Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2008

"Ποιά τον σκότωσε;"


Στο θέατρο «Επί Κολωνώ», διοργανώνεται από φέτος –και με τη φιλοδοξία να γίνει θεσμός –ένα καλοκαιρινό φεστιβάλ νέων θεατρικών ομάδων με χαρακτήρα showcase ανοιχτό στο κοινό. Ο τίτλος «Off-off Athens» θέλει να υποδηλώσει όχι μόνο τον φυσικό τόπο διεξαγωγής του, σε ένα δηλαδή off-off theater όπως η σκηνή του φουαγιέ, αλλά και τον καλλιτεχνικό τόπο στον οποίο ανθίζει η δημιουργικότητα των νέων καλλιτεχνών. Σε ένα χώρο εκτός της καθιερωμένης αθηναϊκής πραγματικότητας. Από τις 21 ομάδες που λαμβάνουν μέρος, είδαμε και κρίναμε τις παραστάσεις των ομάδων «P. V. Pro» και «Κινούμενη Άμμος».
Μετά το περσινό θεατρικό έργο «Το καζίνο της γιαγιάς Κασσιανής» που έλαβε χώρα στο θέατρο «Παραμυθίας», η καινούργια παραγωγή της ομάδας «P. V. Pro» ξαφνιάζει και προκαλεί ποικίλες γνώμες και αντιφατικά σχόλια.
Βίαιο, τολμηρό, προκλητικό, ανελέητα σαρκαστικό και απροκάλυπτο, το «Slip and Tanga» της Στέβης Κούβαρη-Μπουζιάνη ακροβατεί επικίνδυνα ανάμεσα στο δραματικό και στο κραυγαλέα κωμικό στοιχείο, κρύβοντας μια ιδιόρρυθμη λυρική μελαγχολία. Ο Δημοσθένης (Γεράσιμος Κρητικός), ιδιοκτήτης ενός μπαρ, ασελγεί πάνω σε κούκλες και δολοφονεί ιερόδουλες. Η Λίτσα Μανίτσα (Εύα Δήμου) τον εκβιάζει. Η Λουκία, θεία του Δημοσθένη (Μίρνα Μηλιώνη) διαμεσολαβεί. Όμως, η εμφάνιση της Πηνέλοπας Κρούζα (Νίκος Αποστολίδης) φέρνει τα πάνω-κάτω.
Η αναζήτηση της σεξουαλικής ταυτότητας, το άσεμνο λεξιλόγιο των περιθωριακών ηρώων, η ακραία πορεία των καταστάσεων και η σκοτεινή underground ατμόσφαιρα του μπαρ φέρνουν στο νου μας το αταξινόμητο και αντισυμβατικό θεατρικό σύμπαν του σκιτσογράφου Copi (Buenos Aires 1939-Παρίσι 1987). Η σχεδόν «σουρεαλιστική» μαύρη κωμωδία διαπραγματεύεται τα πεδία της σεξουαλικότητας αλλά και το φόβο του θανάτου με συμβολικά στοιχεία, ανατροπές οι οποίες πυροδοτούν τη δράση και κυνικό χιούμορ που αγγίζει τα όρια της χοντροκοπιάς και του χυδαίου.
Άστοχες οι αναφορές στην επικαιρότητα με κίνδυνο αλλοίωσης του λόγου που συντάχθηκε με σύνθετη και συνειρμική βαρύτητα. Πληθωρικές οι ερμηνείες των ηθοποιών. Η διακόσμιση του χώρου με ντυμένες κούκλες βιτρίνας bimbo, το goth μακιγιάζ, οι περούκες και η υποφωτισμένη σκηνή του μπαρ διαμορφώνουν την κατάλληλη αισθητική.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Slip and Tanga» της Στέβης Κούβαρη-Μπουζιάνη
Από την ομάδα «P. V. Pro»
Σκηνοθεσία : Στέβη Κούβαρη-Μπουζιάνη
Μουσική επιμέλεια : Tommie Bouzianis
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μίρνα Μηλιώνη, Εύα Δήμου, Γεράσιμος Κρητικός και Νίκος Αποστολίδης


Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008

Αυτοί Χαβάη...Εμείς πληρώνουμε!!!


Τράπεζες, λογαριασμοί και δουλειά
Σύνταξη πείνας στα πεθερικά
Πολιτικοί με υποσχέσεις και «θα»
Και ο μισθωτός το κεφάλι χτυπά!

Να μαγειρέψεις πες μου τι
Να κλαίει συνέχεια το παιδί
Να σε μουντζώνουν στο φανάρι
Όλη η Αθήνα να μπλοκάρει

Αλ-Μπατίρι…Τσούζ
Με τέτοιους αρχηγούς
Που τάζουνε λαγούς
Φωνάξτε όλοι …Τζούς!

(από το εναρκτήριο τραγούδι της παράστασης, στους ρυθμούς της επιτυχίας της Άλκηστης Πρωτοψάλτη «Πάμε Χαβάη»)

Η επιθεώρηση παραμένει, παρά τον αδυσώπητο ανταγωνισμό της τηλεόρασης, ένα από τα λαοφιλέστερα είδη θεατρικής έκφρασης με μεγάλη και πλούσια ιστορία, με στιγμές ακμής αλλά και στάδια φθίνουσας πορείας. Δεν είναι κοινότυπο να επισημάνουμε ότι τα τελευταία χρόνια, το είδος συχνά αποπροσανατολίζεται αντικαθιστώντας τον οξύ σατιρικό λόγο, που είναι το κύριο συστατικό της με κοινότυπα, απλοϊκά και ανούσια πειράγματα, χοντροκομμένα αστεία, έναν ασαφή, επιδερμικό και ανώδυνο κωμικό λόγο. Συρρικνώνεται η πολιτική σάτιρα και τα βέλη εστιάζουν στο τηλεοπτικό τοπίο, κυρίως σε πρόσωπα αναγνωρίσιμα στο κοινό. Τα κείμενα, όμως, αδυνατούν να διαμορφωθούν μέσα από συνθετότερες μορφές λόγου, μεταλλάξεις και ευφυή λογοπαίγνια, παρατακτικές ή ανατρεπτικές συντάξεις. Αναπαράγουν τις αδυναμίες της τηλεοπτικής γραφής και μένουν στην επιφάνεια.
Σχολιασμός της επικαιρότητας σημαίνει ανάλυση, καταγγελία των αθέατων αιτιών των δεινών και παρωδία των υπευθύνων. Η έλλειψη πρωτοτυπίας (συρραφή παρωχημένων ιστοριών) και ο γενικός πολιτικός σχολιασμός δεν κατορθώνουν να δημιουργήσουν έναν ευφυή συνειρμικό και αιχμηρό λόγο που να καθρεφτίζει τα τρέχοντα γεγονότα, να ανοίγει διάλογο αντιπαράθεσης, να μάχεται το κατεστημένο. Αναμενόμενες ατάκες, προβλέψιμη εξέλιξη του νούμερου, έλλειψη εκπλήξεων και ανατροπών, συχνές επαναλήψεις, άτεχνη χρήση της αθυροστομίας. Ωστόσο, κάθε παραγωγή ακολουθεί τις δικές της αισθητικές αντιλήψεις και αποσκοπεί στη προσέλκυση του κοινού στο οποίο απευθύνεται. Κανένα είδος θεάτρου δεν είναι υποδεέστερο και καθένα κρίνεται με βάση τους στόχους που θέτει.

Η παράσταση
Στο ασφυκτικά γεμάτο θέατρο «Αθήναιον», ο κόσμος φαίνεται να διασκεδάζει παρακολουθώντας ένα ανάλαφρο και χαριτωμένο θέαμα, χαλαρώνοντας και ξεχνώντας τις έγνοιες της ημέρας. Ο τίτλος της παράστασης «Αλ-Μπατίρι…Τσούζζ», παράφραση του τίτλου της τηλεοπτικής εκπομπής του Λάκη Λαζόπουλου «Αλ-Τσαντίρι Νιούζ», αποτελεί ένα ευφυές σχόλιο για την ευτελή οικονομική κατάσταση του νεοέλληνα, που επιβιώνει με πενιχρούς μισθούς και συντάξεις, και προϊδεάζει το κοινό για μια ανελέητη επίκριση του συστήματος.
Άρτια επιμελημένος και λειτουργικός ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε ο Κάρολος Ρωμούσης. Πολυτελές φεριμπότ, χρώματα, ιδέα από εξωτικά νησιά, άρωμα καλοκαιριού. Σε φόρμα το μπαλέτο του Φώτη Μεταξόπουλου, με όμορφα και λυγερά κορίτσια, ντυμένα Χαβανέζες. Οι μελωδίες του Ζακ Ιακωβίδη δρουν ευεργετικά σε χαλαρές στιγμές της δράσης ενώ οι στίχοι των τραγουδιών ενισχύουν σημαντικά πολλά αδύναμα νούμερα. Οι ζωηροί και πολύχρωμοι φωτισμοί του Ηλία Βακάκη παρακολουθούν με ενδιαφέρον τις παρλάτες και τα σύντομα σκετς.
Στα αδύναμα κείμενα επικεντρώνονται, για άλλη μια φορά, οι παρατηρήσεις. Η έκρηξη του κωμικού, το φυσικό και αβίαστο ξέσπασμα γέλιου, προκαλείται από γνωστά ανέκδοτα, διαφημιστικά σλόγκαν και λιγότερο από αναφορές στις καταστάσεις που στηλιτεύονται. Ο προσανατολισμός δεν απουσιάζει αλλά ενσωματώνεται στο συνεχή καταιγισμό των πληροφοριών που απαιτεί ταχύτητα, εμμονές στα πρόσωπα, γοργή μεταπήδηση από το ένα θέμα στο άλλο. Ωστόσο, η γραφή των Ντίνου Σπυρόπουλου-Μάνου Τσότρα δεν αγνοεί τη σημαντικότητα και την εγγύτητα κάποιων καταστάσεων έναντι άλλων. Η αιχμηρή αναφορά συμπυκνώνεται σε δύο ή τρεις ατάκες μέσα σε ένα νούμερο, δεν αναλύεται αλλά σχολιάζεται με την αυτοσχεδιαστική δεινότητα των ηθοποιών (κλοουνίστικες κινήσεις, σαρκαστικό ύφος, πάγωμα βλέμματος, μιμική, εκφραστικές εναλλαγές). Με καίριες αναφορές και έντονα υπαινικτικό λόγο είναι γραμμένα τα κείμενα «Ο Ρουφιάνος του Μάκη» και «Κάτσε κάτω από την ντόπα».
Η επικαιρότητα τροφοδοτεί τους συγγραφείς με θέματα που θα μπορούσαν να τους απασχολούν συνολικά και όχι ως μεμονωμένα πρόσωπα και περιστατικά. Η υπερβολή, οι καρικατούρες, ο χλευασμός και η ανόητα κραυγαλέα διόγκωση τους, έχω την αίσθηση, ότι συμβάλλει στην καλλιέργεια στερεότυπων και στη φοβία του διαφορετικού. («Albanian Story», «Κουνημένος Γάμος»).
Η επιτυχία της επιθεώρησης στηρίζεται σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό, στην ικανότητα επικοινωνίας των ηθοποιών με το κοινό. Οι συντελεστές ανταποκρίνονται με κέφι και ζωηρή διάθεση. Άπλετο γέλιο χαρίζουν στο σύντομο σκετσάκι «Τα χούφταλα», ο Κώστας Τσάκωνας και ο Μιχάλης Μόσιος, που υποδύονται δυο απίστευτες φιγούρες γερόντων. Τα τσακωνικά ανέκδοτα, όμως, χρειάζονται κάποια…επεξεργασία, ανανέωση ή και…απάλειψη καθώς απειλούν επικίνδυνα τις τρίχες της κεφαλής μας.
Ο Στάθης Ψάλτης στο «Αλ-Μπατίρ» με ακαταμάχητο αυτοσχεδιαστικό οίστρο οργιάζει σε ένα δομημένο παραλήρημα και αποφεύγει τις παλαιότερες άμετρες δραματικές κορώνες. Η Χριστίνα ΨάλτηΣταυρώστε τη») χρειάζεται να αναπτύξει και να εξελίξει περισσότερο τα εκφραστικά της μέσα ώστε να μην περιορίζεται μόνο σε εξωτερικά χαρακτηριστικά, όπως η ψιλή τσιριχτή παιδαριώδης φωνή. Πληθωρικός με σκηνική άνεση και αμεσότητα ο Βασίλης ΖωνόροςΜην ανοίξεις»), ολοκληρωμένες κωμικές φιγούρες που βγάζουν πολύ γέλιο πλάθουν ο Τάσος Πεζιρκιανίδης και ο Γιάννης Καπετάνιος. Ο Ντίνος Σπυρόπουλος και ο Μάνος Τσότρας επενδύουν στις μεταμφιέσεις τους και εξασφαλίζουν ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα. Η Τίσα Βασιλάκη και η Μαρία Συκιανάκη συμπληρώνουν με την ξεχωριστή παρουσία τους ένα ενδιαφέρον καστ.
Το σύντομο δεύτερο μέρος, μετά το δεκαπεντάλεπτο διάλειμμα, αναλώνεται στην παρωδία των τηλεοπτικών παρατράγουδων (Αννίτα, Κάτμαν, Μαλάμω, Εθνικός Σταρ) αλλά και ζευγαριών που απασχόλησαν τη μεσημεριανή ζώνη της μικρής οθόνης (Γαλάτης, Αλίκη-Πασχάλης, Κούγιας-Εύη). Αξέχαστος θα σας μείνει ο Στάθης Ψάλτης ντυμένος Emo, Ισπανός pop star της Eurovision και…Καλομοίρα!

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Αλ-Μπατίρι…Τσούζζ» των Ντίνου Σπυρόπουλου-Μάνου Τσότρα
Επιθεώρηση από τις επιχειρήσεις θεάματος Μάρκου και Θύμιου Τάγαρη
Σκηνοθεσία – Χορογραφίες : Φώτης Μεταξόπουλος
Μουσική : Ζακ Ιακωβίδης
Σκηνικά : Κάρολος Ρωμούσης
Φωτισμοί : Ηλίας Βακάκης
Ερμηνεύουν οι ηθοποιοί : Στάθης Ψάλτης, Κώστας Τσάκωνας, Μιχάλης Μόσιος, Γιάννης Καπετάνιος, Τάσος Πεζιρκιανίδης, Βασίλης Ζονώρος, Ντίνος Σπυρόπουλος, Χριστίνα Ψάλτη, Μάνος Τσότρας, Τίσα Βασιλάκη και Μαρία Συκιανάκη
Χορεύει το μπαλέτο του Φώτη Μεταξόπουλου : Βαρβάρα Συργιάννη, Ζωζώ Κυβεριώτη, Σάρα Ελευθεριάδη, Μαρία-Χριστίνα Ντάντε, Κατερίνα Μηλιώνη, Έλενα Μιχαήλ και Δήμητρα Αντωνάτου

ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗΝΑΙΟΝ
Πατησίων 55, τηλ. 210 82 14 000
Τρίτη-Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.30, Σάββατο 19.00 (λαϊκή), Κυριακή 20.30

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2008

Δημιουργικό ερασιτεχνικό θέατρο


«Πάντα πίστευα πώς ο καλύτερος τρόπος για να ζήσεις ήσυχος είναι να γίνεις διάφανος όσο ένα τζάμι, όπως ένας χαμαιλέων πάνω σε μια πέτρα, να περνάς μέσα από τους τοίχους, να μην έχεις ούτε χρώμα ούτε μυρωδιά. Το βλέμμα των ανθρώπων να σε διασχίζει και να βλέπει τους άλλους πίσω από σένα, σα να μην ήσουν εκεί. Είναι τρομερή δουλειά το να είσαι διάφανος. Είναι ένα επάγγελμα, είναι ένα παλιό, πολύ παλιό όνειρο το να είσαι αόρατος. Δεν είμαι ήρωας. Οι ήρωες είναι εγκληματίες. Δεν υπάρχουν ήρωες που τα ρούχα τους να μην είναι βουτηγμένα στο αίμα, και το αίμα είναι το μόνο πράγμα στον κόσμο που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Είναι το πιο ορατό πράγμα στον κόσμο. Όταν όλα καταστραφούν, όταν μια ομίχλη συντέλειας του κόσμου καλύψει τη γη, θα μείνουν πάντα τα βουτηγμένα στο αίμα ρούχα των ηρώων»

(Bernard-Marie Koltès, «Roberto Zucco»)

Πολλές ενδιαφέρουσες παραστάσεις έχουμε παρακολουθήσει από ερασιτεχνικές ομάδες και θιάσους που έχουν ιδρυθεί από ιδιώτες, Δήμους, Κοινότητες ή οργανισμούς. Σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και πανεπιστημιακοί σύλλογοι ασχολούνται με κέφι, μεράκι και αγάπη για την προετοιμασία μιας θεατρικής παράστασης.
Ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί η θεατρική ομάδα του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου που ξεκίνησε τη δράση της το 1992. Η ομάδα αποτελεί μέλος του Πανελλήνιου Συλλόγου Ερασιτεχνικού Φοιτητικού Θεάτρου (μη κερδοσκοπικού και μη κυβερνητικού χαρακτήρα), ο οποίος διοργανώνει το Πανελλήνιο Φεστιβάλ Φοιτητικού Θεάτρου.
Στην πολύχρονη δημιουργική παρουσία της, οι φοιτητές έχουν αναμετρηθεί με κλασσικούς και ποικίλους σύγχρονους συγγραφείς μέσα από έργα έντονα κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα : «Θεός» του Woody Allen, «Το Σακάκι που βελάζει» του Stanislaw Statigief, «Βάκχες» του Ευριπίδη, «Το κλουβί με τις τρελές» του Harvey Ferstin, «Άμλετ II» του Sam Bobrick, «Ο Θάνατος» του Woody Allen, «Ο Δίκρανος Ντίσνευ» του Philip Ridley, «Έντμοντ» του David Mamet, «Με δύναμη από την Κηφησιά» των Κεχαΐδη-Χαβιαρά, «Ωραία φάση» του Λένου Χρηστίδη, «Όλο Σπίτι, Κρεββάτι, Εκκλησία» των Dario Fo – Franka Rame, «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» του Dario Fo, «Mort (Άδης)» του Terry Pratchet, «Πυριτιδαποθήκη» του Dejan Dukovski, «Αόρατος θίασος» και «Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, «Salome» του Oscar Wilde, «Ατρείδες εν Συντομία» των Μπαλωμένου – Ριζόπουλου, «Ο Ρόζενγκραντς και ο Γκίλντερστερν είναι νεκροί» του Tom Stoppard, «Ελευθερία στη Βρέμη» του R. W. Fassbinder, «Ο Δράκος» του E. Svarts, «Το παιχνίδι της σφαγής» του E. Ionesco, «Κοίτα τους» του Μ. Ποντίκα, «Camino Real» του T. Williams, «Ο Πρίγκιπας των Λύκων» του Π. Πασχίδη, «Ευρυδίκη» του Jean Anouilh, «Οι Αρχάγγελοι δεν παίζουν Φλίπερ» του Dario Fo, «Ο Ιάκωβος και ο Αφέντης του» του Milan Kundera και «Εντελώς αναξιοπρεπές» του Βασίλη Κατσικονούρη.
Παρακολουθήσαμε με ενδιαφέρον και την τελευταία δουλειά της ομάδας που καταπιάστηκε με το «Roberto Zucco» του Γάλλου Bernard-Marie Koltès. Οι ερασιτέχνες ηθοποιοί κάνοντας μια απόπειρα καθαρής και απλής σκηνικής ανάγνωσης κατορθώνουν ν’ αποδώσουν σε ικανοποιητικό βαθμό ένα απαιτητικό κείμενο. Η σκηνοθεσία επέλεξε τη λιτότητα στο σκηνικό χώρο και στα κοστούμια δίνοντας προτεραιότητα στη δυναμική του λόγου.

Ο Συγγραφέας και το έργο του
Ο Bernard-Marie Koltès (Metz 1948 - Paris 1989)
ξεκινά να ασχολείται συστηματικά με τη θεατρική γραφή εκδίδοντας τον μακρύ μονόλογο «Η Νύχτα λίγο πριν από τα δάση» («La Nuit juste avant les forêts»), που ανέβηκε στο φεστιβάλ «off» της Αβινιόν το 1977. Από το 1983, αρχίζει η μεγάλη και στενή του συνεργασία με τον σκηνοθέτη Patrice Chéreau, ο οποίος θα ανεβάσει τα σπουδαιότερα έργα του στο Théâtre des Amandiers του παρισινού προαστίου Nanterre : «Αγώνας Νέγρου και Σκύλων» («Combat de Nègre et des chiens») το 1983, «Δυτική Αποβάθρα» («Quai Quest») το 1986, «Στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι» («Dans la solitude des champs des cotons») το 1987 και «Επιστροφή στην έρημο» («Le Retour au désert») το 1988.
Η ιστορία του Ιταλού ψυχοπαθή δολοφόνου Roberto Succo αποτέλεσε την έμπνευση για το τελευταίο έργο του με τίτλο «Roberto Zucco» (1988), που έκανε πρεμιέρα στο Βερολίνο, μεταφρασμένο στη γερμανική γλώσσα και σε σκηνοθεσία του Peter Stein τον Απρίλιο του 1990.
Ο καταστροφικός και αυτοκαταλυτικός ήρωας του σκοτεινά ποιητικού Koltès χτίζεται πάνω στον απελπισμένο υπεράνθρωπο του Νίτσε, στις γραμμές του θεάτρου της σκληρότητας του Antonin Artaud και ποτίζεται από τα υπόγεια ύδατα του Jean Genet αφήνοντας ανοιχτό παράθυρο στη μεταφυσική αγωνία του Samuel Beckett.
Ο θεατρικός μικρόκοσμος του δημιουργού εστιάζοντας σ’ ένα περίγυρο περιθωρίου, απογυμνώνει τον φορέα του κακού όχι μόνο από τα πιθανά ελαφρυντικά του αλλά και από οποιαδήποτε συνειδητή και αιτιολογημένη καταστροφική τάση. Η βία δεν έχει ούτε αιτία, ούτε πατρίδα. Δεν αποτελεί φαινόμενο καταπίεσης, δεν είναι προϊόν εξέγερσης ούτε και όπλο της εξουσίας. Δεν λάμπει από ομορφιά, δεν είναι σκανδαλώδης, δεν καταγγέλλεται, δεν εξιδανικεύεται… Οπλίζει νωχελικά ή απρόσμενα το χέρι του υποβαθμισμένου σύγχρονου ανθρώπου. Ο θεατής δε διακρίνει με ευκρίνεια τις συνηθισμένες ηθικές πολώσεις όπως κακός μπάτσος και αγαθός εμιγκρές ή εγκληματίας καπιταλιστής και τίμιος εργάτης.
Το κακό ενσαρκώνεται από τον άνθρωπο σαν φυσικό φαινόμενο, και όχι σαν πρόθεση με συγκεκριμένη τελικότητα. Ο Koltès, με την ιδιότυπη ποιητική του, σκιαγραφεί έναν ηρωικό αντιήρωα. Η επιθετικότητα γίνεται αυτοκαταστροφική, και το έγκλημα φαντάζει σαν φυσική ανάγκη ενός παιδιού που αγνοεί τα άλλα, τα πολιτισμένα και νομιμοποιημένα εγκλήματα του σημερινού κόσμου.
Σύμφωνα με τη Χαρά Μπακονικόλα «εκείνο που είναι ευδιάκριτο στις νέες τάσεις του ευρωπαϊκού θεάτρου, είναι, εν τέλει, μια κοινωνική διαμαρτυρία δίχως κοινωνικά ερείσματα, και μια «σωματοποίηση» της οδύνης και της άρρωστης συνείδησης του καιρού μας. Τα πρόσωπα του αναμφίβολα σκληρού σημερινού θεάτρου είναι οι θλιβεροί μάρτυρες ενός κόσμου ειρηνικού και συνάμα ανελέητου, ενός συστήματος παραγωγικού και συνάμα στερητικού, όπου το να ανήκεις σε μια μειονότητα δεν διαφέρει και πολύ από το ανήκεις στη μάζα. (…)
Το σημερινό θέατρο αποδομεί ολοένα και ενεργητικότερα όλες τις πλαστές συναρτήσεις των κοινωνικών δυνάμεων και αξιών, και απογυμνώνοντας τον κόσμο μας από τα προσχήματά του, αυτοαπογυμνώνεται, σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια σε όλες τις υποκριτικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν από επίσημες και κρυφές εξουσίες για να εκμηδενίσουν το άτομο».
Ο καημός του θανάτου
τόσο με πυρπόλησε,
Που η λάμψη μου επέστρεψε στον ήλιο.
Κείνος με πέμπει τώρα μέσα
στην τέλεια σύνταξη
της πέτρας και του αιθέρος,
Λοιπόν, αυτός που γύρευα είμαι.

(Από το «Λακωνικόν», Οδυσσέας Ελύτης, Έξι και μια τύψεις για τον ουρανό, Ίκαρος 1960)

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Roberto Zucco» του Bernard-Marie Koltès
Από τη θεατρική ομάδα του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου
Μετάφραση : Δημήτρης Δημητριάδης
Σκηνοθεσία : Ηλίας Μπιλιώνης-Αμάντα Ταξιάρχου
Σκηνογραφία : Χάρις Μακεδονοπούλου-Μάγδα Βασίλα
Μουσική : Βασίλης Βλαχάκος
Φωτισμοί : Νίκος Διαμαντής
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Παναγιώτης Τσιλίκας, Έφη Βόκαλη, Χριστίνα Πολίτου, Αμάλθεια Μενάγια, Ζαχαρένια Νικητάκη, Έλενα Παπαδομανωλάκη, Παναγιώτης Καμμένος, Κώστας Γώγουλος, Χριστιάνα Σαχίνη, Κωνσταντίνος Αναγνώστου, Κατερίνα Λογκάκη, Εύα Δημητρίου, Γιώργος Δασκαλάκης-Παπατζανάκης, Εύη Βούλγαρη, Ελένη Μήτση, Διονύσης Μπαστιάς, Έλλη Σαρρή, Ματθαίος Λαζαρίδης, Γιάννης Ανδρουλακάκης, Ειρήνη Κωνσταντίνου, Θοδωρής Φραγκούλης, Λήδα Κανάρη και Κωνσταντίνος Δαλαμάγκας

ΘΕΑΤΡΟ ΧΥΤΗΡΙΟ
Ιερά Οδός 44, Γκάζι, τηλ. 698 33 22 096
Από 12 έως 21 Ιουνίου στις 21.30

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2008

Γόνιμες δοκιμές


…Στοίβες νεκρών χωρίς φωνές
Θα δείχνουν σ’ όλους τους θνητούς
Μες στους αιώνες που θα ’ρθούν
Πως αν το μέτρο ο άνθρωπος
Άμυαλα ξεπεράσει
Γίνεται στάχυ η έπαρση
Έτοιμη για σοδειά…

…Μα εσείς και στο κακό ακόμα
Σαν διψασμένοι
Της κάθε μέρας
Τους χυμούς να πίνετε
Ζήστε όσο ζείτε με ηδονή
Κάθε στιγμή
Γιατί και πλούσιοι οι νεκροί
Είναι νεκροί…

(Αισχύλου «Πέρσες», μετάφραση Θάνου Λουκά)

Οι κώδικες της τραγωδίας έχουν τα τελευταία χρόνια υποστεί άπειρες διερμηνευτικές απόπειρες προερχόμενες από την ανάγκη να τοποθετηθεί εκ νέου η τραγωδία σε πλαίσια σύγχρονων αποδόσεων. Ωστόσο, η άγνοια πολλές φορές της σημασίας των κωδίκων που χειρίζεται ο τραγικός λόγος για ν’ αποδεσμευθεί ακριβώς από το ιστορικό «εδώ και τώρα» και ν’ απλωθεί στη διαχρονία, έχει οδηγήσει ακόμη και καταξιωμένους σκηνοθέτες στα όρια του αχαλίνωτου. Είναι, όμως, απαραίτητος και θεμιτός για την εξέλιξη και τον εντοπισμό του «νέου», ο γόνιμος πειραματισμός, η τόλμη κατάθεσης νέων προτάσεων, οι εφαρμογές διαφορετικών οπτικών και η υλοποίηση εγχειρημάτων που αποτελούν προϊόντα αδιάκοπων και πολύχρονων ερευνών με συγκεκριμένους στόχους-πλαίσια
Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση-μελέτη πάνω στους «Πέρσες» του Αισχύλου παρουσιάζει ο Θάνος Λουκάς, σε δική του μετάφραση και σκηνοθεσία, δουλεύοντας με μια ομάδα νέων ηθοποιών. Πρόκειται για μια σπουδή, ύφους work in progress, που πειραματίζεται πάνω σε διάφορες φόρμες, εναλλάσσοντας ρυθμούς και τονικότητες, δοκιμάζοντας στα άκρα σε πολλά σημεία την εκφορά του λόγου (ταχύς ρυθμός-υψηλές εντάσεις-υπερβολή) σ’ ένα είδος θεάτρου που ενεργοποιεί το σώμα του ηθοποιού ως κεντρικό μοχλό της διαχείρισης του μύθου.

Η υπόθεση του έργου
Στους «Πέρσες» του Αισχύλου, που παρουσιάστηκαν το 472 π. Χ. ο ποιητής αναπτύσσει, στα πλαίσια του μύθου, μια ιστορική πραγματικότητα ζώσας επικαιρότητας, ήτοι τη νίκη των Ελλήνων έναντι των περσικών στρατευμάτων του Ξέρξη. Το δράμα δεν έχει κεντρικό στόχο την πατριωτική εξύμνηση της ελληνικής στρατιωτικής δύναμης. Οι σκηνές διαδραματίζονται στο στρατόπεδο των ηττημένων, στα ανάκτορα της Σούσας, και επιχειρούν η χωρική διάσταση να δώσει στην ιστορία μια μεγαλοπρέπεια μυθικών διαστάσεων. Η βασίλισσα Άτοσσα, μητέρα του Ξέρξη, και ο χορός των γηραιών Περσών συμβούλων μαθαίνουν τα νέα της καταστροφής της Σαλαμίνας και της οπισθοχώρησης μέσω της Θράκης. Ο θρήνος του χορού και της Άτοσσας προκαλούν την εμφάνιση του φαντάσματος του Δαρείου, το οποίο τους πληροφορεί ότι η ήττα ήταν θέλημα των θεών και ότι ήρθε ως τιμωρός για την αλαζονεία του περσικού λαού και του βασιλιά του. Η τραγωδία τελειώνει με τον θρήνο που συνοδεύει την άφιξη του Ξέρξη που καταφθάνει σε άθλια κατάσταση. Οι «Πέρσες» είναι ιδανικό υπόδειγμα του σχήματος «Ύβρις-Άτη», που αποτελεί άλλωστε και το αισχύλειο κλειδί της ερμηνείας του σύμπαντος.

Η παράσταση
Η απόπειρα ανίχνευσης των πηγών σωματικής ενέργειας οδηγεί τους συντελεστές στην ανακάλυψη των κλειδιών μεταξύ σωματικής και ηχητικής-λεκτικής έκφρασης ανατρέχοντας και παραπέμποντας έμμεσα σε δρώμενα άλλων πολιτισμών ή κάνοντας υπαινικτικές αναφορές σε γνωστές μεθόδους σημαντικών δημιουργών. Ένα υλικό προεργασίας και έρευνας που επανατοποθετεί τη σχέση του ηθοποιού με το σώμα του και τη βιοδυναμική που αυτό διαθέτει. Μια εργαστηριακή εκμάθηση ελέγχου και συνεργασίας μυαλού και σημείου σώματος ώστε να επιτευχθεί το παραστασιακό ζητούμενο. Σωματική αποφόρτιση ως απόρροια εξάσκησης και συνεπείς κώδικες επικοινωνίας.
Στη σωματοποιημένη παράσταση, η σκηνοθεσία ακολουθεί τη λιτότητα σε όλα τα επίπεδα. Τα ομοιόμορφα ολόμαυρα κοστούμια των ηθοποιών συμπληρώνει ένα λευκό μακιγιάζ προσώπου ενώ οι καίριες αντιθέσεις των φωτισμών (σκοτάδι-φως) αποτελούν ένα επιπλέον στοιχείο ένδυσης όχι μόνο του άδειου σκηνικού χώρου αλλά και των σωμάτων. Η μιμική των στομάτων των ερμηνευτών, το άνοιγμα και η έκφραση που προσλαμβάνουν σταδιακά και με αργό ρυθμό, προετοιμάζουν για το πέρασμα του παραγλωσσικού και γλωσσικού κώδικα που εκπηγάζει ως κάτι το αναπόφευκτο. Ο διακεκομμένος, ασθματικός και υπόκωφος λόγος, επαναληπτικός και ομοιόμορφος συμπλέει με μια κινησιολογία που εικονοποιεί ευφάνταστα σημαίνουσες φράσεις παγώνοντας τη λεπτομέρεια. («χτίσιμο» εικόνων με τα σώματα των ερμηνευτών). Οι ηθοποιοί δρουν υποδειγματικά με ομαδικό πνεύμα και συγχρονισμό κατορθώνοντας ν’ ανταποκριθούν στις απαιτήσεις και τους στόχους της σύνθετης σκηνοθετικής άποψης.
Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι «Χοηφόροι», το δεύτερο μέρος από την τριλογία του Αισχύλου «Ορέστεια» Αγαμέμνων-Χοηφόροι-Ευμενίδες) που παρουσιάστηκαν το 458 π. Χ. Παρακολουθούμε τη διπλωματική εργασία των σπουδαστών του τρίτου έτους της Ανώτερης Σχολής Δραματικής Τέχνης Δήμου Αγίας Βαρβάρας στο μάθημα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας σε διδασκαλία Λουκά Θάνου. Φιλότιμη η προσπάθεια των νέων ηθοποιών να συγχρονιστούν σε μια πειραματική και μη ολοκληρωμένη σκηνική ανάγνωση. Οι Έρμη Στέλλα, Θάνου Χρησάνθη, Θεοδωρίδης Βασίλης, Κλαψινού Κωνσταντίνα, Λουκόπουλος Μπάμπης, Μορφιαδάκη Βάσω, Παπαγεωργίου Ευγενία, Σουρμελίδης Σάββας, Τσατώβ Ειρήνη και Τσιμπρή Χριστίνα ερμηνεύουν τους ρόλους με συναίσθηση της σκηνικής τελετουργίας.
Στις «Χοηφόρους» (δηλαδή τις «φέρουσες σπονδές»), η Κλυταιμνήστρα, βασανισμένη από τις τύψεις, αποστέλλει στον τάφο του Αγαμέμνονα την κόρη της Ηλέκτρα με τη συνοδεία γυναικών που συγκροτούν το χορό. Εκεί φθάνει και ο Ορέστης που μόλις επέστρεψε, μαζί με τον Πυλάδη, στο Άργος για να εκδικηθεί τους φονιάδες του πατέρα του. Η Ηλέκτρα αναγνωρίζει την ώρα που προσφέρει τις σπονδές στον τάφο, τα μαλλιά και τα ίχνη του αδελφού της. Ο Ορέστης δολοφονεί τον εραστή της βασίλισσας, Αίγισθο και στη συνέχεια την ίδια του τη μητέρα. Ο νέος καταδιώκεται από τις Ερινύες, τα φαντάσματα-σύμβολα της οργής των ομόαιμων νεκρών, με μάτια που στάζουν αίμα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Πέρσες» του Αισχύλου
Μετάφραση-σκηνοθεσία : Λουκάς Θάνος
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Αγκονσίλιο Γεωργία, Γεωργάτου Χαρά, Γιαούζη Πέλη, Ισαακίδης Αλέξανδρος, Κουκουζέλη Ιωάννα, Λαμπράκη Ειρήνη, Μαρινάκου Γεωργία, Μάρκελλος Κωνσταντίνος, Μπρακουμάτσου Βιβή, Παπαγιάννης Φοίβος, Σδούκου Εβελύν και Σοφού Δήμητρα

ΘΕΑΤΡΟ ΑΜΟΡΕ-ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
Πριγκιποννήσων 10, Πολύγωνο, τηλ. 210 64 68 009
Καθημερινά από 5 έως 15 Ιουνίου στις 21.30

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

Φοβάστε τον θάνατο;


Δεν πιστεύω στον παράδεισο. Καθόλου.
Και μετά το θάνατο τι απομένει; Με ρωτάς.
Τίποτε. Μόνο οι ζωντανοί που χαμογελούν ο ένας στον άλλο.
Που θυμούνται.
Εσάς ποιος θα σας θυμηθεί; Με ρωτάς. Πάντα πληθυντικός.
Οι νεαροί αναγνώστες. Οι μικροί μαθητές.
Τι σας απασχολεί; Με ρωτάς. Όλο με ρωτάς.

Marguerite Duras

Ηγετική φυσιογνωμία στο γαλλικό «Νέο Μυθιστόρημα», θεατρική συγγραφέας και σκηνοθέτης του κινηματογράφου, η Marguerite Duras, ψευδώνυμο της Marguerite Donnadieu (1914-1996) έθιξε μέσα από το αινιγματικό, διφορούμενο και συχνά ελιτίστικο ύφος της, την αλλοτρίωση, το ανέφικτο της ανθρώπινης επικοινωνίας, την άκαρπη προσπάθεια ιδανικής ερωτικής συμφιλίωσης, τη ματαιότητα του βίου και το φόβο για το άγνωστο του θανάτου.
Στο τελευταίο, αυτοβιογραφικών αναφορών, βιβλίο της που έχει τον τίτλο «C’est tout» (1995), με το γνωστό αποσπασματικό και ελλειπτικό τρόπο γραφής (σημειώσεις ή ημερολογιακές εγγραφές) και με αφορμή την ερωτική της σχέση με το νεότερο γραμματέα της Γιαν Αντρέα Στάινερ, η συγγραφέας κλείνει τους λογαριασμούς της με τη λογοτεχνία και μέσα από έναν απολογισμό, ξεδιπλώνει απαισιόδοξα τις εσωτερικές της ανησυχίες για την ανεξιχνίαστη φύση του έρωτα. Από τον έρωτα, πηγή ζωής, ελευθερίας και έμπνευσης αντλεί το αντίδοτο απέναντι στους φόβους : στη φθορά, στην εκμηδένιση και στο αναπόφευκτο της ύστατης ώρας. Λέξεις και σιωπές, κριτική και αυτοκριτική, αλήθεια και ψέμα.
Η χαρά της ζωής, η ηδονή και το χιούμορ σε αντιπαράθεση με τον πόνο της απώλειας και την αγωνία του θανάτου, συνθέτουν το συναισθηματικό τοπίο, μέσα στο οποίο η Γαλλίδα δημιουργός ακροβατεί, γνωρίζοντας βαθειά πως η λύτρωση συχνά είναι η τελική πράξη δικαίωσης ενός αγώνα ζωής και θανάτου.
Το γραπτό της Marguerite Duras, μια λυρική καταγραφή προσωπικών βιωμάτων, συγκινητικά λιτό και λακωνικό αλλά πυκνών νοηματικών συνειρμών, μοιάζει μ’ ένα λεπτοφυή επίλογο στο τέλος μιας μακριάς και μεστής διαδρομής. Το βιβλίο έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από την Ευρυδίκη Τρισόν-Μιλσανή (εκδόσεις Εξάντας) με τον τίτλο «Τελεία και παύλα». Αν και δεν πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά και αντιπροσωπευτικά δείγματα γραφής της, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία μιας ιδιότυπης μονολογικής performance.

Η Παράσταση
Ο Γιώργος Γιανναράκος διασκεύασε το κείμενο και από σκόρπιες φράσεις, διαμόρφωσε διαλόγους που εκφωνούνται από μαγνητόφωνο. Ερωτήσεις και απαντήσεις, λέξεις και φράσεις επαναλαμβάνονται για να δημιουργήσουν ένα ανεξάρτητο σύστημα σημειακών και σημασιακών πλεγμάτων. Ο θεατής συνδέεται με την αισθητική ενότητα, στην οποία συγχωνεύονται ευεργετικά το ύφος και η θεματική του αρχικού κειμένου. Η εύστοχη απόδοση του τίτλου, «Και μετά τίποτε», δίνει έμφαση στην κοσμοαντίληψη της συγγραφέως και υπογραμμίζει την έμμονη ιδέα του τέλους. («Όλα είναι ματαιότης και ανεμοσκορπίσματα»).
Ο κύριος Γιανναράκος ταξινομεί με μαεστρία το σχεδόν παραληρηματικό λόγο της Marguerite Duras κατορθώνοντας ν’ αναδείξει την κρυμμένη ανατρεπτικότητα των λέξεων που μετατρέπονται σε ζωηρόχρωμες εικόνες. Η παρουσία-απουσία του εραστή, ως προσώπου πολλαπλών αναφορών του έργου και το διαρκές παιχνίδι ρόλων δημιουργούν στο θεατή την αίσθηση αλλά και την ψευδαίσθηση ότι παρακολουθεί μπροστά του, ολάνοιχτους ψυχισμούς.
Οι φωτισμοί του Αντώνη Συμεωνάκη, το κερί που λιώνει και η αντανάκλαση του ειδώλου της ηρωίδας στον καθρέφτη σε συνδυασμό με τη μουσική υπόκρουση του Δημήτρη Μαυρομάτη και την εκφώνηση φράσεων στη γαλλική γλώσσα, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που δίνει στο σύνολο των τεκταινομένων ένα στοιχείο ονειροφαντασίας.
Ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε ο Στέλιος Ρουκουνάκης (ανάκλιντρο, γραφείο, κολλάζ από φωτογραφίες που κρέμονται μισοσκισμένες στους τοίχους) λειτουργεί σαν χώρος εξομολογήσεων, αναμνήσεων και ονείρων αλλά και σαν χωρόχρονος ενός ατέρμονου στροβιλισμού φιγούρων με έντονο στυλιζάρισμα. Ο κύριος Ρουκουνάκης προσαρμόζεται στο πνεύμα της σκηνικής σύνθεσης και επιμελείται και τα κοστούμια με επιλογές που ενισχύουν σε καίρια σημεία το «μήνυμα» του λόγου.
Με εκφραστικές εναλλαγές και κινήσεις ακρίβειας, η Ολύνα Ξενοπούλου ενσαρκώνει την ηρωίδα, που δεν είναι άλλη από την ίδια τη συγγραφέα. Η κυρία Ξενοπούλου χειρίζεται επιδέξια τις στιγμές των εκρήξεων και τον τρόπο με τον οποίο κορυφώνει, σχεδόν αναπάντεχα, τις εντάσεις του ρόλου της.
Από την παραγωγή της παράστασης απουσιάζει έντονα ένα καλαίσθητο και πολυσέλιδο πρόγραμμα με κείμενα γύρω από το έργο της πολυσχιδούς προσωπικότητας της Marguerite Duras, φωτογραφικό υλικό και παραστασιογραφία, την επιμέλεια του οποίου θα μπορούσε ν’ αναλάβει ένας καταρτισμένος θεατρολόγος.

Η ύπαρξη μου
είχε ξεχειλίσει
από ευδαιμονία.
Δεν άντεχα πια
ούτε το γαλάζιο του ουρανού
ούτε το πράσινο των ματιών σου
ούτε τα τραγούδια της θάλασσας
ούτε τους ήχους της φωνής σου
ούτε τις κραυγές της σιωπής
ούτε τα ρίγη της ηδονής.

(απόσπασμα από ποίημα της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου)

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Και μετά τίποτε» («C’est tout»)
Παράσταση εμπνευσμένη από το βιβλίο της Marguerite Duras
Από το «Θέατρο χωρίς σύνορα»
Μετάφραση : Αλέξανδρος Θαλασσινός
Δραματουργική επεξεργασία-Σκηνοθεσία : Γιώργος Γιανναράκος
Κοστούμια-Σκηνικός Χώρος : Στέλιος Ρουκουνάκης
Μουσική : Δημήτρης Μαυρομάτης
Φωτισμοί-Φωτογραφία : Αντώνης Συμεωνάκης
Το μονόλογο ερμηνεύει η Ολύνα Ξενοπούλου

BOOZE COOPERATIVA
Κολοκοτρώνη 57, τηλ. 210 32 40 944
Δευτέρα-Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή 21.30
Μέχρι 15/6