Το «ημερολόγιο πένθους» του Γαλλομαροκινού
δραματουργού επαναπροσδιορίζει τη σχέση μάνας – γιου μέσα από ευδιάκριτες
αναφορές και ποικίλες εμπειρίες που ψηλαφούν τις ευαίσθητες χορδές της
πολιτισμικής του ταυτότητας. Η απώλεια της μάνας σηματοδοτεί τον οριστικό
αποχωρισμό της μητρικής γλώσσας (τα αραβικά) και αφήνει να αναδυθεί όλο το
βάρος της αδιάκοπης αιώρησης ανάμεσα σε δύο πατρίδες, δύο γλώσσες, δύο μνήμες,
οι οποίες δεν μπορούν ποτέ να εξαλείψουν η μία την άλλη.
Ο πρωτότυπος τίτλος του θεατρικού έργου («Finir en beauté») ενέχει μία ειρωνική αλλά βαθύτατα λυρική αντίφαση. Τι
απομένει στα χέρια μας όταν το αγαπημένο σώμα εκλείψει διά παντός; Ο Μοχάμεντ Ελ Χατίμπ επιλέγει και
συναρμολογεί κομμάτια από ένα προσωπικό υλικό (φωτογραφίες, ηχογραφήσεις,
συνεντεύξεις, βίντεο, χειρόγραφα και ηλεκτρονικά μηνύματα, ιατρικές
γνωματεύσεις, πιστοποιητικά γεννήσεως και θανάτου) και τα μετατρέπει σε μία
ύστατη πράξη ομορφιάς για να τα διαφυλάξει από τη λήθη.
Ο υπότιτλος («Pièce en un acte de décès») είναι πιο
αποκαλυπτικός και αποτελεί ευφυές λογοπαίγνιο με τους όρους «μονόπρακτο» και
«ληξιαρχική πράξη θανάτου». Η βίαιη αυτή εισβολή της γραφειοκρατίας υπογραμμίζει
την αδυναμία του γιου να πενθήσει μέσα από τη δημιουργία ενός ρόλου. Η σκηνή
απογυμνώνεται, ο χαρακτήρας εξαφανίζεται και απομένει το υποκείμενο που βιώνει
το τραύμα σε ενεστώτα χρόνο.
Η επιτέλεση του Μοχάμεντ Ελ Χατίμπ – με τον ίδιο επί σκηνής να ξεδιπλώνει με
μειλίχια έκφραση τα εσώψυχά του στους θεατές καθώς μοιράζεται μαζί τους
αυθεντικό υλικό εικόνας και ήχου – επιβεβαιώνει μία ευρύτερη τάση του σύγχρονου
θεάτρου που στηρίζεται στην ατόφια επίδειξη της πραγματικότητας, ενίοτε με
ναρκισσιστικές διαθέσεις. Ωστόσο, το προσωπικό βίωμα και οι αυτοαναφορές δεν
αποτελούν από μόνα τους καλλιτεχνικό γεγονός. Όταν η σκηνή περιορίζεται στην
καταγραφή ή την έκθεση κάποιας αληθινής εμπειρίας, λειτουργεί αποκλειστικά ως
χώρος μαρτυρίας και εξομολόγησης. Εδώ, η αυτομυθοπλασία χάνει, θα έλεγα, τη
μυθοπλασία της… Η αυτοβιογραφική πρώτη ύλη παρουσιάζεται σχεδόν ως αυταξία, σαν
να μην έχει ανάγκη η πραγματικότητα αισθητικής επεξεργασίας. Το γεγονός ότι
κάτι συνέβη δεν σημαίνει ότι αποκτά αυτομάτως δραματική ένταση ή συμβολικό
βάθος.
Έτσι, ο σχεδόν μονόωρος μονόλογος (στο
τέλος του οποίου ο καλλιτέχνης απορρίπτει τη θεατρική σύμβαση της υπόκλισης…)
παραμένει εγκλωβισμένος στη συναισθηματική/συγκινησιακή φόρτιση της κατάθεσης.
Η παράσταση παίχτηκε στα γαλλικά με
ελληνικούς και αγγλικούς υπότιτλους στις 17 και 18 Ιουλίου 2026.





















