Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

«Το αρχαιότερο επάγγελμα» της Πόλα Βόγκελ στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν (Υπόγειο-Πεσμαζόγλου)


Ελάχιστα έργα της τολμηρής Αμερικανίδας Πόλα Βόγκελ που γεννήθηκε το 1951, έχουν ανέβει στην ελληνική σκηνή. Το 1997, στη Β’ σκηνή του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας, η Θεατρική Εταιρεία «Πράξη» παρουσίασε τη «Δυσδαιμόνα» σε σκηνοθεσία Κοσμά Φοντούκη. Ένα χρόνο αργότερα στο Απλό Θέατρο παίχτηκε το «Πως έμαθα να οδηγώ» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη ενώ το 2005 η θεατρική ομάδα «Όχι παίζουμε» καταπιάστηκε με το έργο «…και το μωρό μας κάνει 7» σε σκηνοθεσία Γιώργου Σαχίνη στο θέατρο Altera Pars.
Το θέατρο της Βόγκελ με γλώσσα πολλές φορές ωμή, ανελέητα σαρκαστική και σκοτεινά ποιητική περιστρέφεται γύρω από καίρια ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας δίνοντας έμφαση στη σεξουαλική ετερότητα, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα, τις εναλλακτικές μορφές οικογένειας, τα αδιέξοδα και τον αποκλεισμό ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων. Μια ζωντανή δραματουργία που συνδιαλέγεται με το σήμερα αποφεύγοντας τον διδακτισμό και την επιβολή της φεμινιστικής ιδεολογίας που η συγγραφέας ασπάζεται. Πίσω από το σκληρό φαίνεσθαι των ηρώων, η τρυφερότητα και το χιούμορ απομακρύνουν προκαταλήψεις και ενοχές για να προβληθούν οι αλήθειες της ανθρώπινης φύσης που ασφυκτιούν επώδυνα στις «ταμπέλες», τα στερεότυπα και τις φοβίες.
Το έργο «Το αρχαιότερο επάγγελμα» («The oldest profession») γραμμένο το 1988, εστιάζει σε θέματα που συχνά αποφεύγουμε και να σκεφτούμε. Η σταδιακή εξαθλίωση των γηρατειών, η προσμονή του θανάτου, η λάμψη που γίνεται στάχτη. Με μια λέξη, η παρακμή. Πέντε γερασμένες πόρνες βλέπουν να μειώνεται η λίστα με τους πελάτες τους καθώς ασθένειες και ανημποριά στοιχειώνουν το κορμί τους ενώ η σαγηνευτική τους υπεροχή και οι αναρίθμητες επιτυχίες τους αποτελούν περασμένα μεγαλεία. Ωστόσο, αντιμετωπίζουν τη δυσχερή οικονομική τους θέση με πείσμα και περηφάνια προσπαθώντας ενωμένες μέχρι το τέλος. Συνεχίζουν να αφηγούνται τις περιπέτειες τους, δραματικές αλλά και άκρως κωμικές καταστάσεις, ενώ η μία μετά την άλλη εγκαταλείπουν τη σκηνή και δεν επιστρέφουν, υποδηλώνοντας έτσι τον θάνατό τους. Η ανάμνηση είναι η άμυνά τους στη σωματική φθορά και στο πέρασμα του χρόνου, του απόλυτου πρωταγωνιστή.
Αφρίζουσα και σπινθηροβόλα η μετάφραση της Αθηνάς Παραπονιάρη. Η Νικαίτη Κοντούρη διασκεύασε το έργο αναμειγνύοντας στο υλικό της Βόγκελ θραύσματα Τεννεσή Ουίλλιαμς ενώ το τελικό κείμενο διαμορφώθηκε στις πρόβες. Αυτή η επεξεργασία-συμπλήρωση πιθανόν να απομακρύνεται από το ύφος της συγγραφέως.
Το σκηνοθετικό εύρημα να μεταφερθεί η δράση σε ένα τηλεοπτικό στούντιο δεν αποδεικνύεται εύστοχη επιλογή και δεν κατορθώνει να υποστηριχθεί με συνέπεια. Την ιδέα ακολουθούν ωστόσο τα σκηνικά του Γιώργου Πάτσα που είναι λειτουργικά για τις αλλαγές από τον ένα χώρο στον άλλο ενώ τα κοστούμια σχολιάζουν ιδανικά την κατάσταση των ηρωίδων. Χαρακτηριστικό δρων αντικείμενο της σκηνογραφίας, τα δύο ρολόγια στη μέση της σκηνής που εικονοποιούν τη στατικότητα μέσα από την έλλειψη δεικτών. Οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου εστιάζουν εκεί όπου πρέπει τις χρονικές στιγμές και τις συνέπειες της δράσεως.
Πέντε σπουδαίες κυρίες του ελληνικού θεάτρου καταθέτουν την πείρα τους και υποστηρίζουν σθεναρά τις ηρωίδες αφήνοντας η κάθε μια το προσωπικό υποκριτικό της στίγμα. Η Βέρα της Χριστίνας Κουτσουδάκη, η Έντνα της Μαρίας Κωνσταντάρου, η Λίλιαν της Μελίνας Βάμβακα, η Ούρσουλα της Μάρως Κοντού, η οποία για να υποδυθεί την τραβεστί κούρεψε πάρα πολύ κοντά τα μαλλιά της, και η Μέη της Αλίκης Αλεξανδράκη προκαλούν ανόθευτη συγκίνηση. Εξαιρετική η τελευταία σκηνή.