Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

«Ο Αμπιγιέρ» του Ρόναλντ Χάργουντ στο θέατρο «Κάππα»


Συγγραφέας θεατρικών έργων, μυθιστορημάτων και κινηματογραφικών σεναρίων, ο Ρόναλντ Χάργουντ, που γεννήθηκε στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής το 1934, σημειώνει διεθνή επιτυχία με τον αυτοβιογραφικό «Αμπιγιέρ» (1981).
Ο συγγραφέας εστιάζει στην ιδιόμορφη συναισθηματική σχέση του Σερ, ενός τριτοκλασάτου πρωταγωνιστή που ηγείται γερασμένων μπουλουκιών και του Νόρμαν, του αφοσιωμένου αμπιγιέρ του. Ένας πιστός, υπάκουος και υπομονετικός βοηθός, που επί δεκαέξι συναπτά έτη τον ντύνει, τον μακιγιάρει, τον φροντίζει ανελλιπώς, γνωρίζει απταίστως τις συνήθειες, τα προτερήματα αλλά και τις ιδιοτροπίες του ενώ δεν παραλείπει να κατευνάζει όσο μπορεί, τις αγωνίες, τους φόβους και τις ανασφάλειές του. Βαρύ καθήκον να έρχεται κανείς καθημερινά αντιμέτωπος με τη ματαιοδοξία του τύραννου Νάρκισσου, που κατοικοεδρεύει ούτως ή άλλως στο «εγώ» των ηθοποιών.
Το έργο διαδραματίζεται στη δίνη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, στο Λονδίνο, που βομβαρδίζεται διαρκώς και ανηλεώς. Λίγο πριν από την 227η παράσταση του «Βασιλιά Ληρ», ο Σερ καταρρέει ψυχολογικά και σωματικά. Βλέπει τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν και κυριεύεται από τις ανασφάλειες του. Ο μοναδικός άνθρωπος στον οποίο μπορεί να βασιστεί, είναι ο αμπιγιέρ του. Ο Νόρμαν προσπαθεί απεγνωσμένα να τον εμψυχώσει και να του τονώσει την αυτοπεποίθηση, ώστε να μη ματαιωθεί η παράσταση.
Πράγματι, για άλλη μια φορά, ο Νόρμαν θ’ αποδείξει πόσο σημαντική θέση κατέχει στη ζωή του Σερ και πόσο κοντά του βρίσκεται στις χαρές αλλά και στις λύπες. Τα μόνα όμως, που θα λάβει ως αντάλλαγμα την ύστατη ώρα, είναι πικρία, προδοσία και απόρριψη. Η προκλητική στάση αχαριστίας του Σερ εκδηλώνεται μέσα από την παντελή απουσία του ονόματος του Νόρμαν στο ευχαριστήριο που συντάσσει ως πρόλογο στο βιβλίο του, ένα λεύκωμα όπου καταγράφει την πορεία μιας πολύχρονης καριέρας κατά τη διάρκεια της οποίας ο αμπιγιέρ στεκόταν διαρκώς στο πλευρό του, δωρίζοντας απλόχερα την αγάπη του και κρατώντας κρυφό μυστικό τον ερωτικό πόθο του.
Στην ελληνική σκηνή, το έργο ανέβηκε την θεατρική περίοδο 1989-1990, στο θέατρο «Αθήναιον», σε μετάφραση Μαρλένας Γεωργιάδου και σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου, με τους Δημήτρη Παπαμιχαήλ και Νικήτα Τσακίρογλου. Το 1993 παρουσιάζεται από το «Σατιρικό Θέατρο Κύπρου» σε σκηνοθεσία Αντώνη Φουστέρη και το 2000 από το «Μοντέρνο Θέατρο» του Γιώργου Μεσσάλα.
Η φετινή σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη επιλέγει την ακρίβεια μιας ρεαλιστικής φόρμουλας, αφήνοντας το κείμενο ν’ ακουστεί και να ενσαρκωθεί σύμφωνα με την αυτοδιαθεσιμότητα ενός λόγου περίπου καθημερινού με προεκτάσεις ελεγχόμενης μεγαλορρημοσύνης.
Η στρωτή και ρέουσα μετάφραση της Εύας Γεωργουσοπούλου δημιουργεί έναν θεατρικό λόγο που εναρμονίζει την δομή και το λεξιλόγιο. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στους ηθοποιούς να κινηθούν άνετα τόσο στην γλωσσική όσο και στην παραγλωσσική εκφορά των ρόλων, που καθίστανται κατ’ αυτόν τον τρόπο κατανοητοί από το κοινό.
Ο Γιώργος Κωνσταντίνου ξαφνιάζει ευχάριστα με την υποκριτική του δεινότητα στο ρόλο του Σερ, καταθέτοντας μια ερμηνεία αγωνιώδη και σπαρακτική. Ο Χρήστος Στέργιογλου συγκινεί ως αφοσιωμένος αμπιγιέρ παρόλο που προβάλλει σε πρώτο πλάνο τη σεξουαλική ταυτότητα του ήρωα διανθίζοντας το παίξιμό του με λεπτούς κωμικούς τόνους.
Η Υβόννη Μαλτέζου υποδύεται εξαίσια τη Λαίδη, σύντροφο του Σερ στη ζωή και στη σκηνή, με ιώβεια εγκαρτέρηση και ευαισθησία. Η κυρία Μαλτέζου ερμηνεύει εξελικτικά το χαρακτήρα ώστε ν’ αποδώσει φυσικά και αβίαστα τα ξεσπάσματα της συσσωρεμένης οργής και αγανάκτησης. Η Γιώτα Φέστα χειρίζεται επιδέξια το χαρακτήρα της Ματζ, αποφεύγοντας μια μονοδιάστατη ερμηνεία της γεροντοκόρης που δεν έπαξε ν’ αγαπά τον Σερ, αλλά που από περηφάνια κι εγωισμό δεν του το έδειξε ποτέ.
Η Ερατώ Πίσση αποδίδει με αισθαντική θηλυκότητα την Ιρένε, σύμβολο νεότητας και ζωντάνιας. Ο Φώτης Θωμαΐδης σχεδιάζει έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα ως Τζέφρυ Θόρντον, υπάκουος και υπομονετικός μαθητής-ηθοποιός. Το ίδιο ισχύει και για το Δημήτρη Λιόλιο που υποδύεται τον φθονερό κύριο Όξενμπυ.
Στο σκηνικό χώρο που διαμορφώνει η Εύα Μανιδάκη συνυπάρχουν ισάξια το καμαρίνι του Σερ και η σκηνή του θεάτρου με την κλασσική κόκκινη αυλαία, με τρόπο ώστε να ρυθμίζονται, σύμφωνα με τις ανάγκες της πλοκής, οι διαχωριστικές γραμμές, που αναφέρονται στην εσωτερική διαρρύθμιση του φαντασιακού χώρου σε συνάρτηση με το εξωτερικό περιβάλλον.
Εύστοχα ο Παύλος Θανόπουλος σχεδιάζει τα θεατρικά κοστούμια με μια δόση υπερβολής, έντονα φανταχτερά χρώματα και χοντροκομμένη γραμμή, προκειμένου να σχολιάσει την αισθητική των παραστάσεων ενός δευτεροκλασάτου περιπλανώμενου θιάσου.
Ατμοσφαιρικοί οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, βάσει των οποίων διευθετείται η αποτύπωση των εικόνων και διευρύνεται το θεατρικό παιχνίδι του σκηνικού γεγονότος.
Άξια μνείας και η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου, η οποία ντύνει την παράσταση με σημασιακές ακουστικές αποχρώσεις, απόλυτα εναρμονισμένες προς τις θεματικές των τεκταινομένων επί σκηνής.
Στο σύνολό της, μια παράσταση με ρυθμό, πλούσια σε περιστατικά και συνάμα ενδιαφέρουσα από απόψεως «στησίματος» του περιβάλλοντος και των ερμηνευτών.

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

«Εσύ και τα σύννεφά σου» του Ερίκ Βεστφάλ στο θέατρο «Αγγέλων Βήμα»


Στο θέατρο «Αγγέλων Βήμα» παρουσιάζεται το έργο «Εσύ και τα σύννεφά σου» («Toi et tes nuages») του Γάλλου δραματουργού Ερίκ Βεστφάλ, σε μετάφραση Χαράς Μπακονικόλα και σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1929 στο Μονπελιέ και το κείμενο του ανέβηκε για πρώτη φορά το 1971 στο θέατρο «Ατενέ» σε σκηνοθεσία Ρολάν Μονό. Έκτοτε, γνωρίζει επιτυχία με πολλές αναπαραγωγές στη Γαλλία και στο εξωτερικό.
Στην ελληνική σκηνή, το έργο παρουσιάζεται για πρώτη φορά τη θεατρική περίοδο 1972-1973 από τη Νέα Σκηνή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία Νίκου Ραφτόπουλου και με την Αλέκα Κατσέλη στο ρόλο της Αντέλ. Προτελευταίο ανέβασμα, η περσινή παραγωγή της πολιτιστικής εταιρείας «Move your art» στο θέατρο «Αργώ» σε μετάφραση-σκηνοθεσία Όλγας και Μαρίας Βαρδάκα.
Στην ιδιόρρυθμη αυτή κωμωδία του Ερίκ Βεστφάλ, το κωμικό εναλλάσσεται με το τραγικό κι η αμέριστη αφοσίωση έρχεται σε ανέλπιδη αντιπαράθεση με την τρέλα. Δύο αδελφές, η Ερνεστίν κι η Αντέλα, δύο γυναίκες δυναμικές και ευφυείς αλλά απομονωμένες από τον κοινωνικό τους περίγυρο απολαμβάνουν η μία τη συντροφιά και την φροντίδα της άλλης.
Το μοτίβο των μοναχικών ανθρώπων που παγιδεύονται στον περίκλειστο κόσμο τους, το οποίο είχαμε συναντήσει και στα «Ορφανά» του Λάιλ Κέσλερ, την προηγούμενη παράσταση του Κοραή Δαμάτη, αλλά και σε πολλά άλλα έργα της ευρωπαϊκής δραματουργίας -αναφέρω σαν παράδειγμα το «Χορό του Θανάτου» του Στρίντμπεργκ- έχει μια ενδιαφέρουσα διάσταση, εκείνη της ψυχοπάθειας που ενεδρεύει στα βαθύτερα στρώματα της ψυχοσύνθεσης των ηρώων και αναζωπυρώνεται με την διαμεσολάβηση ενός τρίτου προσώπου, ενός απρόβλεπτου συνήθως εισβολέα, ο οποίος με την παρουσία του, ανάβει τη σπίθα ώστε να εκραγεί ο μηχανισμός που καταλύει τις άμυνες του προστατευμένου περιβάλλοντος.
Η Αντέλα διαφυλάσσει την αδελφή της από κάθε έκθεση στον έξω κόσμο που θα μπορούσε να αποκαλύψει την αρρώστια της και να την οδηγήσει σε ψυχιατρικό ίδρυμα και τα καταφέρνει ως τη στιγμή που ξεσπάει μια ακόμα κρίση της Ερνεστίνας. Σκοτώνει τότε τον πίθηκο-πειραματόζωο που κρατούν φυλακισμένο στο σπίτι για να ικανοποιείται η ψυχωτική της έλξη προς το ζώο, έλξη κληρονομημένη ως ένα βαθμό, από τον επιστήμονα πατέρα τους που έχει πεθάνει.
Ο προμηθευτής αρνείται να αντικαταστήσει τον πίθηκο και να δώσει έτσι τροφή στην παράνοια της γυναίκας, η οποία επιδεινώνεται μετά τον ξαφνικό θάνατό του προμηθευτή και την οριστική απώλεια της ελπίδας για την απόκτησή του πολυπόθητου ζώου. Και μια μέρα ένας πωλητής εισβάλλει στο σπίτι από το οποίο απουσιάζει η Αντέλα και βρίσκει την Ερνεστίνα μόνη. Τότε στο μυαλό της γυναίκας με την διαταραγμένη ψυχοπαθολογία, σχηματίζεται ένα σχέδιο. Να αντικαταστήσει τον πίθηκο με τον άνθρωπο. Και αποφασίζει να το θέσει σε εφαρμογή.
Τότε οι ισορροπίες θα διαταραχτούν ανεπανόρθωτα δίνοντας την ευκαιρία στον συγγραφέα να επιδοθεί σε μια θαυμάσια ανατομία των χαρακτήρων του απογυμνώνοντας τόσο την τρέλα όσο και την λογική των ηρωίδων του, απομυθοποιώντας μέσα από συνεχείς ανατροπές την αρρωστημένη προσήλωση της μίας αδελφής προς την άλλη και οδηγώντας τις τελικά στο πιο ακραίο και τρομακτικό σημείο της σχέσης τους, σε μια φονική αντιπαράθεση με ολέθριο αποτέλεσμα και για τις δύο.
Επιδέξιος ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, ο Βεστφάλ δημιουργεί το δραματουργικό εκείνο περιβάλλον στο οποίο η ανθρώπινη περιπέτεια εξελίσσεται σε ένα ανελέητο παιχνίδι εξουσίας. Οι δύο γυναίκες δεν έχουν να καταθέσουν, στην αρένα της σύγκρουσής τους, μόνο την ψυχοπάθειά τους αλλά και την βαθύτερη και ουσιαστικότερη ρήξη τους που σχετίζεται με την βαθιά προοδευτική, επαναστατική στάση της Ερνεστίνας απέναντι στη ζωή και την περιφρόνησή της για τις κατεστημένες κοινωνικές αξίες σε αντιπαράθεση με τον συντηρητισμό, την στενοκεφαλιά και την θρησκειολαγνεία της Αντέλας. Επίσης διαχειρίζεται, όπως κι ο Ίψεν στους «Βρικόλακες», την γονιδιακή, κληρονομημένη διαταραχή η οποία καιροφυλακτεί κρυμμένη για να αφυπνιστεί με την ενηλικίωση και να υπονομεύσει την προσωπικότητα των ηρώων, αναλώνοντας την κοινωνικότητά τους κι αποδυναμώνοντας τα υγιή στοιχεία του χαρακτήρα τους.
Η μετάφραση της Χαράς Μπακονικόλα προσφέρει ένα λόγο αβίαστο που αναδεικνύει τις ιδιόρρυθμες λεκτικές πολυσημίες και το ανατρεπτικό χιούμορ του έργου, ενισχύοντας παράλληλα την ατμόσφαιρα θρίλερ και τα στοιχεία του παράλογου που ενεδρεύουν πίσω από τις κωμικές και δραματικές σεκάνς.
Ο Κοραής Δαμάτης, ο οποίος επιμελείται επίσης τα σκηνικά και τα κοστούμια, έστησε μια σφιχτοδεμένη παράσταση με γοργούς ρυθμούς και επιβλητικές ατμόσφαιρες που ενισχύει την εσωτερικότητα των διαλόγων και τις συναισθηματικές εναλλαγές των ηρωίδων.
Η Αντιγόνη Βαλάκου (Ερνεστίν) κι η Σμαράγδα Σμυρναίου (Αντέλ) ενσαρκώνουν τις δύο ηρωίδες με υποκριτική ευκρίνεια και θαυμαστή εσωτερικότητα ενώ ο Αντώνης Θεοδωρακόπουλος υποδύεται τον πλασιέ με χιούμορ και πειστικότητα.
Την διανομή συμπληρώνει ο Δημήτρης Μπικηρόπουλος ο οποίος πλάθει τον χαρακτήρα του Ζουμπρόβιτς, του προμηθευτή πιθήκων και οικογενειακού φίλου, με ευαισθησία και συνέπεια.
Την μουσική συνέθεσε ο Χρίστος Θεοδώρου ενώ τα τραγούδια ερμηνεύουν αισθαντικά η Χαρά Κεφαλά κι η Βικτωρία Ταγκούλη.

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

«Αυτό θα το δούμε» του Tom Stoppard, από την ομάδα «90ο C», στο θέατρο «Βικτώρια»


Φανταστείτε μια παράσταση όπου τίποτα δεν είναι στην θέση του! Μπροστά στα μάτια σας βλέπετε δύο κριτικούς και ακούτε ολοζώντανο το διάλογό τους ενώ παρακολουθούν αυτή την παράσταση. Ήρωες που περιμένουν από στιγμή σε στιγμή να συμβεί το απόλυτα τρομακτικό αλλά εν τέλει το μόνο τρομακτικό είναι πως τίποτα λογικό δεν συμβαίνει. Και μια πλειάδα ηθοποιών που εξυπηρετεί με μαεστρία όλο αυτό το χάος προσφέροντάς μας μία από τις πιο έξυπνες σκηνικές εκπλήξεις της χρονιάς.

Το έργο
Όλα ξεκινάνε όταν δύο κριτικοί αποφασίζουν να πάνε να δουν ένα θεατρικό θρίλερ και βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σκηνικό που σαφώς αντικατοπτρίζει την ατμόσφαιρα της γνωστής σε όλους μας «ποντικοπαγίδας» ή ανάλογων θρίλερ. Καταιγίδες, κεραυνοί, αποκλεισμός σ’ ένα στοιχειωμένο σπίτι, δολοφόνοι που επιτυχώς χτυπάνε χωρίς να αποκαλύπτονται, κατάσταση πανικού και αναπάντεχες ανατροπές. Άνθρωποι με λάμψη, οι παρατρεχάμενοί τους αλλά και απλοί υπηρέτες περιφέρονται μέσα σε πανικό, έτοιμοι να έρθουν αντιμέτωποι με έναν φρικτό δολοφόνο που βρίσκεται μάλλον ανάμεσά τους ή αν όχι, σε απόσταση αναπνοής από αυτούς.
Αν σας αρέσουν οι τεχνικές των Μόντυ Πάιθονς, θα απολαύσετε μικρές, φαρσικές σκηνές όπου το αστείο υπερβαίνει τον εαυτό του και καταλήγει να ξεσπάει στην κυριολεξία πάνω στους βράχους της λογικής, ανατρέποντας την σοβαροφάνεια της καθημερινότητάς μας, αποκαλύπτοντας τον παραλογισμό εκεί που συνήθως ενδημεί το φυσιολογικό και αποκλείοντας κάθε εισροή συμβολικού χαρακτήρα πίσω από γεγονότα, πράξεις και καταστάσεις που αρνούνται να κοσμηθούν με οποιοδήποτε βαθύτερο νόημα.
Με τίτλο «The Real Inspector Hound» (σε ελεύθερη απόδοση «Αυτό θα το δούμε»), το έργο αυτό χρησιμοποιεί τα υλικά και τα επιχειρήματα κάθε είδους προβληματισμού μόνο και μόνο για να εμπαίξει την σοβαροφάνεια και να τραβήξει στα άκρα τον παραλογισμό που εντρυφεί στα σκοτεινά μύχια της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.
Κάτω από το πρίσμα αυτό, η αναγωγή στο θεατρικό έργο «Η Νύχτα της Κυρίας Lucienne» του Αργεντινού καρτουνίστα Copi, προκύπτει αυθόρμητα καθώς η ατμόσφαιρα ενός τεχνητού τρόμου φωτίζει τις αφανείς ψυχώσεις και νευρώσεις των ηρώων, εναλλάσσει τις μορφές εξουσίας και παραβιάζει τους κώδικες επικοινωνίας για να κυριαρχήσει εν τέλει το φαρσικό στοιχείο και να θριαμβεύσει το χιούμορ με το οποίο ενίοτε η τέχνη αντιμετωπίζει επιτυχώς τον έσχατο τρόμο της ανυπαρξίας.
Το θρίλερ εξελίσσεται ακολουθώντας τους κανόνες της αστυνομικής δραματουργίας αλλά ανατρέπει ταυτόχρονα την λογική επιχειρηματολογία για να τοποθετήσει στην θέση της το απρόβλεπτο σπάραγμα που πηγάζει από την σάτιρα των ίδιων των κωδικών της.
Υπάρχουν πάντα βέβαια και οι δύο κριτικοί, σοβαροί, αυστηροί κι ατσάκιστοι, με πρόθεση να ασκήσουν την δική τους ανέμπνευστη εξουσία ενάντια στην ευφάνταστη καλλιτεχνική αναρχία, οι οποίοι αφού προβαίνουν στα προτυποποιημένα σχόλια τα ήδη εμπεδωμένα από την, ως τότε, επαγγελματική εμπειρία τους, έρχονται αντιμέτωποι με την αστραπή του παράλογου και εξαναγκάζονται να παραδοθούν στην θεατρική δράση, να υπάρξουν πλέον ως πρόσωπα του δράματος κι όχι ως στυγνοί κριτές των δράσεων, εξ αποστάσεως.
Την θέση τους θα πάρουν κατ’ αντιστροφή, δύο ηθοποιοί οι οποίοι αρχίζουν μέσα από την νεοαποκτηθείσα τους ιδιότητα να μετατρέπονται σε άξιους συνεχιστές του έργου των προκατόχων τους. Αν και καλύτερα είναι να παραδοθεί κανείς σ’ αυτή τη φάρσα, άνευ όρων, δεν θα μπορούσα να μην σχολιάσω και την ευφυή μεθοδολογία που κρύβεται πίσω από το χάος και που σε ωθεί σε ενδιαφέροντες προβληματισμούς, όχι μόνο όσον αφορά το ποιος είναι ο δολοφόνος αλλά και για το πόσο εν δυνάμει δολοφόνος είναι ο καθένας μας.

Η παράσταση
Η παράσταση κινείται σε έντονους και καλοδουλεμένους ρυθμούς ενώ η ομάδα των «90ο C» έχει δουλέψει με σύστημα, μέθοδο και έμπνευση για να μας προσφέρει μια ευφυή και απολαυστική εμπειρία, μια ολοζώντανη χορογραφία με καλοχωνεμένα τα εφέ της και έγκυρο μουσικό σχολιασμό, αυστηρή οργάνωση και κυρίως ένα ξεκαρδιστικό αποτέλεσμα.
Οι πανικόβλητοι ήρωες της «παράστασης μέσα στην παράσταση», ερμηνεύονται με μαεστρία και χιούμορ, οι ηθοποιοί ακολουθούν την τεχνική των καρτούν, υπερβάλλοντας στις αντιδράσεις τους και εμπαίζοντας με τις τεχνικές τους την αληθοφάνεια για να προκαλέσουν αβίαστο γέλιο.
Η στιβαρή σκηνοθεσία είναι του Δημήτρη Κομνηνού, τα εμπνευσμένα σκηνικά και κοστούμια του Γιώργου Λυντζέρη, η ευφάνταστη μουσική και τα visuals του Ανδρέα Τρούσσα, οι καλοστημένες χορογραφίες του Πάνου Μεταξόπουλου, οι επιβλητικοί φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, ενώ τα φωνητικά οφείλονται στους Βασιλική Ρόρρη, Νεκτάριο Γεωργιάδη, Βασίλη Αξιώτη και Αγνή. Στο video εμφανίζεται ο Κώστας Τερζάκης.
Τους ρόλους ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Μαρίνα Βρόντη, Μελέτης Γεωργιάδης, Στέλιος Γούτης, Μαριάννα Λαμπίρη, Δημήτρης Ντάσκας, Μανώλης Σκιαδάς και Χαρά Τσιώλη.