Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

«Καβαλάρηδες στη θάλασσα» του Τζον Μίλινγκτον Σίνγκ στο θέατρο «Σφενδόνη»


Ο Ιρλανδός συγγραφέας Τζον Μίλλινγκτον Σινγκ (1871 – 1909) αν και χάθηκε πρόωρα, άφησε έξι ολοκληρωμένα θεατρικά έργα, που ανεβαίνουν μέχρι τις μέρες μας στις σκηνές όλου του κόσμου. Η δραματουργία του ξεχωρίζει για τη στέρεη δομή της καθώς, είτε στην κωμωδία είτε στην τραγωδία, αποκαλύπτει σε βάθους τους χαρακτήρες και τον τρόπο σκέψης μιας πολυμήχανης και ευφάνταστης αγροτιάς. Η γλώσσα του είναι πλούσια σε εικόνες, ζωντανή και ποιητική με δυνατές σκηνές κορύφωσης της δράσης και λεπτοδουλεμένους διαλόγους. Ένα κράμα χιούμορ και θλίψης, μια βλοσυρή αλλά ελαστική κοσμοθεώρηση, ένας διαυγής πεσιμισμός.
Το 1904 ανέβηκε για πρώτη φορά στο Άμπεϊ Θήατερ το έργο «Καβαλάρηδες στη θάλασσα» («Riders to the sea»), μια μονόπρακτη τραγωδία που χάρη στη λακωνικότητα και την έντασή της, αποτελεί ένα από τα καλύτερα σύγχρονα σύντομα έργα. Λόγω της μικρής του διάρκειας συνήθως παρουσιάζεται σε ενιαία παράσταση με τον «Ίσκιο του λαγκαδιού» ή κάποιες άλλες φορές με τη «Ντίαρντρη των θλίψεων».
Η μικρή αυτή τραγωδία της ύπαρξης εκτυλίσσεται στο σπιτικό μιας οικογένειας, σ’ ένα νησί στα ανοιχτά της Δυτικής Ιρλανδίας, όπου η Μόϊρα, μια μάνα που έχασε πέντε από τους έξι γιους της στη θάλασσα, προσπαθεί μάταια ν’ αποτρέψει το μικρότερο και στερνό γιο της να μπαρκάρει. Η μοίρα του όμως φαίνεται πως είναι προδιαγεγραμμένη καθώς ούτε οι θρήνοι, ούτε τα κλάματα ακόμα κι οι κατάρες, δεν θα σταθούν ικανά μέσα για να μεταπείσουν τον αποφασισμένο νεαρό, που επιθυμεί διακαώς να παλέψει με τα κύματα αψηφώντας την θύελλα και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
Έτσι, ο θάνατος του Μπάρτλεϋ θα ξαναβυθίσει την οικογένεια στο πένθος, κατάσταση που στοιχειώνει μόνιμα την εστία. Τα μέλη της, συνειδητοποιώντας πόσο άνιση και μάταιη είναι η πάλη με το «μαύρο καβαλάρη» μοιάζουν ν’ αποδέχονται καρτερικά το τέλος. Χαρακτηριστικός ο τελευταίος μονόλογος της μάνας που μοιρολογεί χαμηλόφωνα και γονατιστή : «Ο Μπάρτλεϋ θα έχει ένα όμορφο φέρετρο με τις άσπρες σανίδες, και ένα βαθύ βαθύ τάφο, ναι. Τι περισσότερο μπορούμε να θελήσουμε από αυτό; Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζει για πάντα και πρέπει να ‘μαστε ευχαριστημένοι».

Η παράσταση
Η Άννα Κοκκίνου άλλαξε την τοπογραφία του θεάτρου της προκειμένου να φιλοξενήσει τους «Καβαλάρηδες στη θάλασσα». Δημιούργησε ένα ετερόδρομο αμφιθέατρο όπου τα γεγονότα διαδραματίζονται στον μεταξύ ευρύ διάδρομο-σκηνή. Στο βάθος αντικριστά από την είσοδο, εμφύτευσε δοκούς, με εύγλωττο σημειολογικό κόστος καθώς αυτοί απεικονίζουν τον εσωτερικό οικείο χώρο όπου η Μόϊρα αποδύεται στον κομμό για το χαμό των γιων της στη θάλασσα.
Ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε η Ισμήνη Καρυωτάκη απεικονίζει με τις ακριβείς υποσημειώσεις του (ροδάνι, σκάλα, διάταξη τραπεζιού, ζύμη) το βαρύ πένθος και τις τελετουργικές συνήθειες της επαρχίας.
Η αναντίρρητη ατμόσφαιρα με τον θάνατο ως εκκολαπτόμενη απειλή, υπονομεύεται από την ίδια την υποκριτική τέχνη και ιδίως από τους ρυθμούς που υιοθέτησε η Άννα Κοκκίνου. Το αργό παίξιμο, η σχοινοτενής ανάλυση εναντιώνονται στους συνειρμούς του θεατή, ο οποίος ή πλήττει αφόρητα επειδή σαφώς δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τα δρώμενα ή αδιαφορεί ως το τέλος.
Η σκηνοθέτης εξέτεινε το μονόπρακτο έργο του Σινγκ καλύπτοντας τον χρόνο ενός πολύπρακτου. Οι ηθοποιοί την ακολουθούν μ’ ένα λόγο που αν δεν ακούγεται, όπως στην περίπτωση του Μπάρτλεϋ του Φώτη Λαγανόπουλου, δεν προβιβάζει κανένα απολύτως μήνυμα. Ωστόσο, η Τζωρτζίνα Δαλιάνη ως Καθλήν και η Φανή Παναγιωτίδου ως Νόρα κατορθώνουν να συγκινήσουν.
Το πρόβλημα της παράστασης είναι ο ρυθμός και η συνακόλουθη επιμονή να «γεμίσει» ο παραστασιακός χρόνος με ένα μονόπρακτο. Με δύο μικρά συγγενή έργα και με διαφορετικούς ρυθμούς, η Άννα Κοκκίνου θα είχε επιτύχει στις προσδοκίες της σ’ έναν μάλιστα εύθετο θεατρικό χώρο υψηλών αξιώσεων. Βέβαια ο ρυθμός της παράστασης στηρίζεται σε μια άποψη για την υποκριτική, η οποία παρ’ ότι εντελώς παρωχημένη υφίσταται ως άποψη και η ηθοποιός διαθέτει το κύρος για να την επιβάλλει.
Στη θέση του χορού των γεροντισσών παρίστανται οι νεαρές ηθοποιοί Έφη Βλαχογιάννη, Σοφία Ιγνατίδου, Βιβή Πέτση και Ελεάννα Τσίχλη. Χαρακτηριστική στην εντελέχεια της παράστασης η σκηνή με τις γυναίκες που, κρεμασμένες στους δοκούς, σημειώνουν τον κυματισμό του αίματος στα παράκτια. Οι ενδυματολογικές επιλογές της Ιωάννας Τσάμη συνδυάζουν εύστοχα το κόκκινο με το μαύρο χρώμα.
Στις αρετές της παράστασης συγκαταλέγονται η οργάνωση του χώρου, η ατμόσφαιρα που γητεύει, οι υποβλητικοί μουσικοί ήχοι του Θοδωρή Αμπαζή (καλπασμοί αλόγων, ήχος θύελλας, αιφνίδιες ριπές ανέμου) και οι εξαιρετικά λεπτοδουλεμένοι φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου που στηρίζουν με όλες τις αντιφάσεις τους, τη σκηνοθετική προσέγγιση.
Υποδειγματικό το καλαίσθητο πρόγραμμα-βιβλίο με πληθώρα κειμένων, φωτογραφικό υλικό, χρονολόγιο του συγγραφέα και ολόκληρο το πρότυπο κείμενο σε αντιπαραβολή με τη στρωτή και λειτουργική μετάφραση της Ανθής Λεούση.