Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

«Dr. Jekyll & Mr. Hyde» του Robert Louis Stevenson στη Μικρή Σκηνή του Θεάτρου «Αργώ»


      

      Η γνώση ότι το υποκείμενο είναι διασπασμένο και από ηθική άποψη αμφιλεγόμενο σφραγίζει την πεζογραφία πολλών από τους μείζονες συγγραφείς της μοντερνιστικής περιόδου, από τον Τζόζεφ Κόνραντ μέχρι τον Φραντς Κάφκα, τον Λουίτζι Πιραντέλλο και τον Ρόμπερτ Μούζιλ. Ως θέμα εμφανίζεται αρκετά νωρίς, ήδη από το 1886, στο δημοφιλές μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, Δρ Τζέκυλ και κος Χάυντ (The Strange Case of Dr Jekyll and Mr Hyde). Το μοτίβο της διχασμένης προσωπικότητας ήταν οικείο στους συγγραφείς του γερμανικού ρομαντικού Märchen, όπως ο Τηκ και ο Χόφμαν, οι οποίοι είχαν χρησιμοποιήσει το τέχνασμα του Doppelgänger (σωσία) για να δώσουν συγκεκριμένη μορφή στη διπλή προσωπικότητα από την οποία έπασχαν συχνά οι ήρωές τους. Ο Στήβενσον διατηρεί το τέχνασμα αυτό, διαθλώντας το μέσα από τον λόγο του ιατρικού πειραματισμού, που είναι ο πιο σύγχρονος και απείρως πιο δυσοίωνος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μέσα από τη διχασμένη προσωπικότητα δεν απελευθερώνεται πλέον η δημιουργική ορμή που έχει το χάρισμα να μεταποιεί την κοινοτοπία σε έναν κόσμο φαντασίας, αλλά η αρπακτικότητα, η ωμότητα και ο φόνος.
      Η ιστορία του Στήβενσον είναι παραινετική και απευθύνεται τόσο σε όσους βλέπουν αισιόδοξα ένα επιστημονικά κατασκευασμένο μέλλον, όσο και στους αισθητές του fin de siècle. Ο πόθος των τελευταίων για όλο και περισσότερες καινούργιες απολαύσεις και για μια ηδονική ζωή απαλλαγμένη από τον έλεγχο της συνείδησης και των ηθών κορυφώνεται εδώ, όχι στον εκλεπτυσμό της προσωπικότητας ή στην καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά σε ένα παραλήρημα, «στην ψυχρή ηδονή του τρόμου» που δοκιμάζει ο Χάυντ καθώς παραμονεύει στους δρόμους του Λονδίνου μεταμορφωμένος σε τέρας.
      Ο Πάρης Μαντόπουλος στηριζόμενος στη μετάφραση της Ιφιγένειας Ντούμη, προτείνει τη δική του θεατρική διασκευή της νουβέλας προκρίνοντας ένα μετριασμένο γκροτέσκο που οδηγείται βαθμηδόν στο μακάβριο χωρίς να καταφεύγει στην ευκολία της αιματοχυσίας. Η σκηνοθεσία του Πάρη Μαντόπουλου προβάλλει τη δράση και τον λόγο αρμονικά δεμένα σε μια εύρυθμη παράσταση που στηρίζεται στη λιτότητα και τη συμβολική έκφραση. Άλλωστε, το σκηνικό με τους τέσσερις κρεμάμενους καθρέφτες λειτουργεί υπαινικτικά προσδίδοντας εκστατικές παραμέτρους. Η μουσική υπόκρουση ενισχύει το απειλητικό κλίμα της φρίκης και οι ερεβώδεις φωτισμοί στιγματίζουν το αδιέξοδο του εφιαλτικού χώρου εντός του οποίου κινούνται τα πρόσωπα. Ο δισυπόστατος ρόλος Jekyll/Hide αποδίδεται από τρεις (και σε ορισμένες στιγμές από πέντε) ηθοποιούς για να τονιστεί η συγκρουσιακή υπόσταση και εσωτερική διαμάχη καλού/κακού που απ’ ό,τι φαίνεται δεν περιορίζεται σε δύο όψεις!
      Οι ηθοποιοί Νικήτας Αναστόπουλος, Ελένη Ζουρελίδου, Ολίνα Μανωλοπούλου, Σάββας Σωτηρόπουλος και Νίκος Τσιμάρας εναλλάσσονται σε ρόλους συνθέτοντας χαρακτηριστικές φιγούρες, σε μια παράσταση που στηρίζεται στη δυναμική της ομαδικότητας.     

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

«Πουλιά στον αέρα» του Georges Feydeau στο Θέατρο «Αλίκη»


     
       Στο επίκεντρο της αριστοτεχνικής δομής κωμωδίας του Γάλλου συγγραφέα Georges Feydeau, «Πουλιά στον αέρα» (ευθύβολη και υπαινικτικά παιγνιώδης η απόδοση του πρωτότυπου τίτλου «Le Dindon») βρίσκονται η απαίτηση για συζυγική πίστη, η ανίχνευση της «γλυκιάς» αμαρτίας της μοιχείας και η παραδειγματική τιμωρία της «με το ίδιο νόμισμα». Σύζυγοι, εραστές και ερωμένες περιπλέκονται ανώδυνα, θα λέγαμε, καθώς η τάξη αποκαθίσταται στο τέλος, σ’ έναν κυκεώνα παρεξηγήσεων και συμπτώσεων που στοχεύουν, κατά κύριο λόγο, στην παραγωγή γέλιου του κοινού, το οποίο έρχεται να διασκεδάσει με τα πάθη και τα παθήματα των ηρώων.

      Ο Νίκος Μαστοράκης προτείνει ένα θέαμα που ακολουθεί με ακρίβεια και αναδεικνύει το ύφος του κωμικού λόγου τον οποίο προσαρμόζει σε σύγχρονα γλωσσικά συμφραζόμενα χωρίς ωστόσο να τον εγκλωβίζει παραπέμποντας στην τρέχουσα εγχώρια πραγματικότητα. Το κοινό ξεκαρδίζεται στα γέλια, πιάνοντας στον αέρα όπως λέμε, τα παντός είδους λεκτικά και παραλεκτικά υπονοούμενα. Τα σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη και τα κοστούμια της Κατερίνας Παπανικολάου εξυπηρετούν τις ανάγκες της εικονογράφησης της δράσης χωρίς περιττές λεπτομέρειες ή εξονυχιστικούς σχολιασμούς. Την ίδια λιτή αλλά επιτελική «τακτική» ακολουθούν οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου. Οι χορογραφίες του Φωκά Ευαγγελινού ενδυναμώνουν, κατά τη γνώμη μας, το κεφάτο κλίμα που χαρακτηρίζει τις ερμηνείες των ηθοποιών οι οποίοι χειρίζονται ευεργετικά το υπέρμετρο.
      Η Βίκυ Σταυροπούλου υποδύεται με μπρίο και παθιασμένη διάθεση τη Λουσιέν κινούμενη στη γνώριμη υποκριτική της υφολογία και το πληθωρικό της ταμπεραμέντο. Ο Γιώργος Χρανιώτης αποκαλύπτει τις προθέσεις του Ποντανιάκ μέσα από καίριους εκφραστικούς χειρισμούς που λειτουργούν υπαινικτικά. Ως Βατλέν, ο  Χρήστος Χατζηπαναγιώτης επιστρατεύει τη σκηνική του ευστροφία με ευρηματικότητα, αρμονία και μέτρο. Ο Ιωάννης Παπαζήσης υπογραμμίζει το σεξαπίλ του εραστή Ρεντιγιόν ακολουθώντας εξωτερικές εκδηλώσεις του ρόλου, σημεία δηλαδή που δηλώνουν τον προσανατολισμό του προσώπου, όπως η επίδειξη του καλογυμνασμένου σώματος. Η κυρία Ποντανιάκ της Μαριλούς Κατσαφάδου κατορθώνει να αφήσει το στίγμα της με τις χαρακτηριστικές συσπάσεις του προσώπου της. Ως Σβετλάνα, η Θεοδώρα Τζήμου πλάθει μια ολοκληρωμένη κωμική φιγούρα διογκώνοντας τα γνωρίσματα του ρόλου της μέσα από μια ελεγχόμενη υπερβολή. Ο Δημήτρης Λιόλιος φανερώνει σταδιακά και με μελετημένες κινήσεις τον χαρακτήρα του Σολντινιάκ ενισχύοντας έτσι το στοιχείο της έκπληξης για τη μεταστροφή της συμπεριφοράς του. Η Κωνσταντία Χριστοφορίδου απογειώνει το μπουρλέσκο και το ξέφρενο κωμικό κλίμα του έργου παίζοντας ασυγκράτητα και με αισθαντική θηλυκότητα την Αρμαντίν, τον φλογερό πειρασμό των ανδρών. Από τα «δίχτυα» της ηρωίδας δεν ξεφεύγει ούτε ο έφηβος καμαριέρης Βικτόρ, τον οποίο υποδύεται ο νεαρός ταλαντούχος ηθοποιός Γιάννης Ρούσσος. Ο Πενσάρ του Νίκου Αρβανίτη και η κυρία Πενσάρ της Μαρίας Κωνσταντάκη υιοθετούν ένα κάποιο «γκροτέσκο» στο παίξιμο καθορίζοντας τη συνολική αισθητική της ατμόσφαιρας των διαπλοκών των ρόλων στη δεύτερη πράξη που διαδραματίζεται στο ξενοδοχείο Amour. Ως Ζοζεφίνα, η Χριστίνα Τσάφου δημιουργεί μια τρυφερή περσόνα παραμάνας που συστεγάζει την εξωστρεφή και κωμική έκφραση με τη συγκινητική αλλά και στοχαστική διάθεση.    

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

«Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», μια παράσταση βασισμένη σε ένα θέμα του Λουίτζι Πιραντέλλο, στο Εθνικό Θέατρο


    
Ο Δημήτρης Μαυρίκιος με το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» κάνει μια παράσταση «πιραντελλικότερη» του Πιραντέλλο, την οποία απογειώνει η υψηλής αισθητικής θεαματικότητα! Πιστεύω ότι και ο ίδιος ο Ιταλός συγγραφέας θα ενέκρινε και θα διασκέδαζε αφάνταστα με την παιγνιώδη διάθεση του Έλληνα σκηνοθέτη να παρουσιάσει μια άκρως αυτοαναφορική εκδοχή του έργου που σχολιάζει τεχνηέντως τον εκτιθέμενο κόσμο της σκηνής και τον αθέατο κόσμο του παρασκηνίου. Άλλωστε, ό,τι εκτίθεται στη σκηνή δεν μπορεί παρά να είναι επίπλαστο, μία εσκεμμένη πράξη που τροφοδοτείται από το «αληθινό» αλλά προκρίνει το «ψεύτικο» μέσα από υφολογικές επιλογές που διαμορφώνουν την εκάστοτε αισθητική. Τίποτα δεν είναι τυχαία και χωρίς λόγο τοποθετημένο στο σανίδι, τα πάντα είναι προγραμματισμένα στην εντέλεια αλλά μοιάζουν να «γεννιούνται» τη στιγμή που πραγματοποιείται η παράσταση, ακόμη και όταν ο ηθοποιός υποδύεται τον εαυτό του ως ρόλο. Το «παιχνίδι» είναι πάντα «στημένο» ακόμη κι όταν προφασιζόμαστε ότι «απόψε θα αυτοσχεδιάσουμε». Πιστός στο πνεύμα αλλά όχι στο «γράμμα» του κειμένου, ο θίασος του Μαυρίκιου «αυτοσχεδιάζει» και μας προτείνει ένα παζλ εικόνων και σκηνών που συνταιριάζουν κομμάτια «αταίριαστα» δημιουργώντας μια νέα σκηνική «παρτιτούρα». Το «καινούργιο κείμενο» είναι ξεκάθαρα προϊόν κοινής επεξεργασίας σκηνοθέτη και ηθοποιών. Πρόκειται για ένα πλούσιο βιωματικό υλικό (στοιχεία προσωπικότητας, σκέψεις, αληθινοί διάλογοι, στιγμές πρόβας κ.ά.) που παίρνει οριστική μορφή και παγιώνεται ως «τελικό κείμενο παράστασης». Χάρη στο στυλιζάρισμα που προβάλλεται ως δεσπόζουσα αισθητική της σκηνοθεσίας, ο θεατής βλέπει ό,τι ο ίδιος θέλει να δει, να αισθανθεί και να καταγράψει ως αλήθεια στη συνείδησή του. Η ερμηνεία των τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι, που έχουν προσαρμοστεί για τις ανάγκες της παράστασης από τον Νίκο Κυπουργό, δημιουργούν, πέρα από τη νοσταλγική διάθεση, νέες «αναγνώσεις» των σκηνικών «συμφραζομένων» με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον «Ταχυδρόμο» του Νίκου Καραθάνου σε προβολή βίντεο. Η κινηματογραφική ματιά του σκηνοθέτη και η χρήση του μαυρόασπρου φιλμ εξυπηρετούν το στυλιζάρισμα το οποίο εστιάζει στη λεπτομέρεια της έκφρασης του ανθρώπινου προσώπου απαλλάσσοντάς το από «περιττές πληροφορίες». Τα σκηνικά του Δημήτρη Πολυχρονιάδη (υλικό από παλαιότερες παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου), τα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού, το ηχητικό σύμπαν που ενορχηστρώνει ο Στάθης Σκουρόπουλος, οι χορογραφίες της Βάλιας Παπαχρήστου και οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου «μυρίζουν», θα λέγαμε, θέατρο προβάλλοντας επιδεικτικά τους μηχανισμούς προετοιμασίας της παράστασης και τον τρόπο παραγωγής της ψευδαίσθησης. Οι ερμηνείες των ηθοποιών υπογραμμίζουν το επιτηδευμένο παίξιμο καθιστώντας σαφές ότι κανείς δεν «αυτοσχεδιάζει» ακόμη κι όταν υποδύεται τον ίδιο του τον εαυτό. Έτσι, ο ίδιος ο Δημήτρης Μαυρίκιος υποδύεται τον σκηνοθέτη Δημήτρη Μαυρίκιο που σκηνοθετεί τον θίασό του συνομιλώντας «πραγματικά» σε συνθήκες πρόβας. Ο Γιάννης Βογιατζής δημιουργεί με τη συνολική παρουσία του ένα σώμα – σήμα που αποτυπώνει τη ζωντάνια και το πάθος του παλαίμαχου ηθοποιού που συνεχίζει, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, να υπηρετεί με προσήλωση την τέχνη της υποκριτικής, τέχνη του ρευστού, του εφήμερου και του φευγαλέου. Αυτές τις τρεις ιδιότητες «εξορκίζει» με την ερμηνεία της η Λυδία Φωτοπούλου, προβάλλοντας τον μηχανισμό της ανάμνησης ως όπλο κατά της λήθης. Η Ράνια Οικονομίδου υπερασπίζεται το «αφήγημα» του ηθοποιού που συνομιλεί και διεκδικεί ίσους όρους με τον σκηνοθέτη – «εξουσιαστή» της σκηνής. Η Γιούλικα Σκαφιδά σημειώνει το «εύθραυστο» της θεατρικής φιγούρας στο διάκενο ανάμεσα στο πρόσωπο και το προσωπείο. Ο Αλέξανδρος Βάρθης χειρίζεται ευεργετικά το «υπέρμετρο» για να αποδώσει τον υπερβάλλοντα ζήλο του υποκριτή που θέλει να δείξει το πάθος. Το στοιχείο της παρενδυσίας και της σκηνικής μεταμόρφωσης «επισημαίνει» ο Στέφανος Παπατρέχας. Ευέλικτους χειρισμούς που διακρίνουν το έμψυχο από το άυλο υλικό ακολουθούν η Μαρία Βαρδάκα, η Λιλή Νταλανίκα, η Εύα Οικονόμου-Βαμβακά, ο Κωνσταντίνος Αρνόκουρος, ο Δημήτρης Κακαβούλας, ο Γιάννης Αρτεμισιάδης, ο Μιχάλης Αρτεμισιάδης, ο Γιώργος Μπένος και ο Νεκτάριος Φαρμάκης, ενδυναμώνοντας την περιβόητη φόρμα του «θεάτρου εν θεάτρω» σε ένα ξέφρενο και ιλιγγιώδες παιχνίδι ρόλων και «επιπέδων» ενώπιον του ετερόκλητου κοινού του Εθνικού μας Θεάτρου.    


* Ο Νεκτάριος – Γεώργιος Κωνσταντινίδης είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών, κριτικός και μεταφραστής θεάτρου.