Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

«Το Κτήνος στο φεγγάρι» του Ρίτσαρντ Καλινόσκι στο Θέατρο «Πορεία»


Γιορτάζοντας τα δεκάχρονα του θεάτρου «Πορεία», ο Δημήτρης Τάρλοου, επιστρέφει στο εναρκτήριο έργο του «Δόλιχου», «Το κτήνος στο φεγγάρι» του Ρίτσαρντ Καλινόσκι, με τους ίδιους συνεργάτες, που ανταμώνουν ξανά, δέκα χρόνια μετά, προσεγγίζοντας με νέα ματιά το σημαντικό αυτό έργο. Η παράσταση είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Γιάννη Κυριακίδη.

Το έργο
Ο εικοσάχρονος Αράμ Τομασιάν, ένας Αρμένιος που επέζησε της γενοκτονίας από τους Τούρκους, αποφασίζει, όπως συνηθίζονταν τότε, να αποκτήσει μια σύζυγο από φωτογραφία. Είναι ο ίδιος φωτογράφος και η οικογένειά του έχει δολοφονηθεί από τους Τούρκους. Η κοπέλα που έρχεται, η Σέτα, συμπατριώτισσά του και με ανάλογο τραυματικό παρελθόν, είναι μόλις δεκαπέντε χρονών και επιπλέον δεν είναι το κορίτσι της φωτογραφίας. Είναι ωστόσο, μια παρουσία ολοζώντανη, ένα υγιές κύτταρο, γεμάτη χιούμορ, καρτερικότητα, ενέργεια, πλημμυρισμένη από προσδοκίες και διψασμένη για λίγη ευτυχία.
Η δράση του έργου εξελίσσεται στο Μιλγουόκι του Ουισκόνσιν ανάμεσα στο 1921 και το 1933. Ο τίτλος έχει προκύψει από μια παλιά ιστορία. Το 1893 έγινε μία έκλειψη σελήνης στην Τουρκία, και οι Τούρκοι, πεπεισμένοι ότι ένα «κτήνος» κατάπινε το φεγγάρι, έστρεψαν τα όπλα τους προς τον ουρανό προσπαθώντας να το σκοτώσουν. Με τα ίδια όπλα, εξολόθρευσαν τους χριστιανούς Αρμένιους, με μια σειρά από εκτεταμένα πογκρόμ στα τέλη του 18ου αιώνα, που κορυφώθηκαν με τη γενοκτονία του 1915 και τον αφανισμό περίπου δύο εκατομμυρίων Αρμενίων.
Το κορίτσι που κρατάει ακόμα στην αγκαλιά του την κούκλα του, έχει μια δυσανάλογη για την ηλικία του, αποστολή. Πρέπει να συντελέσει στην δημιουργία της οικογένειας που θα αντικαταστήσει εκείνην την οποία έχει απολέσει ο σύζυγός της.
Σε μια παλιά φωτογραφία που έχει διασώσει ο Αράμ από την καταστροφή, αφαιρεί τα πρόσωπα της οικογένειάς του. Η γυναίκα του παίρνει τη θέση της μητέρας του, ενώ αυτός, την θέση του πατέρα του. Τα παιδιά ωστόσο δεν αντικαθίστανται ποτέ καθώς η κοπέλα, εξ αιτίας της ελλιπούς της διατροφής στο ορφανοτροφείο, αποδεικνύεται πως δεν είναι σε θέση να τεκνοποιήσει.
Ένα αγόρι, γείτονας και απροστάτευτος όπως κι οι ίδιοι, εισβάλλει στη ζωή τους προσφέροντας την νεανική του ορμή και αυθορμησία και απαιτώντας ταυτόχρονα την στοργή και την φροντίδα που του έχουν λείψει. Η κυρία Τομασιάν ανταποκρίνεται αυθόρμητα αλλά ο κύριος Τομασιάν προβάλλει αντιστάσεις.
Η έκρηξη συναισθημάτων που θα ακολουθήσει, στην πιο δυναμική δραματουργικά σκηνή του έργου, επαναφέρει την ισορροπία ανάμεσα στους δύο πληγωμένους ανθρώπους και εξασφαλίζει μία θέση για το ορφανό όχι μόνο στη ζωή τους αλλά και στην νέα οικογενειακή φωτογραφία τους.
Ο αφηγητής, το τέταρτο πρόσωπο της ιστορίας, που με τον ιδιαίτερα ποιητικό τρόπο του συνδέει σκηνές και περιστατικά, άλλοτε εισβάλλοντας δυναμικά στη δράση κι άλλοτε παραμερίζοντας διακριτικά για να την αφήσει να αναπτυχθεί, είναι ο ίδιος ο Βίνσεντ, σε πιο ώριμη ηλικία.
Αυτή η δραματουργική ανατροπή, δημιουργεί μια συνθήκη που ενισχύει όχι μόνο την διαχρονικότητα των συμβάντων αλλά και τον σχολιασμό τους μέσα από το πλήρωμα του χρόνου, μετατρέποντας την προσωπική ιστορία των ηρώων σε ιστορική μαρτυρία.


Η παράσταση
Ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθέτησε την παράσταση με νεύρο, καθαρούς ρυθμούς, στιβαρή κινησιολογία, διαφάνεια, χιούμορ και δραματουργική έμπνευση. Έστησε δεξιοτεχνικά τις επί μέρους ατμόσφαιρες και συνέταξε αρμονικά τα διαφορετικά επίπεδα της σκηνικής δράσης.
Η Ταμίλα Κουλίεβα (Σέτα Τομασιάν) απέδωσε με ευκρίνεια την συναισθηματική γκάμα της ηρωίδας που ενσαρκώνει και διαχειρίστηκε με άνεση τις μεταβάσεις της από την εφηβεία στην ωριμότητα.
Η ερμηνεία του Δημήτρη Τάρλοου (Αράμ Τομασιάν), λιτή και εκφραστική, οδήγησε απρόσκοπτα τον χαρακτήρα στην εξαιρετική σκηνή της έκρηξης στο φινάλε του έργου αποφεύγοντας τους σκοπέλους της εξωστρέφειας και της συναισθηματικότητας.
Ο Γιώργος Μπινιάρης ενσάρκωσε τον ρόλο του αφηγητή με αυθεντικότητα, σκηνικό ήθος και γοητευτικό, υποβόσκον χιούμορ.
Το νεαρό αγόρι που ερμήνευσε τον μικρό Βίνσεντ, πειθάρχησε στις απαιτήσεις του δύσκολου ρόλου του, αποδίδοντάς τον με αυθόρμητο κέφι και θαυμάσια αίσθηση ρυθμού. Στον ρόλο αυτό εναλλάσσονται ο Φίλιππος Μοσχάτος κι ο Ρωμανός Μπολώτας. Στην παράσταση που παρακολούθησε η στήλη το ρόλο υποδυόταν ο δεύτερος.
Η μουσική του Haig Yazdjian εμβολίασε την ατμόσφαιρα του έργου με μοτίβα από την παράδοση των Αρμενίων, ενισχύοντας τις συναισθηματικές εντάσεις και την εσωστρεφή νοσταλγία των εξόριστων ηρώων.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου ισορροπούν ανάμεσα στο πνεύμα της εποχής και την διαχρονικότητα των συμβόλων, δημιουργώντας ένα περιβάλλον μαγικού ρεαλισμού. Οι διαφορετικοί χώροι στους οποίους οι ήρωες καταφεύγουν στις πιο προσωπικές τους στιγμές και που κατά συνέπεια αποκαλύπτουν μόνο ένα μέρος τους στον θεατή, αποτελούν ένα ευφυές εύρημα ενώ τα λιτά σκηνικά του κεντρικού δωματίου, το μεγάλο ξύλινο τραπέζι, η στημένη στο τρίποδό της φωτογραφική μηχανή και η οικογενειακή φωτογραφία στο αναλόγιο, οριοθετούν τα τρία σημεία αιχμής στην καθημερινότητα των προσώπων του έργου.
Ατμοσφαιρικοί και απόλυτα εναρμονισμένοι με το πνεύμα της σκηνοθεσίας, οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου.
Την καλή μετάφραση, που αξιοποιεί τον ρέοντα και ποιητικό λόγο του συγγραφέα, υπογράφει ο Δημήτρης Τάρλοου.

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

«Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Ιδού εγώ» από την Εταιρεία Θεάτρου «Δυτικά της Πόλης» στη σκηνή Black Box του Θεάτρου «Επί Κολωνώ»


«Την σκέψη
στο πλαδαρό μυαλό σας που ονειρεύεται
σαν υπηρέτης λαίμαργος σε καναπέ λιγδιάρικο
με την καρδιά κουρέλι ματωμένο θα ερεθίσω
χορταστικά χλευαστικός, ξεδιάντροπος και καυστικός
»

Φωνάζει ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι (1893-1930), ρημαγμένος από το επαναστατικό πάθος και έναν έρωτα που τον έχει ροκανίσει ως το μεδούλι. Και τα δυο μαζί θα τον οδηγήσουν σε μια αυτοκτονία που έκανε πιο πτωχή τη ρωσική ποίηση στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Μια φωνή-ουρλιαχτό από ένα βραχνό λαρύγγι, που μένει έξω από τη δικαιοδοσία της ακοής. Εκείνος όμως, θα συνεχίσει με όλη την αγνότητα του νυμφίου της επανάστασης, του έρωτα και του θανάτου.
«Καταραμένη!
Ακόμα δεν σου φθάνει ούτε αυτό;
Το στόμα θα σκιστεί από το ουρλιαχτό
».
Καμιά ανταπόκριση, ούτε από τη γυναίκα, ούτε από την πολιτεία. Αλλά ποια πολιτεία, ποιο σύστημα, όταν του στερεί την ικμάδα στον αγώνα, όταν του ματαιώνει το όνειρο της επανάστασης, όταν του περιορίζει την ελευθερία της έκφρασης, όταν του πνίγει τη διαμαρτυρία. Αυτή η άρνηση του συστήματος σε αγαστή διώθηση με τον έρωτα, με τη γυναίκα που του αρνείται όχι απλώς τη θηλυκότητα αλλά το ίδιο το πάθος, θα τον οδηγήσει στο παραλήρημα (στίχοι που βγαίνουν πελεκητοί από το τεχνουργείο της ποίησης, με σαρκασμό, οίστρο, ευρηματική ηδυπάθεια) και αυτό στην αυτοεξόντωση.
Δεν θα είναι πια ένας άνδρας, θα είναι ένα «σύννεφο με παντελόνια». Ιδέα, που θα έχει απωλέσει την υλική της υπόσταση στον αγώνα, που θα έχει εξιδεαλισθεί σ’ ένα αθέατο μπαλκόνι του σύμπαντος, που θα έχει καταταγεί στη σφαίρα των μαρτύρων. Με παντελόνια; Ναι. Με το μόνο διακριτικό στοιχείο του φύλου του, αυτό που παρέμεινε εντελώς αδικαίωτο, χωρίς την επιεική ανταπόκριση του άλλου φύλου, χωρίς την τρυφερή εύνοια της γυναίκας. Θα γράψει :
«Στο διαμέρισμα
όπου τρέμοντας οι άνθρωποι κάθονται ήσυχα
μια λάμψη εκατόφεγγη ορμά απ’ την προκυμαία.
Τελευταία κραυγή
εσύ, τουλάχιστον,
πρόφτασε όσα λέω, εις τους αιώνες
».
Το παράγγελμά του : «πρόφτασε», για όποιον έχει αυτιά – και όχι βέβαια τα τραχιά αισθητήρια που δεν μπορούν ποτέ να δεχτούν μέσα τους τη «γαλήνια» λέξη – είναι η διαθήκη του σπαραγμού του. Τα λόγια ενός θεομάχου με καρδιά Χριστού, που έχει απαγκιστρωθεί από τα δεσμά της δουλείας, από τα δεσμά του καθημέραν «δέσμιου» γι’ αυτό κολασμένου βίου.

Η παράσταση
Η παράσταση που σκηνοθετεί ο Τάκης Τζαμαργιάς αποτελεί προϊόν διακειμενικής σύνθεσης με κεντρικό άξονα την ποιητική συλλογή του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι «Σύννεφο με παντελόνια» (1914), η οποία συνομιλεί με σπαράγματα από έργα της Άννας Αχμάτοβα, του Γιάννη Ρίτσου και της Κατερίνας Γώγου ενώ από τη σκηνή παρελαύνουν ακόμη ο κύκλος των Φουτουριστών, ο Όσκα και η Λίλιαν Μπρικ, εκπρόσωποι της τσαρικής λογοκρισίας και μέλη της εταιρίας προλεταριακών συγγραφέων. Την επεξεργασία των κειμένων έκανε ο Ιερώνυμος Πολλάτος.
Ο Τάκης Τζαμαργιάς έλαβε το πικρό μήνυμα της ποίησης του μεγάλου Ρώσου μάρτυρος και το μετέτρεψε σε σκηνική ευωχία, πραγματοποιώντας την ωριμότερη παράσταση του στο θέατρο. Με πλήρη κατοχή των εκφραστικών του μέσων διήνειμε το ποίημα σε αντίστοιχους ηθοποιούς ως ομιλητές, δίνοντας την εντύπωση ενός έργου που ο ενδότερος πυρήνας του είναι εντελώς δραματικός.
Σ’ ένα εντελώς μαύρο «κιβώτιο» με ενσωματωμένους τους θεατές σε σχήμα πι, ο σκηνοθέτης οργανώνει τα σημεία της παράστασής του με έμφαση στη «φωτεινότητα» της ποίησης που επιχειρεί διάρρηξη στο μαύρο : Μια φωτεινή τετραχτίδα, που εκπορεύεται από τη βάση, συντέμνει και ενώνει το μαύρο κιβώτιο. Τέσσερις κεκλημένοι ουρανομηκείς άξονες ορίζουν το χώρο δράσεως με εύγλωττο σημαινόμενο την ποίηση. Στο κέντρο απέναντι στον θεατή, στο ανοιχτό μέρος του πι, μια σκάλα στον τοίχο, εντελώς κάθετη, που τη χρησιμοποιεί αποκλειστικά ο ηθοποιός που υποδύεται το Μαγιακόφσκι, υποδηλώνει την άνοδο-κάθοδο, την περιπέτεια των αισθημάτων και των ιδεών του ποιητή. (Τα σκηνικά επιμελήθηκε ο Γιάννης Θεοδωράκης, τα κοστούμια ο Εδουάρδος Γεωργίου και τη μουσική ο Πλάτων Ανδριτσάκης).
Καίριο εύρημα, καθαρή στίξη στη σημειολογία της δράσεως, πρέπει να είναι ο φακός, προσαρμοσμένος στο μέτωπο του ηθοποιού-ποιητή, που φαίνεται έτσι, κατά το σκηνοθέτη, ν’ αναζητά την «άνοιξη» μέσα στο χειμώνα των αισθημάτων. Φαίνεται ακόμη να ζητά να φωτίσει με ποιητική ριπή το ιδεολογικό σκότος που έχει κατακλίσει τη χώρα του. Ούτως ή άλλως, το ίδιο μόρφωμα παραπέμπει σ’ ένα ιχνευτή σε υπόγειο θάλαμο ή σήραγγα που ζητά κάτι να βρει. Και όταν δεν το βρίσκει επανέρχεται και θεομαχεί στο ατεκμηρίωτο, βαθύ σκότος. Γι’ αυτό και ο ηθοποιός εγκαίρως αφαιρεί τον εν λόγω φακό από το μέτωπό του.
Χαρακτηριστική είναι η σύλληψη των διερχόμενων σκηνών, κεκλασμένων σπαραγμάτων, θα έλεγα, από φιλμ του ίδιου του ποιητή, που προβάλλονται στους τοίχους με ψηφιακή τεχνολογία και που ενσωματώνουν τον ίδιο ηθοποιό-ποιητή στη φωταψία τους. Χαρακτηριστικό επίσης το κεντρικό πατάρι όπου εξελίσσεται η δράση με τα «μετασχηζόμενα» σαν παζλ καθίσματα και τις συμβολικές χρωματικές τους.
Οι ηθοποιοί ακολουθούν το σκηνοθέτη στο δραματοποιημένο του όραμα. Ο Γεράσιμος Μιχελής έχει τη σπάνια ευκαιρία για έναν ηθοποιό να αναμετρηθεί μ’ ένα ρόλο καριέρας, τόσο που πρέπει να τρέξει πολύ στο μέλλον για να αναζητήσει την εύνοια των συγκυριών για αντίστοιχο ρόλο. Η Τζούλη Σούμα καταθέτει εξαίσια τον εύθραυστο λόγο της και μαζί με το Δημήτρη Καραμπέτση, τη Σοφία Παπαδοπούλου και το μουσικό Τάσο Σωτηράκη αναδεικνύουν τη μεγάλη ποίηση.

Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010

«Όροι Συμβολαίου» του Μάϊκ Μπάρτλετ από το Θεατρικό Οργανισμό «Νέος Λόγος» στο «Studio Μαυρομιχάλη»


Η νέα παραγωγή του Θεατρικού Οργανισμού «Νέος Λόγος» σε σκηνοθεσία του Φώτη Μακρή αφορά μια συνθήκη εξαιρετικά επίκαιρη και τραυματικά επώδυνη. Το «Όροι Συμβολαίου», έργο του 30χρονου συγγραφέα και σκηνοθέτη Mike Bartlett, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το Μάιο του 2008 στο Royal Court Theatre στο Λονδίνο. Παίζεται για πρώτη φορά στη χώρα μας σε μετάφραση της έμπειρης Χριστίνας Μπάμπου – Παγκουρέλη.
Μία μάνατζερ μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας έχει μια σειρά συναντήσεων με την υπάλληλο της εταιρείας για την οποία είναι υπεύθυνη. Το θέμα των συζητήσεών τους είναι οι όροι του συμβολαίου που υπέγραψε η υπάλληλος και συγκεκριμένα, εκείνος ο όρος που αφορά την σεξουαλική και ερωτική συμπεριφορά της υπαλλήλου εντός της εταιρείας.
Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν, η υπάλληλος οφείλει να αναφέρει στη διοίκηση οποιαδήποτε ρομαντική ή σεξουαλική σχέση της, με συναδέλφους της. Η συζήτηση ξεκινάει με λεπτομέρειες για τις καθημερινές συνήθειες της υπαλλήλου στο γραφείο και καταλήγει να εξαπλώνεται σε λεπτομέρειες της συμπεριφοράς της απέναντι σε έναν συγκεκριμένο άντρα με τον οποίο φαίνεται πως η υπάλληλος προχωράει σε στενότερες σχέσεις. Ο κλοιός σφίγγει ανάμεσα στην υπάλληλο και τον περίγυρό της όταν ο έλεγχος της επιτηρήτριάς της αρχίζει να γίνεται ασφυκτικός και να αναιρεί κάθε στοιχείο της προσωπικής της ζωής.
Μια κωμική στο βάθος της αντιπαράθεση, καταλήγει δραματική μέσα από την απόλυτα συμφεροντολογική διάρθρωση της εταιρείας, η οποία αποσκοπεί τυφλά στην απρόσκοπτη λειτουργία της χωρίς να υπολογίζει όμως τον ανθρώπινο κώδικα αξιών και τις σύμφυτες με την ανθρώπινη φύση, αδυναμίες ή δυναμικές.
Οι όροι του συμβολαίου της εταιρείας καθώς και ο τρόπος με τον οποίο τους διευθετεί η υπεύθυνη για την τήρησή τους, απευθύνονται σε κάποιο ανύπαρκτο είδος όντων, τα οποία λειτουργούν αντιφατικά προσφέροντας το δυναμικό τους για την αύξηση της παραγωγικότητας χωρίς παράλληλα αυτό το ίδιο δυναμικό να μπορούν να το εκτονώσουν σε μια εκτός εργασίας, δραστηριότητα.
Εκεί κάπου, στην κομβική σύγκρουση της υπαλλήλου με τους όρους συμβολαίου που επιβάλλει ανεπιτυχώς η αρμόδια για την τήρησή τους υπεύθυνη, μπορεί κανείς να ανιχνεύσει και την αδυναμία του καπιταλιστικού συστήματος για μακροβιότητα και τις επιπτώσεις όσον αφορά την επιτυχή του εφαρμογή ως συνθήκης ευδαίμονος ζωής.
Η υπερβολή και το γκροτέσκ επιδεινώνουν την αυθεντική φύση της αντιπαράθεσης, διαρθρώνοντας ένα σχήμα το οποίο επιχειρεί να κρυφτεί από τον εαυτό του με αποτέλεσμα να καταλήγει στον παραλογισμό, συντρίβοντας κάθε λογικό επιχείρημα.
Ο αδύναμος κρίκος του καπιταλιστικού συστήματος δεν είναι το κυνήγι του πλούτου κάτω από οποιαδήποτε συνθήκη αλλά η ανηλεής παράβλεψη του ανθρώπινου στοιχείου μέσα από την διακαή επιθυμία για την πραγμάτωση αυτού του στόχου. Διότι το σύστημα αυτό συνυπολογίζει στην διάρθρωσή του αναγκαστικά και το εργατικό δυναμικό. Το οποίο ανά πάσα στιγμή μπορεί να λειτουργήσει απρόβλεπτα μέσα από τις δικές του άναρχες αλλά και αναμενόμενες διεκδικήσεις. Λειτουργώντας ερήμην των ισχυρών σου κρίκων, οριοθετείς την ήττα σου και την συντριβή της αλυσίδας των προσδοκιών σου.
Βαθιά επαναστατικό το έργο αυτό, ορίζει την ανατροπή των σχεδίων του πανίσχυρου μηχανισμού της εξουσίας μέσα από την κάθε άλλο παρά επαναστατική αλλά εξ ίσου ισχυρή αντιπαράθεση του με τις ανάγκες που πηγάζουν από τον πανίσχυρο μηχανισμό της ίδιας της ανθρώπινης φύσης.
Το έργο ολοκληρώνεται χωρίς να καθορίζεται το ποιος είναι ο ηττημένος και ποιος ο νικητής. Πρόκειται για έναν πόλεμο που εξοντώνει εξ ίσου το θύμα και το θύτη. Το γεγονός πως η υπάλληλος υποτάσσεται τελικά στον ανηλεή μηχανισμό που της επιβάλλει η επιτηρήτριά της, δεν μας εμποδίζει να αφουγκραστούμε και τις επικείμενες αντιδράσεις που θα προκύψουν στο μέλλον από άλλα εξ ίσου απρόβλεπτα γεγονότα που θα εκδηλωθούν κάτω από τις ίδιες ή και ακόμα οδυνηρότερες συνθήκες.
Το φάσμα της ανεργίας, η οικονομική κρίση κι η φαινομενική ασφάλεια που προσφέρει η παντοδύναμη, τυφλή εξουσία της εταιρείας δεν μπορούν παρά να επιδεινώσουν τις συνέπειες ενός παράλογου και ταυτόχρονα απάνθρωπου όρου συμβολαίου, ο οποίος κατασκευάστηκε έτσι ώστε θα ήταν αδύνατο και να μην παραβιαστεί.
Ο Φώτης Μακρής οργάνωσε το θέμα του σκηνοθετικά με συνέπεια και διαύγεια. Επιτυγχάνοντας την άψογη ρυθμική αναγωγή στο δραματουργικό υλικό του επιδίωξε την δημιουργία της αποπνικτικής, εφιαλτικής ατμόσφαιρας μέσα από συγκεκριμένους κώδικες κινησιολογικούς, ερμηνευτικούς και φωτιστικούς, οι οποίοι υπηρετούν άριστα την δυναμική των αντιπαραθέσεων των δύο χαρακτήρων του.
Σε ένα λιτό αλλά επιβλητικό σκηνικό που περιλαμβάνει ένα χρυσόψαρο παγιδευμένο στη γυάλα του, έστησε την σειρά των διαλόγων σαν ένα τελετουργικό με προκαθορισμένη κατάληξη, ρυθμίζοντας τους αρμούς των εξάρσεων με οικονομία και σκηνικό ήθος.
Αναδεικνύοντας την ισχύ των επαναλαμβανόμενων μοτίβων διευθέτησε με μαεστρία το πέρασμα από το κωμικό στο δραματικό χωρίς να απολέσει την δυναμική της εγκράτειας και χωρίς να επιχειρήσει περιττούς εντυπωσιασμούς.
Η Εκάβη Ντούμα πλάθει μια Έμμα γεμάτη χυμούς, με υποβόσκον χιούμορ και ελεγχόμενη επαναστατική διάθεση που διευθετεί τις αντιφάσεις της ψύχραιμα ως την στιγμή στην οποία έρχεται αντιμέτωπη με την ίδια την ψυχική και σωματική της παρόρμηση. Το ξέσπασμά της είναι αυθεντικό κι οι υποκριτικοί της κώδικες αναδεικνύουν τον ρόλο, υποβάλλοντας τις λεπταίσθητες αποχρώσεις του.
Η Στέλλα Κρούσκα πλάθει μια εξαιρετική Προσωπάρχη με δυναμικό προφίλ και δυσθεώρητες ρωγμές. Χωρίς να καταφεύγει στην υπερβολή ή στο σχήμα, επιβάλλει με την ερμηνευτική της ποιότητα το δέος αλλά και την αμηχανία, ισορροπώντας τις αντιφάσεις του χαρακτήρα που υποδύεται με μέτρο, αυθεντικότητα και πειστικότητα.
Τα λειτουργικά σκηνικά και κοστούμια υπογράφει ο Γιώργος Ζιάκας, ενώ οι διακριτικοί αλλά εμπνευσμένοι φωτισμοί είναι του Παναγιώτη Μανούση.

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

«That Face» της Polly Stenham στην κεντρική σκηνή του θεάτρου «Αργώ»


Με το έργο «That Face» η 22χρονη συγγραφέας Polly Stenham έκανε το ντεμπούτο της στο Royal Court του Λονδίνου το 2007. Το κείμενο εξασφάλισε το βραβείο Evening Standard, TMA, της Ένωσης Κριτικών Λονδίνου για το καλύτερο νέο έργο της περιόδου 2007-2008, καθώς και υποψηφιότητα καλύτερου έργου της χρονιάς στα περσινά βραβεία Ολίβιε.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που αντλούμε από το δελτίο τύπου, αγαπήθηκε από το κοινό και υμνήθηκε από την κριτική που το συσχέτισε με έργα σταθμούς του 20ου αιώνα, όπως το «Βόρτεξ» του Νόελ Κάουαρντ, τους «Τρομερούς Γονείς» του Ζαν Κοκτώ και το «Ποιός φοβάται τη Βιρτζίνια Γούλφ;» του Έντουαρντ Άλμπυ, ενώ η γραφή της Stenham θεωρήθηκε ότι έχει επηρεαστεί από τους Πίντερ, Άλμπυ, Ουίλλιαμς και Τσέρτσιλλ.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα σύγχρονο αστικό δράμα που απεικονίζει την εμπόλεμη κατάσταση στο εσωτερικό μιας διαλυμένης οικογένειας με σαθρούς δεσμούς ανάμεσα στα μέλη της. Οι χαρακτήρες ανταποκρίνονται σε κλασσικά πρότυπα του είδους ενώ οι καταστάσεις αντικατοπτρίζουν τα γνωστά μας στην αγγλόφωνη δραματουργία, τοπία όπου το σχήμα του διαλυμένου ζευγαριού δημιουργεί την συνθήκη για υπονόμευση των οικογενειακών δεσμών και δρα φθοροποιά στον ευαίσθητο ψυχισμό των εκπροσώπων της νέας γενιάς οι οποίοι διανύουν με τραυματικό τρόπο την κρίσιμη εφηβεία τους.
Ο πατέρας είναι απών, βυθισμένος στις επαγγελματικές του ενασχολήσεις, ψυχρός, απόμακρος κι αδιάφορος, ο γιος εμφορείται από ένα στρεβλό οιδιπόδειο για την μητέρα του, η οποία βυθισμένη στα χάπια και στο αλκοόλ, ζει την εμπειρία της πτώσης της σαν υπνοβάτης, χωρίς να έχει την δύναμη να αντισταθεί, φλερτάροντας επικίνδυνα με την παράνοια και καταφεύγοντας σε ακρότητες για να καλύψει τα υπαρξιακά της κενά.
Η κόρη, σε συγκρουσιακό καθεστώς με την μητέρα, είναι διαρκώς μπλεγμένη σε παραβατικές συμπεριφορές και επιχειρώντας να κινητοποιήσει τους μηχανισμούς άμυνας, καταλήγει σε μια ανερμάτιστη επιθετικότητα.
Η αγάπη, η αλληλοκατανόηση, η στοργή δίνουν την θέση τους στην αλληλοπεριφρόνηση, την χαοτική επικοινωνία, την αρρωστημένη έλξη και απώθηση, την φθορά και την κατάθλιψη. Το ζοφερό κλίμα της οικογένειας επιδεινώνεται από τις απεγνωσμένες προσπάθειες των νεαρότερων μελών της να αντιδράσουν ακολουθώντας μεθόδους που τα οδηγούν βαθύτερα στα βαλτώδη τοπία της οδυνηρής παρακμής τους.
Οι συρράξεις αντικαθιστούν την στοιχειώδη έστω επικοινωνία που θα μπορούσε να επιτευχθεί και οδηγούν στην τρομακτική απομόνωση όχι μόνο τα μέλη της οικογένειας αλλά και το στενό περιβάλλον τους, αποκλείοντας τις διεξόδους της φιλίας, του έρωτα και της δημιουργικότητας.

Η παράσταση
Το σκοτεινό αυτό έργο που εικονογραφεί το περιβάλλον και τις δράσεις των παιδιών του «i-pod» όπως χαρακτηρίζει τη γενιά αυτή, η συγγραφέας, ανεβαίνει και στην Αθήνα από την Καλλιτεχνική Εταιρεία «Αργώ» σε μετάφραση της Υακίνθης Παπαδοπούλου και σκηνοθεσία του Nίκου Χαραλάμπους.
Η Αιμιλία Υψηλάντη στο ρόλο της μητέρας, ενσαρκώνει με συνέπεια και μέτρο μια ηρωίδα βυθισμένη στις εξαρτήσεις της που ακροβατεί επικίνδυνα στην κόψη της αυτοκαταστροφής, θυμίζοντάς μας ανάλογες παρακμιακές ηρωίδες του Αμερικάνικου ρεπερτορίου στη δεκαετία του ‘70. Χωρίς ωστόσο να αναδεικνύονται εξ ίσου κι οι τραγικές αποχρώσεις αφού στην ερμηνεία της υπερτερεί ο ναρκισσισμός του χαρακτήρα καλύπτοντας τις λεπτότερες συναισθηματικές αποχρώσεις του.
Ο Γιάννης Ζαβραδινός ανταποκρίνεται επαρκώς στις απαιτήσεις του ρόλου του.
Ο Μιχάλης Καλαμπόκης ακολουθώντας μια ψυχολογική προσέγγιση, αποδίδει με ακρίβεια τις συναισθηματικές μεταπτώσεις του ήρωα.
Τα νεότερα μέλη της διανομής (Βάσια Λακουμέντα, Βάλια Παπακωνσταντίνου και Φιλομήλα Χριστοφόρου) υποδύονται με πειστικότητα και δυναμισμό τους εξαγριωμένους εκπροσώπους της νέας γενιάς, υπερτονίζοντας τα βίαια στοιχεία των χαρακτήρων και αναδεικνύοντας τις αιχμηρές κόψεις των σχέσεων, χωρίς όμως να αποδίδουν με την ίδια ευκρίνεια τις βαθύτερες ψυχολογικές προεκτάσεις.
Στην παράσταση συμμετέχουν επίσης ο Απόστολος Κοντιζάς και η Γαλάτια Δρόσου.
Η σκηνοθεσία του Νίκου Χαραλάμπους δεν αναδεικνύει τις εκρηκτικές δυναμικές του έργου. Εικονογραφεί τις αντιπαραθέσεις των ηρώων με συνέπεια και συγκινησιακό πλούτο αλλά χωρίς τους καταιγιστικούς ρυθμούς και τις εσωτερικές εντάσεις που υποβάλλει το κείμενο.
Εύστοχα ελλειπτικός και σχηματικός ο σκηνικός χώρος που διαμορφώνει ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης, με τα στοιχειώδη αντικείμενα και τις συμβολικές προεκτάσεις τους να σχολιάζουν το status quo των προσώπων. Τα μοντέρνα κοστούμια υπογραμμίζουν την hard αισθητική με τις επιλογές της φόρμας και των χρωμάτων.
Οι έντονες εναλλαγές των φωτισμών του Νίκου Καβουκίδη επιχειρούν να διαφοροποιήσουν μέσω των φωτοσκιάσεων το περιστατικό κάθε σκηνικού επεισοδίου σ’ ένα έργο που δεν κατορθώνει να ξεφύγει από γνώριμες, τετριμμένες και προβλέψιμες καταστάσεις.