθηση πολυτέλειας, κομψότητας και οικονομικής άνεσης.
Το μακιγιάζ, επίτηδες έντονο ώστε να δημιουργεί την αίσθηση της μάσκας και οι στυλιζαρισμένες κομμώσεις (make up artist : Σάρα Τζόρνταν, Χάρης Χαραλαμπάκης) συνεισφέρουν στην αισθητική των κουστουμιών, ολοκληρώνοντας το ενδιαφέρον αποτέλεσμα.
Αισθητή η απουσία ενός προγράμματος με πλούσιο υλικό γύρω από το έργο, τη διασκευή, τους συγγραφείς και τις τόσο ενδιαφέρουσες μεταφορές του κειμένου στη μεγάλη οθόνη.

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

«La Chunga» του Μάριο Βάργκας Λιόσα από την ομάδα «Νάμα» στην κεντρική σκηνή του θεάτρου «Επί Κολωνώ»


Το «La Chunga» παίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και γράφτηκε το 1985. Είναι το τέταρτο από τα οχτώ θεατρικά έργα του περουβιανού συγγραφέα Μάριο Βάργκας Λιόσα. Ο Λιόσα είναι, μετά το νομπελίστα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, ο πιο πολυδιαβασμένος εν ζωή λατινοαμερικανός συγγραφέας, διάσημος κυρίως για τα μυθιστορήματά του, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί και στη γλώσσα μας. Οι ήρωες του έργου αυτού, καθώς και κάποια στοιχεία της ιστορίας τους, προϋπάρχουν σε μερικά από τα γνωστά μυθιστορήματά του όπως «Το Πράσινο Σπίτι», «Ο Λιτούμα στις Άνδεις» και «Το Παλιοκόριτσο».

Λίγα λόγια για το έργο
Σε ένα μπαρ στη Λίμα, το 1945, στις παρυφές μιας παραγκούπολης, στην άκρη της ερήμου της Πιούρα, συναντιούνται κάθε βράδυ τέσσερις άντρες για να παίξουν ζάρια, να πιούν, να τσακωθούν, να φαντασιωθούν ελκυστικές συγκυρίες και να μοιραστούν λίγη από την μοναξιά τους.
Η ιδιοκτήτρια του μπαρ, μια παράξενη γυναίκα με αυστηρούς τρόπους κι απόμακρο ύφος, υποδέχεται τους τακτικούς της πελάτες παραδομένη στη ρουτίνα της, υπομένοντας καρτερικά τις ιδιοτροπίες τους και επιβάλλοντας ταυτόχρονα στιβαρή πειθαρχία όταν παρεκτρέπονται.
Ένα απόγευμα ο Χοσεφίνο, ο πιο γοητευτικός από τους τέσσερις, φέρνει μαζί του την μέλλουσα αρραβωνιαστικιά του, την Μέτσε, ένα πανέμορφο, ντροπαλό κορίτσι που γίνεται αμέσως ποθητό κι από τους υπόλοιπους άντρες της συντροφιάς. Ωστόσο, καθώς η νύχτα προχωράει, ο άντρας παρασύρεται από το παιχνίδι των ζαριών κι όταν κάποια στιγμή τελειώνουν τα λεφτά του, προσφέρει στην Τσούνγκα το κορίτσι του για μία νύχτα, ζητώντας σαν αντάλλαγμα ένα ποσό ώστε να συνεχίσει να παίζει. Κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα τι συνέβη εκείνη τη νύχτα ανάμεσα στη γυναίκα και το κορίτσι. Το γεγονός όμως είναι πως η νεαρή εξαφανίζεται.
Στην δεύτερη πράξη, βλέπουμε την παρέα των αντρών, στο ίδιο μπαρ, ένα χρόνο μετά. Η κουβέντα περιστρέφεται ξανά γύρω από την Μέτσε και την παράδοξη εξαφάνισή της. Ο καθένας ανάλογα με τις ανάγκες του, τις φαντασιώσεις του και τους ενδόμυχους πόθους του, φαντασιώνεται μια διαφορετική έκβαση της ιστορίας, ακριβώς σαν να την ζούσε.
Και μέσα από τις ονειρικές διαδρομές των αφηγήσεων αχνοδιαγράφεται και η σχέση της Τσούνγκα με την Μέτσε, μια σχέση παράδοξη αλλά και τρυφερή. Στην εκδοχή αυτή, η γυναίκα ταυτίζεται με το κορίτσι και του προσφέρει το αντίτιμο για να απελευθερωθεί από την κόλαση της παραγκούπολης και την μέλλουσα εκπόρνευση ώστε να ζήσει σε μια άλλη πόλη, σ’ έναν υποθετικό παράδεισο κάπου έξω και μακριά, στον οποίο η ίδια επιδίωκε κάποτε να δραπετεύσει.
Η Τσούνγκα μένει παγιδευμένη στον εφιαλτικό μικρόκοσμό της έχοντας εξαργυρώσει το εισιτήριό της απόδρασής της για να χρηματοδοτήσει την φυγή του κοριτσιού αλλά δεν πρόκειται απλά για μια πράξη μεγαλοψυχίας. Δίνοντας μια ελπίδα διαφυγής στο όμορφο και ποθητό πλάσμα την δίνει στην πραγματικότητα, στον ίδιο τον νεανικό εαυτό της, εκείνον που έχει για πάντα απολεσθεί αλλά κατοικεί ακόμα στα μύχια της ψυχής της και που κατανοεί πως δεν θα μπορούσε ποτέ να τον ακολουθήσει σε έναν άλλο κόσμο όσο ιδανικός κι αν ήταν αυτός, αφού όλη της η ύπαρξη είναι πια αναπόσπαστο τμήμα αυτής της άσχημης παραγκούπολης και των εξαθλιωμένων κατοίκων της.

Η παράσταση
Η σκηνοθέτης Ελένη Σκότη εναρμόνισε τις αντιθέσεις του έργου με επιδεξιότητα, δημιουργώντας παράλληλα πεδία δράσης και φωτίζοντας τα έτσι, ώστε όνειρο και πραγματικότητα να συνυπάρχουν, το ευτελές να αποκτά αίγλη από την συνύπαρξή του με το απρόσιτο κι οι διαφορετικές δυναμικές να συγκρούονται μέσα σ’ ένα κοινό πλαίσιο υποκριτικής και κινησιολογίας. Χωρίς να καταφύγει σε στυλιστικές ερμηνείες, απέδωσε το άγγιγμα του φαντασιακού μέσα από την αξιοποίηση των ονειρικών σεκάνς και το ενέταξε αρμονικά στις σκηνοθετικές φόρμες της δημιουργώντας μια συμπαγή ατμόσφαιρα μαγικού ρεαλισμού.
Το σκηνικό και τα κοστούμια σχεδίασε ο Γιώργος Χατζηνικολάου, ο οποίος κινήθηκε σε δύο επίπεδα αποδίδοντας την αυθεντική αίσθηση του χώρου αλλά και την μεταφυσική του διάσταση με σκληρά υλικά, ρεαλιστικές κατασκευές και ονειρικές υπομνήσεις. Τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς ενορχήστρωσε ο Νίκος Βλασόπουλος. Την μουσική επένδυση εκτελεί ζωντανά ο Ισίδωρος Πάτερος.
Τη μετάφραση από τα ισπανικά υπογράφει η καθηγήτρια θεατρικής μετάφρασης Μαρία Χατζηεμμανουήλ, η οποία απέδωσε με ευκρίνεια κι αυθεντικότητα τόσο τα ρεαλιστικά όσο και τα ονειρικά και ποιητικά στοιχεία του έργου.
Εξαιρετική η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο ρόλο της Τσούνγκα προσφέρει μία από τις καλύτερες ερμηνείες της, τσαλακώνοντας την εικόνα της και συνθέτοντας το ρόλο της μέσα από λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν τις σκοτεινές πτυχές του χαρακτήρα της παράξενης ηρωίδας χωρίς να αφαιρούν κάτι από την απόκοσμη αίσθηση της παρουσίας της.
Η νεαρή Ηλιάννα Μαυρομάτη στην πρώτη της θεατρική εμφάνιση ενσαρκώνει μια εύθραυστη και γοητευτική Μέτσε, που αποπνέει ταυτόχρονα, αυθορμησία, ερωτισμό, αθωότητα και αφοπλιστική αφέλεια.
Ο Δημήτρης Λάλος στο ρόλο του Χοσεφίνο, αποδίδει στην εντέλεια τον χαρακτήρα του ρωμαλέου άντρα που κατατρύχεται από τις αδυναμίες του.
Ο Στάθης Σταμουλακάτος ως Λιτούμα, ο Δημήτρης Καπετανάκος ως Χοσέ και ο Γιάννης Λεάκος ως πίθηκος συμπληρώνουν την επιτυχημένη διανομή, αποδίδοντας τους ρόλους τους με κινησιολογική και υποκριτική ευχέρεια.

Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

«Το Κτήνος στο φεγγάρι» του Ρίτσαρντ Καλινόσκι στο Θέατρο «Πορεία»


Γιορτάζοντας τα δεκάχρονα του θεάτρου «Πορεία», ο Δημήτρης Τάρλοου, επιστρέφει στο εναρκτήριο έργο του «Δόλιχου», «Το κτήνος στο φεγγάρι» του Ρίτσαρντ Καλινόσκι, με τους ίδιους συνεργάτες, που ανταμώνουν ξανά, δέκα χρόνια μετά, προσεγγίζοντας με νέα ματιά το σημαντικό αυτό έργο. Η παράσταση είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Γιάννη Κυριακίδη.

Το έργο
Ο εικοσάχρονος Αράμ Τομασιάν, ένας Αρμένιος που επέζησε της γενοκτονίας από τους Τούρκους, αποφασίζει, όπως συνηθίζονταν τότε, να αποκτήσει μια σύζυγο από φωτογραφία. Είναι ο ίδιος φωτογράφος και η οικογένειά του έχει δολοφονηθεί από τους Τούρκους. Η κοπέλα που έρχεται, η Σέτα, συμπατριώτισσά του και με ανάλογο τραυματικό παρελθόν, είναι μόλις δεκαπέντε χρονών και επιπλέον δεν είναι το κορίτσι της φωτογραφίας. Είναι ωστόσο, μια παρουσία ολοζώντανη, ένα υγιές κύτταρο, γεμάτη χιούμορ, καρτερικότητα, ενέργεια, πλημμυρισμένη από προσδοκίες και διψασμένη για λίγη ευτυχία.
Η δράση του έργου εξελίσσεται στο Μιλγουόκι του Ουισκόνσιν ανάμεσα στο 1921 και το 1933. Ο τίτλος έχει προκύψει από μια παλιά ιστορία. Το 1893 έγινε μία έκλειψη σελήνης στην Τουρκία, και οι Τούρκοι, πεπεισμένοι ότι ένα «κτήνος» κατάπινε το φεγγάρι, έστρεψαν τα όπλα τους προς τον ουρανό προσπαθώντας να το σκοτώσουν. Με τα ίδια όπλα, εξολόθρευσαν τους χριστιανούς Αρμένιους, με μια σειρά από εκτεταμένα πογκρόμ στα τέλη του 18ου αιώνα, που κορυφώθηκαν με τη γενοκτονία του 1915 και τον αφανισμό περίπου δύο εκατομμυρίων Αρμενίων.
Το κορίτσι που κρατάει ακόμα στην αγκαλιά του την κούκλα του, έχει μια δυσανάλογη για την ηλικία του, αποστολή. Πρέπει να συντελέσει στην δημιουργία της οικογένειας που θα αντικαταστήσει εκείνην την οποία έχει απολέσει ο σύζυγός της.
Σε μια παλιά φωτογραφία που έχει διασώσει ο Αράμ από την καταστροφή, αφαιρεί τα πρόσωπα της οικογένειάς του. Η γυναίκα του παίρνει τη θέση της μητέρας του, ενώ αυτός, την θέση του πατέρα του. Τα παιδιά ωστόσο δεν αντικαθίστανται ποτέ καθώς η κοπέλα, εξ αιτίας της ελλιπούς της διατροφής στο ορφανοτροφείο, αποδεικνύεται πως δεν είναι σε θέση να τεκνοποιήσει.
Ένα αγόρι, γείτονας και απροστάτευτος όπως κι οι ίδιοι, εισβάλλει στη ζωή τους προσφέροντας την νεανική του ορμή και αυθορμησία και απαιτώντας ταυτόχρονα την στοργή και την φροντίδα που του έχουν λείψει. Η κυρία Τομασιάν ανταποκρίνεται αυθόρμητα αλλά ο κύριος Τομασιάν προβάλλει αντιστάσεις.
Η έκρηξη συναισθημάτων που θα ακολουθήσει, στην πιο δυναμική δραματουργικά σκηνή του έργου, επαναφέρει την ισορροπία ανάμεσα στους δύο πληγωμένους ανθρώπους και εξασφαλίζει μία θέση για το ορφανό όχι μόνο στη ζωή τους αλλά και στην νέα οικογενειακή φωτογραφία τους.
Ο αφηγητής, το τέταρτο πρόσωπο της ιστορίας, που με τον ιδιαίτερα ποιητικό τρόπο του συνδέει σκηνές και περιστατικά, άλλοτε εισβάλλοντας δυναμικά στη δράση κι άλλοτε παραμερίζοντας διακριτικά για να την αφήσει να αναπτυχθεί, είναι ο ίδιος ο Βίνσεντ, σε πιο ώριμη ηλικία.
Αυτή η δραματουργική ανατροπή, δημιουργεί μια συνθήκη που ενισχύει όχι μόνο την διαχρονικότητα των συμβάντων αλλά και τον σχολιασμό τους μέσα από το πλήρωμα του χρόνου, μετατρέποντας την προσωπική ιστορία των ηρώων σε ιστορική μαρτυρία.


Η παράσταση
Ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθέτησε την παράσταση με νεύρο, καθαρούς ρυθμούς, στιβαρή κινησιολογία, διαφάνεια, χιούμορ και δραματουργική έμπνευση. Έστησε δεξιοτεχνικά τις επί μέρους ατμόσφαιρες και συνέταξε αρμονικά τα διαφορετικά επίπεδα της σκηνικής δράσης.
Η Ταμίλα Κουλίεβα (Σέτα Τομασιάν) απέδωσε με ευκρίνεια την συναισθηματική γκάμα της ηρωίδας που ενσαρκώνει και διαχειρίστηκε με άνεση τις μεταβάσεις της από την εφηβεία στην ωριμότητα.
Η ερμηνεία του Δημήτρη Τάρλοου (Αράμ Τομασιάν), λιτή και εκφραστική, οδήγησε απρόσκοπτα τον χαρακτήρα στην εξαιρετική σκηνή της έκρηξης στο φινάλε του έργου αποφεύγοντας τους σκοπέλους της εξωστρέφειας και της συναισθηματικότητας.
Ο Γιώργος Μπινιάρης ενσάρκωσε τον ρόλο του αφηγητή με αυθεντικότητα, σκηνικό ήθος και γοητευτικό, υποβόσκον χιούμορ.
Το νεαρό αγόρι που ερμήνευσε τον μικρό Βίνσεντ, πειθάρχησε στις απαιτήσεις του δύσκολου ρόλου του, αποδίδοντάς τον με αυθόρμητο κέφι και θαυμάσια αίσθηση ρυθμού. Στον ρόλο αυτό εναλλάσσονται ο Φίλιππος Μοσχάτος κι ο Ρωμανός Μπολώτας. Στην παράσταση που παρακολούθησε η στήλη το ρόλο υποδυόταν ο δεύτερος.
Η μουσική του Haig Yazdjian εμβολίασε την ατμόσφαιρα του έργου με μοτίβα από την παράδοση των Αρμενίων, ενισχύοντας τις συναισθηματικές εντάσεις και την εσωστρεφή νοσταλγία των εξόριστων ηρώων.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου ισορροπούν ανάμεσα στο πνεύμα της εποχής και την διαχρονικότητα των συμβόλων, δημιουργώντας ένα περιβάλλον μαγικού ρεαλισμού. Οι διαφορετικοί χώροι στους οποίους οι ήρωες καταφεύγουν στις πιο προσωπικές τους στιγμές και που κατά συνέπεια αποκαλύπτουν μόνο ένα μέρος τους στον θεατή, αποτελούν ένα ευφυές εύρημα ενώ τα λιτά σκηνικά του κεντρικού δωματίου, το μεγάλο ξύλινο τραπέζι, η στημένη στο τρίποδό της φωτογραφική μηχανή και η οικογενειακή φωτογραφία στο αναλόγιο, οριοθετούν τα τρία σημεία αιχμής στην καθημερινότητα των προσώπων του έργου.
Ατμοσφαιρικοί και απόλυτα εναρμονισμένοι με το πνεύμα της σκηνοθεσίας, οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου.
Την καλή μετάφραση, που αξιοποιεί τον ρέοντα και ποιητικό λόγο του συγγραφέα, υπογράφει ο Δημήτρης Τάρλοου.