Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

«Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα


Φυσικά και δεν περίμενα μια συμβατική, προβλέψιμη και διεκπεραιωτική σκηνοθετική ανάγνωση απ’ τον Γιάννη Κακλέα ακόμα και σ’ ένα κλασικό κείμενο όπως η αριστοφανική «Λυσιστράτη».
Ήδη από τα πρώτα λεπτά της παράστασης μας επιφυλάσσει την πρώτη έκπληξη μ’ ένα διαδραστικό εύρημα που μοιάζει με φάρσα. Ανάμεσα στις κερκίδες των θεατών, ένα νεαρό ζευγάρι (Γιώργος Παπαγεωργίου, Αλεξάνδρα Αϊδίνη) διαπληκτίζεται θορυβωδώς και βίαια σε βαθμό που προκαλεί την οργή και την αντίδραση του κοινού, το οποίο θα αντιληφθεί ότι ο καυγάς αποτελεί μέρος της παράστασης μόνο όταν οι δύο ηθοποιοί ανέβουν στη σκηνή. Το εύρημα δεν είναι πρωτότυπο, ο τρόπος όμως εκτέλεσης του απόλυτα πειστικός. Στην παράσταση που παρακολούθησα, στο ανοιχτό θέατρο του Αττικού Άλσους, το σκηνικό που εκτυλίχθηκε με τις φωνές των θεατών και τη θεαματική παρέμβαση του καλλιτεχνικού διευθυντή Κόμη Δευκαλίωνα, δεν περιγράφεται!
Εμβόλιμες σκηνές καυγά θα διακόπτουν κατά διαστήματα τη ροή του έργου για να καταλήξουν στο τέλος σε συμφιλίωση του ζευγαριού. Ένα άλλο «κείμενο» μίας σύγχρονης πραγματικότητας γύρω από την κρίση των σχέσεων, συνομιλεί με την αντιπολεμική ιστορία της Λυσιστράτης γραμμένη το 411 π.Χ, της ηρωίδας που προτείνει στις γυναίκες ερωτική αποχή ώστε ν’ αναγκαστούν οι άνδρες να συνάψουν ειρήνη.
Η σκηνοθεσία αποφασίζει να ρίξει το βάρος στις διαπροσωπικές σχέσεις, στην αιώνια διαμάχη των δύο φύλων που διαρκώς προσπαθούν να επιβληθεί το ένα στο άλλο αλλά κυρίως εξετάζει την εσωτερική αναζήτηση της ταυτότητας μέσα από την αρσενική και θηλυκή πλευρά του ατόμου. Στέκεται κριτικά στις στερεοτυπικές ανδρικές συμπεριφορές και αντιλήψεις όπως στη σκηνή με το ραδιόφωνο, αναφέρεται στις σύνηθες γυναικείες, υποτακτικές συχνά, αντιδράσεις ενώ εστιάζει στα αισθήματα κενού και ανεπάρκειας που βιώνουν και τα δύο φύλα. Χωρίς τάσεις διδακτισμού αλλά με παιγνιώδη διάθεση κάνει λόγο για το χάσμα επικοινωνίας, τον εγωισμό, την έλλειψη αλληλοκατανόησης, τη μοναξιά και υπογραμμίζει τη νοσταλγία της ενότητας, την αέναη αναζήτηση του έτερου ήμισυ που οδηγεί στην ολοκλήρωση και στην ευτυχία.
Μαζί με την «πειραγμένη» μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη, ακούγονται αποσπάσματα απ’ το «Συμπόσιο ή Περί έρωτος» του Πλάτωνα, πατρολογικές ρήσεις, στίχοι της Κικής Μαυρίδου απ’ τη συλλογή «Έρωτας σε πρώτο πρόσωπο» και το ποίημα της Φρόσως Λύτρα «Σε βλέπω…».
Οργασμός ιδεών, πανδαισία χρωμάτων στα όρια της υπερβολής, ταχύρρυθμες εναλλαγές σκηνών και διάσπαση ρόλων. Ένα ζωντανό θέατρο με άποψη και ταυτότητα που ζει έντονα τις αδυναμίες του. Μία γόνιμη σκηνική σύνθεση-διάλογος με το σήμερα, που δεν αναζητά ωστόσο σανίδα σωτηρίας στο επίκαιρο. Μια αναμέτρηση με την ποιητική αλληγορία, τον σατιρικό και πανσεξουαλικό χαρακτήρα του κωμωδιογράφου.
Όσες ενστάσεις κι αν προβάλλει κανείς γύρω από το εγχείρημα του Γιάννη Κακλέα, ακόμη κι αν απορρίψει συλλήβδην την πρόταση του, δεν μπορεί ν’ αρνηθεί την έρευνα και τη στοχαστική ματιά του πάνω στο κείμενο και την ανοιχτή στο διάλογο κατάθεση των προβληματισμών του γύρω από την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Ακόμα και στις πιο εξόφθαλμα κωμικές σκηνές του όπως αυτή με τους συζύγους που απεγνωσμένα αναζητούν να εκτονώσουν τις ορέξεις τους, σκηνή με υποδειγματική χρήση του ανδρικού σώματος, διακρίνει κανείς τις προθέσεις του δημιουργού.
Σε ατμόσφαιρα καμπαρέ και drag show παραπέμπουν τα φανταχτερά και πολύχρωμα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου. Οι άνδρες ηθοποιοί υποδύονται τα γυναικεία πρόσωπα πάνω σε ψηλοτάκουνες vinyl μπότες και πέδιλα φορώντας ζαρτιέρες και νεγκλιζέ.
Πολύ καλά διδαγμένη η κίνηση απ’ τον Κυριάκο Κοσμίδη. Αισθησιακές χορευτικές σκηνές υπό τους μουσικούς φθόγγους του Σταύρου Γασπαράτου και τους ζωηρούς φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη.
Φλύαρα συμβολική η σκηνογραφία του Μανώλη Παντελιδάκη. Η σημαίνουσα ή χρηστική λειτουργία των σκηνικών αντικειμένων γίνεται σαφής στις επιμέρους σκηνές όπως το κρεβάτι ως σημείωση της έγγαμης συμβίωσης ή η αναπηρική καρέκλα, συνυποδήλωση της φθοράς των σχέσεων. Συνολικά όμως η παρουσία αντικειμένων όπως οι διάσπαρτοι σάκοι και το παρκαρισμένο αυτοκίνητο στον υπερυψωμένο κεντρικό διάδρομο παραμένει ανενεργός, αν εξαιρέσουμε την είσοδο του Πρόβουλου που υποδύεται ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης με τους αστυνομικούς (Μιχάλης Θεοφάνους, Χρήστος Μαλάκης, Δημήτρης Πασσάς), σκηνή που απλώς εντυπωσιάζει με το απρόβλεπτο του χαρακτήρα της και τα εφφέ της.
Γλυκιά κι αιχμηρή η Λυσιστράτη του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου συγκινεί στον τελευταίο μονόλογο («Οι γυναίκες σας ποθούν μια αγκαλιά αλλά όχι από χέρια ματωμένα»).
Το ρόλο της Μυρρίνης μοιράζονται δύο ηθοποιοί. Στο πρώτο μέρος ο Μάκης Παπαδημητρίου που θα υποδυθεί στη συνέχεια και τον Κινησία με Μυρρίνη την πληθωρική Ελένη Κοκκίδου σε μια από τις πιο διάσημες σκηνές του έργου. Βρήκα εύστοχη και ξεκαρδιστικά κωμική τη χρήση του βίντεο όπου εμφανίζεται ο μικρός γιος του ήρωα προκειμένου να συγκινηθεί η γυναίκα και να επιστρέψει στην εστία. Με εκφραστικές εναλλαγές η κυρία Κοκκίδου στο σύντομο ρόλο της αποτυπώνει σχηματικά διαφορετικές όψεις της θηλυκότητας, τρυφερή και ναζιάρα, άγρια και διεκδικητική, απρόβλεπτη και αφοπλιστικά αστεία.
Η Κλεονίκη του Γιώργου Χρυσοστόμου, η Αρχιδάμεια του Σταύρου Μαυρίδη, που υποδύεται και τον Πρύτανη Αθηναίων, η Πασιφάη του Γρηγόρη Ποιμενίδη, η Θεονόη του Θεμιστοκλή Πάνου, ο οποίος υποδύεται και τον Κήρυκα Λακεδαιμονίων, η Φρύνη του Αλάιν Ριβέρο, η Γοργώ του Γιώργου Παπαγεωργίου, η Υψιπύλη του Χρήστου Μαλάκη, η Λαμπιτώ του Λαέρτη Μαλκότση, η Βοιωτή του Κωνσταντίνου Τσερκάκη και η Κορίνθια του Κωνσταντίνου Μαραβέλια αφήνουν το ξεχωριστό στίγμα τους.
Συμβολικά γυμνή η Συμφιλίωση της Σοφίας Μιχαήλ. Αξιόλογες ερμηνείες από τους Νίκο Καρδώνη και Βαγγέλη Χατζηνικολάου καθώς και από το χορό γυναικών (Άννα Αθανασιάδη, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Ιφιγένεια Αστεριάδη, Φαίη Κοκκινοπούλου, Νίκη Λάμη, Κατερίνα Λυπηρίδου, Σοφία Μιχαήλ, Αγορίτσα Οικονόμου, Μαριάνθη Σοντάκη, Ιωάννα Τριανταφυλλίδου, Αγγελική Τρομπούκη, Μαρία Τσιμά).