Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

Ανακαλύπτοντας την ηδονή...


Μέλχιορ : Ποιος είστε; Ποιος είστε; Δεν μπορώ να εμπιστευθώ έναν άνθρωπο που δεν τον γνωρίζω
Ο Άντρας με τη μάσκα : Δεν θα με γνωρίσεις αν δεν μ’ εμπιστευθείς

(Φρανκ Βέντεκιντ, «Το Ξύπνημα της άνοιξης»)

Την εποχή του θριάμβου της νατουραλιστικής ποιητικής έγιναν πολλές δραματουργικές απόπειρες που, εμφανώς, άνοιξαν τον δρόμο για τη ζωγραφική, τη βασιζόμενη σε ντοκουμέντα, γεννώντας στην πραγματικότητα μια τέχνη που στιγματίστηκε από τον ψυχολογισμό και την γκροτέσκα αποσύνθεση. Σε αυτή την εποχή, ο Γερμανός δραματουργός και ηθοποιός Φρανκ Βέντεκιντ (Frank Wedekind, 1864 – 1918) πρωτοεμφανίστηκε σε καμπαρέ τραγουδώντας δικά του κομμάτια ενώ αργότερα έπαιζε μαζί με τη νεαρή σύζυγο του, σε έργα που έγραφε ο ίδιος όπως το «Die junge Welt» («Ο νέος κόσμος»).
Σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο εκφραστής του λογοτεχνικού κύκλου του Μονάχου μέσα από πολυάριθμα θεατρικά κείμενα και κυρίως τη δημιουργία ενός μυθικού προσώπου που ενσάρκωσε τον ερωτισμό και τη χαρά της ζωής δίχως κανένα ηθικό φραγμό (τη φιγούρα της Λούλου), θεωρήθηκε οδηγητής της αισθητικής ανανέωσης στο θέατρο. Η ανάλυση της σύγχρονης κοινωνίας απέδειξε στο έργο του Βέντεκιντ ότι οι αυστηρές φόρμες και οι συμβατικές σχέσεις στις οποίες δομείται, κατέπνιγαν τα ζωτικά ένστικτα του ατόμου, νεκρώνοντας τις πιο αυθεντικές εκφράσεις του, ξεκινώντας από τη σεξουαλικότητα που βρισκόταν αντιμέτωπη με την άγρια κοινωνική και θρησκευτική καταστολή.
Το 1891 γράφει το «Fruhlings Erwachen» («Το Ξύπνημα της Άνοιξης»), έργο με στακάτη δομή και έντονο ρεαλισμό που προαναγγέλλει τον εξπρεσιονισμό και το συμβολισμό, ιδιαίτερα μέσα από τις σκηνές στο νεκροταφείο και στην αίθουσα του σχολείου, όπου δύο 14χρονοι εραστές πληρώνουν με τη ζωή τους την ηθική ανεντιμότητα των τυραννικών γονιών τους. Η μυστηριώδης επίσκεψη του άνδρα με τη μάσκα στην τελευταία σκηνή του έργου ρίχνει τα πρώτα θεμέλια για το μελλοντικό θέατρο του Παραλόγου.
Το επαναστατικό, τολμηρό και προκλητικό για την εποχή του δράμα με θέμα τον έρωτα στην εφηβεία απεικονίζει την κατασταλτική εκπαίδευση (μιας συντηρητικής και σοβαροφανούς κοινωνίας) στον σεξουαλικό και σε άλλους τομείς, που οδηγεί τους νεαρούς ήρωες σε μια διατάραξη των ενστίκτων, σε μια απρόσμενη και ανεξέλεγκτη έκρηξη με καταστροφικές συνέπειες για τη ζωή τους. Η αυτοκτονία, η άμβλωση, η παράκρουση και το αναμορφωτήριο παρουσιάζονται μέσα από σκηνές που εκτυλίσσονται με καίριες και γραμμικές διαδοχές, απορρίπτοντας τη σταδιακή και συμπαγή εξέλιξη, ενώ η γλώσσα εκφωνείται σε γκροτέσκους τόνους, τους οποίους απαλύνουν λυρικά αποστάγματα.
Ο κριτικός Paul Fechter παρατηρώντας την ειρωνεία που περικλείει ο τίτλος του έργου επισημαίνει ότι «η άνθηση της νέας φυσικής ορμής, της βλάστησης της άνοιξης, πέρα από όλους τους ηθικούς φραγμούς της κοινωνίας θα μαραθεί γρήγορα και θα σαπίσει μέσα στην αθλιότητα, την ασχήμια και το έγκλημα. Η θυμοσοφία και το ορμέμφυτο του ανθρώπου πνίγεται σε νεκρές έννοιες, σε ψεύτικα ιδανικά και σε σεμνότυφη ηθικότητα».
Το παράδειγμα της δραματουργίας του Βέντεκιντ υπήρξε σημαντικό για την επανάσταση του νατουραλισμού στις φόρμες, στα πλαίσια μιας γραφής που εκδηλώνει καινοτομίες όχι μόνο σε θεματικό επίπεδο, αλλά και σε αισθητικό – δομικό. Η αλληγορική γλώσσα, η αισθητική των γκροτέσκων καταστάσεων και τα πρόσωπα που κινούνται σαν μαριονέτες από τα νήματα των ενστίκτων τους συντέλεσαν στη διαμόρφωση της εξπρεσιονιστικής θεατρικής φόρμας. Ο συγγραφέας φέρνει στο ευρωπαϊκό θέατρο τον κυνισμό, τον αισθησιασμό, το απροσδόκητο, το άλογο στοιχείο, τον ακροβατισμό των γεγονότων και την ταχυδακτυλουργία της εσωτερικής δράσης.
Στο μεταίχμιο των δύο αιώνων, καλλιεργήθηκε ένα καλλιτεχνικό ενδιαφέρον προς την κατεύθυνση των ιδεολογικών κινημάτων που έτειναν στο στυλιζάρισμα και την εξερεύνηση του υποσυνείδητου, ενθαρρυμένο από την επεξεργασία των ψυχαναλυτικών θεωριών του Freud.
Στην Ελλάδα, το έργο ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο το 1971 με τον τίτλο «Το Ξύπνημα της Νιότης». Το 1996, ο Γιώργος Μιχαηλίδης σκηνοθετεί «Το Ξύπνημα της Άνοιξης», σε μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη, στο Ανοιχτό Θέατρο, παράσταση που προκάλεσε γόνιμο διάλογο για την οπτική της γωνία και τις αισθητικές της επιλογές, όπως η χρήση της μάσκας στη σκηνή της συνδιάσκεψης των καθηγητών.

Η παράσταση
Ο θεατής με την είσοδό του στον ευρύ σκηνικό χώρο που παραπέμπει σε σχολική αίθουσα, αντικρίζει καρέκλες και έδρανα πάνω στα οποία έχουν τοποθετηθεί υπεράριθμα βιβλία σε αυστηρή παράταξη. Με μια ευφυής χορογραφία, η τάξη μετατρέπεται αιφνιδίως και με νευρώδη ρυθμό σε αταξία καθώς οι διευθετημένες στοίβες των βιβλίων εκτινάζονται και σκορπίζονται βίαια με όλες τις σημαίνουσες κινήσεις μιας θεατρικής αναρχίας. Οι «εγγράμματοι» μαυροπίνακες, γνωστοί και από παλαιότερες παραστάσεις, «δημιουργούνται» από τους ηθοποιούς με το θεατρικό θόρυβο της κιμωλίας στίζοντας την παράσταση πριν την εκρηκτική εναρκτήρια κίνηση.
Ο Νίκος Μαστοράκης αδίκησε τη συνολικά καλοστημένη παράσταση του με τις επαναλήψεις του ευρήματος της μαριονέτας, ιδιαιτέρως στη σκηνή της διακωμώδησης της νεκρώσιμης ακολουθίας αλλά και του εδραίου κατηγορητηρίου των καθηγητών που όχι μόνο δε σάρκασε την κοινωνική καταπίεση αλλά και την αλλοίωσε δεόντως. Στην ίδια προοπτική, οι γονικές «κούκλες», με άψογη σημαίνουσα κίνηση και ιδιάζουσα εκφορά λόγου, έδωσαν το στίγμα της παράστασης που κινήθηκε με εξπρεσιονιστικά χαρακτηριστικά για να περάσει σε ένα συμβατικό ρεαλισμό και να εκτονωθεί αδέξια με εντελώς περιγραφικές διατυπώσεις.
Ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος (Μόριτς Στήφελ) χωρίς διακυμάνσεις επέμεινε σε μια πειστική πραγματεία του ρόλου του που παρόλα αυτά δε συγκίνησε στην καταληκτική σκηνή, την οποία ούτως ή άλλως χειρίστηκε αδέξια ο σκηνοθέτης. Ο κύριος Αλειφερόπουλος, πάντως, μετέτρεψε την ανωριμότητά του σε υποκριτική αρετή και έδειξε ότι μπορεί ν’ αναμετρηθεί με απαιτητικούς ρόλους.
Ο Όμηρος Πουλάκης (Όττο) διαθέτει το προσόν ν’ αρθρώνει συγκεχυμένα και το αξιοποιεί ευεργετικά αν σκεφτεί κανείς ότι ενσαρκώνει έναν έφηβο. Η ερμηνεία του με ανιαρή αφετηρία, έχω την αίσθηση, ότι στάθηκε στην ανολοκλήρωτη δοκιμή. Ωστόσο, στη δύσκολη σκηνή του αυνανισμού, ο ηθοποιός κινείται με φυσικότητα διατηρώντας ένα αξιοπρόσεκτο μέτρο, στο οποίο προσθέτει μια αισθαντική αμηχανία.
Η Ιωάννα Παππά υποδύθηκε με ευκρινείς όρους το χαρακτήρα της Βέντλας, που έπεσε θύμα του στυγερού «ξυπνήματος» της άνοιξης. Εύγλωττες στη σημειολογία τους οι φονικές «κούκλες» της Αγγελικής Καρυστινού (Κυρία Μπέργκμαν), της Γαλήνης Χατζηπασχάλη (Κυρία Γκάμπορ), της Αννίτας Κούλη (Κυρία Σμιτ, μαμή) όπως και η φιγούρα του γιατρού από τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη (Μυγοσκοτώστρας, Δόκτωρ Μπράουζεπουλφερ, Κύριος Στήφελ).
Πειστικό με σαφείς υποκριτικές υπομνήσεις το δίδυμο Θάνος Τοκάκης (Ερνστ) και Μιχάλης Φωτόπουλος (Χένσχεν Ρίλοφ). Η Νατάσα Ζάγκα (Ίνα Μύλλερ, Τέα), ο Δημήτρης Καρτόκης (Ντήτχελμ, Καθηγητής Ψωμόλυσσας), ο Δημήτρης Κουτροβιδέας (Καθηγητής Βούρδουλας, Κύριος Γκάμπορ, Ο Άντρας με τη Μάσκα), η πληθωρική και ναζιάρα Άλκηστις Πουλοπούλου (Ίλζε), ο Μίλτος Σωτηριάδης (Χέλμουτ, Καθηγητής Κάμινος) και ο Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος (Καθηγητής Παπατρέχας, Ρούπρεχτ) ανταποκρίθηκαν με άνεση στους ρόλους τους.
Η μουσική λειτούργησε διαλυτικά με την ένταση σε συγκεκριμένα σημεία της παράστασης ενώ οι φωτισμοί ανέδειξαν το ζοφερό κατά τα άλλα ξύπνημα της εφηβείας και το μεταφυσικό περιβάλλον που φιλοδοξούσε να διαμορφώσει η σκηνοθεσία.
Τα κοστούμια με τις επιλογές τους, κάνουν διακριτές τις δυο ερμητικά κλειστές ομάδες που αντιπαρατίθενται μέσα στο έργο, τον κόσμο των ενηλίκων και αυτόν των εφήβων. Δύο κόσμοι απομονωμένοι, χωρίς ουσιαστική επικοινωνία, χωρισμένοι από ένα αγεφύρωτο χάσμα στις αντιλήψεις, τις ιδέες, τις αξίες και τη νοοτροπία.
Σε γενικές γραμμές, μια άρτια παράσταση, δουλεμένη στη λεπτομέρεια, σε εικαστικό επίπεδο, με αντιφατικές συστοιχίες, με εμφανείς τάσεις εντυπωσιασμού αλλά με αναμφισβήτητη ποιητική ατμόσφαιρα.
Στο πρόγραμμα της παράστασης περιλαμβάνονται εμπεριστατωμένες μελέτες γύρω από ένα πυκνό κείμενο που επιτρέπει πολλαπλές αναγνώσεις και αφήνει περιθώρια στο σκηνοθέτη να φωτίσει τη δική του οπτική γωνία καθώς κοινός αισθητικός παρανομαστής των σκηνών του δεν είναι η αποκάλυψη και η απόδοση μιας αντικειμενικής πραγματικότητας, αλλά η πρισματικότητα και πολλαπλότητα των προσεγγίσεων της κεντρικής υπόθεσης.
Το παρόν κείμενο αφιερώνεται στη μνήμη του ταλαντούχου ηθοποιού Κωνσταντίνου Παπαχρόνη που στην παράσταση ενσάρκωνε το χαρακτήρα του Μέλχιορ. Η είδηση της αιφνίδιας και τραγικής του απώλειας συνέπεσε με τη σύνταξη αυτών των γραμμών. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο νεαρός καλλιτέχνης, στη σύντομη διαδρομή του στο θεατρικό σανίδι αναμετρήθηκε με επιτυχία σε κωμικούς αλλά και δραματικούς ρόλους.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το Ξύπνημα της άνοιξης» του Φρανκ Βέντεκιντ
Από το Εθνικό Θέατρο
Μετάφραση : Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία – Μουσική επιμέλεια : Νίκος Μαστοράκης
Σκηνικά – Κοστούμια : Εύα Μανιδάκη
Φωτισμοί : Τάσος Παλαιορούτας
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Νατάσα Ζάγκα, Δημήτρης Καρτόκης, Αγγελική Καρυστινού, Αννίτα Κούλη, Δημήτρης Κουτροβιδέας, Ιωάννα Παππά, Κωνσταντίνος Παπαχρόνης, Όμηρος Πουλάκης, Άλκηστις Πουλοπούλου, Μίλτος Σωτηριάδης, Θάνος Τοκάκης, Μιχάλης Φωτόπουλος, Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος και Γαλήνη Χατζηπασχάλη

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ-ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ
Ευμολπιδών 41, Γκάζι, τηλ. 210 34 55 020
Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 20.30, Κυριακή 19.00