Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Το Απόλυτο δικαίωμα του αυτο-ορισμού


Με δυο μικρά σφουγγάρια μάζευε
άσπρα λουλούδια απ’ το χαλί
-ταιριαστά εκείνα στο γάμο της τότε, η γυναίκα
ισότιμη με τον άνδρα-
μάζευε με το πάθος και το νυφικό
που κρεμόταν στα χνούδια
του φιλιού του
Εγώ τις πετούσα αίμα,
ν’ αναστήσω το φεγγάρι έλεγα, το ξέχασε στα χέρια μου
εκείνη αμίλητη ώχραινε το αιματωμένο μου φεγγάρι
στη μέση κόβοντας τις πράξεις
Ω είμαι σίγουρη θα κόψει και το θάνατο
θα τον κάνει μικρό στη ματιά της
σαν το παιδί που έτρεχε κάποτε στο χαλί
Τώρα υποψιάζομαι, πως έκοψε κι εμένα
καθισμένη σε τούτο το χαλί
σε όλες του τις λέξεις

(Ανέκδοτο ποίημα της Κατερίνας Κατσίρη)

Το κύκνειο άσμα του Ισπανού ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898 – 1936), το θεατρικό έργο «Το Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα» (1936), αποτελεί μια τραγωδία για τη γυναίκα σε κάθε σημείο της γης. Έργο ηφαιστειακών και μητριαρχικών παθών και συγκρούσεων, στροβιλίζεται γύρω από τα όρια της ατομικής ελευθερίας και των τυραννικών προκαταλήψεων. Ένα ψυχογράφημα διαπλεκόμενων εσωτερικών διεργασιών. Η δράση εκπροσωπεί τη μάχη δύο αντιθετικών δυνάμεων, τη συντήρηση ενός ασφυκτικού ηθικού κώδικα και την απελευθέρωση των ζωτικών ανθρώπινων ορμών.

Η υπόθεση του έργου
Μετά το θάνατο του άνδρα της, η τυραννική μάνα Μπερνάντα επιβάλλει οκταετές καθολικό πένθος στις πέντε μαυροφορεμένες, εγκάθειρκτες στον οίκο, θυγατέρες της. Η θρυαλλίδα του δράματος, ο αρραβωνιαστικός της πρωτότοκης κόρης που δεν εμφανίζεται ποτέ επί σκηνής, θα συνευρεθεί κρυφά με τη νεότερη, θα την καταστήσει έγκυο και όταν μαθευτεί η άνομη πράξη, η μάνα θα πυροβολήσει τον Πέπε Ρομάνο ενώ η μικρή θα δώσει μόνη της τέλος στη ζωή της. Η πράξη της αυτοκτονίας δεν εκλαμβάνεται ως σημάδι ήττας αλλά ως έκφραση του απόλυτου δικαιώματος αυτο-ορισμού.
Η μάνα-πατριάρχης με τυφλή προσήλωση στην επιφανειακή τάξη των καταστάσεων που νομίζει ότι ορίζει απόλυτα, βάζει την τιμή, την ηθική ορθότητα και τη γνώμη του κοινωνικού περίγυρου ακόμα και πάνω από τον θάνατο ενώ το όνομά της παραπέμπει τραγικά στο λευκό, αγνό και άσπιλο.
Ο χαρακτηρισμός του έργου ως «φωτογραφικό ντοκουμέντο» υπογραμμίζει εύλογα τις κοινωνικές και ιστορικές του αναφορές παραπέμποντας ταυτόχρονα στην αισθητική του άσπρου – μαύρου, των δυο αντιθετικών πόλων που χαρακτηρίζουν οριακά την πραγματικότητα.

Η παράσταση
Εισερχόμενος στην αίθουσα του θεάτρου «Μαύρη Σφαίρα» που λειτουργούσε ως καταφύγιο πολέμου, ο θεατής νοιώθει κοινωνός και μύστης μιας ιερουργίας που καταλύει την ψευδαίσθηση. Ο σκηνικός χώρος μοιάζει συνέχεια μιας εξωσκηνικής πραγματικότητας που δραματοποιείται ποιητικά ανασύροντας από τον ρεαλισμό της συνειδήσεως του θεατή το λυρισμό μιας ποιητικής συλλήψεως του κόσμου.
Η σκηνοθεσία της Τότας Σακελλαρίου ακολουθεί έναν σταθερό βηματισμό με αργούς ρυθμούς για να αποκαλυφθούν όλοι οι μαίανδροι των συγκρούσεων. Η άφθαρτη ποιητική μετάφραση του Νίκου Γκάτσου αποδεικνύει για άλλη μια φορά τις αρετές της και εγγράφεται στα θετικά στοιχεία της παράστασης.
Το σκηνικό και τα κοστούμια της Ισμήνης Καρυωτάκη αναδεικνύουν τη σύγκρουση του αντιθετικού δίπολου «φως – σκοτάδι» παίζοντας στην κυριολεξία με το άσπρο και το μαύρο που θα «σπάσει» μόνο με το πράσινο φόρεμα της Αδέλας, συμβολική αντίδραση σ’ έναν ασφυκτικό καθωσπρεπισμό. Γύρω από το μεγάλο τραπέζι που δεσπόζει στο κέντρο της σκηνής, στις αφανέρωτες γωνιές ενός σπιτιού – μοναστηριού, ταυτόσημου μιας αληθινής φυλακής και μετωνυμία μιας κοσμοθεωρίας που προβάλλει την αυστηρή ηθική, ξεχειλίζει ο ασίγαστος πόθος για έρωτα των πέντε κοριτσιών.
Η Τότα Σακελλαρίου με απέριττο και λιτό ύφος ενσάρκωσε την ακρωτηριασμένη γυναικεία φύση της Μπερνάντα που καταποντίζει κάτω από το βάρος της κάθε ένδειξη ηδονής και ζωής. Η Άννα Μέγα σκιαγράφησε την Πόνθια με αφηγηματική λεπτομέρεια και ρεαλιστικές προδιαγραφές.
Ως Μαρτύριο, η Εύη Σιδέρη έδωσε έμφαση στο διχασμό μιας φύσης δυνάμει ερωτικής και επαναστατικής, εγκλωβισμένης σ’ ένα αδύνατο σώμα. Η Σοφία Γκάτση υπογράμμισε την αγωνία της Ανγκούστιας που πολεμάει για την ύστατη ελπίδα με όπλα κοινωνικά και οικονομικά. Η Καρολίνα Μωρέτη υποδύεται εξελικτικά και με εκφραστικές εναλλαγές την Αμέλια που έχει σχεδόν αποδεχθεί την έλλειψη προοπτικής, ένα καλύτερο μέλλον.
Η Μαρία Κακούρου σ’ έναν ιδιαίτερα απαιτητικό ρόλο – κλειδί αυτόν της Αδέλας, ανταποκρίνεται σε ικανοποιητικό βαθμό. Η Μαγδαλένα της Αθηνάς Μαθιουδάκη βγαίνει με απόλυτη καθαρότητα, θέρμη και εσωτερική ισορροπία. Ως δούλα, η Μαργαρίτα Λιάκου κινείται με απλότητα και ακρίβεια. Η Στέλλα Βασίλα, η Μαρίτα Λόλη και η Κάντιω Ηλιοπούλου κατορθώνουν να μην περάσουν απαρατήρητες στους σύντομους ρόλους τους.
Η Ράνια Σκέρτσου εστιάζει στην εξωτερική υφολογία της Μαρίας Χοσέφα, της στοιχειωμένης ψυχής του σπιτιού που εκστομίζει με την ελευθερία του ακαταλόγιστου όλα όσα πνίγουν τις ανύπαντρες θυγατέρες.
Στο σύνολο της, μια ατμοσφαιρική παράσταση μέσα από μια «κλασική» προσέγγιση του έργου που κατορθώνει να μιλήσει στο σημερινό θεατή. Από την παραγωγή απουσιάζει ένα πρόγραμμα με κείμενα και μελέτες γύρω από το έργο του Λόρκα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Μετάφραση : Νίκος Γκάτσος
Σκηνοθεσία – Φωτισμοί – Μουσική επιμέλεια : Τότα Σακελλαρίου
Βοηθοί σκηνοθέτη : Βασίλης Αφεντούλης, Έφη Καλογεροπούλου και Γιώργος Μάρδας
Σκηνικά – Κοστούμια : Ισμήνη Καρυωτάκη
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μαργαρίτα Λιάκου, Άννα Μέγα, Ράνια Σκέρτσου, Τότα Σακελλαρίου, Εύη Σιδέρη, Σοφία Γκάτση, Καρολίνα Μωρέτη, Αθηνά Μαθιουδάκη, Μαρία Κακούρου, Στέλλα Βασίλα, Μαρίτα Λόλη και Κάντιω Ηλιοπούλου

ΘΕΑΤΡΟ ΜΑΥΡΗ ΣΦΑΙΡΑ
Ζωοδόχου Πηγής 48, Εξάρχεια, τηλ. 210 38 48 060
Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο 21.30

Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

Η Δυστυχία του ανεκπλήρωτου


«Τα ακίνητα υγρά του αέρα
Κάτω από την ηχώ των κλαδιών.

Τα ακίνητα υγρά της θάλασσας
Κάτω από ένα φύλλο αστεριών.

Τα ακίνητα υγρά των χειλιών σου
Κάτω από ένα θάμνο φιλιών


(Από την ποιητική συλλογή του Λόρκα, «Primeras Canciones», 1922)

Μετά τη συλλογή «Romancero Gitano», ο Ισπανός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898 – 1936) ολοκληρώνει το έργο «Ο Έρωτας του Δον Περλιμπλίν με τη Μπελίσα στον κήπο του» (1929), ένα ερωτικό αλληλούια σε τέσσερις εικόνες και έναν πρόλογο, όπου ο δημιουργός επανέρχεται στο προσφιλές του θέμα, τον ανεκπλήρωτο έρωτα. Έναν έρωτα όχι λιγότερο έντονο σε πάθος, καταδικασμένο όμως να οδηγηθεί στην αυτοκαταστροφή. Μια παραλλαγή ερωτικού τραγουδιού, ένα ποιητικό παραμύθι με μαγικό ρεαλισμό, εύθραυστο και ονειρικό, ένα «ανθρώπινο κουκλοθέατρο», όπως το χαρακτήρισε και ο ίδιος ο συγγραφέας. Στο μικρόκοσμο του Λόρκα, οι ήρωες εκτίθενται στο άγρυπνο μάτι του κυκλώνα των δυνάμεων της ετερότητας που δικάζει και συχνά καταδικάζει ενώ τα ακαταμάχητα σύμβολα εποπτεύουν τις μοιραίες κινήσεις του διπλανού.
Ο παραιτημένος από τη ζωή και τις γήινες απολαύσεις, Δον Περλιμπλίν παρακινείται από τη συνετή του υπηρέτρια Μαρκόλφα να παντρευτεί την όμορφη και κατά πολύ νεότερη γειτόνισσά του Μπελίσα, η οποία με τη σειρά της ωθείται σε αυτόν το γάμο υπακούοντας πειθήνια στις μητρικές προσταγές που αποβλέπουν στην οικονομική αποκατάσταση. Οι ερωτικές συνευρέσεις της Μπελίσα με διαφορετικούς εραστές την πρώτη νύχτα του γάμου και η συνειδητοποίηση του γεγονότος αυτού από τον ηλικιωμένο σύζυγο βυθίζουν τον τελευταίο σε μια θάλασσα αγάπης και ευγνωμοσύνης και παράλληλα σε μια ανείπωτη δυστυχία. Ένα σαδιστικό παιχνίδι διεκδίκησης ξεκινά καθώς ο Δον Περλιμπλίν μεταμφιέζεται προσποιούμενος έναν άγνωστο νεαρό και κατορθώνει να κάνει τη Μπελίσα να τον ερωτευθεί. Η κόρη μυείται στο μυστήριο του έρωτα από τον άγνωστο ο οποίος ενσαρκώνει την ελκυστική εξιδανίκευση. Ο θάνατος που έρχεται με την αυτοκτονία θα λυτρώσει τον ήρωα από τον τραγικά διχασμένο του εαυτό και θα προσδώσει για μια μόνο στιγμή υπόσταση στον έρωτα του.
Η σκηνοθεσία του Νικόλα Μίχα διανθίζει το έργο του Λόρκα με μουσικοχορευτικά ιντερλούδια τα οποία βασίστηκαν σε μερικά από τα πιο όμορφα του ποιήματα. Με βασικό άξονα την αφηγήτρια της παράστασης η οποία καθοδηγεί τη συνεχή εναλλαγή ανάμεσα στα ποιητικά και διαλογικά μέρη, ο θεατής παρασύρεται σε ένα παραμυθένιο ταξίδι στον κόσμο του Ανδαλουσιανού συγγραφέα. Στην παράσταση γίνονται αναφορές σε πληθώρα στοιχείων που ενέπνευσαν το δημιουργό όπως ο βωβός κινηματογράφος, η παντομίμα και το κουκλοθέατρο.
Η οπτική εστιάζει κυρίως στις αλληλοσυγκρουόμενες έννοιες που περιστρέφονται γύρω από τη δυστυχία του ανεκπλήρωτου έρωτα, τη συνεχή πάλη ανάμεσα στο γέλιο και το δάκρυ, τη φαντασίωση και την πραγματικότητα, τη σάρκα και το πνεύμα, το λυρισμό και το γκροτεσκ. Τα πρόσωπα του έργου προσδιορίζονται αρχικά σα χάρτινες φιγούρες που σταδιακά μετουσιώνονται σε αληθινά πρόσωπα με συναισθήματα. Συγκινητική η σκηνή του φινάλε!
Τα κοστούμια της Παναγιώτας Κάπελα και της Όλγας Πανοπούλου παραπέμπουν σε αισθητική παιδικού θεάτρου ενώ το υποτυπώδες σκηνικό επιζητεί να αποδείξει πως αυτό που γίνεται «εδώ και τώρα» γίνεται για πρώτη φορά χάριν ενός θεατρικού δρώμενου. Οι φωτισμοί της Ελένης Τριανταφυλλοπούλου υπογραμμίζουν τις συναισθηματικές μεταβολές των προσώπων και ενισχύουν τη διάσταση της ονειροφαντασίας.
Στην παράσταση ακούγονται τα τραγούδια : «Το τραγούδι των μαύρων περιστεριών», «Η Μπαλάντα της μικρής αυλής», «Πόθος για ένα άγαλμα», «Πέθανε το ξημέρωμα», «Το τραγούδι της απεγνωσμένης αγάπης», «Η μοιχαλίδα», «Η μπαλάντα του υπνοβάτη» και «Αυτοκτονία» σε ποίηση του Φεντερίκου Γκαρθία Λόρκα, μετάφραση του Νικόλα Μίχα και μουσική του Χρίστου Θεοδώρου.
Ο Μελέτης Γεωργιάδης (Δον Περλιμπλίν) αν και μονοδιάστατα αναδεικνύει εν τέλει το τραγικό υπόβαθρο του χαρακτήρα. Η Νικολέτα Κοτσαηλίδου (Μπελίσα) δεν ερμηνεύει εξελικτικά το ρόλο ώστε ν’ αποκαλύπτονται σταδιακά οι συναισθηματικές μεταπτώσεις της ηρωίδας. Η Κατερίνα Σουβλή (Μαρκόλφα) βρίσκει ευτυχώς το υποκριτικό της στίγμα στην τελευταία καίρια σκηνή.
Ο Κωνσταντίνος Παπαβασιλείου (Δαιμόνιο Α) και η Μαρία Αντωνίου (Δαιμόνιο Β) δημιουργούν ένα ενδιαφέρον υποκριτικό δίδυμο που κινείται χορογραφικά και σε κοινούς κώδικες. («Δαιμόνιο» - «Duende» αποκαλούν ένα παιχνιδιάρικο, υπερφυσικό πλασματάκι, που στήνει ανώδυνες παγίδες ή προκαλεί αλλόκοτους θορύβους μέσα στο λαϊκό σπίτι ή μέσα στον κόσμο των παλιών παραμυθιών). Η Άρτεμη Ματαφιά (Αφηγήτρια) διακρίνεται και για τη φωνητική της δεινότητα. Η Χάρις Συμεωνίδου (Μητέρα της Μπελίσας) στη σύντομη σκηνή που εμφανίζεται δεν κάνει «φάλτσο».
Καλαίσθητο το ολιγοσέλιδο πρόγραμμα με πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα, σκίτσα και φωτογραφικό υλικό ενώ διατίθεται προαιρετικά και ένα CD με τη μουσική της παράστασης.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Δον Περλιμπλίν και Μπελίσα» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Μετάφραση – Σκηνοθεσία : Νικόλας Μίχας
Σκηνικά : Παναγιώτα Κάπελα
Κοστούμια : Παναγιώτα Κάπελα – Όλγα Πανοπούλου
Μουσική : Χρίστος Θεοδώρου
Χορογραφίες : Ελισάβετ Πλιακοστάθη
Φωτισμοί : Ελένη Τριανταφυλλοπούλου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μελέτης Γεωργιάδης, Νικολέτα Κοτσαηλίδου, Κατερίνα Σουβλή, Κωνσταντίνος Παπαβασιλείου, Μαρία Αντωνίου, Άρτεμη Ματαφιά και Χάρις Συμεωνίδου

ΘΕΑΤΡΟ ΦΟΥΡΝΟΣ
Μαυρομιχάλη 168, τηλ. 210 64 60 748
Δευτέρα – Τρίτη 21.15

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

Η Ηδονή του ρίσκου


«Γιατί να μην υπάρχει ανοιχτή η τελική επιλογή, η μεγαλύτερη, η αποχώρησή μας; Όπως και όποτε εμείς το επιλέξουμε. Με αξιοπρέπεια, με το κεφάλι μας ψηλά, όταν εμείς αποφασίσουμε πως έκλεισε ο κύκλος. Δεν με επιλέγει ο θάνατος – τον επιλέγω εγώ! Μόνο αυτή η ευκολία έλειπε από την εποχή μας, η έξοδος κινδύνου προς την ελευθερία ή όπως σας είπα πριν, η μυστική πύλη του θανάτου. Αυτή την ευκολία παρέχει η Λέσχη της Αυτοκτονίας σύντροφοι»

(Απόσπασμα από το έργο)

Ο Robert Louis Stevenson (Σκωτία 1850 – 1894) γράφει στα 1882 το σπονδυλωτό μυθιστόρημα «Νέες Χίλιες και Μία Νύχτες» («New Arabian Nights») όπου περιέχονται «Η Λέσχη της Αυτοκτονίας» («The Suicide Club») και «Ο Δυναμιτιστής». Η παράσταση που σκηνοθέτησε η Κατερίνα Ευαγγελάτου στην αίθουσα «Είσοδος Κινδύνου» του «Αμφιθεάτρου» στηρίχθηκε στο πρώτο κεφάλαιο της «Λέσχης της Αυτοκτονίας» που έχει τίτλο «Ιστορία του νεαρού με τα ταρτάκια» («Story of the young man with the cream tarts»).
Ο Πρίγκηπας Φλόριζελ της Βοημίας με τον υπασπιστή του, Συνταγματάρχη Τζέραλντιν συναντούν ένα βράδυ σ’ ένα μπαρ του Λονδίνου κάποιο μυστηριώδη νεαρό ο οποίος τους εισάγει σε μια λέσχη ανδρών που αναζητούν ν’ απαλλαγούν από τη νοσηρή και αγωνιώδη ανία της ζωής τους. Τα μέλη πληρώνουν συνδρομή ενώ δεσμεύονται με όρκους και απαράβατους κανόνες. Ο πρόεδρος της λέσχης τους κάνει συμμέτοχους σε μια βιομηχανία εγκλήματος ενώ το διεστραμμένο παιχνίδι της τράπουλας υποδεικνύει κάθε φορά τον ιερουργό της νύχτας (άσσος σπαθί) και τον «τυχερό της βραδιάς» που θα βρει λυτρωμό (άσσος πίκα). Οι φόνοι παρουσιάζονται σαν ατυχήματα σ’ αυτό το σκοτεινό ναό της μέθης όπου η αυτοκτονία ως πράξη είναι το βάπτισμα.
Το τελικό κείμενο της παράστασης, ένα άρτιο θεατρικό έργο, προέκυψε κατά τη διάρκεια των προβών από τη σκηνοθέτιδα και τους ηθοποιούς, προϊόν κοινής έρευνας και συνεργασίας. Η διασκευή ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τον αφηγηματικό ιστό της ιστορίας μένοντας αρκετά πιστή σε πρόσωπα και καταστάσεις. Η δραματοποίηση προσεγγίζει το μυθιστορηματικό λόγο εικονοποιώντας τα καίρια σημεία στα οποία ο συγγραφέας διοχετεύει το δεσπόζον χαρακτηριστικό προκειμένου να διατηρηθεί ανέπαφη η σημασιολογία των πράξεων και των επιλογών των ηρώων. Ωστόσο, το πεδίο διευρύνεται και αποσπάται από χωροχρονικά πλαίσια για ν’ απλωθεί στη διαχρονία συνομιλώντας παράλληλα με το σημερινό θεατή. Έτσι, στίχοι του Κώστα Καρυωτάκη και του Σαιξπηρικού Άμλετ ενσωματώνονται αβίαστα στα διαλογικά μέρη μαζί με αναφορές στην αυτοκτονική συμπεριφορά σε ύφος που ακολουθεί τις αρχές του «επινοητικού θεάτρου».
Ένα πείραμα – παιχνίδι. Η παράσταση ξεκινάει από το φουαγιέ όπου δυο ηθοποιοί ανακαλύπτουν σ’ ένα ξεχασμένο σεντούκι ένα παλιό βιβλίο, τη «Λέσχη Αυτοκτονίας» του Στήβενσον. Καθώς το ξεφυλλίζουν και διαβάζουν τις πρώτες αράδες μπαίνουν στον πειρασμό να δώσουν «σάρκα και οστά» στους ήρωες του που σχεδόν έχουν αρχίσει να ξεκολλούν από το χαρτί. Αφού φορέσουν τα κοστούμια καλούν τους θεατές να τους ακολουθήσουν στον επάνω χώρο όπου οι καθρέφτες, οι χαμηλοί φωτισμοί και ο καπνός διαμορφώνουν τη σκοτεινή ατμόσφαιρα της Λέσχης. Ο σκηνικός χώρος που επιμελήθηκε ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης καθίσταται χώρος τελετουργίας και τα κοστούμια του εξυπηρετούν την επιμέρους χαρακτηρολογία των θεατρικών προσώπων. Οι εξαιρετικοί φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα κατασκευάζουν μια σημασιολογία του περιβάλλοντος δημιουργώντας αναλογική κάθε φορά ατμόσφαιρα και ένα σασπένς που ενισχύεται από τη μουσική υπόκρουση του Σταύρου Γασπαράτου.
Η παράσταση φωτίζει πτυχές ενός σύγχρονου σκεπτικισμού χωρίς να οδηγεί στην απελπισία. Αντίθετα, σκηνές κωμικής ανθολογίας με ευφυές και εμπαικτικό χιούμορ δρουν ευεργετικά καθώς συμπλέουν με τον κυνικό λόγο του Στήβενσον. Οι ερμηνείες ακολουθούν αυτό το πνεύμα και ισορροπούν επιδέξια ανάμεσα στους δυο τόνους. Ο Νικόλας Παπαγιάννης (Πρίγκηπας Φλόριζελ) και ο Στάθης Μαντζώρος (Συνταγματάρχης Τζέραλντιν) δημιουργούν ένα ενδιαφέρον υποκριτικό δίδυμο και υπογραμμίζουν με την κίνηση και το δουλεμένο λόγο τις εναλλαγές της εσωτερικής διαλεκτικής των δύο χαρακτήρων. Ο Λευτέρης Πολυχρόνης (Νεαρός με ταρτάκια) νοηματοδοτεί σωματικά τον ήρωα δημιουργώντας ένα εκρηκτικό ολοκλήρωμα αφήνοντας τον θεατή ν’ αμφιταλαντευθεί επί του ερωτήματος, αν ο μυστηριώδης νεαρός είναι θύτης ή θύμα. Ο Τάσος Δαρδαγάνης (Μάλθους) και ο Φώτης Μπάτζας (Λάρς) υιοθετούν μια εκφορά λόγου και κινήσεων δια των οποίων υπηρετείται η αρμονική μετάβαση από το πρόσωπο στο προσωπείο και από τη μια κατάσταση στην άλλη. Ο πρόεδρος της Λέσχης δεν εμφανίζεται, ακούμε μόνο τη φωνή του. Η ηχογραφημένη φωνή του Σπύρου Ευαγγελάτου δημιουργεί ξεχωριστή δομή στο παιχνίδι της σκηνικής δράσης.
Στο πρόγραμμα της παράστασης ο αναγνώστης θα διαβάσει πληροφορίες για το συγγραφέα, ενδιαφέρουσες μελέτες, άρθρα και στατιστικές για την αυτοκτονία καθώς και ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη. Για πρώτη φορά στα ενενήντα τεύχη της θεατρικής βιβλιοθήκης του Αμφιθεάτρου δε δημοσιεύεται το κείμενο.
Στο σύνολο της, μια συναρπαστική θεατρική εμπειρία.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Η Λέσχη της Αυτοκτονίας»
Παράσταση βασισμένη στο ομότιτλο διήγημα του Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον
Σκηνοθεσία : Κατερίνα Ευαγγελάτου
Σκηνικά – κοστούμια : Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Μουσική : Σταύρος Γασπαράτος
Φωτισμοί : Μελίνα Μάσχα
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Νικόλας Παπαγιάννης, Στάθης Μαντζώρος, Λευτέρης Πολυχρόνης, Τάσος Δαρδαγάνης και Φώτης Μπάτζας.

ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ
Αδριανού 111, Πλάκα, τηλ. 210 32 33 644
Τρίτη – Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή – Κυριακή 21.30