Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

«Χορός Θανάτου» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ από την ομάδα «Υστερόγραφο» στο «Studio Μαυρομιχάλη»


Το έργο του Αυγούστου Στρίντμπεργκ «Χορός Θανάτου» (1901) ανεβαίνει από την θεατρική ομάδα «Υστερόγραφο», στην μετάφραση που υπογράφει ο Μίνως Βολανάκης και σε σκηνοθεσία Γιώργου Γιανναράκου.
Σ’ ένα μοναχικό νησί του Σουηδικού αρχιπελάγους, ζουν απομονωμένοι από τον κοινωνικό τους περίγυρο ο λοχαγός Έντγκαρ κι η σύζυγός του Άλις η οποία έχει εγκαταλείψει το επάγγελμα της ηθοποιού και τις καλλιτεχνικές φιλοδοξίες της για να αφοσιωθεί στον γάμο της όπως τουλάχιστον η ίδια πιστεύει. Λίγο πριν γιορτάσουν την 25η επέτειο των γάμων τους, οι δύο σύζυγοι, έχουν ήδη συνειδητοποιήσει την εσωτερική διάλυση της σχέσης τους και επιδίδονται στην μοναδική διασκέδαση που τους έχει απομείνει: τις διαρκείς αντιπαραθέσεις και λεκτικούς διαξιφισμούς, αντλώντας ο ένας από τον άλλο επιχειρήματα και προκλήσεις.
Τα δύο από τα παιδιά της οικογένειας έχουν φύγει στην πόλη για σπουδές ενώ τα άλλα δύο έχουν πεθάνει. Το κατάλυμα που στεγάζει την συζυγική δυστυχία των ηρώων είναι ένας παλιός, υγρός και σκοτεινός πύργος που λειτουργούσε αρχικά σαν φυλακή. Η οικονομική δυσπραγία εντείνει το κλίμα έντασης κι απαρέσκειας καθώς τα χρέη συσσωρεύονται, οι απλήρωτες υπηρέτριες εγκαταλείπουν τα αφεντικά τους και τα κελάρια έχουν αδειάσει από τρόφιμα και ποτά.
Η άφιξη του παιδικού φίλου και εξαδέλφου της Άλις, του Κουρτ δημιουργεί την απαιτούμενη εκείνη ρωγμή μέσα από την οποία θα ξεπηδήσουν απωθημένα εχθρότητας, ερωτισμού, φθόνου και φόβου. Η διαστρεμμένη εξάρτηση του Ένγκαρτ από την γυναίκα του αλλά κι από τον Κουρτ θίγει την αλαζονική του ιδιοσυγκρασία, δημιουργώντας του εκδικητικό μένος.
Ο πληγωμένος εγωισμός και το ανεκπλήρωτο των προσδοκιών της Άλις μαζί με την ψυχωτική ιδιοσυστασία του χαρακτήρα της, την καθημερινή δυσπραγία, τα πρώτα σημάδια των γηρατειών και το πένθος για τις απανωτές απώλειες την οδηγούν στην απόφαση να εξοντώσει τον σύζυγό της αν βέβαια εκείνος δεν τα καταφέρει να πεθάνει από μόνος του.
Η αδυναμία του Κουρτ να επιβάλλει τις επιθυμίες του τον καθιστά έρμαιο και εν τέλει συνένοχο και των δύο συζύγων στα νοσηρά τους σχέδια. Η όξυνση των αντιθέσεων οδηγεί τους τρεις ήρωες από τα λόγια στις πράξεις και εν τέλει στην ψυχική συντριβή τους.
Ο Κουρτ παραδίδεται στις ερωτικές επιθυμίες της Άλις για να την δει να απογυμνώνεται από τον μανδύα του θύματος και να μεταμορφώνεται σε μια ανελέητη εκδικήτρια για τον άντρα της, ο οποίος αν και πάσχει από μία καρδιακή νόσο που τον οδηγεί σε σύντομο θάνατο, αρνείται να παραδοθεί και οργανώνει την δική του επίθεση προς τη γυναίκα του και τον φίλο του, η οποία θα αποδειχτεί ολέθρια και για τον ίδιο.
Ο χορός των αλλοτινών θριάμβων γίνεται τώρα μια δαιμονική ιεροτελεστία που τους παγιδεύει στον περίκλειστο κόσμο τους για να συντρίψει πρώτα τις αντιστάσεις και τις άμυνες τους και στη συνέχεια τα τελευταία απομεινάρια ευρωστίας της εύθραυστης σχέσης τους.
Ο Κουρτ αποχωρεί αηδιασμένος όταν αντιλαμβάνεται πως έχει γίνει το εργαλείο της αδίστακτης Άλις για να εξοντώσει τον σύζυγό της και το ζευγάρι μένει πάλι μόνο, αντιμέτωπο αυτή τη φορά όχι μόνο με την φρίκη της αναγκαστικής συνύπαρξης αλλά και με τις βασανιστικές ενοχές, την αμετάκλητη πλέον μοναξιά και τον επικείμενο θάνατο του άντρα.

Η παράσταση
Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Γιανναράκος κινείται σε δυναμικούς, αυστηρά ελεγχόμενους ρυθμούς, οι οποίοι χαλαρώνουν λίγο προς το τέλος της πρώτης πράξης για να επανέλθουν δυναμικά στην δεύτερη πράξη όπου και εντείνεται η κρισιμότητα των δρώμενων.
Οι επιμέρους σκηνικές συνθέσεις διαπνέονται από χιούμορ και κυνισμό και εμβολίζονται με απρόβλεπτες ανατροπές. Λιτά σκηνογραφικά και σκηνοθετικά ευρήματα συνθέτουν το εφιαλτικό τοπίο στο οποίο οι τρεις ηθοποιοί κινούνται με νεύρο και δυναμισμό.
Επιπλέον, η σκηνογραφία γεφυρώνει επιτυχώς το κλασσικό έργο με το διαχρονικό πνεύμα της παράστασης. Οι πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις του Κώστα Μαντζώρου εντείνουν την σκοτεινή ατμόσφαιρα με ήχους μελετημένα σκληρούς, παράτονους και βίαιους.
Τα κοστούμια της Νίκης Πέρδικα ακολουθούν την μόδα της εποχής, σχολιάζοντας παράλληλα τις μεταπτώσεις, τις συναισθηματικές εξάρσεις αλλά και τον όψιμο ερωτισμό της Άλις. Οι φωτισμοί του Αντώνη Συμεωνάκη «παρακολουθούν» την δράση με συνέπεια και αποτελεσματικότητα.
Η Αγγελική Λεμονή πλάθει υποκριτικά μια Άλις νευρώδη, αισθησιακή και δαιμονική. Ο Κωνσταντίνος Χατζούδης αποδίδει στο ρόλο του λοχαγού την κρυμμένη νεύρωση και αποκαλύπτει με μαεστρία τις νευρωτικές εξάρσεις αλλά και τις εύθραυστες πτυχές του πολύμορφου χαρακτήρα του Έντγκαρ.
Ο Σπύρος Ζουπάνος, μάλλον νεαρός για τον ρόλο του Κουρτ, ο οποίος είναι συνομήλικος της Άλις κανονικά, επιτυγχάνει ωστόσο να διασώσει με την ερμηνεία του τις ισορροπίες και να κτίσει τον ευπαθή και υποτονικό χαρακτήρα του ήρωα που υποδύεται με επάρκεια και ευκρίνεια.
Η εξαιρετική και άφθαρτη στο χρόνο, μετάφραση του Μίνωα Βολανάκη αναδεικνύει την οξύτητα των λεκτικών διαξιφισμών χωρίς να υπονομεύει την φυσικότητα του λόγου και την εύρυθμη ροή της παράστασης.

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

«ΤΕΛΕΙΑ GR» των Παναγιώτη Μέντη, Θανάση Παπαγεωργίου και της θεατρικής ομάδας «Ex Animo» στο θέατρο «Στοά».


Ο Θανάσης Παπαγεωργίου έφερε φέτος στο θέατρο «Στοά» μια πνοή φρεσκάδας ανεβάζοντας μια παράσταση που αποδεικνύει με την ποιότητα και τη ζωντάνια της, ότι η σάτιρα της καθημερινότητάς μας δεν προσφέρει μόνο ένα εύπεπτο θέαμα επιθεωρησιακού τύπου αλλά ενίοτε και μια αξιόλογη δουλειά που εντυπωσιάζει με το μέτρο, το ήθος και το χιούμορ της.
Η παράσταση είναι σπονδυλωτή και αποτελείται από 80 δρώμενα που διαρρέουν το ένα μέσα στο άλλο, αντικατοπτρίζοντας την σύγχρονη πραγματικότητα στη χώρα μας μέσα από το πρίσμα του γέλιου αλλά και της συγκίνησης.
Στην πρώτη αστεία σεκάνς ένας ντροπαλός ηθοποιός παίζει το ρόλο του Σαιξπηρικού «Προλόγου» στην εκσυγχρονισμένη του εκδοχή, ενώ δύο προκλητικές, μαυροντυμένες δεσποινίδες μας υποδέχονται στην συνέχεια, δίνοντάς μας με αστείες χειρονομίες, σαν παρωδίες αεροσυνοδών, οδηγίες ώστε να εκκενώνουμε το θέατρο με ασφάλεια σε περίπτωση σεισμού, φωτιάς και άλλων φυσικών καταστροφών.
Ακολουθεί η ξεκαρδιστική σκηνή όπου ένας σύζυγος κι η συμβία του αποφασίζουν να κλείσουν στο γεροκομείο τη δύστροπη μητέρα του πρώτου, ενώ εκείνη αντιστέκεται σθεναρά. Μια χιουμοριστική πρώτη εικόνα των δρόμων της πόλης μας δίνεται με την επεισοδιακή κούρσα του ταξί το οποίο οδηγεί την κακότροπη και πεισματάρα αλλά πανέξυπνη γριά, στο ίδρυμα.
Σύντομα από τους δρόμους αυτούς θα κάνουν το πέρασμά τους όλοι οι τύποι κι οι χαρακτήρες που συνθέτουν την καθημερινότητά μας, αποκαλύπτοντάς τον βαθύτερο ψυχισμό τους και τις αόρατες πτυχές της δράσης τους.
Από τη σκηνή παρελαύνουν, οικογένειες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, ηλικιωμένοι άνθρωποι χαμένοι στην ομίχλη μιας πόλης που αν και γενέτειρά τους, δεν τους χωρά πια, πολιτικοί πρόσφυγες που προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε τρόπο σε ένα κάθε άλλο παρά ευμενές περιβάλλον, οι εκπρόσωποι της νέας μας γενιάς χαμένοι στην παραζάλη της εφηβείας και βυθισμένοι στις τεχνολογικές εξαρτήσεις που καθορίζουν την επικοινωνία αλλά και την ενημέρωσή τους, απατεώνες και μπάτσοι σε διαρκή αντιπαράθεση, πολίτες εφησυχασμένοι, τρομοκρατημένοι αλλά και συχνά με ανεξέλεγκτη επιθετικότητα και σύμφυτες προκαταλήψεις, άστεγοι ζητιάνοι που ονειρεύονται μεγαλεία χωμένοι μέσα στα χαρτόκουτά τους, ένας ολόκληρος κόσμος με όνειρα, προσδοκίες, διαψεύσεις, εμμονές, φόβους και αγωνίες.
Η σκληρή πραγματικότητα που εξανδραποδίζει συνειδήσεις έρχεται σε αντιπαράθεση με την ανθρώπινη πλευρά της ζωής κι οι ήρωες άλλοτε κατατρύχονται από τις ανάγκες τους, άλλοτε παρωδούν τις ονειρώξεις τους κι άλλοτε ανακαλύπτουν απρόβλεπτους κώδικες επικοινωνίας για να δικαιώσουν την βαθύτερη και ευγενέστερη φύση τους.
Μια τοιχογραφία της κοινωνίας μας, χωρίς περιττούς διδακτισμούς, που αποκαλύπτει τους ισχυρούς συνδέσμους των ανθρώπων αλλά και τις φθορές των θεσμών, τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις αλλά και τη μαγεία των καθημερινών σχέσεων, τις αντιφάσεις και τις εκπτώσεις σε επίπεδο πολιτικό, κοινωνικό, ιδεολογικό, υπαρξιακό.
Το κωμικό στοιχείο είναι έντονο και προσφέρει στον θεατή στιγμές ξεκαρδιστικές χωρίς ταυτόχρονα να υπονομεύεται η δραματικότητα στις σκηνές όπου οι εντάσεις κι αντιπαραθέσεις κορυφώνονται.
Και σ’ αυτή την παράσταση αλλά και σε άλλες που η στήλη έχει παρακολουθήσει φέτος, θα ήταν ενδιαφέρον να επιχειρήσει κανείς μια πιο βαθειά ενδοσκόπηση όσον αφορά τους εκπροσώπους της νέας γενιάς. Εμφανίζονται ως κλισέ, τυποποιημένοι, χωρίς ουσιαστικά ενδιαφέροντα, απόλυτα εγκλωβισμένοι στο διαδίκτυο, μονίμως με ένα κινητό στο χέρι, πλήρως ανίκανοι να εκφραστούν πέρα από βρισιές και τυποποιημένες εκφράσεις και με μια αβαθή επαναστατικότητα χωρίς διάρκεια. Δεν θίγεται ούτε με δραματικό, ούτε με κωμικό τρόπο, η δύσκολη θέση τους καθώς έρχονται αντιμέτωποι με φλέγοντα ζητήματα όπως η κατάρρευση των ιδεολογικών αξιών, η διάλυση του οικογενειακού προτύπου κι ο ευτελισμός της παιδείας που μαζί με τον πρώιμο ερωτισμό αποτελούν στην πραγματικότητα τους σκοπέλους του καθημερινού και εντονότατου προβληματισμού τους.
Οι ανθρώπινες σχέσεις εμφανίζονται στην παράσταση αυτή απρόβλεπτες και σε βάθος. Παρά την αίσθηση του στιγμιότυπου που δίνουν οι πολλές διαφορετικές δράσεις, οι χαρακτήρες αναδεικνύονται στις λεπτομέρειές τους χωρίς να συγχέονται οι ιδιαίτερες αποχρώσεις των εκφάνσεων τους ακόμα και μέσα από τις αντιφάσεις τους.

Η παράσταση
Οι ηθοποιοί ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των διαφορετικών ρόλων τους χωρίς να καταφεύγουν σε σχηματικές ερμηνείες, ενσαρκώνοντας με χιούμορ, τρυφερότητα και πειστικότητα τους χαρακτήρες.
Ο Θανάσης Παπαγεωργίου πλάθει μια εξαιρετική γριά ενώ εμφανίζεται ακαταμάχητος και στο ρόλο του ζητιάνου σε ένα ξεκαρδιστικό και συγκινητικό ταυτόχρονα ντουέτο με τον επίσης πολύ καλό Παναγιώτη Μέντη.
Μέσα από την στιβαρή σκηνοθεσία του έμπειρου Παπαγεωργίου, οι Ex Animo (Παύλος Εμμανουηλίδης, Δημήτρης Ζωγραφάκης, Ρόζα Κυρίου, Ντίνα Λαδοπούλου και Ζήσης Ρούμπος) εναρμονίστηκαν με τους ηθοποιούς της Στοάς (Θανάσης Παπαγεωργίου, Εύα Καμινάρη, Παναγιώτης Μέντης, Νάντια Περιστεροπούλου, Ευδοκία Σουβατζή και Νίκη Χαντζίδου), επιτυγχάνοντας μια ενιαία υποκριτική γραμμή που αναδεικνύει τις αρετές των κειμένων.
Η εναλλαγή των σεκάνς γίνεται σε γοργούς, πειθαρχημένους ρυθμούς με την βοήθεια και των ευέλικτων και ευρηματικών σκηνικών της Λέας Κούση ενώ οι επί μέρους ατμόσφαιρες ενισχύονται από τους λειτουργικούς φωτισμούς.
Η παράσταση απευθύνεται τόσο στο φανατικό, θεατρόφιλο κοινό της Στοάς όσο και στους υπόλοιπους θεατές που αναζητούν στο θέατρο ψυχαγωγία καλής ποιότητας σε συνδυασμό με έναν επί της ουσίας προβληματισμό.

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

«Να φυλάγεσαι από τα αισθήματα…»


«Ο πατέρας σου θέλει να γίνει μέρος της ζωής σου. Μετά από έντεκα χρόνια. Με ρώτησες γι’ αυτόν και σου είπα κάποια πράγματα, αλλά – όχι όλα. Είναι μουσικός, σου είπα. Έχει μεγάλη ζήτηση σου είπα. Έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια πότε εδώ πότε εκεί, σου είπα. Κι έτσι αποφάσισε – μονομερώς – μάθε αυτή τη λέξη, εγώ αναγκάστηκα να τη μάθω, σημαίνει ότι παίρνεις αποφάσεις χωρίς να συμβουλεύεσαι κανέναν άλλο – μονομερώς αποφάσισε ότι ήταν άδικο να σου προσφέρει έναν πατέρα που δε θα βρισκόταν ποτέ εκεί, κι έτσι – έφυγε μόλις έμαθε ότι θα γεννιόσουν. Αυτά σου είπα. Τον παρουσίασα κάπως σαν ήρωα. Με αυτοθυσία. Με ευγενικά αισθήματα. Η αλήθεια είναι – ήταν ένας δειλός που το ‘βαλε στα πόδια. Κι εγώ δεν μπόρεσα να βρω κανέναν άλλον»

(Απόσπασμα από το έργο)

Ο θεατρικός συγγραφέας Άρνολντ Γουέσκερ, που γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1932, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα. Το πρώτο έργο του που παρουσιάστηκε στη χώρα μας ήταν «Τα πατατάκια», από το «Μοντέρνο Θέατρο», το 1973, στο θέατρο «Μινώα», σε μετάφραση Ελπίδας Μπραουδάκη και σκηνοθεσία Γιώργου Μεσσάλα.
Την περίοδο 1987-1988 παρουσιάστηκαν στο «Θέατρο 3ης Σεπτεμβρίου», «Οι τέσσερις εποχές», σε μετάφραση Μαρλένας Γεωργιάδη και σκηνοθεσία Νίκου Περέλη. Το ίδιο έργο ανέβηκε το 2001, στον «Πίσω Χώρο» του θεάτρου «Κάτω απ’ τη γέφυρα» σε σκηνοθεσία Χρήστου Προσύλη. Η μετάφραση του κειμένου από την Κωστούλα Μητροπούλου κυκλοφορεί από τη θεατρική σειρά των εκδόσεων «Δωδώνη».
Η δραματουργία του παρουσιάζει τις αξίες της πολιτικής σοσιαλιστικής στράτευσης του εργατικού κινήματος, μέσω καθημερινών, ωμών και ρεαλιστικών καταστάσεων. Το θέμα της απώλειας των κινήτρων και της σοσιαλιστικής ιδεολογίας του κινήματος σε συνδυασμό με τις ιστορίες της καθημερινής ζωής, επανέρχεται σε πολλά από τα δράματά του, που καταγγέλλουν την εκμετάλλευση και τη σωματική και ψυχολογική καταπίεση στην οποία υποβαλλόταν η εργατική τάξη στους διάφορους τόπους της κοινωνίας.
Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 προσπάθησε να ανανεώσει τη γραφή του παίρνοντας άλλους δρόμους που τον οδήγησαν στην ανάλυση των συναισθημάτων της φιλίας, της αγάπης, της οικογένειας, ενώ ειδικεύθηκε σε περιγραφές ζωηρών προσωπικοτήτων, συχνά περιλαμβανομένων στα μέτρα του μονόπρακτου.

Το έργο
Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στη στρωτή μετάφραση της Χριστίνας Μπάμπου – Παγκουρέλη και σε σκηνοθεσία Βασίλη Κυρίτση, ανεβαίνει το έργο του Άρνολντ Γουέσκερ, «Γράμμα στην κόρη μου» («Letter to a daughter», 1990).
Ο μονόλογος ανήκει σε έναν κύκλο θεατρικών έργων με τίτλο «Έργα για μια ηθοποιό» και αποτελεί μια ευφάνταστη, ανατρεπτική, συμβουλευτική και αυτοκριτική επιστολή, σε απολογητικό τόνο και εκμυστηρευτικό ύφος. Μέσα στον πανικό του καλλιτεχνικού οίστρου, μια επιτυχημένη τραγουδίστρια επιχειρεί να συντάξει μια επιστολή προς την κόρη της προκειμένου να της εκφράσει όλα εκείνα που δεν μπόρεσαν ή ποτέ δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να πουν οι δυο τους. Μόνη στο στούντιο, γράφει και σχίζει, καταθέτει και αναιρεί, φανερώνει και κρύβει, κρίνει και κρίνεται, επιδοκιμάζει και απορρίπτει. Και όλα αυτά πλημμυρισμένα στις νότες ενός χαμένου πενταγράμμου, ανάμεσα σε στίχους που σιγοψυθιρίζει στο σκοτάδι μιας ανελέητης μοναξιάς.
Σε μια λυρική καταγραφή προσωπικών βιωμάτων, συγκινητικά λιτή, αλλά πυκνών νοηματικών συνειρμών, η Μέλανι ξεδιπλώνει τις εσωτερικές της ανησυχίες, τις απωθημένες σκέψεις και τις ανεκδήλωτες φοβίες, ανοίγοντας ένα νοητό διάλογο με το παιδί της, αλλά κυρίως με τον ίδιο της τον εαυτό. Άλλωστε μήπως αυτή δεν θα είναι κι ο τελικός παραλήπτης του γράμματος;

Η παράσταση
Εύστοχα, η σκηνοθεσία, με τη χρήση του αυτόματου τηλεφωνητή, κάνει ορατή την «απουσία» του άνδρα-πατέρα, ως προσώπου πολλαπλών αναφορών του έργου, ενώ το παιχνίδι ρόλων δημιουργεί στον θεατή την αίσθηση αλλά και την ψευδαίσθηση ότι παρακολουθεί την αποκάλυψη ενός ψυχισμού.
Ο σκηνικός χώρος που επιμελήθηκε η Λαλούλα Χρυσικοπούλου, λειτουργεί σαν προσωπικός χώρος εξομολογήσεων, αναμνήσεων και ονείρων ενώ τα κοστούμια διαθέτουν την απαστράπτουσα αισθητική μιας λαμπερής αρτίστας.
Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου και η μουσική του Πλάτωνα Ανδριτσάκη διαμορφώνουν συγκινησιακό υπόβαθρο, φωτίζοντας την αθέατη όψη του σκηνικού λόγου.
Με επιδέξιες εκφραστικές εναλλαγές, στα χνάρια της γνώριμης υποκριτικής της υφολογίας, η Μάνια Παπαδημητρίου, στο ρόλο της Μέλανι, συνδυάζει την ευαισθησία, την ανασφάλεια αλλά και το ναρκισσισμό του καλλιτέχνη που επιχειρεί να ισορροπήσει στη ζωή του τις απαιτήσεις μιας καριέρας παράλληλα με τις υποχρεώσεις απέναντι στην οικογένεια.
Η έμπειρη ηθοποιός αποδίδει εν τέλει ολόκληρη την γκάμα χρωματισμών του θεατρικού χαρακτήρα και η παράσταση απογειώνεται με το τραγούδι που ερμηνεύει στο φινάλε.
Περιεκτικό και κατατοπιστικό, το ολιγοσέλιδο αλλά καλαίσθητο πρόγραμμα που επιμελήθηκε ο θεατρολόγος και υποψήφιος διδάκτωρ Παναγιώτης Μιχαλόπουλος.
Συνολικά, ένα απολαυστικό one-woman-show από μια προικισμένη και λαμπερή πρωταγωνίστρια που η στήλη συστήνει ανεπιφύλακτα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Γράμμα στην κόρη μου» του Άρνολντ Γουέσκερ
Μετάφραση : Χριστίνα Μπάμπου – Παγκουρέλη
Σκηνοθεσία : Βασίλης Κυρίτσης
Σκηνικά – κοστούμια : Λαλούλα Χρυσικοπούλου
Μουσική : Πλάτων Ανδριτσάκης
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Στο ρόλο της Μέλανι, η Μάνια Παπαδημητρίου

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ – Β ΣΚΗΝΗ
Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ. 210 88 38 727
Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο 21.00, Τετάρτη – Κυριακή 21.00