Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

«Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα» του Ματέι Βίζνιεκ στο θέατρο «Προσκήνιο»

     
     
        Το «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα» του γαλλόφωνου Ρουμάνου συγγραφέα Ματέι Βίζνιεκ είναι ένα αντιμιλιταριστικό έργο με έμφαση στις ανθρωπιστικές συνέπειες και ενοχές που επιφυλάσσει στο «θύμα», αν θύμα είναι το σύμπτωμα κάθε ολέθρου που βαρύνει πάνω στον άνθρωπο.
     Ένας ακαθόριστος πολτός πτωμάτων στοιβάζεται στο έργο όπου η μοναξιά των «νεκρών» στρατιωτών συντέμνει τη μοναξιά των ζώντων που όχι μόνον έχασαν τους δικούς τους – τα παιδιά τους, αλλά αγνοούν και τη γη – τον τάφο που τους σκέπει. Στη σκηνή 13 η Μάνα αναφωνεί με αποδέκτες όλες τις μάνες που έχασαν τα παιδιά τους: «Σ’ αυτήν τη χώρα, ευτυχισμένη μάνα είναι η μάνα που ξέρει που είναι θαμμένα τα παιδιά της. Ευτυχισμένη είναι η μάνα που μπορεί όποτε θέλει να φροντίζει ένα μνήμα και ξέρει ότι μέσα σ’ αυτό το μνήμα βρίσκεται ο γιος της, κι όχι ένα κουφάρι όποιο να ‘ναι».
      Αυτή η κραυγή απελπισίας συνιστά έναν ακράδαντο οικουμενικό λυγμό! Συνοδεύεται μάλιστα από δράσεις, σχεδόν ανεπανάληπτες στον συμβολισμό τους. Γυναίκες οι οποίες ενταφιάζουν μέσα σε καροτσάκια «πουκάμισα» που αποβαίνουν έτσι κινητοί τάφοι.
      Ο Ματέι Βίζνιεκ οικονομεί τη δράση μ’ ένα ευφυές ανάμεσα στα άλλα εύρημα: αυτό του παρόντος – απόντος. Ο Γιος (Βίμπκο), ο πρωταγωνιστής, νεκρός, επανέρχεται ως ποθητή σκιά και συνομιλεί, χωρίς πάλι να συνομιλεί, με την ακριβή μάνα του.
      Το τραγικό, στην ίδια οικονομία, διαποτίζεται από ιλαρές δράσεις που αγγίζουν το γκροτέσκο ανακουφίζοντας τον θεατή και ταυτοχρόνως καθιστώντας οικτρό το σύμπαν του πένθους.
      Η σκηνοθεσία του Νίκου Γκεσούλη αντιμετωπίζει συμβατικά αλλά με κάποια ενδιαφέροντα ευρήματα το κείμενο του Ματέι Βίζνιεκ, μεταφρασμένο από την Έρση Βασιλικιώτη, η οποία έχει γνωρίσει στο ελληνικό θέατρο εφ’ όλης της ύλης τον συγγραφέα. Και ενώ τα κοστούμια του Σπύρου Κωτσόπουλου δίνουν πνεύμα στην παράσταση, το σκηνικό που υπογράφει ο ίδιος (σε επιμέλεια του Γιάννη Κρανά) δυσχεραίνει όλο το εγχείρημα με τα αλλεπάλληλα πατάρια.
       Εύστοχα η μουσική του Dasho Kurti και οι φωτισμοί του Δημήτρη Τσιούμα λειτουργούν ως καταλύτες του λυπηρού συναισθήματος και ως κινητήριες δυνάμεις της δίνης του μυαλού.
      Εξαιρετικά στιβαρός ο Λεωνίδας Αργυρόπουλος αποδίδει τον ρόλο του Βίμπκο με μεγάλη εκφραστική άνεση. Τον ηθοποιό αυτό είχαμε ξεχωρίσει από το 2012 στη διεθνή παράσταση του «Ορέστη» σε σκηνοθεσία Τηλέμαχου Μουδατσάκι. Η Ναταλία Στυλιανού ως τρελή γριά και ο Θοδωρής Προκοπίου ως τραβεστί Καρολίν και ως Στάνκο, συνθέτουν χαρακτηριστικές φιγούρες των οποίων η συγκρουσιακή υπόσταση επιβάλλεται στον θεατή. Ο Γιώργος Μελισάρης (Πατέρας), η Μαίρη Χήναρη (Μητέρα), η Γωγώ Βογάσαρη (Πατρόνα), ο Σάκης Σιούτης (Γείτονας, Κύριος), η Χριστίνα Σιώμου (Κόρη), ο Δημήτρης Κακαβούλας (Συνοριοφύλακας) και ο Νίκος Γκεσούλης (Νταβατζής) ενορχηστρώνουν αβίαστα τη λειτουργία των ρόλων στις λεπτές αποχρώσεις εκφράσεως και εν γένει συμπεριφοράς.