Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

«Λεόντιος και Λένα» του Γκέοργκ Μπύχνερ στο Θέατρο Ροές





Βαλέριος : Η γη και το νερό εκεί κάτω είναι σαν ένα τραπέζι που πάνω του έχει χυθεί κρασί, κι εμείς είμαστε ξαπλωμένοι σαν τραπουλόχαρτα, με τα οποία παίζουν ο Θεός κι ο Διάβολος από πλήξη.

(Από τη δεύτερη πράξη του έργου)

Στο μελαγχολικό αλλά ονειρικό παραμύθι του Γκέοργκ Μπύχνερ (1813-1837) «Λεόντιος και Λένα» (1836), η ανάγκη της ψυχικής ένωσης καλύπτεται απ’ την ανάγκη φυγής, ο ορθολογισμός κρύβεται πίσω απ’ την τρέλα και η τρυφερότητα πίσω απ’ τη βία.
Το μεταφεουδαρχικό καθεστώς και η βιομηχανική επανάσταση στη Γερμανία προκαλούν και ξεσηκώνουν τη βαθιά τρυφερή και ουμανιστική σκέψη του εικοσιτριάχρονου συγγραφέα παρασέρνοντάς την σ’ ένα στρόβιλο αντιδράσεων, όπου συνυπάρχουν αναρχισμός και μηδενισμός, επανάσταση και ουτοπία, απόγνωση και ελπίδα.
Ο Λεόντιος και η Λένα το σκάνε ο καθένας απ’ το παλάτι του όπου θέλουν να τους επιβάλλουν ένα γάμο ανάμεσά τους. Πασχίζουν να ξεφύγουν απ’ την εύνοια και τον ασφυκτικό κλοιό του καθεστώτος, ν’ ανατρέψουν τα δεδομένα, επιθυμώντας ν’ αποφασίζουν οι ίδιοι για τη ζωή τους. Άγνωστοι μεταξύ τους θα συναντηθούν τυχαία και θα ερωτευτούν στο απρόβλεπτο αυτό παιχνίδι που τους έπαιξε η μοίρα.
Μέσα από αυτοσαρκαστικούς διαλόγους που βρίθουν αποφθέγματα για την ανθρώπινη ύπαρξη και το πεπρωμένο, απαισιόδοξοι τόνοι επικρατούν προσδίδοντας άλλη διάσταση στον κλασικιστικό ιδεαλισμό και το ρομαντικό πνεύμα της εποχής. Μια κυνική κωμωδία για την τραγική μοίρα του ανθρώπου.
Η μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα που γνωρίζουμε από την περσινή παράσταση του σκηνοθέτη Λοράν Σετουάν στο Εθνικό Θέατρο, διαθέτει αρετές και αναδεικνύει το μήνυμα του λόγου και την ποιητικότητα του κειμένου.
Η σκηνοθεσία της Χλόης Μάντζαρη ευνόησε το έργο του Μπύχνερ κατευθύνοντας τους ηθοποιούς να ερμηνεύσουν σύνθετα και επιμένοντας στο ποιητικό στέλεχος. Μια συλλογικότητα που μοιάζει με ένα είδος ονειρικής φαντασμαγορίας συγκινήσεων την οποία ενισχύουν τα κοστούμια που σχεδίασε η Ιωάννα Τσιάμη, η μουσική επιμέλεια του Αλέξανδρου Μάντζαρη αλλά και οι διαβαθμίσεις των φωτισμών του Γιώργου Τέλλου.
Η κινησιολογική πρόταση της Σοφίας Σπυράτου διέπρεψε για ακόμη μια φορά και εδώ. Όλο το έργο, στην ποιητική του εξύψωση, με τον θρίαμβο του μεταφορικού λόγου και τη ρηματική εντελέχεια, έχει προεκταθεί σε κίνηση από τη χορογράφο. Κίνηση που όχι μόνο αναδείχνει προάγοντας τον λόγο αλλά που δημιουργεί σημασιακές ισοδυναμίες, ορισμένες φορές και αντιφατικές, απογειώνοντας το κείμενο του μεγάλου μοιραίου Γερμανού συγγραφέα.
Η κυρία Σπυράτου ακολουθεί τη μηχανιστική σύλληψη του σκηνικού που έστησε ο Aaron Minerbrook και που ορισμένως παραπέμπει στη ρωσική πρωτοπορία, και διπλώνει τις λέξεις με κίνηση δημιουργώντας το δικό της αλφάβητο. Κίνηση ελεύθερη, ανακλαστική, συνειρμική αλλά και γεωμετρημένη που πλημμυρίζει τη σκηνή, εμπνέει τους ηθοποιούς και δημιουργεί ευφορία στον ειδοποιημένο θεατή.
Ο Μιχάλης Σαράντης ως Λεόντιος και ο Γιώργος Νούσης ως Βαλέριο υποδύθηκαν τους ρόλους τους με ευλυγισία διαθέτοντας το νεανικό τους ταμπεραμέντο που υποθηκεύει ευμενώς τη δράση τους εν όψει της επόμενης πρόκλησης την οποία θα απαντήσουν στο θέατρο.
Ο Ζαφείρης Κουτελιέρης και ο Κωνσταντίνος Ραφαηλίδης ως ακόλουθοι (η διασκευή συμπυκνώνει στους ακόλουθους το ποσό λόγου που αντιστοιχεί στον παιδαγωγό, στον τελετάρχη, στον πρόεδρο του συμβουλίου, στον πάστορα, στο δικαστή και στο δάσκαλο) διακρίνονται για τα φωνητικά και εκφραστικά τους προσόντα.
Ο Δημήτρης Κουτρουβιδέας στοιχίζει και δένει αρμονικά τον Πέτερ, βασιλιά του κράτους Ποπό, με τους υπόλοιπους ρόλους καθιστώντας τον ιδιότυπο κέντρο κατευθύνσεων και συντάσσοντας ένα σκηνικό σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων.
Η Βένια Σταματιάδη ανταποκρίνεται με άνεση στις απαιτήσεις των δύο ρόλων που υποδύεται, αυτόν της Ροζέτας και αυτόν της Γκουβερνάντας.
Εύθραυστη η Λένα της Σοφίας Γεωργοβασίλη που εκφράζεται με έναν ιδιάζοντα ρομαντισμό συναισθημάτων.
Στο σύνολό της, μια προσεγμένη παράσταση που αξιοποιεί και αναδεικνύει τον βαθύ σημασιολογικά λόγο του συγγραφέα.