Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

«Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη από το Θέατρο του Νέου Κόσμου στο Ηρώδειο


Στις «Εκκλησιάζουσες» ο Αριστοφάνης δίνει και πάλι έμφαση στην πολιτική αλλά υπό την οπτική γωνία της γυναικείας λογικής. Η γυναίκα, έτσι όπως την παρουσιάζει στην κωμωδία αυτή ο ποιητής, είναι αποφασιστική, τολμηρή κι έτοιμη να μετατρέψει την επαναστατική συνείδηση σ’ επαναστατικό φρόνημα.
      Η παράσταση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου στηρίζεται στην εύστοχη απόδοση του Βασίλη Μαυρογεωργίου για ν’ αναδείξει σημερινές αλήθειες μέσα από εκφράσεις γλωσσικές και παραγλωσσικές, που αποτυπώνουν σημαίνοντα και σημαινόμενα σε μορφή ευφυολογήματος. Επιπροσθέτως, το ευφυολόγημα φωτογραφίζει διακριτικά ορισμένα πρόσωπα και πράγματα της τωρινής πολιτικής σκακιέρας, αποφεύγοντας τεχνηέντως την απροκάλυπτη ονοματολογία και τα συμπαρομαρτούντα αυτής. 
      Ο κύριος Θεοδωρόπουλος δημιουργεί έναν χαρακτηριστικό μικρόκοσμο εμφορούμενο από ανησυχίες του πολίτη και δη της γυναίκας, η οποία δεν έχει δικαίωμα ψήφου στην Αθήνα του 5ου αιώνα. Ο Αριστοφάνης, ποιητική αδεία, της δίνει φωνή, την οποία ο σκηνοθέτης της παράστασης καλλιεργεί και περιβάλλει με ιδιαίτερη φροντίδα προβάλλοντας κυρίως την ανάγκη της γυναίκας για χειραφέτηση. Ωστόσο, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος απαλύνει τον κραυγαλέο φεμινισμό, δίνοντας περισσότερη έμφαση στο έξυπνο ένστικτο και στην τρυφερόκαρδη ευαισθησία του θηλυκού.
      Άλλωστε, οι χορογραφίες της Αγγελικής Στελλάτου διευκολύνουν εξαιρετικά την προοπτική της σκηνοθεσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για τη σημειολογία της χορογραφίας, συνιστά η τελετουργική σχεδόν αφαίρεση των ενδυμάτων των γυναικών του χορού με τρόπο ώστε ν’ αποκαλύπτεται το γυναικείο στήθος ως συνδήλωση της μητρότητας με άπειρους υποδηλωτικούς προσανατολισμούς. Το εν λόγω περιστατικό της χορογραφίας, αν και στατικά εκφερόμενο, διαχέει την έμφυτη βιωματικότητα της δηλούμενης αλλά και της άδηλης γυναικείας δυνατότητας, που αποτυπώνεται στο αρχέτυπο της μάνας.
      Η μουσική του Θάνου Μικρούτσικου απογειώνει όλα όσα εκτίθενται στο βλέμμα του θεατή κι όχι μόνο. Η συγκεκριμένη δηλαδή, μουσική του κυρίου Μικρούτσικου αποτελεί από μόνη της ένα ολοκληρωμένο μουσικό ποίημα, στα όρια του αυτόνομου.
      Οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη παρεμβαίνουν ευθύβολα στην παράσταση αν και πολλές φορές εκμηδενίζονται θαρρείς, από την ενδυματολογία που προτείνει ο Άγγελος Μέντης και που ταλαντεύεται στο ανοίκειο ενός μεταιχμίου ανάμεσα στον ιμπρεσιονισμό και στη μπαρόκ διάταξή του.
      Η Δάφνη Λαμπρόγιαννη υποδύεται το ρόλο της Πραξαγόρας, με δεξιοτεχνία, άνεση στις κινήσεις και με γνώση των παραμέτρων του χαρακτήρα που υποστηρίζει. Τόσο ως Βλέπυρος όσο και ως πρώτη γριά, ο Κώστας Κόκλας ερμηνεύει με οίστρο τις ξεκαρδιστικές αυτές φιγούρες, διατηρώντας ένα ευεργετικό μέτρο, χάρη στο οποίο οι συμπαίκτες του εντάσσονται αρμονικά στο διάλογο μαζί του. Το ίδιο ισχύει και για τον Παντελή Δεντάκη, που στους ρόλους του Χρέμη και της δεύτερης γριάς, πλάθει ολοκληρωμένες θεατρικές φιγούρες.
      Ο Στράτος Χρήστου ως γείτονας αλλά κι ως τρίτη γριά, επιστρατεύει το πηγαίο κωμικό του ταλέντο, διαχειριζόμενος εύστοχα τα εκφραστικά του μέσα. Ο Νίκος Καρδώνης στο ρόλο του άνδρα, προβάλει με συνέπεια αλλά υπερβολικά μια επαναλαμβανόμενη φλύαρη κι εν τέλει μη λειτουργική, μήτε αποτελεσματική κινησιολογία. Η Κηρύκαινα της Μαίρης Σαουσοπούλου και η νέα της Γεωργίας Γεωργόνη αποδίδονται με κινήσεις ακρίβειας κι ελεγχόμενο νεύρο. Στη γνώριμη υποκριτική του υφολογία, ο Γιώργος Πυρπασόπουλος υποδύεται με ιδιαίτερο κέφι και ενέργεια το νέο.
      Άξια μνείας όλα τα μέλη του χορού (Μαίρη Σαουσοπούλου, Ντίνα Ρέντη, Πολυξένη Ακλίδη, Ειρήνη Γεωργαλάκη, Μαρία Γεωργιάδου, Γεωργία Γεωργόνη, Άνδρη Θεοδότου, Κατερίνα Μαούτσου, Σωτηρία Ρουβολή, Ειρήνη Φαναριώτη, Έλενα Χατζηαυξέντη) για το συντονισμό, την αμεσότητα, το ρυθμό και τα τεχνικά προσόντα, που αποδεικνύονται λειτουργικά για τη σκηνική δράση.