Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

«Μήδεια» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Σπύρου Α. Ευαγγελάτου



 
Ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος επιστρέφει μετά από δώδεκα χρόνια, στη «Μήδεια» του Ευριπίδη με νέα σκηνοθετική οπτική, στήνοντας αυτή τη φορά μια παράσταση αποκλειστικά με άνδρες ηθοποιούς και δεσπόζον χαρακτηριστικό τη χρήση της μάσκας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο σκηνοθέτης αναβιώνει ως ένα βαθμό το status της αρχαίας τραγωδίας χρησιμοποιώντας πρακτικές που παραπέμπουν στην εποχή διδασκαλίας της. Πράγματι, οι αρχαίοι ποιητές δίδασκαν τους κώδικες της τραγωδίας εστιάζοντας κυρίως στην ανάδειξη της έννοιας του τραγικού. Ο κύριος Ευαγγελάτος παρουσιάζει μια αρχέγονη Μήδεια και προτείνει στους θεατές του «εδώ και τώρα» την επανατοποθέτηση στα ήδη υπάρχοντα κριτήρια. Έτσι, αποκαθιστά το ζήτημα της αρχαίας τραγωδίας ως αφετηρίας χάρη στην οποία εντατικοποιείται και ενισχύεται το υπόβαθρο των αρχετύπων.
            Η παράσταση του Σπύρου Α. Ευαγγελάτου φέρνει εκ νέου στο προσκήνιο την ιστορία της βάρβαρης από την Κολχίδα, η οποία σφαγιάζει τα δύο της παιδιά για να εκδικηθεί τον Ιάσωνα και ν’ αποκατασταθεί η ίδια απέναντι στον εαυτό της, καθώς προασπίζεται με ακραίο ομολογουμένως τρόπο, την ηθική και την τιμή της. Στην πραγματικότητα, η Μήδεια-αρχέτυπο προτείνει την αναθεώρηση του τραγικού κόσμου. Η ηρωίδα διαπράττει την Ύβρη φονεύοντας τα παιδιά της, εν συνεχεία ανυψώνεται σε πανανθρώπινο παράδειγμα προς αποφυγή και «ταξιδεύοντας» στο χωροχρόνο, συμβολοποιείται, διαστρωματώνεται χαρακτηριστικά και εγκαθίσταται στο συλλογικό ασυνείδητο. Στο στάδιο αυτό της ανυψώσεως, η Μήδεια ανήκει πλέον στο πάνθεον των αρχετύπων, που είναι αμετακίνητα μέσα στην «αταραξία» και στην «α-πορία». Συνεπώς, η διάπραξη της Ύβρεως, ακολουθώντας την πορεία του τραγικού, οδηγεί στην τύφλωση, δηλαδή στη διατάραξη των παθών και καταλήγει στην έννοια της Δίκης, η οποία αποδίδει έναν τελεσίδικο, καθαρτικό λόγο. Εν τέλει, η Μήδεια δικαιώνεται και στο εξής αποτελεί αντικείμενο πολυσχιδών διερμηνειών.
            Ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος σκηνοθετεί με μαεστρία τον ανδρικό θίασο και κατορθώνει να φέρει στην επιφάνεια μια αποκωδικοποίηση των στερεοτύπων της τραγωδίας στο σύγχρονο κοινό. Στο αποτέλεσμα συνεισφέρουν η έγκυρη μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη και οι καίριοι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου, ο οποίος διαχέει στη σκηνή χαρακτηριστικές φωτοσκιάσεις που στοχεύουν στο θυμικό του θεατή. Οι εναλλαγές των φωτισμών μεταφράζουν το σημασιολογικό φαίνεσθαι της παράστασης και παραπέμπουν σε βαθύτερες αναζητήσεις στα τοπία του πάθους. Στη σφαίρα του συμβόλου κινούνται τόσο τα σκηνικά του Γιώργου Πάτσα όσο και τα κοστούμια του Γιάννη Μετζικώφ λειτουργώντας σχολιαστικά απέναντι στο λόγο. Η μουσική του Θάνου Μικρούτσικου απογειώνει όλα όσα εκτίθενται στο βλέμμα του θεατή κι όχι μόνο. Η μουσική σύνθεση του κυρίου Μικρούτσικου δημιουργεί μια χαρακτηρολογία του τονικού απρόβλεπτου δια του οποίου αναζωπυρώνεται, σε διακεκριμένες φάσεις της πλοκής της «Μήδειας», η σκηνική δυναμική των δομών και των προσώπων της τραγωδίας.
            Ως Μήδεια, ο Γιώργος Κιμούλης ενσαρκώνει το μένος της γυναίκας-εκδικήτριας αποφεύγοντας τεχνηέντως τη μελοδραματική διάσταση που θα μπορούσε να προσδώσει στο ρόλο κι ενστερνιζόμενος την «αποστασιοποιητική» τεχνική που προτείνει η σκηνοθεσία. Ο κύριος Κιμούλης επιτυγχάνει ν’ αποδώσει στη Μήδεια την αρχέγονη δυναμική της ηρωίδας και ν’ αποτυπώσει το οξύμωρο του εγκλωβισμού στη μάσκα ως ένα μέσο λύτρωσης και ελευθερίας του ηθοποιού.
            Ο Τάσος Νούσιας υποδύεται τον Κρέοντα με επιδέξιες κλιμακώσεις εναλλαγών. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος διατηρεί έως τέλους ερμηνευτική συνέπεια στο ρόλο του Ιάσωνα. Ο Νίκος Αναστασόπουλος ερμηνεύει τον Παιδαγωγό δίνοντας το στίγμα ενός έμπειρου ηθοποιού, που προκαλεί με ελάχιστα εξωτερικά μέσα μια ξεχωριστή συγκίνηση. Ο Μάνος Βακούσης, ως Τροφός, υποστηρίζει με σθένος και εκφραστική ευχέρεια το ρόλο του. Ο Δημήτρης Παπανικολάου προσδίδει στον Αιγέα τα χαρακτηριστικά που αποτελούν το ήθος του ήρωα. Επιτελικός και ευθύβολα περιγραφικός ο Αγγελιαφόρος του Νικόλα Παπαγιάννη.
            Τον άρτια δουλεμένο Χορό αποτελούν οι ηθοποιοί: Τάσος Αλατζάς, Νίκος Αναστασόπουλος, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Χάρης Γρηγορόπουλος, Δημήτρης Καραβιώτης, Σταύρος Καραγιάννης, Δημήτρης Καραμπέτσης, Δημήτρης Μόσχος, Δημήτρης Μυλωνάς, Δημήτρης Παπανικολάου, Παντελής Φλατσούσης, Γεράσιμος Σκαφίδας.


Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

«Το Τάβλι» του Δημήτρη Κεχαΐδη, μια συμπαραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας και του Θεατρικού Οργανισμού «Κ»



           
Στον περίβολο ενός σπιτιού της οδού Αριστοφάνους, στου Ψυρρή, στήνεται ένα θέατρο. Εκεί, δύο ηθοποιοί κι ένα τάβλι ανάμεσά τους, συνδιαλέγονται καταρχήν με θέμα το παιχνίδι τους. Εν συνεχεία, μετά από απειράριθμες λεκτικές ανατροπές των ηρώων, το παιχνίδι αυτό εκφυλίζεται και μετατρέπεται σχεδόν σε μάχη σώμα με σώμα. Οι δύο ήρωες, στη μεταπολεμική Ελλάδα, υπό το καθεστώς της δικτατορίας (το έργο γράφτηκε το 1972) αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα τόσο μιας διακεκριμένης για τη χώρα εποχής, όσο και μιας κοινωνικής τάξεως που ανήκει μάλλον στο λούμπεν και σε ό, τι αυτό συνεπάγεται ως κατηγορία του περιθωρίου. Εντός αυτής γαλουχούνται και αναδεικνύονται οι μικροαπατεώνες, ευνοείται το στήσιμο μικροεπεισοδίων με σκοπό ένα προσωρινό, φευγαλέο κέρδος, την ίδια στιγμή που ελλοχεύει μια κάποια ανεπαίσθητη αλλά σκληρή απειλή όταν χρειάζεται να οδηγηθούν οι ήρωες σε αυτό που αποκαλούμε «ξεκαθάρισμα λογαριασμών». Το Τάβλι είναι το πρόσχημα. Εξ άλλου, στο ομώνυμο θεατρικό του έργο, ο Δημήτρης Κεχαΐδης δημιουργεί από τα σπλάχνα της ελληνικής κοινωνίας στην ακραία της ταυτότητα, δύο οντότητες πλήρως συνειδητοποιημένες ως προς τις πράξεις, τις δράσεις και τα συναισθήματά τους. Είναι ο Φώντας και ο Κόλλιας. Στο μικρόκοσμο του περιθωρίου, όλα επιτρέπονται, ακόμα και η διαχείριση ενός χρηστικού αντικειμένου ή υποκειμένου όπως είναι η αδελφή του ενός και σύζυγος του άλλου: η Καλλιόπη είναι η αδελφή του Φώντα και η σύζυγος του Κόλλια. Μολοταύτα, το λούμπεν έχει κι αυτό τους κανόνες και τους νόμους του, οι οποίοι όταν παραβιάζονται οδηγούν στη σύγκρουση.
          Τον Φώντα και τον Κόλλια υποδύονται αντιστοίχως οι ηθοποιοί Σωκράτης Πατσίκας και Κωνσταντίνος Κάππας, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του δεύτερου. Ο θεατής βρίσκεται μπροστά σε μια ρεαλιστική παρουσίαση του έργου του Κεχαΐδη, τόσο ρεαλιστική μάλιστα που νομίζεις ότι παρακολουθείς μια παρτίδα τάβλι κι ένα καβγά δύο καθημερινών ανθρώπων της γειτονιάς. Ο Σωκράτης Πατσίκας και ο Κωνσταντίνος Κάππας αποτελούν ένα αρμονικό ζεύγος υποκριτικής ευελιξίας και ελέγχουν ευεργετικά την ανταλλαγή λόγου αποφεύγοντας έτσι τη ρυθμική χασμωδία. Ο κύριος Πατσίκας και ο κύριος Κάππας αποδίδουν εν ολίγοις την αλήθεια του ρόλου τους, υπογραμμίζοντας τις πληροφορίες αλλά και τα βιωματικά ξεσπάσματα γύρω από την εξωσκηνική τους δράση και δραστηριότητα. Ξετυλίγουν δηλαδή το νήμα των ενασχολήσεων τους και των προοπτικών που τους παρέχει η ευρηματικότητα του μικροαπατεώνα. Η ζωντάνια των δύο ηθοποιών και το κέφι με το οποίο υποδύονται τους χαρακτήρες, στηρίζουν στην ουσία το εποικοδόμημα της παραστασιακής σκηνής και δημιουργούν προοπτικές στο κείμενο του συγγραφέα που θα μπορούσε, όπως πολλά από τα θεατρικά κείμενα της εποχής του, ν’ αποτελέσει και αυτό κλειστό κύκλωμα και νεκρό γράμμα για τους ηθοποιούς του αύριο. Απεναντίας, ο Σωκράτης Πατσίκας και ο Κωνσταντίνος Κάππας ανοίγουν δρόμο σε μια ακόμη νέα πρόταση, που έρχεται να προστεθεί στις πολλές επιτυχημένες παραστασιακές εκδοχές του έργου.

Η παράσταση περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα.