Στο θεατρικό έργο «Σλάντεκ» (1929), ο Έντεν φον
Χόρβατ ανατέμνει την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου, όχι ως
εξωτερική επιβολή, αλλά ως μια ψυχοπαθολογική διαδικασία αποσύνθεσης της
ατομικής συνείδησης. Ο πρωταγωνιστής αποτελεί ένα είδος ενσάρκωσης του
«ανθρώπου χωρίς ιδιότητες» (κατά το πρότυπο του Ρόμπερτ Μούζιλ), ένα κενό
υποκείμενο που αναζητά ταυτότητα μέσα από τη στρατιωτική πειθαρχία και τη βία.
Αφελής και οικονομικά εξαθλιωμένος, ο
νεαρός Σλάντεκ συνάπτει ερωτική σχέση με την κατά πολύ μεγαλύτερή του Άννα Σραμ,
μια νοσηρή στην ουσία σχέση που στηρίζεται στην εκμετάλλευση. Χωρίς δική του
ιδεολογία, ο Σλάντεκ προσχωρεί στη «Μαύρη Ράιχσβερ», μια παράνομη
παραστρατιωτική οργάνωση, και ακολουθεί τυφλά τις εντολές των ανωτέρων του
αναζητώντας έναν σκοπό στη ζωή του. Όταν η οργάνωση υποπτεύεται την Άννα για
κατασκοπεία ή επικείμενη προδοσία, ο νεαρός δρα χωρίς συναίσθημα και συμμετέχει
στη δολοφονία της συντρόφου του για να αποδείξει την πίστη του στην οργάνωση, η
οποία όμως τον προδίδει όταν οι πολιτικές συνθήκες αλλάζουν.
Η δυναμική του Αυστρο-Ούγγρου συγγραφέα
έγκειται στη χρήση της γλώσσας της απώλειας, όπου η κατάρρευση κάθε
νοηματοδοτημένης ομιλίας καθρεφτίζει την εκμηδένιση της ατομικής υπόστασης.
Μέσα σε αυτό το κενό επικοινωνίας, ο Σλάντεκ προβαίνει σε πράξεις ακραίας βίας
με τρομακτική εσωτερική ουδετερότητα, προαναγγέλλοντας την «κοινοτοπία του
κακού» της Χάνα Άρεντ. Η Γερμανοαμερικανίδα πολιτική επιστήμονας και φιλόσοφος
διαπίστωσε πως το μεγάλο κακό μπορεί να πηγάζει από την έλλειψη σκέψης και την
τυφλή υπακοή σε κανόνες και όχι απαραίτητα από ριζική κακόβουλη πρόθεση.
Το έργο αποτελεί κλινική μελέτη της μάζας:
η οικονομική εξαθλίωση μετατρέπεται σε ηθικό κενό, το οποίο γεμίζει με τον
παραλογισμό των «Μαύρων Ταγμάτων». Ο δραματουργός ανανεώνει ριζικά το λαϊκό
δράμα, απογυμνώνοντάς το από κάθε ρομαντισμό για να εκθέσει τον εκφασισμό της
μικροαστικής τάξης. Ο Σλάντεκ είναι ταυτόχρονα θύμα και θύτης ενός συστήματος
που καταργεί την ενσυναίσθηση.
Η διαχρονική αξία του έργου, όπως
υπογραμμίζεται από την εξαιρετική μετάφραση του Γιώργου-Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη, τη δραματουργική επεξεργασία της Πηνελόπης Χατζηδημητρίου και τη
σκηνοθεσία του Θάνου Νίκα, έγκειται
στην προειδοποίηση για το πώς ο «μέσος άνθρωπος» μετατρέπεται σε όργανο
καταστροφής όταν απεμπολήσει την ικανότητα του κριτικού αυτοπροσδιορισμού.
Η πρόταση της ομάδας Ars Moriendi από τη Θεσσαλονίκη στεγάζεται σε ιδανικές συνθήκες. Η
βιομηχανική αισθητική του χώρου του ΠΛΥΦΑ προβάλλεται ως προέκταση της σκηνικής
ωμότητας θυμίζοντας τα στρατόπεδα ή τα εργοστάσια της εποχής της Βαϊμάρης.
Η σκηνοθεσία του Θάνου Νίκα συνιστά μια σπουδή πάνω στην απογύμνωση του πολιτικού
δράματος από τα περιττά ρεαλιστικά φορτία, εστιάζοντας στον πυρήνα της
οντολογικής και κοινωνικής κρίσης του Μεσοπολέμου. Οι δυνατές στοχευμένες
βιντεοπροβολές και οι καίριοι φωτισμοί λειτουργούν ως ψυχογραφήματα του
περιβάλλοντος χώρου μετατρέποντας τη σκηνή σ’ ένα πεδίο καθαρού πολιτικού
στοχασμού. Η «γυμνή» αυτή σκηνή «ντύνεται» από τα κοστούμια της Ευαγγελίας Κιρκινέ, καίριο σημειολογικό
εργαλείο, τα οποία αποτυπώνουν μετωνυμικά το status quo των προσώπων.
Η
εννοιολογική προσέγγιση συνδυάζεται με μια εκρηκτική εκφορά του θεατρικού
λόγου. Η παράσταση χαρακτηρίζεται από ένταση και νευρώδη ρυθμό, στοιχεία που
αποτυπώνονται στην αδιάκοπη κινητική και φραστική εγρήγορση των ηθοποιών. Ο
σκηνοθέτης απογειώνει τη φατική λειτουργία του λόγου, όπου η επικοινωνία δεν
αποσκοπεί μόνο στη μετάδοση πληροφορίας, αλλά στη διατήρηση της επαφής των
δρώντων υποκειμένων μέσα σ’ έναν κατακερματισμένο κοινωνικό ιστό, σε μια
κοινωνία δηλαδή που έχει απωλέσει τη συνοχή της και η αλληλεγγύη έχει δώσει τη
θέση της στην πόλωση και τον ατομισμό. Η υιοθέτηση της μετωπικής απεύθυνσης και
η χωρική εγγύτητα καθιστούν τον θεατή μέλος της συνάθροισης, μάρτυρα και
συνένοχο.
Στο επίκεντρο της δυνατής αυτής ατμόσφαιρας
ίσταται ο Θέμης Σουφτάς στον ρόλο
του Σλάντεκ. Με πλούσια εκφραστική παλέτα που αποτυπώνεται στις συσπάσεις του
κάθιδρου σώματος-σήματος, ο ηθοποιός ενσαρκώνει το «πρόσωπο» του φασισμού όχι
μόνο ως εξωτερική απειλή αλλά και ως μια εσωτερική, αν όχι βιολογική, αλλοίωση
του υποκειμένου. Η ερμηνεία του Θέμη Σουφτά
διεισδύει στα αχαρτογράφητα όρια της
σχιζοειδούς αποξένωσης, εκεί όπου η διαταραγμένη
προσωπικότητα του ήρωα συναντά την απόλυτη ηθική κώφωση. Μέσα από ένα βλέμμα σε κατάσταση διαρκούς
υπερεγρήγορσης και έναν σωματικό τρόμο που υποδηλώνει βαθύ, υποδόριο ψυχικό κλονισμό, ο ερμηνευτής μετουσιώνει τη νοσηρή συμπτωματολογία του φασιστικού
υποκειμένου σε συγκλονιστική σκηνική εμπειρία. Η αποσπασματική, σχεδόν μηχανική του ομιλία αναδεικνύει το οντολογικό κενό ενός ατόμου που έχει
εκχωρήσει την ανθρώπινη ιδιότητά του στη βία του ολοκληρωτισμού.
Η Δανάη
Κλάδη προσδίδει την απαραίτητη τραγικότητα της Άννας Σραμ. Ως Λοχαγός, ο Αλέξης Κότσυφας αποδίδει με στιβαρότητα
τις εκφάνσεις του στρατιωτικού κατεστημένου. Ο Πάνος Αναγνωστόπουλος ισορροπεί δεξιοτεχνικά ανάμεσα στην
ιδεαλιστική ορμή του Ειρηνιστή και τη σκοτεινή πλευρά του Χορστ, αναδεικνύοντας
τις αντιφάσεις της εποχής. Ο Βύρων
Αναγνωστόπουλος (Ζαλμ, Ανώτατη Αρχή) καταφέρνει να αποδώσει την κυνική
επιβολή της εξουσίας, ως ιδεολογικός μοχλός που μετακινεί τα πιόνια στη
σκακιέρα του δράματος. Με αισθαντική θηλυκότητα, η Ευγενία Κουζέλη (Πατριώτισσα, Δεσποινίς) πλάθει μια φιγούρα-σύμβολο
για την κοινωνία που βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, εκεί όπου ο έρωτας και η τρυφερότητα
έχουν αντικατασταθεί από τον κυνικό συναλλακτικό χαρακτήρα κάθε εποχής που γεννά τον φασισμό.




