Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

«Linda» της Πενέλοπε Σκίνερ από την Ομάδα ΝΑΜΑ στο Θέατρο Επί Κολωνώ

 


     Η «Linda» (2015) της Πενέλοπε Σκίνερ δεν παρουσιάζει απλώς την ιστορία κάποιας γυναίκας από την άνοδο στην πτώση. Ο μικρόκοσμος της Βρετανίδας δραματουργού ανάγεται σε ασφυκτική βιοπολιτική αρένα: ένας χώρος δηλαδή όπου η εξουσία δεν ελέγχει μόνο την εργασία, αλλά ρυθμίζει την κοινωνική αξία του ατόμου με βάση τις βιολογικές του παραμέτρους, όπως η ηλικία και η εμφάνιση. Η Σκίνερ οικοδομεί μία παραβολή για την αντικειμενοποίηση της γυναίκας: η Linda, ως επιτυχημένο στέλεχος μάρκετινγκ στον χώρο της ομορφιάς, συνειδητοποιεί πως το σύστημα που η ίδια συντηρούσε την αποβάλλει βίαια μόλις η εικόνα της πάψει να ταυτίζεται με τα πρότυπα της νεότητας. Η πλοκή αναδεικνύει τη σύγκρουση που γεννά ο νεοφιλελεύθερος φεμινισμός και ο άγριος ενδοφυλετικός κανιβαλισμός.

     Η πρωταγωνίστρια ενσαρκώνει το πρότυπο της καταξιωμένης γυναίκας που, υιοθετώντας άκριτα τη λογική της αγοράς, μετατρέπει τη χειραφέτηση σε κερδοφόρο προϊόν. Η αλαζονεία πηγάζει από την αυταπάτη ότι η ατομική της ισχύς αποτελεί θωράκιση απέναντι στη φθορά. Ωστόσο, αυτή η προσκόλληση στην εταιρική ιεραρχία τροφοδοτεί έναν αδυσώπητο ανταγωνισμό. Η εμφάνιση της αδίστακτης νεότερης αντίζηλης είναι μια μεθοδευμένη «επίθεση». Η καινούργια γενιά «εκτοπίζει» την προηγούμενη για να κυριαρχήσει. Θύμα ή θύτης, η πτώση της Linda αποκαλύπτει τη ματαιότητα της «ατομικής ευθύνης». Παρά τη σκληρή της προσπάθεια, συνθλίβεται από τις ηλικιακές διακρίσεις και τους αμείλικτους κανόνες του καπιταλιστικού συστήματος. Η συγγραφέας περιπλέκει με δεξιοτεχνία την επαγγελματική με την οικογενειακή απαξίωση, δείχνοντας πως η ηρωίδα αποτυγχάνει να συνδεθεί σε βάθος με τις δύο της κόρες Άλις και Μπρίτζετ. Ολόκληρο το έργο τροφοδοτεί, κατά τη γνώμη μου, την ακόλουθη πικρή διαπίστωση: όταν η γυναικεία αλληλεγγύη θυσιάζεται στον βωμό του κέρδους, το σύστημα καταβροχθίζει νομοτελειακά τα ίδια του τα μέλη.

     Η Σκίνερ διαπραγματεύεται, μεταξύ άλλων θεμάτων, την εκδικητική πορνογραφία, η οποία επηρεάζει καταλυτικά όλα τα πρόσωπα σαν τοξικός καθρέφτης που αναδεικνύει το βαθύ χάσμα και την αμοιβαία αδυναμία κατανόησης. Η Άλις, βαθιά τραυματισμένη από διαδικτυακό διασυρμό στην εφηβική ηλικία, φοράει μόνιμα μία στολή κουναβιού προσπαθώντας να κρυφτεί από το επικριτικό βλέμμα των άλλων. Η σχέση μητέρας-κόρης δηλητηριάζεται από ένα μείγμα ενοχής και προβολής: η μητέρα, εγκλωβισμένη στην εικόνα της τέλειας και δυναμικής γυναίκας, αδυνατεί να διαχειριστεί το τραύμα της κόρης, αντιμετωπίζοντας την κατάθλιψη της Άλις περισσότερο ως προσωπική αποτυχία παρά ως επείγουσα έκκληση για υποστήριξη. Η κόρη βλέπει στη μητέρα της την ενσάρκωση των κοινωνικών προτύπων που την «πρόδωσαν» και οι δύο γυναίκες οδηγούνται σε συναισθηματική αποξένωση. Το τελικό πλήγμα έρχεται όταν η μητέρα πέφτει θύμα αντίστοιχης ψηφιακής διαπόμπευσης. Τότε μόνο κατανοεί απόλυτα την θέση του θύματος και διαλύεται πλήρως η ψευδαίσθηση ότι η επαγγελματική υπεροχή προσφέρει ασυλία απέναντι στην έμφυλη σπίλωση.




     Η μετάφραση του Γιώργου Χατζηνικολάου καταφέρνει να συλλάβει τον νευρώδη ρυθμό του κειμένου αποδίδοντας με ευθύβολες γλωσσικές επιλογές τη βία και τον κυνισμό που διέπει τις σχέσεις στον σύγχρονο σκληρό εργασιακό κόσμο. Η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη, πιστή στη μέθοδο της ρεαλιστικής ενδοσκόπησης, αναδεικνύει τη διττή φύση του έργου: τη σύγκρουση ανάμεσα στη λαμπερή ψηφιακή βιτρίνα της επιτυχίας και τη σκοτεινή, ωμή πραγματικότητα, καθιστώντας την ιστορία οικεία και επώδυνα επίκαιρη.

     Ο σκηνικός χώρος που διαμορφώνει ο Γιώργος Χατζηνικολάου, πυκνωτής ρεαλισμού και συμβολισμού, συστεγάζει λειτουργικά γραφείο και σπίτι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα σκαλοπάτια που απεικονίζουν την εργασιακή ιεραρχία και την αγωνιώδη ανάβαση προς την κορυφή. Τα καλαίσθητα κοστούμια της Μαρίας Αναματερού υποδηλώνουν τη λαμπερή εικόνα της επιτυχίας σε αντιδιαστολή με τον προσωπικό ψυχικό μαρασμό. Οι καίριες εναλλαγές των φωτισμών του Αντώνη Παναγιωτόπουλου εντείνουν την αίσθηση του αποστειρωμένου, εταιρικού περιβάλλοντος και υπογραμμίζουν τις συναισθηματικές αποχρώσεις των προσώπων. Ο ηλεκτρικός παλμός της μουσικής του Αντώνη Παπακωνσταντίνου δημιουργεί αντίστιξη ανάμεσα στον σκληρό ρεαλισμό των διαλόγων και την εσωτερική άβυσσο των χαρακτήρων.

     Η Μυρτώ Αλικάκη ενσαρκώνει εξελικτικά τις πτυχές της προσωπικότητας της Linda με μία ηλεκτρισμένη νηνεμία που αποδίδει ευκρινώς την πίεση ανάμεσα στις προσδοκίες των άλλων και την προσωπική της αλήθεια. Ως Νηλ, ο Μιχάλης Μαρκάτης αποδίδει ευθύβολα την ενοχική καλοσύνη και την αδράνεια του συζύγου που, μέσα στη δική του εύθραυστη αναζήτηση ταυτότητας, αδυνατεί να αναχαιτίσει τη συντριβή της γυναίκας του.




     Στον ρόλο της Έιμυ, η Ηρώ Πεκτέση υπογραμμίζει την υποκριτική ευγένεια, όπου το χαμόγελο λειτουργεί ως προκάλυμμα απόλυτου ελέγχου. Η γοητευτική ηθοποιός κινείται με αφοπλιστική σιγουριά για να καταδείξει το γεγονός πως το σύστημα επιβραβεύει την αποτελεσματικότητα εις βάρος της εμπειρίας. Με σωματικότητα η οποία ισορροπεί ανάμεσα στην άμυνα και την παραίτηση, η Χριστίνα Μαριάνου (Άλις) εκπέμπει συναισθηματική ένταση που διαπερνά κάθε προστατευτικό προσωπείο. Εφηβικός χείμαρρος η Μπρίτζετ της Μαριέλας Δουμπού!

     Ο Γιώργος Σαββίδης ερμηνεύει με απολαυστικό κυνισμό τον Λουκ, ο οποίος οχυρώνεται πίσω από τη ναρκισσιστική του φύση, τα ψευτοπνευματικά του «παραμύθια» και την επιτηδευμένη γοητεία του που αποπροσανατολίζει και χειραγωγεί τους γύρω του. Τέλος, ο Άλκης Κούρκουλος (Ντέιβ), μέσα από την ψηφιακή του παρουσία, εμφανίζεται ως απρόσωπος δήμιος – ηχηρό σύμβολο της σύγχρονης εργασιακής αποξένωσης, στον αστερισμό της κουλτούρας του cancel, επικυρώνοντας με το πάτημα ενός κουμπιού τη διαγραφή της Linda από έναν κόσμο που δεν συγχωρεί τη φθορά…




Δεν υπάρχουν σχόλια: