Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2008

Με λιγασμένες τράπουλες στα χέρια


«Πουλημένη χώρα. Πρέπει να είσαι ηλίθιος. Η τύχη κυνηγάει τους ηλίθιους. Αυτούς που δεν καταλαβαίνουν τίποτα, δεν σκέφτονται τίποτα, δεν κάνουν τίποτα. Νεκρά μυαλά, με λιγδιασμένες τράπουλες στα χέρια, που παίζουν για καπίκια…»

Το θεατρικό έργο «Οι Παίκτες» του Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ (Ουκρανία 1809-Ρωσία 1852) παρουσιάζεται από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Ελένης Μποζά και μετάφραση Ευγενίας Κριτσέφσκαγια.

Ο Συγγραφέας και το έργο του
Στο πλούσιο λογοτεχνικό έργο του Γκόγκολ συνυπάρχει η κριτική διάθεση με το χιούμορ, τον λυρισμό και την απογοήτευση. Η διεισδυτική και οξεία ματιά του στα ανθρώπινα ελαττώματα, τον καθιέρωσαν ως πατέρα του ρωσικού κριτικού ρεαλισμού. Το 1836, γράφει ένα από τα γνωστότερα έργα του, τον «Επιθεωρητή», το οποίο μεταφέρεται στο θέατρο προκαλώντας την αντίδραση των συντηρητικών της Πετρούπολης λόγω της ανελέητης σάτιρας του κατεστημένου. Άλλα πολύ σημαντικά έργα του είναι «Το παλτό», «Το ημερόλογιο ενός τρελού», «Παντρολογήματα», «Η μύτη», «Νεκρές Ψυχές», «Το πορτρέτο», «Τάρας Μπούλμπα» και «Λεωφόρος Νιέφσκι».
«Οι Παίκτες» (1842) διαδραματίζονται σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο μιας μικρής επαρχιακής πόλης όπου εμφανίζεται ένας έμπειρος χαρτοπαίκτης, ο οποίος έχει αναγάγει τη χαρτοπαιξία σε υψηλή τέχνη απάτης. Η άφιξη και η συνάντησή του με τρεις επίσης σεσημασμένους χαρτοκλέφτες, σηματοδοτεί την έναρξη ενός παιχνιδιού γεμάτου ανταγωνισμούς, συμμαχίες, εκπλήξεις και ανατροπές.
Ο Γκόγκολ ξεφεύγει από την παράδοση του κλασικισμού παρασύροντας μαζί του και άλλους Ρώσους δημιουργούς που αναζητούν νέες φόρμες και θέματα για ν’ αντικαταστήσουν τα παλιά πρότυπα. Αποδομεί το παρελθόν με τρόπο διαλεκτικό κρατώντας ό,τι μπορεί να ξαναδουλευτεί. Οι πλοκές των έργων του ακολουθούν επίσης την ίδια αρχετυπική δομή της κωμωδίας. Στον «Επιθεωρητή» και στους «Παίκτες» τίθεται σε λειτουργία το παλιό μοτίβο της λανθασμένης ταυτότητας, ενώ στα «Παντρολογήματα» η ηθογραφική αντιμετώπιση των εμποδίων που φύονται στο μονοπάτι του έρωτα. Στους «Παίκτες» η ενότητα του χώρου και του χρόνου ακολουθείται πιστά, ενώ στον «Επιθεωρητή» και στα «Παντρολογήματα» μόνο κατά προσέγγιση. Και τα τρία έργα ακολουθούν τον κανόνα της ενότητας της δράσης και δεν υπάρχουν δευτερεύουσες πλοκές ή δευτερεύοντα επεισόδια.

Η Παράσταση
Η παράσταση κινήθηκε στην αδρή γραμμή της εξπρεσιονιστικής φόρμας και της γελοιογραφικής παύσης. Στη σκηνοθεσία της Ελένης Μποζά αποδίδονται με ακρίβεια σκηνικής αποκαλύψεως το μικρό ελεεινό πάθος-μικρόβιο της χαρτοπαιξίας και η έρπουσα επικινδυνότητα μιας καθημερινότητας σε παρακμή-κρίση.
Το πίσω μέρος της σκηνής καταλαμβάνει ένα bar, στο πλάι βρίσκεται ένα juke box που λειτουργεί συνειρμικά σε καίριες στιγμές του έργου, ενώ στο κέντρο, ένα άγαλμα δίνει αίγλη στο χώρο και χρησιμοποιείται αδέξια ως υποκατάστατο γυναικείου σώματος σε μια σκηνή άσκοπου γυμνού. Βαλίτσες συσσωρεύονται στην άκρη, τραπουλόχαρτα σκορπίζονται σ’ όλο το πεδίο δράσης και μια γλάστρα μεταφέρεται για κάποιο μυστήριο λόγο από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε η Ελένη Μανωλοπούλου παραπέμπει ευθέως σ’ ένα λαβύρινθο όπου δυσκίνητα οι ήρωες στροβιλίζονται στο χορό της απάτης και του μυστικού, της αλήθειας και του ψέματος. Κινητά χωρίσματα απομονώνουν τα πρόσωπα σε τόπους όπου υφαίνονται ίντριγκες και συνωμοσίες σ’ ένα στημένο παιχνίδι αλυσιδωτών αντιδράσεων που κορυφώνεται με την καταλυτική αιφνίδια ανατροπή της τελευταίας σκηνής. Η επαναληπτική, ταχύρρυθμη και ιδιόρρυθμη εκφορά λόγου στη φράση «κερδίζει-χάνει» σε συνδυασμό με μια χορογραφημένη απεικόνιση της αρνητικής έκβασης μιας παρτίδας χαρτιών και τα στάδια εξόντωσης του παίκτη-θύματος μεγεθύνει – με σκοπό να δώσει έμφαση – τη σκληρή όψη μιας ανελέητης πραγματικότητας.
Ο Νίκος Γιαλελής ενσαρκώνει εξελικτικά τον Ίχαρεφ αποδίδοντας με ακρίβεια τις αντιθέσεις του χαρακτήρα. Ο ταλαντούχος Λευτέρης Ζαμπετάκης υποδύεται επιδέξια τον καμαριέρη Αλεξέι που αναμειγνύεται με πονηριά στα σχέδια του αφεντικού. Ο Στέλιος Ιακωβίδης (Σβόχνεφ Πιοτρ Πετρόβιτς), ο Αλέξανδρος Λογοθέτης (Ουτεσίτελνι Στεπάν Ιβάνοβιτς), ο Γιώργος Οικονόμου (Ζαμουχρίσκιν), ο Γιάννης Τσεμπερλίδης (Γκρουμ), ο Στράτος Σωπύλης (Γκαβριούσκα) και ο Σωτήρης Τσακομίδης (Κρούγκελ) πλάθουν ολοκληρωμένους τύπους και επικοινωνούν με κοινούς κώδικες. Ο Γεννάδιος Πάτσης στο ρόλο του Γκλοβ Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς δημιουργεί μια εκκεντρική φιγούρα που διανθίζει με κωμικά στοιχεία. Ο Δημήτρης Μοθωναίος, ως Γκλοβ Αλεξάντρ Μιχαήλοβιτς χειρίζεται υποδειγματικά το στοιχείο της έκπληξης στα εκφραστικά του μέσα.
Η μουσική του Θόδωρου Αντωνίου και οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα υπογραμμίζουν διακριτικά στιγμές, φράσεις, καταστάσεις παγώνοντας τη λεπτομέρεια.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Οι Παίκτες» του Νικολάι Γκόγκολ
Μετάφραση : Ευγενία Κριτσέφσκαγια
Σκηνοθεσία : Ελένη Μποζά
Σκηνικά-Κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Κίνηση : Ζωή Χατζηαντωνίου
Μουσική : Θοδωρής Αμπαζής
Φωτισμοί : Μελίνα Μάσχα
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Νίκος Γιαλελής, Λευτέρης Ζαμπετάκης, Στέλιος Ιακωβίδης, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Δημήτρης Μοθωναίος, Γιώργος Οικονόμου, Γεννάδιος Πάτσης, Στράτος Σωπύλης, Σωτήρης Τσακομίδης και Γιάννης Τσεμπερλίδης

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
Β ΣΚΗΝΗ-ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΑΤΡΟ
Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, τηλ. 210 52 31 131
Σάββατο 19.00, Τετάρτη & Κυριακή 22.00, Τρίτη 21.00

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2008

Να ξεγελάσεις τον θάνατο...


Κατόπιν, μόλις άρχισε να φεύγει με κόκκινο η δύση
έσβυσα όλα τα προσχήματα
και άρπαξα μια δυνατή προσευχή
που ηχούσε βαθιά αναστεναγμούς
Άρπαξα αλύπητα τα φωνήεντα
και μιλούσα στα δυνατά για τους θεούς
που μισοσκέπαζαν το νεκρό πλέον κορίτσι
με άσπλαχνες δοτικές

Πιστεύω σ’ ένα εκατομμύριο προσευχές
που βγαίνουν από το εγώ μου Κύριε
πιστεύω ακόμα και στις ζωές των ποιητών
μα η λεπτή μουσική
που πρωτάκουσα απ’ τα δικά της στήθη
πραγματικά με σπρώχνει σε θυσία

(απόσπασμα από ανέκδοτο ποίημα της Κατερίνας Κατσίρη)

Η Γαλλομεξικάνα συγγραφέας και σκηνοθέτης Esther André Gonzalez που τα τελευταία χρόνια ζει και δημιουργεί στη χώρα μας, εμπνέεται από την πολυτάραχη και ασυμβίβαστη ζωή της ζωγράφου Frida Kahlo (Μεξικό, 1910-1954) και συνθέτει στη γαλλική γλώσσα ένα ψυχογράφημα που αναπαριστά τον εσωτερικό κόσμο μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας. Καυστική και τρυφερή, μαχητική και ευαίσθητη, σύμβολο υπομονής και καρτερίας αποτύπωσε σε κάθε πινελιά ένα σημάδι της σωματικής ή της ψυχικής της οδύνης. Το κομματιασμένο από μοιραίο ατύχημα κορμί της, η αδυναμία να φέρει στον κόσμο ένα παιδί και η εμμονή πως μόνο αν βασανίζεται υπάρχει περίπτωση να την αγαπήσουν στοίχειωσαν την ψυχή και την τέχνη της.

Η συνεχής αναζήτηση της ταυτότητας
Το θεατρικό έργο «Frida/Frida» είναι ένα είδος καμβά, ένα μείγμα χρόνων, τόπων, δράσεων, διαλόγων και φωνών που εικονοποιεί σκηνικά την εσωτερική πάλη δύο γεμάτων αντιθέσεις κόσμων. Ένας διάλογος της καλλιτέχνιδας με τον ίδιο της τον εαυτό. Οι δυο υποστάσεις ενός προσώπου αγαπημένου αλλά και πληγωμένου. Η Ευρωπαία και η Ινδιάνα. Ο πνευματικός, καλλιτεχνικός και πολιτικός αναβρασμός και η απελευθερωμένη σεξουαλικότητα («Κάθε μου πίνακας είναι μια ερώτηση»). Το συνειδητό και το ασυνείδητο. Στα όρια λογικής και τρέλας. Η Φρίντα ως το παράδοξο πεδίο της συνάντησης δύο κόσμων που αλληλοκοιτάζονται. Η δυϊκότητα που υπάρχει μέσα σε όλους μας. Η αναζήτηση του άλλου, μιας συμπληρωματικής ύπαρξης. Το σώμα και η ψυχή. Η μουσική, η γλώσσα, η λαϊκή τέχνη, η κουζίνα, ένας ολόκληρος κόσμος γεμάτος χρώματα, ήχους και μυρωδιές ξετυλίγεται μέσα από τους διαλόγους του κειμένου που δεν είναι παρά ένας μονόλογος-απολογισμός ζωής («Θέλω να ζωγραφίσω την ομορφιά, την αλήθεια, τον πόνο»). Σημαντικοί σταθμοί το ατύχημα, η θυελλώδης σχέση της με το Ντιέγκο Ριβέρα -φύλακας άγγελος και δήμιος μαζί- καθώς και οι επιδράσεις από τους σουρεαλιστές που θέλγονται από το «παράλογο» της καθημερινότητας των Μεξικάνων, την φιλοσοφία των Ινδιάνων και την μπαρόκ σχέση τους με το θάνατο.
Το έργο, άλλωστε, εστιάζει στη στάση της ηρωίδας απέναντι στο θάνατο με αναφορές στη φιλοσοφία της συμφιλίωσης και στις παραδόσεις του μεξικανικού λαού που χορεύει και γιορτάζει με ιεροτελεστία την αναχώρηση των ψυχών.

Η παράσταση
Περιστατικά από της ζωή της Frida, σκέψεις, ιδανικά, έρωτας, μίσος, πάθη, φόβοι και αγωνίες. Ένα σκηνικό παιχνίδι με γρήγορους ρυθμούς, βίαιες εναλλαγές συναισθημάτων και αυτοσχεδιασμούς που σπάνε τη θεατρική σύμβαση. Ένα παιχνίδι που κάνει δυσδιάκριτα τα όρια της φαντασίας με την πραγματικότητα. Σημείο εκκίνησης η επιβλητική έναρξη μ’ ένα παρατεταμένο εκκωφαντικό ποδοκρότημα.
Ο έντονα πολύχρωμος σκηνικός χώρος είναι καλυμμένος από εικόνες αγίων ενώ στο κέντρο της σκηνής βρίσκεται τοποθετημένο ένα ανοιχτό φέρετρο. Πίνακες ζωγραφικής, ρούχα, δύο κορσέδες κρεμασμένοι, κοσμήματα, γράμματα, ένας κόσμος που αναπαριστά την ζωντανή εικόνα του ινδάλματος. Στο πάνω μέρος, ένα πλαίσιο πίνακα από το οποίο ξεπροβάλλει μια μυστηριώδης φιγούρα που σχεδόν κατασκοπεύει όσα συμβαίνουν. Οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου παγώνουν καίριες στιγμές.
Η Φωτεινή Παπαδόδημα και η Κωνσταντίνα Τάκαλου δημιουργώντας ένα ισχυρό υποκριτικό δίδυμο ενσαρκώνουν τα δύο πρόσωπα της ζωγράφου αποτυπώνοντας στις ερμηνείες τους διαφορετικές πτυχές της προσωπικότητας της. Οι δυο ηθοποιοί φωτίζουν τις αντιθέσεις, τις αντιφάσεις, τα διλήμματα και αποδίδουν με εκφραστική ακρίβεια τις διακυμάνσεις του ιδιαίτερου ψυχικού κόσμου της ηρωίδας. Μ’ εξαίσιο ασπρόμαυρο μακιγιάζ και ντύσιμο, ο ταλαντούχος Γιάννης Φίλιας (προσωποποίηση του θανάτου;) παρεμβαίνει στα διαλογικά μέρη και τραγουδάει γνωστές μελωδίες. Η γεμάτη χρώμα και μουσική παράσταση κορυφώνεται με το συγκινητικό ποιητικό της φινάλε.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Frida/Frida» της Esther André Gonzalez
Μετάφραση : Esther André Gonzalez-Χρήστος Κωνσταντέλλος
Σκηνοθεσία : Esther André Gonzalez
Σκηνικά-Κοστούμια : Χρήστος Κωνσταντέλλος
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Σύνθεση ήχων : Ορέστης Καμπερίδης
Χορογραφίες : Yanell Lopez
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου : Δημήτρης Πλατανάκης
Βοηθός σκηνοθέτη : Πέτρος Αλατζάς
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Φωτεινή Παπαδόδημα και Κωνσταντίνα Τάκαλου
Τραγουδάει ο Γιάννης Φίλιας

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ-Β ΣΚΗΝΗ
Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ. 210 88 38 727
Τετάρτη-Κυριακή 20.00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.00

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

Αντίπαλοι κόσμοι


Το νέο έργο της Χρύσας Σπηλιώτη, «Φωτιά και νερό» κάνει λόγο για το δικαίωμα στην ετερότητα των πολιτισμών και στη διαφορετικότητα της σκέψης. Η αντιπαράθεση δύο κόσμων, αυτών της Δύσης και της Ανατολής, γεννά τον πυρήνα του δράματος. Η συγγραφέας υπερβαίνοντας τα όρια μιας δραματουργίας στενά προσδιορισμένης από τις συνθήκες ζωής του σύγχρονου Έλληνα, διευρύνει τη βάση του έργου της και ανοίγεται σε αναζητήσεις και θέματα που απασχολούν τον σημερινό άνθρωπο σε παγκόσμια κλίμακα. Πίσω από την ιστορία των τριών δραματικών προσώπων που παίρνουν μέρος στο έργο, διαθλώνται όψεις της σύγχρονης ιστορικής πραγματικότητας με τις χιλιάδες των θυμάτων πολέμου, τις μετακινήσεις πληθυσμών και τα καραβάνια των προσφύγων για έναν κόσμο ελπίδων και αδιέξοδων που διαμορφώνεται αποκλειστικά με όρους στυγνού συμφέροντος.

Η συγγραφέας και το έργο της
Η ηθοποιός Χρύσα Σπηλιώτη πρωτοεμφανίστηκε ως θεατρική συγγραφέας με το έργο «Ποιος ανακάλυψε την Αμερική;» που ανέβηκε το 1997 στο θέατρο Αμόρε και στη συνέχεια παίχθηκε σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, την Κύπρο και στην ομογένεια της Αστόρια στη Νέα Υόρκη. Το έργο εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου στην Κροατία και έχει μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες. Άλλα έργα της που έχουν παρουσιαστεί σε θεατρικές σκηνές είναι το «Σκοτσέζικο Ντους», το «Αγκά-σφί και φί» και ο μονόλογος «Με διαφορά στήθους». Παράλληλα, γράφει σενάρια για την τηλεόραση και εμφανίζεται συστηματικά στο θέατρο.
Πεδίο μάχης
Στο «Φωτιά και νερό», ο δραματουργικός ιστός στήνεται επάνω σ’ ένα ευφυές και ευφάνταστο παιχνίδι αντιστροφής ρόλων και συνεχών ανατροπών που αγγίζει σχεδόν τα όρια της φάρσας. Ένας ανυποψίαστος Ευρωπαίος, υπάλληλος ταχυδρομείου, που μπέρδεψε το δρόμο και βρέθηκε κατά λάθος να χτυπά την πόρτα ενός Ιρακινού πρόσφυγα, πέφτει θύμα ομηρίας και παραμένει δια της βίας έγκλειστος στο δωμάτιο που ζουν, εκπατρισμένοι και κατατρεγμένοι, ο Ιρακινός Σαΐντ με την Ιρανή σύντροφό του Χαγιάτ. Ο Σαΐντ, πρώην δάσκαλος, που έχει χάσει την οικογένειά του κατά την εισβολή στο Ιράκ και κατατρύχεται πλέον από τον διαρκή φόβο εκδίωξης από το προσωρινό του καταφύγιο αλλά και από την ίδια τη χώρα, αιχμαλωτίζει τον Ξένο και γίνεται ο απόλυτος εξουσιαστής του.
Σύμφωνα με τη θεατρολόγο Κωνσταντίνα Ζηροπούλου «μέσα σε μια ατμόσφαιρα δραματικά παράλογη, αλλά και με δόσεις χιούμορ, με αγωνία και κορυφώσεις απρόβλεπτες για τον θεατή, ξετυλίγονται γοητευτικές ιστορίες και μύθοι από τα βάθη της Ανατολής, που με γνώση και σεβασμό στη διαφορετικότητα της κουλτούρας η συγγραφέας χρησιμοποιεί ως όχημα για να οδηγήσει τους ήρωές της να επικοινωνήσουν και να συναντηθούν στις βαθύτερες επιθυμίες τους, ανάγκες αλλά και ερωτηματικά για τον Θεό και την ανθρώπινη ύπαρξη. Η βία ακυρώνεται και σαρκάζεται καθώς θύτης και θύμα, δάσκαλος και μαθητής, πλησιάζονται εξαναγκασμένοι από τους όρους του ίδιου του παιχνιδιού-που με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία έχει στήσει γι’ αυτούς η συγγραφέας- ν’ αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλο προκειμένου να συνεννοηθούν».

Η παράσταση
Το έργο εκτυλίσσεται σε δύο πράξεις και αποτελείται από 17 εικόνες. Διαδραματίζεται σε μια οποιοδήποτε μεγάλη ευρωπαϊκή πόλη, σκόπιμα αδιευκρίνιστη από τη συγγραφέα. Η λιτή και ρεαλιστική σκηνοθεσία της Άσπας Τομπούλη ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του πυκνού κειμένου, εστίασε σε αισθήματα και συγκινήσεις που αναδύονται μέσα από το ξετύλιγμα της ιστορίας των τριών προσώπων διαμορφώνοντας μια εύρυθμη παράσταση με κλιμακωτές εντάσεις και ισορροπημένες ερμηνείες. Η κυρία Τομπούλη αξιοποιεί το συμβολικό λόγο που διατυπώνεται στο σχεδόν κλειστοφοβικό μικρόκοσμο της συγγραφέως και επιδιώκει μέσω της εκφώνησης του να τον αφήσει να δραπετεύσει από τα στενά όρια της σκηνής. Οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν τους ήρωες-φορείς ιδεών αρθρώνοντας ένα λόγο που παραπέμπει σε απεγνωσμένη φωνή διαμαρτυρίας και αποτυπώνουν ευθύβολα τα συναισθήματα της απαισιοδοξίας και της αδικίας. Η Κάτια Γέρου, στο ρόλο της αφοσιωμένης συζύγου Χαγιάτ, το όνομα της οποίας στα αραβικά σημαίνει «ζωή», αποδίδει με ευαισθησία την ισορροπητική δομή που εκφράζει η ηρωίδα. Η κυρία Γέρου υποδύεται μια δυναμική γυναίκα που αγωνίζεται για την επιβίωση της μαχόμενη σε μια σκληρή πραγματικότητα και ταυτόχρονα μια φύση δοτική και γενναιόδωρη που επικοινωνεί μ’ έναν κόσμο υπερβατικό, πλημμυρισμένο από τραγούδια και παραμύθια στον οποίο «η φαντασία είναι αλήθεια». Ο ελληνοϊρανικής καταγωγής Βασίλης Κουκουλάνι, στον απαιτητικό ρόλο του Σαΐντ (ακραίος και οριακός χαρακτήρας) χειρίζεται με μέτρο τα εκφραστικά του μέσα και μαζί με το Μάνο Ζαχαράκο (Ξένος) διαμορφώνουν ένα δίδυμο υποκριτικής που υπογραμμίζει τις αντιθέσεις των δυο κόσμων και την αναπόφευκτη σύγκρουση. Στο ευρηματικό φινάλε, η γυναίκα θα γίνει μήλον της έριδος και θα διεκδικηθεί μέσα από μια παρτίδα σκάκι.
Ο σκηνικός χώρος που σχεδίασε η Μαρία Κονομή αρμόζει στο πνεύμα του έργου και επιτρέπει στους ηθοποιούς να κινηθούν με άνεση. Η υποβλητική μουσική του Νίκου Βίττη και οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα διαμορφώνουν την πνιγερή ατμόσφαιρα ενός αδιέξοδου τοπίου.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Φωτιά και νερό» της Χρύσας Σπηλιώτη
Μια συμπαραγωγή της «Σύγχρονης Θεατρικής Σκηνής» και
του ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ Καβάλας
Σκηνοθεσία : Άσπα Τομπούλη
Σκηνικά-Κοστούμια : Μαρία Κονομή
Μουσική επιμέλεια : Νίκος Βίττης
Επιμέλεια κίνησης : Φώτης Νικολάου
Φωτισμοί : Τάσος Παλαιορούτας
Βοηθός σκηνοθέτη : Αλέξανδρος Κοέν
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Κάτια Γέρου, Μάνος Ζαχαράκος και Βασίλης Κουκαλάνι
ΘΕΑΤΡΟ ΑΛΜΑ
Αγ. Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15-17, τηλ. 210 52 20 100
Δευτέρα-Τρίτη 21. 15

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2008

Απρόβλεπτες περιπλανήσεις


Στον παραμυθένιο, μελαγχολικό μικρόκοσμο του Graham Greene, δε δίνονται έτοιμες, ξεκάθαρες απαντήσεις και δεν προκύπτουν βιαστικά συμπεράσματα. Οι ήρωες ανακαλύπτουν σταδιακά τον εαυτό τους, τους άλλους και το άγνωστο περιβάλλον μέσα από την ασφάλεια που τους παρέχει η πίστη πως «ο Θεός είναι στο θρόνο του και όλα είναι εντάξει στον κόσμο». Την ημέρα της κηδείας της μητέρας του, ένας φιλήσυχος, μοναχικός και πρόωρα συνταξιούχος άνδρας συναντά την εκκεντρική και δραστήρια θεία του που, παρά την ηλικία της, τον παρασέρνει σ’ ένα γαϊτανάκι από απίστευτες περιπέτειες και απρόβλεπτες εξελίξεις.
Το μυθιστόρημα «Ταξίδια με τη θεία μου» (Travels with my aunt) εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1969 και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1972 από τον George Dewey Cukor με πρωταγωνίστρια τη Dame Maggie Natalie Smith. Το 1989, στη Γλασκώβη, ο σκηνοθέτης Giles Havergal παρουσίασε μια δική του θεατρική εκδοχή με τέσσερις ηθοποιούς (μεταξύ των οποίων και ο ίδιος) να υποδύονται 15 άνδρες, 9 γυναίκες και ένα σκύλο. Η επιτυχία γνωρίζει πολλές επαναλήψεις σε Λονδίνο, Νέα Υόρκη και Σαν Φρανσίσκο. Φέτος, στο θέατρο του Ήλιου, ο σκηνοθέτης Μπάμπης Χατζηδάκης ζωντανεύει, θα λέγαμε, ένα κάπως παρωχημένο πια κείμενο στήνοντας μια παράσταση που στηρίζεται στη δυναμική της αφήγησης και στο παιχνίδι της εναλλαγής των ρόλων και των μεταμορφώσεων.

Ο συγγραφέας και το έργο του
Ο μυθιστοριογράφος και δραματουργός Graham Greene γεννήθηκε στο Hertfordshire της Αγγλίας το 1904 και πέθανε στο Vevey της Ελβετίας το 1991. Σπούδασε Σύγχρονη Ιστορία στο Balliol College και εργάστηκε σα συντάκτης σε αρκετές εφημερίδες της εποχής ενώ ταυτόχρονα άρχισε ν’ ασχολείται με το γράψιμο. Το μυθιστόρημα του «Brighton Rock» μεταφέρθηκε με επιτυχία στη σκηνή το 1943, και ακολούθησαν τα «The Heart of the Matter» («Ουσία και βάθος») και «The Power and the Glory» («Η δύναμη και η δόξα»). Το πρώτο θεατρικό έργο ήταν το «Living Room» όπου η Dorothy Tutin ερμήνευσε θαυμάσια το κορίτσι που ερωτεύεται έναν ώριμο παντρεμένο άνδρα. Στη συνέχεια, ανεβαίνουν τα έργα : «The Potting Shed» («Το θερμοκήπιο») με πρωταγωνιστή το John Gielgud και θέμα τη συμφωνία ενός άθεου με το θεό, «The Complaisant Lover» («Το δίλημμα του κ. Ρόουντς») με τον Ralph David Richardson και αργότερα με τον Michael Scudamore Redgrave, κωμωδία ηθών όπου ο σύζυγος και ο εραστής μοιράζονται εν γνώσει τους την εύνοια της συζύγου, «Carving a Statue» («Σμιλεύοντας ένα άγαλμα») και «The Return of A. J. Raffles» («Η επιστροφή του Α. Τζ. Ράφλς»). Τα κείμενα του Greene έφεραν έντονη τη σφραγίδα του ρωμαιοκαθολικισμού, αν και ο τρόπος έκφρασής του δε γινόταν πάντα αποδεκτός από τις θρησκευτικές αρχές.

Η παράσταση
Η σκηνοθεσία ακολούθησε κατά γράμμα τις κειμενικές εντολές και εστίασε στην εκφορά του λόγου. Οι τέσσερις ηθοποιοί μας αφηγούνται τις περιπέτειες του Χένρυ Πούλλιγκ και επωμίζονται να υποδυθούν όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα που συναντά στην πορεία του. Ο λιτός λευκός σκηνικός χώρος, που επιμελήθηκε ο Σπύρος Κωτσόπουλος, με τους διάσπαρτους κύβους διευκολύνει τους αυτοσχεδιασμούς των ηθοποιών και τις φανταστικές μεταβάσεις τους από τόπο σε τόπο. Οι συχνές φωτεινές επιγραφές, άλλωστε, μας πληροφορούν με ακρίβεια γι’ αυτές. Πολύ κωμικές οι σκηνές μέσα σε αυτοκίνητο! Η Άννα Μαχαιριανάκη έντυσε και τους τέσσερις πρωταγωνιστές με ομοιόμορφα επίσημα κοστούμια καθώς όλοι τους ερμηνεύουν εναλλάξ τον Χένρυ Πούλλιγκ. Αυτή η επιλογή αν και σε πολλά σημεία μπορεί να μπερδέψει, δίνει εντούτοις τη δυνατότητα ν’ αποτυπωθούν διάφορες πτυχές του χαρακτήρα του ήρωα. Οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη συμβάλλουν δραστικά στις εναλλαγές του χώρου και του χρόνου φορτίζοντας συγκινησιακά την ατμόσφαιρα. Η μουσική του Γιάννη Ζεντέλη ευθυγραμμίζεται αρμονικά με τις προθέσεις των υπόλοιπων συντελεστών και εξυπηρετεί το στόχο της.
Με πικρό χιούμορ και αυτοσαρκασμό, ο Μπάμπης Χατζηδάκης εμφανίζεται στο ρόλο της θείας Αυγούστας. Η μονότονη, υψηλών τόνων, τσιριχτή φωνή εκφράζει την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του προσώπου. Ο Δημήτρης Σταμούλης (Ρίτσαρντ Πούλλιγκ, Τούλη, Ο’Τούλ, Μις Κην, Κυρία Στρατηγού, Ιταλίδα, Γιολάντα και αστυνομικός) και ο Δημήτρης Μοσχονάς (Εφημέριος, το κορίτσι με την κυλόττα, αστυνομικός, Βουλφ, ρεσεψιονίστας, Τούρκος και σωματοφύλακας) διεκπεραιώνουν με άνεση τα πολλαπλά προσωπεία. Εξαιρετική εκφραστική ευχέρεια διαθέτει ο Δημήτρης Κουτροβιδέας πλάθοντας άρτιους τύπους που δεν φέρουν ο ένας στοιχεία του άλλου (Νέλσων, κύριος Βισκόντι, Συνταγματάρχης Χακίμ, μις Πάτερσον, Χάττυ, επιθεωρητής Σπάροου, Ισπανός και οδηγός ταξί).
Στο καλαίσθητο πρόγραμμα μπορεί να βρει κανείς όλο το έργο, μεταφρασμένο από τον Τάσο Τύρο. Απουσιάζει, ωστόσο, υλικό από κείμενα, φωτογραφίες, στοιχεία παραστασιογραφίας και αποσπάσματα μελετών γύρω από το έργο του συγγραφέα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ταξίδια με τη θεία μου» του Giles Havergal
Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Graham Greene
Μετάφραση : Τάσος Τύρος
Σκηνοθεσία : Μπάμπης Χατζηδάκης
Σκηνικά : Σπύρος Κωτσόπουλος
Κοστούμια : Άννα Μαχαιριανάκη
Μουσική : Γιάννης Ζεντέλης
Φωτισμοί : Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Βοηθός σκηνοθέτη : Ελένη Πανάγιωτου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μπάμπης Χατζηδάκης, Δημήτρης Σταμούλης, Δημήτρης Κουτροβιδέας και Δημήτρης Μοσχονάς

ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
Φρυνίχου 10, Πλάκα, τηλ. 210 32 31 591
Τετάρτη 19. 15, Σάββατο-Κυριακή 18. 30, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή 21. 00