Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2008

Μυστήριο πράγμα ο γάμος



Μυθιστοριογράφος, σεναριογράφος και θεατρική συγγραφέας η Λιουντμίλα Πετρουσέφσκαγια, γεννημένη στη Μόσχα το 1938, αποτυπώνει στα έργα της τη σκοτεινή πλευρά της ύστερης σοβιετικής πραγματικότητας και περιγράφει με διεισδυτική ματιά την καθημερινή μάχη της επιβίωσης.
Στο μονόπρακτο «Έρωτας» (1979) παρακολουθούμε σκηνή από την πρώτη και παράδοξη νύχτα γάμου ενός ζευγαριού στη Μόσχα, τον καιρό της Περεστρόικα. Στον «κλειστοφοβικό» μικρόκοσμο της συγγραφέως, οι χαρακτήρες δρουν σε χώρους ασφυκτικούς, που συρρικνώνονται σταθερά. Έτσι και σε αυτούς τους διαλόγους, οι νιόπαντροι Σβέτα και Τόλια βρίσκονται στη δύσκολη θέση να γνωρίσουν το πρόσωπο με το οποίο δεσμεύθηκαν για να ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους, σ’ έναν απρόσωπο και μάλλον αφιλόξενο χώρο.
Στην Ελλάδα, το έργο ανέβηκε τη θεατρική περίοδο 1995-1996 στον εξώστη του θεάτρου «Αμόρε» σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου ενώ το 2003 στο Δώμα του θεάτρου του Νέου Κόσμου, ο Νίκος Σακαλίδης, με την Εταιρεία Θεάτρου Τελεία, παρουσίασε σε ενιαία παράσταση τα μονόπρακτα «Έρωτας» και «Ένα ποτήρι νερό». Το τελευταίο είχε πρωτοπαιχθεί στο θέατρο «Σημείο» σε σκηνοθεσία Νίκου Διαμαντή το 1994.
Η παράσταση
Από το 2000, σταθερά και με συνέπεια, η ομάδα «Δρόμος με Δέντρα» ασχολείται με πειραματικές – εργαστηριακού ύφους παραστάσεις, τα αποτελέσματα των οποίων έχουν προκαλέσει γόνιμες αντιπαραθέσεις.
Στο συγκεκριμένο έργο, η σκηνοθεσία επιχείρησε να εξερευνήσει βαθύτερες αιτίες που οδηγούν άλλοτε στην επικοινωνία και άλλοτε στην απομόνωση του ενός από τον άλλο. Εξαντλήθηκε, όμως, σε τεχνάσματα εντυπωσιασμού, δημιουργία ατμόσφαιρας και γνώριμα σκηνοθετικά εφφέ.
Οι θεατές χωρίζονται στα δυο διαζώματα, αντικριστά άνδρες και γυναίκες, και η δράση εκτυλίσσεται στο κέντρο, όπου σχηματίζεται ένας διάδρομος. Διαφορετικού είδους και σχήματος φωτιστικών κρέμονται στο ταβάνι ενώ οι εύστοχες διαβαθμίσεις των φωτισμών υπογραμμίζουν τις συναισθηματικές μεταπτώσεις των προσώπων.
Το γαλάζιο κατακλύζει το γυμνό σκηνικό χώρο, με μόνα αντικείμενα μια βαλίτσα και ένα παλαιό έπιπλο, ενώ συμβολικά λειτουργεί το πελώριο χαλί που ξεδιπλώνεται και ξαναδιπλώνεται στην αρχή και στο τέλος του έργου από τους ηθοποιούς.
Ο Δημήτρης Αγαρτζίδης (Τόλια) και η Δέσποινα Αναστάσογλου (Σβέτα) επικοινωνούν με κοινούς υποκριτικούς κώδικες. Η Τάνια Παπαδοπούλου (μητέρα) με την αιφνίδια εμφάνισή της και τη λιτή εκφραστικότητα, αποδίδει το κωμικό στοιχείο του χαρακτήρα που υποδύεται.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Έρωτας» της Λιουντμίλα Στεφάνοβνα Πετρουσέφσκαγια
Από την θεατρική ομάδα «Δρόμος με Δέντρα»
Μετάφραση : Κωστής Σκαλιόρας
Σκηνοθεσία : Μάρθα Φριντζήλα
Σκηνικά – Κοστούμια : Βασίλης Μαντζούκης
Φωτισμοί : Μελίνα Μάσχα
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Δημήτρης Αγαρτζίδης, Δέσποινα Αναστάσογλου και Τάνια Παπαδοπούλου
ΘΕΑΤΡΟ ΧΩΡΑ- Σκηνή «Μικρή Χώρα»
Αμοργού 20, Κυψέλη, τηλ. 210 86 73 945
Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή 21.15

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

Καθαρά γυναικεία υπόθεση


Μιλήσαμε πολύ για τις γυναίκες
Πάντα δειλοί για να παραδεχτούμε
Την ομορφιά που μαστιγώνει τη ζωή μας

Ομολογία», ποίημα του Τίτου Πατρίκιου από τη συλλογή «Λυσιμελής Πόθος»)

Το έργο «Γυναίκα Λούζερ» της Βίλης Σωτηροπούλου ανέβηκε από τη «Θεατρική ομάδα Μπουφόνων» το 2000, στο θέατρο της Ημέρας, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόρτζου, με πρωταγωνιστές την ίδια τη συγγραφέα, το Μαρίνο Μουζάκη και τη Χριστίνα Χριστοδούλου ενώ την ίδια περίοδο το κείμενο κυκλοφόρησε και σε βιβλίο από τη σειρά «Ελληνικό Θέατρο» των εκδόσεων Δωδώνη.
Στο μικρόκοσμο της Βίλης Σωτηροπούλου, τα πρόσωπα αναπτύσσουν, βάσει ενός δεμένου και ταχύρρυθμου μέτρου, τις ενδόμυχες σκέψεις και τις ασταθείς θέσεις τους εκθέτοντας τα βιώματα και τα όνειρα τους. Το κείμενο αποτελείται από μονολόγους («Όμορφα φθινοπωρινά τριαντάφυλλα», «Ας ανακεφαλαιώσω ή οι φιλελεύθερες της γενιάς μου») και ιντερμέδια («Χτύπησα ένα παρισάκι») στα οποία δύο θεατρίνες και δυο σκουπιδιάρηδες θέτουν ερωτήματα για το ποιος τελικά θεωρείται κερδισμένος στη ζωή και ποιος είναι στην ουσία, ο ορισμός του αποτυχημένου, του «loser». Απάντηση δε δίνεται ποτέ, ενώ οι σχέσεις των δυο φύλων καθορίζονται από την φενάκη της ποιότητας ενός ονείρου, τη διαρκή αναμονή μιας ανατροπής. Ένας πλούσιος σε συναισθήματα κόσμος, τρυφερός αλλά και κυνικά ωμός καθώς δε διστάζει, έστω και παρορμητικά, να εκστομίσει αλήθειες παράγοντας, ωστόσο, σύστημα ευαισθησίας χωρίς να αισθηματολογεί μετ’ ευτελείας. Η σκηνοθεσία της πρώτης ανάγνωσης διατήρησε τη δομή του έργου αναδεικνύοντας το δραματικό του υπόβαθρο και ακολουθώντας τις κειμενικές σημειώσεις.

Μια διαφορετική ματιά
Φέτος, η θεατρική ομάδα «ΕΡΩ», που ιδρύθηκε το 2006, παρουσιάζει τη δεύτερη παραγωγή της, μετά την «Κυρία Μαργαρίτα» του Roberto Atayante, στο θέατρο «Φούρνος» και στη συνέχεια στο θέατρο «Αλκμήνη». Τα μέλη της ομάδας σπούδασαν υποκριτική τέχνη με δασκάλους τον Άκη Δαβή και τη Ρούλα Πατεράκη και έχουν λάβει μέρος σε παραστάσεις στο θέατρο της σχολής από το 2001.
Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Μπογδάνου «διάβασε» το κείμενο σα μια «σουρεαλιστική κομεντί μυστηρίου γάμου» και εστίασε στο χιουμοριστικό του χαρακτήρα αντιμετωπίζοντας τις γυναίκες σαν αποσυρμένες νύφες, που είτε στολίστηκαν για την εκκλησία και δεν πήγαν ποτέ, είτε πήγαν, αλλά έπειτα εγκατέλειψαν το μυστήριο. Το μυστήριο των ανδρών…
Στην τωρινή παράσταση, δεν υπάρχουν μονόλογοι. Τρεις ταλαντούχες ηθοποιοί, ντυμένες νύφες, παίρνουν εναλλακτικά το λόγο και συμπληρώνουν η μια την άλλη. Η Άννα Μακρή, η Κωνσταντίνα Σταθοπούλου και η Χαρά Κονταξάκη οδηγούνται στον ανώδυνο κωμικό χαρακτήρα που εκφράζεται μεν με την βοήθεια εξωτερικών χαρακτηριστικών αλλά παγιώνεται ως εκφραστής ιδεολογίας που τολμάει να ξεπεράσει τον εαυτό της και να τον κοροϊδέψει χαριτωμένα.
Ο σκηνικός χώρος είναι διακοσμημένος με πολλά νυφικά τοποθετημένα σε κρεμάστρες και τυλιγμένα σε νάιλον. Η χρήση υπότιτλων που αναγράφουν τις σκηνές του έργου καθώς και τα κόμικς που προβάλλονται από τον προντζέκτορα στη συρταριέρα (στο κέντρο της σκηνής) ενισχύουν το χιουμοριστικό χαρακτήρα της σκηνοθετικής εκδοχής. Σε αυτό συμβάλλει και η φωνή της αρσενικής λογικής του Γιάννη Φέρτη που ακούγεται ηχογραφημένη επισημαίνοντας ότι «στο αγγλικό λεξικό, ο loser και ο lover είναι δίπλα-δίπλα, ένα γράμμα μόνο διαφέρει. Εραστής και χαμένος διπλά-δίπλα…».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Γυναίκα Loser» της Βίλης Σωτηροπούλου
Από τη θεατρική ομάδα «ΕΡΩ»
Σκηνοθεσία – Σκηνικά : Δημήτρης Μπογδάνος
Κοστούμια : Νίκος Βάλβης
Φωτισμοί : Δημήτρης Παπαθανασίου
Πρωταγωνιστούν με σειρά εμφάνισης : Άννα Μακρή, Κωνσταντίνα Σταθοπούλου και Χαρά Κονταξάκη

ΘΕΑΤΡΟ ΧΩΡΑ – Σκηνή «Μικρή Χώρα»
Αμοργού 20, Κυψέλη, τηλ. 210 86 73 945
Σάββατο – Κυριακή 21.15

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

Η παντοδυναμία του χρήματος


Ο Ελβετός δραματουργός Φρίντριχ Ντύρρενματ (Friedrich Durrematt, 1921 - 1990) αναμιγνύοντας το γκροτέσκο με το μακάβριο και αξιοποιώντας τις δραματικές τεχνικές της εποχής του (επηρεάστηκε, άλλωστε, μεταξύ άλλων από τον Μπρεχτ, τον Βέντεκιντ και το κίνημα του εξπρεσιονισμού), κατόρθωσε να διαμορφώσει το δικό του ξεχωριστό ύφος και η λογοτεχνική του παραγωγή είχε απήχηση στις γερμανόφωνες χώρες. Πνεύμα ανήσυχο, δραστήριος και πολυτάλαντος, καταπιάνεται με τη ζωγραφική, το σχέδιο και τις χαλκογραφίες, που συγκροτούν ένα πεδίο σύγκρισης μέσα στις σκέψεις και τα θέματα που χαρακτηρίζουν την έρευνα του.
Το 1956, η φήμη του καλλιτέχνη εξαπλώνεται σε πολλές χώρες του κόσμου. «Η Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» («Der Besuch der alten Dame»), με τον τίτλο «The Visit» γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Αμερική και στην Αγγλία, ιδιαίτερα η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Πήτερ Μπρουκ με τον Άλφρεντ Λαντ και τη Λιν Φοντάν. Η ιστορία αφορά σε μια ζάπλουτη γυναίκα που δωροδοκεί τους πολίτες της εξαθλιωμένης γενέτειράς της για να σκοτώσουν τον πρώην διαφθορέα της.
Στην ελληνική σκηνή, το πολυπρόσωπο έργο ανέβηκε για πρώτη φορά το 1961, από το Εθνικό Θέατρο, σε μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη και σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή με ένα θίασο από σπουδαίους ηθοποιούς. Η παράσταση επαναλήφθηκε το 1965. Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία Σπύρου Α. Ευαγγελάτου, παρουσιάζει τη δική του εκδοχή το 1979, ενώ με το δύσκολο αυτό κείμενο αναμετρήθηκαν ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου σε μετάφραση Ηώς Αμανάκη και σκηνοθεσία Έυη Γαβριηλίδη το 1988, ο θίασος Αλέκου Αλεξανδράκη-Νόνικας Γαληνέα σε σκηνοθεσία Leon Rubin το 1991 και το Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών με τη Τζένη Γαϊτανοπούλου στον πρωταγωνιστικό ρόλο το 1999.
Η «επίσκεψη», όπως εύστοχα σημειώνει ο Μάριος Πλωρίτης, γίνεται μια «τερατώδης» αλληγορία της παντοδυναμίας του χρήματος, που διαφθείρει τις συνειδήσεις, ξεθεμελιώνει τις «ηθικές αρχές», εκπορνεύει τα αισθήματα και δημιουργεί «μια καινούργια παγκόσμια τάξη πραγμάτων». Το μαύρο χιούμορ του συγγραφέα που ονοματίζει το έργο του «τραγική κωμωδία» σαρκάζει ανελέητα τις ιδέες και τους σάπιους θεσμούς του κράτους, τη θρησκεία, την έννοια της δικαιοσύνης, το τέλος του ανθρωπισμού, τον απατηλό πατριωτισμό. Σταδιακά, τα προσωπεία πέφτουν και οι ιδεολογίες ακούγονται σα κούφια λόγια που χρησιμεύουν μόνο για να σκεπάσουν με λαμπερό προπέτασμα το ασελγές συμφέρον.
Η μεστότητα του λόγου, η πυκνότητα των σκηνών, οι ποιητικές προεκτάσεις, ο κυνισμός και ο διαπεραστικός σαρκασμός κινούνται από το ρεαλισμό στο συμβολισμό, από το λογικό στο παράλογο, από το δράμα στην τραγική φάρσα.

Η παράσταση
Το έργο έχει παρουσιαστεί στο παρελθόν με πλούσια σκηνικά και κοστούμια, όπως απαιτείται από τις σκηνικές οδηγίες. Στη σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, υπάρχουν μόνο σκηνικά αντικείμενα (αναπηρικό καροτσάκι, τελάρα, κόκκινο χαλί κτλ) που υποδηλώνουν, επισημαίνουν, συμπυκνώνουν τους δραματικούς χώρους που εξελίσσεται το έργο. Η μοντέρνα όψη της παράστασης φιλοδοξεί να επικοινωνήσει το κείμενο με το σημερινό θεατή και σε αυτό συμβάλλει μεταξύ άλλων η αξιόλογη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Με τους κατάλληλους συνειρμούς, αν σκεφτεί κανείς τα τρέχοντα γεγονότα, έρχεται αντιμέτωπος με τη σαθρή εικόνα ενός ανελέητου καπιταλιστικού συστήματος, τα θεμέλια του οποίου τρίζουν...
Αφαιρετικότητα, υπαινικτική και ειρωνική διάθεση (χαρακτηριστική η σκηνή με τα πατατάκια), τονισμός των επικών στοιχείων και γκροτέσκες περιβολές. Οι σκηνικές οδηγίες εκφωνούνται από τους ηθοποιούς και έχουν ενσωματωθεί εύστοχα στα διαλογικά μέρη. Οι ερμηνείες και η ατμόσφαιρα που κατορθώνει να διαμορφώσει η σκηνοθεσία ταξιδεύουν το θεατή από τον ένα χώρο στον άλλο. Οι φωτισμοί επιτελούν περαιτέρω την συμβολική λειτουργία της συνειδησιακής αφυπνίσεως των ηρώων, που ανάγονται σε κοινωνικά παραδείγματα. Οι μουσικοί ήχοι, οι αυτοσχεδιασμοί όπως ο θόρυβος της αμαξοστοιχίας αλλά και οι σύντομες μελωδίες που ψέλνουν έντεχνα και συγχρονισμένα οι ηθοποιοί, συνθέτουν ξεχωριστή ενότητα, η οποία διαμορφώνει καλαίσθητη οπτικοακουστική εικόνα. Η παράσταση εκθέτει με λεπτομέρεια τα στάδια της ηθικής εξαθλίωσης που επιβάλλει το εκβιαστικό δίλημμα, με αποτέλεσμα να έχει μεγάλη διάρκεια…
Η Μπέττυ Αρβανίτη (Κλαιρ Τσαχανασιάν) με την ακρίβεια των εκφραστικών της μέσων αποδίδει το καυστικό χιούμορ της σνομπ αριστοκρατικής κυρίας αλλά και την οργή μιας πληγωμένης ύπαρξης που θαρρεί κανείς ότι απολαμβάνει την προετοιμασία της τρομαχτικής εκδίκησης. Ο Γιάννης Φέρτης (Αλφρεντ Ιλ) υπερασπίζεται το πάθος αλλά και την αγωνία του ήρωα για την έκβαση των πραγμάτων.
Ο Νίκος Αλεξίου (πρώτος πολίτης/Δήμαρχος), ο Μπάμπης Σαρηγιαννίδης (δεύτερος πολίτης/Αστυνόμος), ο Βασίλης Καραμπούλας (τρίτος πολίτης/ Δάσκαλος) και ο Θανάσης Δήμου (τέταρτος πολίτης/ Πάστορας) πλάθουν χαρακτήρες (οι οποίοι εκπροσωπούν κοινωνικές δομές και ανάγονται σε φορείς ιδεών) δίνοντας έμφαση στα στοιχεία εκείνα που κάνουν τον καθένα από αυτούς ξεχωριστό και αναγνωρίσιμο.
Αινιγματική και «σκοτεινή», η φιγούρα του Μπόμπυ, που «σκιτσάρει» ο Κώστας Γαλανάκης. Ο ταλαντούχος Δημήτρης Μυλωνάς (Σύζυγος 7/Σύζυγος 8/Σύζυγος 9/ Δημοσιογράφος) κατορθώνει να μεταμορφωθεί σε τέσσερα διαφορετικά πρόσωπα χωρίς να «κουβαλά» στοιχεία του ενός στο άλλο. Ο Παναγιώτης Παναγόπουλος (Μηχανοδηγός/ Δικαστικός Κλητήρας/ Καρλ) ανταποκρίνεται με άνεση στους ρόλους που καλείται να ερμηνεύσει. Η Τζίνη Παπαδοπούλου (Κυρία Ιλ/ Παρουσιάστρια) τονίζει με την εκφορά του λόγου της τα σημεία που διαφοροποιούν τα πρόσωπα που υποδύεται. Η Ελένη Ουζουνίδου (Οτίλιε), κάπως αμήχανη στο πρώτο μέρος, βρίσκει το υποκριτικό στίγμα της στη συνέχεια.
Ο Άκης Λυρής (Κόμπυ) και ο Ηλίας Κουνέλας (Λόμπυ), ομοιόμορφα μαυροντυμένοι, δημιουργούν ένα υποκριτικό δίδυμο δυναμικής που κινείται ρυθμικά και επικοινωνεί σκηνικά. Οι δυο ηθοποιοί επαναλαμβάνοντας σε καίριες στιγμές ταυτόχρονα φράσεις, εστιάζουν σε αυτό που ο λόγος υπονοεί εμμέσως αλλά δεν αποκαλύπτει ευθέως.
Το πρόγραμμα της παράστασης, που επιμελήθηκε ο Ιωσήφ Βιβιλάκης, περιέχει πλούσιο υλικό από θεωρητικά κείμενα για το έργο, χρονολόγιο, στοιχεία δηλαδή για τη ζωή του συγγραφέα, αναλυτική ελληνική παραστασιογραφία, εκδοχές του έργου στις τέχνες του θεάματος και άφθονο φωτογραφικό υλικό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις του Φρίντριχ Ντύρρενματ, στο άρθρο «Θεατρικά προβλήματα. Μια νέα δραματουργία».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Η Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρρενματ
Από τη Θεατρική Εταιρία Πράξη
Μετάφραση : Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία : Στάθης Λιβαθινός
Σκηνικά – κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική : Θοδωρής Αμπαζής
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Νίκος Αλεξίου, Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Βασίλης Καραμπούλας, Θανάσης Δήμου, Γιάννης Φέρτης, Μπέττυ Αρβανίτη, Κώστας Γαλανάκης, Δημήτρης Μυλωνάς, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Τζίνη Παπαδοπούλου, Ελένη Ουζουνίδου, Άκης Λυρής και Ηλίας Κουνέλας

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ
Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ. 210 88 38 727
Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο 21.00, Κυριακή – Τετάρτη 20.00

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Το παιχνίδι της μοναξιάς


Στον πολυχώρο «Ράγες», η θεατρική ομάδα «Minus Two» δοκιμάζει να ξανανέβει στην τραμπάλα, αυτή τη φορά παίζοντας ένα διαφορετικό παιχνίδι που ξαφνιάζει ευχάριστα με τις εκπλήξεις που κρύβει και τον πειραματισμό στον οποίο τολμά να εκτεθεί. Την περασμένη χρονιά, το έργο του William Gibson «Δύο για την τραμπάλα» («Two for the seesaw») ανέβηκε στο θέατρο «Αλκμήνη» σε σκηνοθεσία Άκη Δαβή με τον ίδιο και τη Στέλλα Μαρή στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Οι παραστάσεις διακόπηκαν από την αιφνίδια και τραγική απώλεια του σκηνοθέτη, ηθοποιού και δασκάλου. Ο Άκης Δαβής (1960-2008), διανοούμενος της θεατρικής πράξης και ερευνητής της υποκριτικής τέχνης, αφιερώθηκε τα τελευταία χρόνια στη διδασκαλία, στο εργαστήρι ελευθέρων σπουδών που είχε ιδρύσει από το 1990, και στην παραγωγή παραστάσεων γόνιμου πειραματισμού.

Το έργο και η παράσταση
Ο Ουίλλιαμ Γκίμσον (Νέα Υόρκη 1914 – 2008) γράφει το κείμενο το 1958 κάνοντας την πρώτη του μεγάλη θεατρική επιτυχία στο Μπρόντγουαίη με την Αν Μπάνκροφτ και τον Χένρι Φόντα. Το έργο ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο ενώ στην ελληνική σκηνή γίνεται γνωστό με τον τίτλο «Το παιχνίδι της μοναξιάς». Παρουσιάζεται για πρώτη φορά από τον θίασο Έλλης Λαμπέτη – Δημήτρη Χορν σε μετάφραση Αλέξη Σολωμού και σκηνοθεσία Sylbert Paul. Το 1991 ανεβαίνει από το ΔΗ. ΠΕ.ΘΕ Βέροιας σε σκηνοθεσία Πάνου Γλυκοφρύδη και το 1996 από το θίασο Δάνη Κατρανίδη – Φιλαρέτη Κομηνού σε μετάφραση – σκηνοθεσία Γιάννη Ιορδανίδη στο θέατρο Άλφα.
Τη φετινή χρονιά, η ομάδα «Minus Two» καταθέτει μια διαφορετική σκηνοθετική ανάγνωση και μέσα από περαιτέρω έρευνα και αναζήτηση οδηγείται σε ένα εντελώς καινούργιο αποτέλεσμα. Η εύστοχη, σύγχρονη και ευκολομίλητη γλώσσα της μετάφρασης της Στέλλας Μαρή υπογραμμίζει τα διανοητικά και αισθητικά εκείνα στοιχεία δια των οποίων οι δυο ήρωες καθίστανται πρόσωπα της οικείας μας καθημερινότητας, άνθρωποι δηλαδή της διπλανής πόρτας.
Στους αποσπασματικούς διαλόγους του Γκίμπσον, οι ήρωες δείχνουν να μη φοβούνται τα σκαμπανεβάσματα ενός απρόβλεπτου παιχνιδιού που κανείς δε γνωρίζει με ακρίβεια τους όρους. Στην τραμπάλα δεν υπάρχει νικητής και χαμένος, θύτης και θύμα. Από το εφιαλτικό «πάνω – κάτω» και το ατέρμονο «πήγαινε – έλα» απομονώνονται στιγμές ανεπαίσθητης ευτυχίας που ανατρέπουν αιφνίδιες αλλά συσωρευτικές εκρήξεις. Οι τηλεφωνικές γραμμές της Γκιτλ και του Τζέρρυ είναι διαρκώς «κατειλημμένες» από συγκρουόμενες λέξεις. Τρυφερές και σκληρές, προσβλητικές και αδιάφορες, απειλητικές και ενοχικές…ο κατάλογος φαντάζει ατελείωτος.
Μέσα από το παιχνίδι της τραμπάλας εκδηλώνεται τελικά, η αέναη επιθυμία του ανθρώπου να βρει τη στάση ισορροπίας με το άλλο του μισό ή τουλάχιστον κάτι σταθερό και αρραγές σε πείσμα της ρευστότητας και της μοναχικής απελπισίας. Οι ανασφάλειες, ο φόβος της απόρριψης, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η δειλία ή ακόμα και ο πληγωμένος εγωισμός ωθεί τους ανθρώπους να οριοθετούν το χώρο τους για ν’ αναπτύσσουν τις άμυνες τους, σκέψη που η σκηνοθεσία εικονοποιεί με το ξετύλιγμα της κολλητικής ταινίας και τη δημιουργία ορίων. Οι δυο ηθοποιοί χωρίζουν με ευθεία γραμμή όχι μόνο τα σύνορα του χώρου που κινείται κάθε πρόσωπο αλλά και αυτά που ενώνουν τη σκηνή με την πλατεία.
Η κατασκευή του αρχιτέκτονα Γιώργου Σταματάκη λειτουργεί ως συμβολοποιημένο σκηνογράφημα καθώς στη σύνθετη δομή του εναλλάσσονται οι χώροι που εξελίσσεται η δράση. Ένα "multi-έπιπλο" που διαχωρίζει και ενώνει τους χώρους.
Στην παράσταση ακούγονται με τη σειρά που ακολουθούν μελωδίες και τραγούδια των Boris Vian «Fais-moi Johny» και «La Java Martienne», Craig Armstrong «Inhaler», The Everly Brothers «All you have to do is dream», Nick Cave «The Sweetest Embrace» και Ornella Vanoni «Anche se». Οι μουσικές επιλογές παράγουν καλαίσθητη οπτικοακουστική εικόνα σε συνάρτηση με το σκηνικό και τους καίριους φωτισμούς του Κώστα Δρίμτζια που τονίζουν πράγματι πτυχές σημασιών παράγοντας ερεθίσματα, τα οποία διεγείρουν την ομοιοπαθητική λειτουργία μεταξύ θεάματος και θεατή.
Η σκηνοθεσία της Στέλλας Μαρή πειραματίζεται με διάφορα μέσα για να επικοινωνήσει το έργο με το σύγχρονο θεατή. Οι κινηματογραφημένες σκηνές που προβάλλονται σε video wall και ιδίως οι φράσεις σε μορφή υποτίτλων, οι οποίες παραπέμπουν στο βωβό ασπρόμαυρο κινηματογράφο, εκπλήσσουν και εξάπτουν την περιέργεια για τη συνέχεια. Φαίνεται πράγματι ενδιαφέρον ο τρόπος που η σκηνοθεσία έχει αφομοιώσει ετερόκλητα στοιχεία και τα έχει ενσωματώσει σε μια ενιαία και οργανωμένη πρόταση με αυστηρή κινησιολογική έκφραση, συνειρμικές αλληλουχίες και πλήρως αιτιολογημένες επιλογές.
Τίποτε στην παράσταση δε συμβαίνει τυχαία ούτε αποσκοπεί στον εντυπωσιασμό. Ακόμα και η σκηνή στο φουαγιέ (γνώριμη και εύστοχη επιλογή όταν υποστηρίζεται με ακρίβεια), που καταργεί έστω για μερικά λεπτά τον «τέταρτο τοίχο» καθιστώντας σχεδόν αδιάκριτα τα βλέμματα όσων παρακολουθούν τις κουβέντες που ανταλλάσσει το ζευγάρι κατά τη διάρκεια του δείπνου, αποτελεί άλλο έναν τρόπο ώστε τα πρόσωπα να γίνουν οικεία αίροντας τη θεατρική ψευδαίσθηση.
Η Στέλλα Μαρή (Γκιτλ Μόσκα) και ο Δημήτρης Παπαναστασίου (Τζέρρυ Ράϊαν) καλλιεργούν τη σύλληψη της οργανικής ενότητας των χαρακτήρων που ερμηνεύουν δημιουργώντας ένα λειτουργικό υποκριτικό ζεύγος δυνάμεων αντιστικτικής υφής.
Στην πρόταση της Στέλλας Μαρή κυριαρχεί η αισθητική της υπέρβασης του ρεαλιστικού πλαισίου του έργου και η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις «πλασματικές» σιλουέτες-μορφές του βίντεο και στις ανθρώπινες θεατρικές παρουσίες της σκηνής. Δεν ξέρω αν η ομάδα κερδίζει το στοίχημα που βάζει με τον εαυτό της. Σίγουρα όμως η προσέγγιση της όχι μόνο δεν αφήνει αδιάφορους τους θεατές αλλά εύκολα κάνει συνένοχους και τους πιο ανυποψίαστους.

Η παράσταση είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Άκη Δαβή

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Δύο για την τραμπάλα» του Ουίλλιαμ Γκίμπσον
Από την θεατρική ομάδα «Minus Two»
Μετάφραση – σκηνοθεσία : Στέλλα Μαρή
Σκηνογραφία – μουσική επιμέλεια : Γιώργος Σταματάκης
Κοστούμια : Ελένη Παππά
Φωτισμοί : Κώστας Δρίμτζιας
Τους ρόλους ερμηνεύουν η Στέλλα Μαρή και ο Δημήτρης Παπαναστασίου

ΘΕΑΤΡΟ ΡΑΓΕΣ
Κωνσταντινουπόλεως 82, Κεραμεικός, τηλ. 210 34 52 751
Τετάρτη – Πέμπτη 21.00

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

Ανακαλύπτοντας την ηδονή...


Μέλχιορ : Ποιος είστε; Ποιος είστε; Δεν μπορώ να εμπιστευθώ έναν άνθρωπο που δεν τον γνωρίζω
Ο Άντρας με τη μάσκα : Δεν θα με γνωρίσεις αν δεν μ’ εμπιστευθείς

(Φρανκ Βέντεκιντ, «Το Ξύπνημα της άνοιξης»)

Την εποχή του θριάμβου της νατουραλιστικής ποιητικής έγιναν πολλές δραματουργικές απόπειρες που, εμφανώς, άνοιξαν τον δρόμο για τη ζωγραφική, τη βασιζόμενη σε ντοκουμέντα, γεννώντας στην πραγματικότητα μια τέχνη που στιγματίστηκε από τον ψυχολογισμό και την γκροτέσκα αποσύνθεση. Σε αυτή την εποχή, ο Γερμανός δραματουργός και ηθοποιός Φρανκ Βέντεκιντ (Frank Wedekind, 1864 – 1918) πρωτοεμφανίστηκε σε καμπαρέ τραγουδώντας δικά του κομμάτια ενώ αργότερα έπαιζε μαζί με τη νεαρή σύζυγο του, σε έργα που έγραφε ο ίδιος όπως το «Die junge Welt» («Ο νέος κόσμος»).
Σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο εκφραστής του λογοτεχνικού κύκλου του Μονάχου μέσα από πολυάριθμα θεατρικά κείμενα και κυρίως τη δημιουργία ενός μυθικού προσώπου που ενσάρκωσε τον ερωτισμό και τη χαρά της ζωής δίχως κανένα ηθικό φραγμό (τη φιγούρα της Λούλου), θεωρήθηκε οδηγητής της αισθητικής ανανέωσης στο θέατρο. Η ανάλυση της σύγχρονης κοινωνίας απέδειξε στο έργο του Βέντεκιντ ότι οι αυστηρές φόρμες και οι συμβατικές σχέσεις στις οποίες δομείται, κατέπνιγαν τα ζωτικά ένστικτα του ατόμου, νεκρώνοντας τις πιο αυθεντικές εκφράσεις του, ξεκινώντας από τη σεξουαλικότητα που βρισκόταν αντιμέτωπη με την άγρια κοινωνική και θρησκευτική καταστολή.
Το 1891 γράφει το «Fruhlings Erwachen» («Το Ξύπνημα της Άνοιξης»), έργο με στακάτη δομή και έντονο ρεαλισμό που προαναγγέλλει τον εξπρεσιονισμό και το συμβολισμό, ιδιαίτερα μέσα από τις σκηνές στο νεκροταφείο και στην αίθουσα του σχολείου, όπου δύο 14χρονοι εραστές πληρώνουν με τη ζωή τους την ηθική ανεντιμότητα των τυραννικών γονιών τους. Η μυστηριώδης επίσκεψη του άνδρα με τη μάσκα στην τελευταία σκηνή του έργου ρίχνει τα πρώτα θεμέλια για το μελλοντικό θέατρο του Παραλόγου.
Το επαναστατικό, τολμηρό και προκλητικό για την εποχή του δράμα με θέμα τον έρωτα στην εφηβεία απεικονίζει την κατασταλτική εκπαίδευση (μιας συντηρητικής και σοβαροφανούς κοινωνίας) στον σεξουαλικό και σε άλλους τομείς, που οδηγεί τους νεαρούς ήρωες σε μια διατάραξη των ενστίκτων, σε μια απρόσμενη και ανεξέλεγκτη έκρηξη με καταστροφικές συνέπειες για τη ζωή τους. Η αυτοκτονία, η άμβλωση, η παράκρουση και το αναμορφωτήριο παρουσιάζονται μέσα από σκηνές που εκτυλίσσονται με καίριες και γραμμικές διαδοχές, απορρίπτοντας τη σταδιακή και συμπαγή εξέλιξη, ενώ η γλώσσα εκφωνείται σε γκροτέσκους τόνους, τους οποίους απαλύνουν λυρικά αποστάγματα.
Ο κριτικός Paul Fechter παρατηρώντας την ειρωνεία που περικλείει ο τίτλος του έργου επισημαίνει ότι «η άνθηση της νέας φυσικής ορμής, της βλάστησης της άνοιξης, πέρα από όλους τους ηθικούς φραγμούς της κοινωνίας θα μαραθεί γρήγορα και θα σαπίσει μέσα στην αθλιότητα, την ασχήμια και το έγκλημα. Η θυμοσοφία και το ορμέμφυτο του ανθρώπου πνίγεται σε νεκρές έννοιες, σε ψεύτικα ιδανικά και σε σεμνότυφη ηθικότητα».
Το παράδειγμα της δραματουργίας του Βέντεκιντ υπήρξε σημαντικό για την επανάσταση του νατουραλισμού στις φόρμες, στα πλαίσια μιας γραφής που εκδηλώνει καινοτομίες όχι μόνο σε θεματικό επίπεδο, αλλά και σε αισθητικό – δομικό. Η αλληγορική γλώσσα, η αισθητική των γκροτέσκων καταστάσεων και τα πρόσωπα που κινούνται σαν μαριονέτες από τα νήματα των ενστίκτων τους συντέλεσαν στη διαμόρφωση της εξπρεσιονιστικής θεατρικής φόρμας. Ο συγγραφέας φέρνει στο ευρωπαϊκό θέατρο τον κυνισμό, τον αισθησιασμό, το απροσδόκητο, το άλογο στοιχείο, τον ακροβατισμό των γεγονότων και την ταχυδακτυλουργία της εσωτερικής δράσης.
Στο μεταίχμιο των δύο αιώνων, καλλιεργήθηκε ένα καλλιτεχνικό ενδιαφέρον προς την κατεύθυνση των ιδεολογικών κινημάτων που έτειναν στο στυλιζάρισμα και την εξερεύνηση του υποσυνείδητου, ενθαρρυμένο από την επεξεργασία των ψυχαναλυτικών θεωριών του Freud.
Στην Ελλάδα, το έργο ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο το 1971 με τον τίτλο «Το Ξύπνημα της Νιότης». Το 1996, ο Γιώργος Μιχαηλίδης σκηνοθετεί «Το Ξύπνημα της Άνοιξης», σε μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη, στο Ανοιχτό Θέατρο, παράσταση που προκάλεσε γόνιμο διάλογο για την οπτική της γωνία και τις αισθητικές της επιλογές, όπως η χρήση της μάσκας στη σκηνή της συνδιάσκεψης των καθηγητών.

Η παράσταση
Ο θεατής με την είσοδό του στον ευρύ σκηνικό χώρο που παραπέμπει σε σχολική αίθουσα, αντικρίζει καρέκλες και έδρανα πάνω στα οποία έχουν τοποθετηθεί υπεράριθμα βιβλία σε αυστηρή παράταξη. Με μια ευφυής χορογραφία, η τάξη μετατρέπεται αιφνιδίως και με νευρώδη ρυθμό σε αταξία καθώς οι διευθετημένες στοίβες των βιβλίων εκτινάζονται και σκορπίζονται βίαια με όλες τις σημαίνουσες κινήσεις μιας θεατρικής αναρχίας. Οι «εγγράμματοι» μαυροπίνακες, γνωστοί και από παλαιότερες παραστάσεις, «δημιουργούνται» από τους ηθοποιούς με το θεατρικό θόρυβο της κιμωλίας στίζοντας την παράσταση πριν την εκρηκτική εναρκτήρια κίνηση.
Ο Νίκος Μαστοράκης αδίκησε τη συνολικά καλοστημένη παράσταση του με τις επαναλήψεις του ευρήματος της μαριονέτας, ιδιαιτέρως στη σκηνή της διακωμώδησης της νεκρώσιμης ακολουθίας αλλά και του εδραίου κατηγορητηρίου των καθηγητών που όχι μόνο δε σάρκασε την κοινωνική καταπίεση αλλά και την αλλοίωσε δεόντως. Στην ίδια προοπτική, οι γονικές «κούκλες», με άψογη σημαίνουσα κίνηση και ιδιάζουσα εκφορά λόγου, έδωσαν το στίγμα της παράστασης που κινήθηκε με εξπρεσιονιστικά χαρακτηριστικά για να περάσει σε ένα συμβατικό ρεαλισμό και να εκτονωθεί αδέξια με εντελώς περιγραφικές διατυπώσεις.
Ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος (Μόριτς Στήφελ) χωρίς διακυμάνσεις επέμεινε σε μια πειστική πραγματεία του ρόλου του που παρόλα αυτά δε συγκίνησε στην καταληκτική σκηνή, την οποία ούτως ή άλλως χειρίστηκε αδέξια ο σκηνοθέτης. Ο κύριος Αλειφερόπουλος, πάντως, μετέτρεψε την ανωριμότητά του σε υποκριτική αρετή και έδειξε ότι μπορεί ν’ αναμετρηθεί με απαιτητικούς ρόλους.
Ο Όμηρος Πουλάκης (Όττο) διαθέτει το προσόν ν’ αρθρώνει συγκεχυμένα και το αξιοποιεί ευεργετικά αν σκεφτεί κανείς ότι ενσαρκώνει έναν έφηβο. Η ερμηνεία του με ανιαρή αφετηρία, έχω την αίσθηση, ότι στάθηκε στην ανολοκλήρωτη δοκιμή. Ωστόσο, στη δύσκολη σκηνή του αυνανισμού, ο ηθοποιός κινείται με φυσικότητα διατηρώντας ένα αξιοπρόσεκτο μέτρο, στο οποίο προσθέτει μια αισθαντική αμηχανία.
Η Ιωάννα Παππά υποδύθηκε με ευκρινείς όρους το χαρακτήρα της Βέντλας, που έπεσε θύμα του στυγερού «ξυπνήματος» της άνοιξης. Εύγλωττες στη σημειολογία τους οι φονικές «κούκλες» της Αγγελικής Καρυστινού (Κυρία Μπέργκμαν), της Γαλήνης Χατζηπασχάλη (Κυρία Γκάμπορ), της Αννίτας Κούλη (Κυρία Σμιτ, μαμή) όπως και η φιγούρα του γιατρού από τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη (Μυγοσκοτώστρας, Δόκτωρ Μπράουζεπουλφερ, Κύριος Στήφελ).
Πειστικό με σαφείς υποκριτικές υπομνήσεις το δίδυμο Θάνος Τοκάκης (Ερνστ) και Μιχάλης Φωτόπουλος (Χένσχεν Ρίλοφ). Η Νατάσα Ζάγκα (Ίνα Μύλλερ, Τέα), ο Δημήτρης Καρτόκης (Ντήτχελμ, Καθηγητής Ψωμόλυσσας), ο Δημήτρης Κουτροβιδέας (Καθηγητής Βούρδουλας, Κύριος Γκάμπορ, Ο Άντρας με τη Μάσκα), η πληθωρική και ναζιάρα Άλκηστις Πουλοπούλου (Ίλζε), ο Μίλτος Σωτηριάδης (Χέλμουτ, Καθηγητής Κάμινος) και ο Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος (Καθηγητής Παπατρέχας, Ρούπρεχτ) ανταποκρίθηκαν με άνεση στους ρόλους τους.
Η μουσική λειτούργησε διαλυτικά με την ένταση σε συγκεκριμένα σημεία της παράστασης ενώ οι φωτισμοί ανέδειξαν το ζοφερό κατά τα άλλα ξύπνημα της εφηβείας και το μεταφυσικό περιβάλλον που φιλοδοξούσε να διαμορφώσει η σκηνοθεσία.
Τα κοστούμια με τις επιλογές τους, κάνουν διακριτές τις δυο ερμητικά κλειστές ομάδες που αντιπαρατίθενται μέσα στο έργο, τον κόσμο των ενηλίκων και αυτόν των εφήβων. Δύο κόσμοι απομονωμένοι, χωρίς ουσιαστική επικοινωνία, χωρισμένοι από ένα αγεφύρωτο χάσμα στις αντιλήψεις, τις ιδέες, τις αξίες και τη νοοτροπία.
Σε γενικές γραμμές, μια άρτια παράσταση, δουλεμένη στη λεπτομέρεια, σε εικαστικό επίπεδο, με αντιφατικές συστοιχίες, με εμφανείς τάσεις εντυπωσιασμού αλλά με αναμφισβήτητη ποιητική ατμόσφαιρα.
Στο πρόγραμμα της παράστασης περιλαμβάνονται εμπεριστατωμένες μελέτες γύρω από ένα πυκνό κείμενο που επιτρέπει πολλαπλές αναγνώσεις και αφήνει περιθώρια στο σκηνοθέτη να φωτίσει τη δική του οπτική γωνία καθώς κοινός αισθητικός παρανομαστής των σκηνών του δεν είναι η αποκάλυψη και η απόδοση μιας αντικειμενικής πραγματικότητας, αλλά η πρισματικότητα και πολλαπλότητα των προσεγγίσεων της κεντρικής υπόθεσης.
Το παρόν κείμενο αφιερώνεται στη μνήμη του ταλαντούχου ηθοποιού Κωνσταντίνου Παπαχρόνη που στην παράσταση ενσάρκωνε το χαρακτήρα του Μέλχιορ. Η είδηση της αιφνίδιας και τραγικής του απώλειας συνέπεσε με τη σύνταξη αυτών των γραμμών. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο νεαρός καλλιτέχνης, στη σύντομη διαδρομή του στο θεατρικό σανίδι αναμετρήθηκε με επιτυχία σε κωμικούς αλλά και δραματικούς ρόλους.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το Ξύπνημα της άνοιξης» του Φρανκ Βέντεκιντ
Από το Εθνικό Θέατρο
Μετάφραση : Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία – Μουσική επιμέλεια : Νίκος Μαστοράκης
Σκηνικά – Κοστούμια : Εύα Μανιδάκη
Φωτισμοί : Τάσος Παλαιορούτας
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Νατάσα Ζάγκα, Δημήτρης Καρτόκης, Αγγελική Καρυστινού, Αννίτα Κούλη, Δημήτρης Κουτροβιδέας, Ιωάννα Παππά, Κωνσταντίνος Παπαχρόνης, Όμηρος Πουλάκης, Άλκηστις Πουλοπούλου, Μίλτος Σωτηριάδης, Θάνος Τοκάκης, Μιχάλης Φωτόπουλος, Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος και Γαλήνη Χατζηπασχάλη

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ-ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ
Ευμολπιδών 41, Γκάζι, τηλ. 210 34 55 020
Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 20.30, Κυριακή 19.00