Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

«Μάκβεθ» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ από την Εταιρεία Θεάτρου «Συν-Επί» στο «Από Μηχανής Θέατρο»

      Ο «Μάκβεθ» του Σαίξπηρ είναι μια τραγωδία που υπερβαίνει κάθε μέτρο στην αναζήτηση της εξουσίας. Είναι ένας ακόλαστος αλαζονικός οίστρος, μια νοσηρή ένδοση στην επικράτηση της αρχής. Ο Μάκβεθ είναι ίσως ο μόνος άρχων που ιδεάζεται τους αντιπάλους του, που τους διώκει ή τους επινοεί πριν εκείνοι τον εννοήσουν. Διώκει εχθρούς που δεν έχουν προλάβει να τον εχθρευτούν. Δολοφονεί τον αθώο βασιλιά Ντάνκαν και εφεξής ο φόνος κάθε πιθανού αντιπάλου (όλοι είναι σχεδόν απίθανοι) καθίσταται έμμονη ιδέα. Ο βασιλιάς διώκει όλους τους αξιωματικούς του, ενώ ο ίδιος διώκεται, απειλείται, τρομοκρατείται από την ιδέα της εξόντωσής τους.
    Ο Σαίξπηρ ταυτοχρόνως εμφανίζει το αναπόφευκτο, το πεπρωμένο, με τη μορφή των τριών μαγισσών, οι οποίες κατοπτρίζουν τον ενδοφλέβιο δαίμονα που κυκλοφορεί στο αίμα του Μάκβεθ και τιτανώνει το έγκλημα. Οι τρεις μάγισσες είναι ο εγκληματικός αλτρουισμός του ενστίκτου, μια αιμοδίαιτη παρόρμηση για την κατοχή του σφετέρου, την εξόντωση του άλλου. Οι μάγισσες δεν συμβουλεύουν, προειδοποιούν, αλλά ούτε καν αυτό, είναι η ίδια η σκέψη, το αμιγές κράτος της εξουσίας που τις επινοεί, η νόσος του ρήματος «βασιλεύω». 
      Στην παράσταση του Θάνου Παπακωνσταντίνου, το έργο έχει περιέλθει σε εμμονή διαλόγου ανάμεσα στον Μάκβεθ (Άκις Βλουτής) και τη Λαίδη του (Κωνσταντίνα Τάκαλου). Ισχνή αποψίλωση του κειμένου και έμφαση στη δημιουργία εικόνων που αντιπαραβάλουν το λόγο με τη σιωπή, το φως με το σκοτάδι, τη δήλωση με την υπόνοια. Η απανωτή όμως προβολή διαδοχικών στιγμιότυπων οδηγεί σε συσσώρευση οπτικών πληροφοριών και σε ένα στιλιζάρισμα που δεν αργεί να υπονομεύσει την πρόθεση. Η προσοχή του θεατή στρέφεται στο εύρημα και δεν προβιβάζεται εν τέλει το μήνυμα του λόγου. Αυτό που μπορεί κανείς ν’ αναγνωρίσει στον σκηνοθέτη που παρέσυρε οκτώ ηθοποιούς σε μια πλεονεξία του σκηνικού χρόνου, είναι μια αλυσίδα σημείων τα οποία παραπέμπουν σε εωσφορικές τελετές και στον ιρατιοναλισμό των ημερών μας. Πιο καθαρό σημείο στην πάσχουσα σημειολογία είναι η περιέλιξη του δάσους του Μπέρναν που πνίγει τον Μάκβεθ. Το ηχητικό περιβάλλον του Αντώνη Μόρα και οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα ενδυναμώνουν την αίσθηση της απειλής και του εφιάλτη. Τα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού και ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε ο σκηνοθέτης σε εικαστική επιμέλεια Νίκου Αναγνωστόπουλου, υπογραμμίζουν το ψεύτικο της θεατρικής σύμβασης κατά την οποία τα πρόσωπα βιώνουν την πεπρωμένη διαδικασία αναλώσεώς τους. Τη διανομή συμπληρώνουν οι Βασίλης Βηλαράς, Ελεάνα Γεωργιάδου, Κατερίνα Μηλιώτη, Ελένη Μολέσκη, Μάριος Παναγιώτου και Γιώργος Φλωράτος. Ίσως με μια προχωρημένη τεχνική, η εξαιρετική μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά και η συναφής διασκευή θα είχε κάποιο διαφορετικό αποτέλεσμα.