Δευτέρα, 21 Απριλίου 2008

Η πικρή γεύση της προδοσίας


Στο θέατρο «Στοά» παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου και μετάφραση Λέας Κούση, το έργο του Βρετανού Christopher James Hampton «Στάχτες» («Embers») που γράφτηκε το 2006. Πρόκειται για μια θεατρική διασκευή της νουβέλας του Ούγγρου συγγραφέα Sandor Marai (1900-1989) με τίτλο «Τα κεριά καίγονται μέχρι το τέλος» (1942) που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Duke of York με πρωταγωνιστή το Jeremy Irons.

Ο συγγραφέας και το έργο του
O Hampton παρέδωσε το πρώτο θεατρικό έργο του «When did you last see my mother? » προτού ακόμα ολοκληρώσει τις σπουδές του (σε νεαρή ηλικία) και σε σύντομο χρονικό διάστημα καταξιώθηκε ως δραματουργός αλλά και μεταφραστής (Τσέχοφ, Ίψεν, Μολιέρος κτλ). Το «Total eclipse» που αναφέρεται στη σχέση του Rimbaud με το Verlaine γνώρισε μεγάλη απήχηση κυρίως μέσα από την κινηματογραφική του μεταφορά. Ακολουθούν «The philanthropist», «Savages», «Treats», «The portage to San Cristobal of A. H», «Tales from Hollywood» και άλλα, ενώ ξεχώρισε η διασκευή που έκανε στο μυθιστόρημα του Laclos «Les liaisons dangereuses».

Υψηλά ιδεώδη
Βασική θεματολογία των γραπτών του Marai αποτέλεσε η σήψη της ουγγρικής μεσοαστικής τάξης και η κατάρρευση των ανθρωπιστικών ιδανικών για τον οποίον αποτελούν πρότυπο ζωής. Οι ουμανιστικές αξίες στις οποίες μοιάζει προσηλωμένος διαποτίζουν όλο το έργο του. Οι «Στάχτες» πραγματεύονται το θέμα της πίστης στη φιλία και σκιαγραφούν τις ψυχολογικές αποχρώσεις της προδοσίας που σχετίζονται εν μέρει με το πολιτικό σκηνικό που είχε διαμορφωθεί στη χώρα του συγγραφέα και τον εξώθησε στην ξενιτιά.
Η δράση εκτυλίσσεται το 1940 σ’ ένα στρατιωτικό, αριστοκρατικό και επιβλητικό περιβάλλον. Η ακεραιότητα των ηρώων αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητάς τους, την οποία προσπαθούν να διαφυλάξουν ακόμη και μέσα από τις «στάχτες» της ραγισμένης σχέσης τους. Έτσι οι δυο αχώριστοι παιδικοί φίλοι, έχοντας πατήσει πλέον τα 75 χρόνια, συναντιούνται απρόσμενα και αναμοχλεύουν την κατάσταση που δημιουργήθηκε ανάμεσά τους και τους χώρισε για 41 χρόνια. Οι ερωτήσεις πρέπει ν’ απαντηθούν…Στο στάδιο που βρίσκονται συνειδητοποιούν ότι απαντήσεις δεν υπάρχουν όταν πρόκειται για αισθήματα που προξένησε το άσβηστο πάθος για μια γυναίκα, την οποία τελικά κανείς δεν κέρδισε καθώς χάθηκε πρόωρα.

Βασανιστική δέσμευση
Απωθημένες σκέψεις, ανείπωτες, θαμμένες στη μυστηριώδη πράξη της φυγής πλαισιώνονται από την αδήριτη αναγκαιότητα εκτόξευσής τους. Πρόκειται για λόγια που έχουν «ακονιστεί» στην πίσω πλευρά του μυαλού και έχουν «σμιλευτεί» με τα ανθεκτικά υλικά των αναμνήσεων. Η διήθησή τους επιτελέστηκε με καθαρή ματιά και λεπτομερειακή διείσδυση. Τα ερεθίσματα αυτά αναμένουν την ανταπόκριση του Κόνραντ με τη μορφή επιβεβαίωσης μιας αλυσίδας γεγονότων που θα διαλύσει τα αιωρούμενα ερωτηματικά και θα σημασιοδοτήσει τα βαθειά κίνητρα των πράξεων. Ο λόγος του Χένρικ καθίσταται ένα είδος λογοτεχνικού δοκιμίου, ένας μακρόσυρτος μονόλογος διανθισμένος με ρητορικά στοιχεία-ιδεολογίες και εμπλουτισμένος με την ψυχογράφηση μιας ολόκληρης ζωής. Ένας «de profundis» απολογισμός, μια διατριβή αναμέτρησης με το πρόσωπο των προθέσεων. Η φλόγα της συντροφικότητας έχει προ πολλού σβήσει και πάνω στις «στάχτες» της «χορεύει» η αλήθεια, ωμή και γυμνή, μια αλήθεια που εκστομίζεται από τη μια πλευρά, ενώ επιβεβαιώνεται σιωπηλά-μη λεκτικά από την άλλη.
Στην ουσία, η συνάντηση των δύο φίλων πραγματοποιείται για να ολοκληρωθεί αυτό το «κάψιμο» και να διερευνηθούν-επαναπροσδιοριστούν οι αιτίες της στασιμότητας που καθήλωσε το χρόνο για 41 έτη προσδίδοντας θλίψη, απόγνωση, διχασμό, απορία και περιθωριοποίηση. Ο μοναδικός επιζών από αυτήν την απορρύθμιση είναι ο δεσμός της φιλίας που νίκησε το πάθος για την απούσα δομή (πόθος για την Κριστίνα) διαλύοντας το ερωτικό τρίγωνο αλλά επιβάλλοντας, ωστόσο, το χωρισμό δίχως να δοθούν οι απαραίτητες εξηγήσεις. Παρ’ όλα αυτά, η εν λόγω αντινομία εξηγείται από τον ίδιο το μηχανισμό της φιλίας-δόσιμο χωρίς την αναμονή ανταλλαγμάτων, γεγονός που καθιστά και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη επιρρεπή ακόμη και στην προδοσία, μετέωρα ανάμεσα στο καλό και το κακό, «ανάμεσα σε δύο ενάντια, αυτό που διατάζει να χαρείς τη στιγμή και αυτό που απαγορεύει κάτι τέτοιο». Ο χρόνος της φιλίας συνεχίζει βασανιστικά από το σημείο εκείνο που «πάγωσε» κι αυτός ο τελικός απολογισμός που σημασιοδοτείται θετικά από το Χένρικ (με τη μονολεκτική απάντηση «Ναι») αφήνει «στάχτες» που προοιωνίζουν το θάνατο ο οποίος βρίσκεται ante portas.

Η παράσταση
Η σκηνοθεσία του Θανάση Παπαγεωργίου επικεντρώνεται στην ανάδειξη του λόγου και των συναισθημάτων. Ο άψογα εκλεπτυσμένος σκηνικός χώρος που επιμελήθηκε η Λέα Κούση φανερώνει την κοινωνική και οικονομική θέση των προσώπων που τον κατοικούν : ένα μεγάλο δωμάτιο με πολλά παράθυρα, πολυθρόνες, γραφείο, το πορτρέτο της μητέρας του Χένρικ και διπλά σε αυτό εμφανές το κενό του πορτρέτου της νεκρής αγαπημένης γυναίκας. Τα κεριά που βρίσκονται τοποθετημένα σε όλη την έκταση του χώρου και καίγονται κατά τη διάρκεια της παράστασης καθώς και η ρύθμιση των φωτισμών διαμορφώνουν μια ατμόσφαιρα εξομολόγησης-ιεροτελεστίας επιτελώντας παράλληλα το λειτουργικό και υπαινικτικό ρόλο τους. Το φως των κεριών υπό το μελαγχολικό ηχόχρωμα της βροχής και τη μουσική του Chopin από τη Polonaise fantaisie ενεργοποιεί τις τελευταίες σπίθες ανθρωπιάς για να τις μετατρέψει εντέλει άδοξα σε «στάχτες» θανάτου.
Ο Θανάσης Παπαγεωργίου, στο ρόλο του Χένρικ, επιστρατεύει μια ποικιλία εναλλαγών των εκφραστικών του μέσων αποτυπώνοντας έτσι πικρία, ειρωνεία, διάθεση για συγχώρεση. Η παρουσία του Κόνραντ είναι καταλυτική. Ο Γιάννης Ροζάκης διαγράφει αδρά χαρακτηριστικά του ήρωα εναλλάσσοντας την έκπληξη με την απάθεια μέσα από παγερό βλέμμα, διαρκείς παύσεις, ανολοκλήρωτες φράσεις και υπαινικτική σιωπή, κινήσεις που δηλώνουν την επιβεβαίωση, την κατανόηση και την αποδοχή όσων ισχυρίζεται ο Χένρικ. Οι δυο ηθοποιοί διαμορφώνουν ένα ισορροπημένο υποκριτικό δίδυμο που συνομιλεί σκηνικά επί ίσοις όροις παρά το γεγονός ότι στο ένα πρόσωπο έχει καταχωρηθεί το μεγαλύτερο ποσό του λόγου. Ως Νίνη, η Λήδα Πρωταψάλτη συγκινεί στο σύντομο ρόλο της τροφού με τη στοργή και την τυφλή αφοσίωση της.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Στάχτες» του Christopher Hampton
Από το μυθιστόρημα του Sandor Marai «Τα κεριά καίγονται μέχρι το τέλος»
Σκηνοθεσία : Θανάσης Παπαγεωργίου
Μετάφραση-Σκηνικά-Κοστούμια : Λέα Κούση
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Θανάσης Παπαγεωργίου, Γιάννης Ροζάκης και Λήδα Πρωτοψάλτη

ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΟΑ
Μπισκίνη 55, Ζωγράφου, τηλ. 210 77 02 830
Παρασκευή-Σάββατο 21.30, Κυριακή 19.00

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

Ο Παρίας


Στο μικρό και καλαίσθητο θεατράκι της οδού Εκάτης παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην ελληνική σκηνή το μονόπρακτο δωματίου «Ο Παρίας» (Paria, 1889) του Αύγουστου Στρίντμπεργκ (1849-1912) σε μετάφραση Γιώργου Καραβασίλη και σκηνοθεσία Βαλεντίνης Λουρμπά.
Το θέατρο του μεγάλου Σουηδού συγγραφέα εστιάζει στην ηθική διαφθορά της ανθρώπινης φύσης, στην αμαρτία, στο έγκλημα, στις αποκλίσεις του φυσιολογικού και στην ανελέητη διαμάχη των δυο φύλων. Ο Στρίντμπεργκ επεξεργάστηκε για αρκετά χρόνια τις τεχνικές των επιστημονικών αναλύσεων της πραγματικότητας και των αναπάντεχων μεταστροφών της ανθρώπινης ψυχής. Μέσα από τα μονόπρακτα «Ο Παρίας», «Σιμούν», «Παίζοντας με τη φωτιά» και «Η μητρική στοργή» εξέλιξε τα δεδομένα του σχετικά με τη σκηνογραφία και τα υποκριτικά ύφη του σύγχρονού του θεάτρου. Η εμπειρία που απέκτησε στον δραματουργικό τομέα ωρίμασε την πεποίθηση του για την αδυναμία του νατουραλιστικού δράματος ν’ αποκαλύψει τους μηχανισμούς της πραγματικότητας και την ανάγκη για έναν πειραματισμό που θα ήταν πρώτα απ’ όλα δομικός και θ’ αφορούσε τη φόρμα.
Στο μονόπρακτο «Ο Παρίας» ο δραματουργός επικεντρώνεται στο θέμα της δικαιοσύνης μέσα από ένα δυνατό διάλογο δύο ανδρών, τον κύριο Χ, αρχαιολόγο και τον κύριο Ψ, Αμερικάνο ταξιδιώτη. Ένα λεκτικό ουδέτερο παιχνίδι χωρίς νικητή και ηττημένο καθηλώνει τη «φιλήσυχη συνείδηση» αποδεικνύοντας τις απεριόριστες δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης στην προσπάθειά της να θωρακίσει τον εαυτό της και να τον κάνει απρόσβλητο από την επιρροή του άλλου. Στην ενέργειά της αυτή διευθετεί το καλό και το κακό σύμφωνα με το προσωπικό αίσθημα δικαίου που αντιτάσσεται σθεναρά στο σύνολο των γραπτών κανόνων της έννομης τάξης. Η διαφορά των δύο ηρώων έγκειται στο ότι ο ένας υπέστη τις συνέπειες της παράβασης των κανόνων αυτών ενώ ο άλλος διέφυγε τον κίνδυνο αυτό. Παρά ταύτα αποτελούν κι οι δύο τις όψεις του παρία, του απόβλητου. Ο ένας φέρει τη ρετσινιά της φυλακής κι ο άλλος τις εσωτερικές ενοχές.
Η σκηνοθεσία επιλέγει δυο γυναίκες να ενσαρκώσουν τους ρόλους και ακολουθεί σχεδόν πιστά τις οδηγίες του κειμένου. Ο λιτός σκηνικός χώρος που προσδίδει τη γεωμετρία ενός πεδίου αναμέτρησης αποτελείται από τ’ απαραίτητα μόνο αντικείμενα. Ο διάλογος εξελίσσεται μέσα από μια πάλη επιχειρημάτων που λαμβάνει χώρα γύρω από μια ανολοκλήρωτη παρτίδα σκάκι. Το παιχνίδι της διαβάθμισης των φωτισμών, ο βίαιος ήχος της καταιγίδας και η μουσική υπόκρουση που σκεπάζει σε δεδομένη στιγμή το λόγο διαμορφώνουν μια ιδιάζουσα ατμόσφαιρα. Οι δυο ηθοποιοί αποδίδουν τους ρόλους τους με κλιμακωτές εντάσεις και συναισθηματικές μεταπτώσεις.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο Παρίας» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ

Μετάφραση : Γιώργος Καραβασίλης
Σκηνοθεσία : Βαλεντίνη Λουρμπά
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Έλλη Μερκούρη και Ευπραξία Κόντσα

ΘΕΑΤΡΟ ΕΚΑΤΗ
Εκάτης 11, Πλ. Κυψέλης, τηλ. 210 64 01 931
Δευτέρα-Τρίτη 21.00

Κυριακή, 13 Απριλίου 2008

Αυτόπτης "Μάρτης"


Στη θεατρική σκηνή Δημήτρης Ποταμίτης παρουσιάζεται το πρώτο θεατρικό έργο της Κατερίνας Δήμα «αυτόπτης Μάρτης». Παραβλέποντας τις όποιες δραματουργικές αδυναμίες διαπιστώνει κανείς ότι πρόκειται για ένα κείμενο συμβολικό με ενδιαφέρουσα μυθοπλασία και απόπειρα φιλοσοφικής εντρύφησης πάνω στο δίπτυχο του έρωτα και του θανάτου.

Η υπόθεση
Σ’ έναν οίκο ανοχής διαφορετικό από τους άλλους, τρεις γυναίκες πνευματικά καταρτισμένες προσφέρουν τις ερωτικές τους υπηρεσίες επιλέγοντας ωστόσο τους πελάτες με τους οποίους θα συνευρεθούν. Δυο πρόσωπα φέρονται ως θαμώνες του χώρου. Ο ένας, επιφανής μεσήλικας, αναζητά απεγνωσμένα και μάταια στις γυναίκες την υπηρεσία τους ως «θεραπεία» της σεξουαλικής διαφορετικότητας του γιου του. Ο άλλος, νέος συγγραφέας, θαμπώνεται από τη γοητεία της μιας γυναίκας και στην προσπάθειά του να εξωτερικεύσει το πάθος του και ν’ αφεθεί στο δύσκολο αγώνα της ζωής, αποφασίζει να ενδώσει και να εκτίσει το τίμημα της ανθρωπιάς του μπροστά στην τελική αποκάλυψη της ταυτότητας των γυναικών και του σκοπού τους, μια αποκάλυψη που ενδέχεται να επανασημασιοδοτήσει τη ζωή του…

Ο χρόνος που τελειώνει
Οι γυναίκες εξυψώνονται σε ιέρειες των γραμμάτων και της Τέχνης και επωμίζονται το βαρύτατο χρέος να παρακινήσουν τους ανθρώπους ν’ αποκαλύψουν τους φωτεινούς οδοδείκτες της ψυχής τους που θα τους οδηγήσουν στον έρωτα και στη διεκδίκηση του στοιχήματος της ζωής, η πορεία του οποίου διανύει έναν άγνωστο ανηφορικό δρόμο γεμάτο σφάλματα, προδοσίες, αδυναμίες που γιγαντώνουν τη γνώση, την τόλμη, την ακατάπαυτη ελπίδα και τη διακινδύνευση για την πύρινη φλόγα του προσωπικού οράματος. Καταλύτρα του ανθρώπινου φόβου και της δειλίας, τροφοδότρια αυτής της ελπίδας αποτελεί η πρωθιέρεια του έρωτα, Έρη, η οποία προσφέρει απλόχερα την κινητήρια δύναμη της ζωής. Η εσωτερική μάχη, ωστόσο, αποτελεί προσωπική υπόθεση του συγγραφέα. Την ίδια μάχη έχασε προ πολλού ο μεσήλικας άνδρας. Στο πρόσωπό του καθρεφτίζεται ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας που δικαιωματικά ανήκει σε όλους όσους «τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες». Αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο που ευνούχισε τις πραγματικές του επιθυμίες και τις διοχέτευσε στο μίσος και την αδυναμία δημιουργώντας μια συμβατική οικογένεια, φορώντας τη μάσκα της υποκρισίας της οικογενειακής θαλπωρής και υιοθετώντας μια επίπλαστη ηθική-ρητορική που υπαγορεύει την τυφλή υποταγή στη δικαιοσύνη των όπλων και των φυλακών των ψυχών και απαγορεύει με μισογυνική και ομοφοβική διάθεση την έκφραση του ελεύθερου φρονήματος του γιου του και κατ’ επέκταση την ίδια την πνευματική φωνή των γυναικών. Ο ήρωας λαμβάνει το μέγιστο μάθημα ζωής από τις ιέρειες, ενώ η φωνή του μικρού παιδιού στο φινάλε της παράστασης σημασιοδοτεί τη μεταστροφή που φαίνεται πιθανώς να επέρχεται στη ψυχή του συγγραφέα από την εσωτερική του μάχη.



Η παράσταση
Η σκηνοθετική φόρμα διευθετεί το συμβολισμό των αντικειμένων και των προσώπων που τον πλαισιώνουν στο σκηνικό του Λέανδρου Ασημακόπουλου που αναδίδει τη μυστικιστική γοητεία ενός ιερού χώρου. Το χαμαιτυπείο λαμβάνει τις διαστάσεις ενός φυσικού χώρου άνετου και αισθητικά εκλεπτυσμένου με το συντριβάνι πάνω στο οποίο βρίσκεται ο αμφορέας του νερού, τον κυκλικό καναπέ, τ’ άνθη, τα δύο καντήλια, την υδρόγειο σφαίρα και το ντιβάνι της ψυχανάλυσης. Ο αμφορέας αποτελεί ενεργειακό σημείο της παράστασης. Σ’ ένα πρώτο επίπεδο παρέχει οπτικά δεδομένα επιτελώντας διακοσμητική λειτουργία στον ιδιότυπο χώρο και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο γίνεται επίκεντρο των ιδεολογημάτων της συγγραφέως. Η συνεχής παρουσία του και η κατά διαστήματα έκχυση του νερού –ενδεικτικό στοιχείο του χρόνου –ολοκληρώνεται λίγο πριν το «πέσιμο της αυλαίας» κατά την αποκάλυψη του ιδιαίτερου ιδεολογικού φορτίου δράσης που σημασιοδοτεί. Καίριοι οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα, ενώ η μουσική του Γιάννη Ζουγανέλη υπακούει αρμονικά στο μυστικιστικό και φιλοσοφικό ύφος του χώρου.

Οι ερμηνείες
Ο Γιώργος Δοξαστάκης διεκπεραιώνει επαρκώς το ρόλο του πολλά υποσχόμενου στη ζωή και στην Τέχνη συγγραφέα. Η Αλίκη Καμινέλη ενσαρκώνει την υπεύθυνη του πορνείου (Πόπη) με το υπολανθάνον υπεροπτικό και επιβλητικό ύφος και την ετοιμόλογη διάθεσή της. Η Αμάντα Σοφιανοπούλου (Έρη) πλάθει μια άκρως σαγηνευτική περσόνα που μαγνητίζει με την εμφάνιση, το λόγο και το βλέμμα της. Ο Τρύφων Παπουτσής ενσαρκώνει με την ακρίβεια των εκφραστικών του μέσων τον πελάτη. Η Εύη Εμμανουήλ (Ράνια) με το σπιρτόζικο και παιχνιδιάρικο ύφος της υποδύεται μια πληθωρική πόρνη. Η Άρτεμη Λεοντιάδου και η Μαρία Γιαννιώτη (Εισαγγελέας-Αστυνόμος), ως όργανα του κράτους διαμορφώνουν ένα υποκριτικό δίδυμο που διαχειρίζεται με συνέπεια και ψυχρότητα τη γραπτή και άγραφη έννομη ηθική τάξη.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Αυτόπτης Μάρτης» της Κατερίνας Δήμα
Σκηνοθεσία : Γιώργος Δοξαστάκης
Μουσική : Γιάννης Ζουγανέλης
Σκηνικά-Κοστούμια : Λέανδρος Ασημακόπουλος
Φωτισμοί : Χριστίνα Θανάσουλα
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Αλίκη Καμινέλη, Τρύφων Παπουτσής, Γιώργος Δοξαστάκης, Εύη Εμμανουήλ, Αμάντα Σοφιανοπούλου, Άρτεμη Λεοντιάδη και Μαρία Γιαννιώτη

ΘΕΑΤΡΟ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ
Ιλισίων 21 και Κερασούντος, τηλ. 210 74 81 695
Σάββατο, Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη 21.30, Τετάρτη 19.30, Παρασκευή 00.00

Σάββατο, 5 Απριλίου 2008

Ποιός είναι ο απατεώνας;


Τριάντα χρόνια μετά τη «Συμφορά από την εξυπνάδα» (1831) του Γκριμπογέντοφ και τον «Επιθεωρητή» (1836) του Γκόγκολ, ο Οστρόφσκι με το «Σε στενό οικογενειακό κύκλο» σκιαγραφεί με σατιρικό οίστρο αλλά και συμπόνια τον κόσμο των μικρομεσαίων εμπόρων της Μόσχας προαναγγέλοντας με τη γραφή του το θέατρο του Τσέχοφ. Το ρεπερτόριο του Οστρόφσκι δημιούργησε μια ολόκληρη υποκριτική σχολή. Η προσωποποίηση των ηρώων του που ανήκουν στη «σφαίρα του σκοταδιού» απαίτησε ένα πρόσθετο είδος «εθνικού ρεαλισμού». Πολλά έργα του Ρώσου δραματουργού στιγμάτισαν τη χρυσή εποχή του θεάτρου Μάλυ, συμπεριλήφθηκαν στο δραματολόγιο του Στανισλάβσκι ενώ, μετά τη Σοβιετική Επανάσταση, χαρακτηρίστηκαν καίρια δείγματα κοινωνικής κριτικής του μοναρχικού κατεστημένου. Η καταπίεση, η χυδαιότητα και ο αυταρχισμός με τα οποία ο Οστρόφσκι σκιαγράφησε την οικογενειακή ζωή ήταν μόνο μια αντανάκλαση του συστήματος στο οποίο είχε καθιερωθεί το αστυνομικό κράτος στην αυτοκρατορική Ρωσία.
Η λεκτική ποικιλία και αφθονία μέσα από το ζωηρό διάλογο (εμπλουτισμένο με παροιμίες, άσματα και παρηχήσεις) που αποτυπώνει όλη τη γεύση της καθομιλουμένης, συμπεριλαμβάνει όλες τις αποχρώσεις των κοινών εκφράσεων που πλάθονται από τις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, ενώ κάθε ήρωας χαρακτηρίζεται κυρίως από τον ιδιαίτερο τρόπο ομιλίας του και το λεκτικό του ιδίωμα. Τα έργα του Οστρόφσκι σηματοδοτούν το τέλος της αριστοκρατικής κωμωδίας και την αφετηρία ενός εκδημοκρατισμού της ρωσικής σκηνής. Τα δράματα και οι κωμωδίες του ήταν χαρακτηριστικά ρωσικά στη μορφή, το πνεύμα και τη γλώσσα και είχαν μια καθορισμένη «γεύση του χώματος».
Τα πιο επιτυχημένα πορτρέτα του Οστρόφσκι ήταν εκείνα των καιροσκόπων, των παράλογα δεσποτικών, των διανοητικά και ηθικά εγωιστών που ενεργούσαν αυθαίρετα, ποδοπατώντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ελευθερία. Για τον Οστρόφσκι το κακό είναι μια δύναμη που ενεργεί καταστροφικά σε όποιον δυναστεύεται από αυτό πριν ακόμα επιδράσει σε εκείνον εναντίον του οποίου ασκείται, και τα δράματά του έχουν ως βασικό τους θέμα μια σύγκρουση «δήμιων» και «θυμάτων».

Παρωδία ηθών
Η κωμωδία του Αλεξάντρ Νικολάγιεβιτς Οστρόφσκι (1823-1886) «Σε στενό οικογενειακό κύκλο» αποτελεί ένα τραγικά πικρό και ειρωνικό σχόλιο για κάθε καταναλωτική και διεφθαρμένη κοινωνία παρωδώντας ανελέητα τη ματαιοδοξία, την ανοησία, την ανάγκη επίδειξης και το νεοπλουτισμό. Η καυστική αυτή σάτιρα του 19ου αιώνα εστιάζει σε σκηνές της καθημερινής ζωής, καθρεφτίζει τα ήθη και αποτυπώνει την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ζει μια θεοφοβούμενη πατριαρχική οικογένεια. Ο πλούσιος και αυτάρεσκος έμπορος Μπαλσόφ σχεδιάζει να κηρύξει εικονική πτώχευση για να διαφύγει από τους δανειστές του. Στήνει μια απάτη με τον έμπιστο υπάλληλό του Ποτκαλύτσιν και τη συνεργασία του επιτήδειου δικηγόρου Ρισπολσένσκι. Ο υπάλληλος επωφελείται της κατάστασης, παντρεύεται την κόρη του αφεντικού, σφετερίζεται επικερδείς επιχειρήσεις και ακίνητα αρνούμενος, στη συνέχεια, να τηρήσει τη συμφωνία και να σώσει τον πεθερό του από τα δεσμά της φυλακής.

Η Σκηνοθετική προσέγγιση
Το δράμα του Οστρόφσκι αντανακλά τη σκέψη του θεατή που παίρνει μέρος στη δράση. Η σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη και η σύγχρονη αισθητική όψη της παράστασης υπογραμμίζουν τα στοιχεία του έργου που το κάνουν να φαντάζει οικείο, διαχρονικό και αδήριτο. Η ηχηρή φωνητική επανάληψη του λεξιλογίου του χρήματος και των οικονομικών συναλλαγών κατά την έναρξη της παράστασης προϊδεάζει το κοινό για την κεντρική ιδέα του έργου. Στο σκηνικό χώρο που επιμελήθηκε η Εύα Μανιδάκη απλώνεται το σαλόνι της οικογένειας (έντονο πράσινο χρώμα και παλαιά ταπετσαρία στους τοίχους) ενώ στο βάθος κέντρο ένας πελώριος κορνιζαρισμένος καθρέφτης (που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του φόντου) από τον οποίο παρατηρούμε τους ηθοποιούς αλλά και τους εαυτούς μας καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης μέχρι το τελικό πέσιμο του «τέταρτου τοίχου» στο ευρηματικό φινάλε. Το στήσιμο της τελευταίας σκηνής με το αδίστακτο κοσμικό ζευγάρι ν’ αψηφά με κυνική υπεροψία τις ικεσίες του πατέρα είναι ένα αιχμηρό σχόλιο για την κενότητα του σημερινού life style και τη φαιδρότητα της γκλαμουριάς.
Αν και η σκηνοθετική κατεύθυνση ορθώς εγγράφει στην κοινωνική σκηνή περισσότερο το λαϊκό αίσθημα δικαίου που κλίνει προς το Μπαλσόφ, εντούτοις δεν αγνοεί την κοινωνική συνθήκη η οποία φαντάζει τραγικότερη από το φαίνεσθαι : Το πλέγμα της απάτης αγκαλιάζει όλους τους εμπλεκόμενους σε αυτή, μοιάζοντας μ’ ένα πολυδαίδαλο «τέρας» που με τη συνεργία του δόλου και του ψεύδους καθιστά μόνο ένα πρόσωπο κυρίαρχο. Στην ουσία, πρόκειται για έναν «πόλεμο» των δύο μερών που ξεκινά απ’ τα κίνητρα υστεροβουλίας και ατομισμού του ενός για να καταλήξει στα αντίστοιχα του άλλου. Ο μονόλογος του υπαλλήλου είναι αποκαλυπτικός. Η αμηχανία και ο φόβος του αντιπαλεύει το φιλότιμο ώσπου η στρατηγική άμυνας μεταλλάσσεται σε στρατηγική επίθεσης. Η μεταστροφή αυτή τον ωθεί σ’ ένα μοντέλο δράσης παρόμοιο με αυτό του Μπαλσόφ. Κάτω από αυτή την οπτική γωνία, ο έμπορος ικανοποιεί την απληστία του με απάτη κάνοντας συνένοχο τον έμπιστο υπάλληλό του, ο οποίος αθετεί την υπόσχεση του και τον προδίδει με το ίδιο νόμισμα.
Ανεξάρτητα πάντως απ’ την έκβαση της ιστορίας, η οποιαδήποτε επαφή με το φαύλο κύκλο του χρήματος και της διαφθοράς, εγκυμονεί τη ρευστότητα του «παιχνιδιού» ενώ η κλίση του αισθήματος δικαίου προς τη μια ή την άλλη πλευρά αναδεικνύεται σχετική και μονόπλευρη στα μάτια ενός άμεμπτου και αντικειμενικού παρατηρητή μιας παρακμασμένης κοινωνίας που υποχρεώνει τους ανθρώπους ν’ αποδείξουν ότι δεν είναι «ελέφαντες».

Οι ερμηνείες
Ο Δημήτρης Πιατάς (Σάμσον Σίλιτς Μπαλσόφ) υποδύεται εξελικτικά τον παμπόνηρο, άξεστο, κακεντρεχή και άπληστο έμπορο διαμορφώνοντας μια άκρως κωμική φιγούρα που προκαλεί απέχθεια μέχρι και συμπόνια-οίκτο. Ο κύριος Πιατάς αποδίδει με λεπτομέρεια κάθε πτυχή ενός χαρακτήρα που θα μπορούσε ν’ αποδοθεί μονοδιάστατα και καταθέτει μια ποικιλία συναισθηματικών αντιδράσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της γκροτέσκο ερμηνείας η σκηνή με τη σούπα και ο τελευταίος μονόλογος.
Τις γυναικείες ερμηνείες χαρακτηρίζουν υπερβολή, καρτουνίστικες χειρονομίες, υστερικοί τόνοι και ηδυπάθεια που συνάδει με την ψυχοσύνθεση των ηρωίδων. Η Φωτεινή Μπαξεβάνη (Αγκραφίνα Κοντράτιεβνα) προκαλεί αβίαστο γέλιο με την αδέξια αριστοκρατική συμπεριφορά της και το κωμικό της χτένισμα που αρμόζει στη λαϊκή σύζυγο που ερμηνεύει. Η Εύη Σαουλίδου (Ολιμπιάντα Σαμσόνοβνα) ενσαρκώνει την κακομαθημένη, ονειροπαρμένη κόρη που κοιτάζει υπεροπτικά (με ύφος μπλαζέ) τον περίγυρο της και αναζητά το ιδανικό ταίρι (τον πρίγκιπα της) στις γυαλιστερές σελίδες των περιοδικών μόδας. Η Σοφία Σεϊρλή (Ουστίνια Ναούμοβνα) πλάθει ένα κωμικό τύπο προξενήτρας που υποστηρίζει με λεπτή ειρωνεία και υπαινικτικό χιούμορ ενώ η Άλκηστις Πουλοπούλου (Φομινίσνα) υποδύεται μια νευρική υπηρέτρια (ισότιμο σχεδόν μέλος της οικογένειας) που τρέχει πανικόβλητη πάνω-κάτω για ν’ ανταποκριθεί στα θελήματα των αφεντικών.
Ο Γιάννης Νταλιάνης (Σίτσι Πσόιτς Ρισπολσένσκι) ως δικηγόρος επιρρεπής στο ποτό χειρίζεται επιδέξια τα εκφραστικά του μέσα ενώ ο Θάνος Τοκάκης (Λάζαρ Ελιζάριτς Ποτκαλύτσιν) ως έμπιστος υπάλληλος του Μπαλσόφ ανταποκρίνεται με άνεση στις απαιτήσεις του ρόλου.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Σε στενό οικογενειακό κύκλο» του Αλεξάντρ Νικολάγιεβιτς Οστρόφσκι
Από το Θέατρο του Νότου
Μετάφραση-Απόδοση : Γιώργος Δεπάστας
Διασκευή-Σκηνοθεσία-Μουσική επιμέλεια : Νίκος Μαστοράκης
Σκηνικά-Κοστούμια : Εύα Μανιδάκη
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Βοηθός σκηνογράφου : Μαργαρίτα Γκίκα
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Δημήτρης Πιατάς, Εύη Σαουλίδου, Γιάννης Νταλιάνης, Σοφία Σεϊρλή, Φωτεινή Μπαξεβάνη, Θάνος Τοκάκης και Άλκηστις Πουλοπούλου

ΘΕΑΤΡΟ ΑΜΟΡΕ-Κεντρική Σκηνή
Πριγκιπονήσων 10, τηλ. 210 64 68 009
Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.15, Κυριακή 19.00