Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

«Το Ψέμα του Μυαλού» του Σαμ Σέπαρντ στο Σύγχρονο Θέατρο

 


     Ο τίτλος του θεατρικού έργου του Σαμ Σέπαρντ εμπεριέχει την ακόλουθη οξύμωρη δυναμική: το «ψέμα» δεν εκλαμβάνεται ως ηθελημένη εξαπάτηση, αλλά ως οντολογική κατασκευή: ο νους λειτουργεί ως φυλακισμένος χώρος όπου η πραγματικότητα παραμορφώνεται ώστε ο άνθρωπος να κατορθώσει να αντέξει το τραύμα. Το «ψέμα» γίνεται ο μηχανισμός επιβίωσης της πατριαρχίας που καταρρέει, ένας εσωτερικός μονόλογος που αντικαθιστά την αντικειμενική αλήθεια της βίας με μία βολική, «ψεύτικη» μνήμη.

     Στο «Ψέμα του Μυαλού» (1985), ο Τζέικ και η Μπεθ δεν είναι απλώς θύτης και θύμα, αλλά φορείς ενός έμφυλου αρχέτυπου που νοσεί. Η κακοποίηση της Μπεθ από τον Τζέικ λειτουργεί ως κορύφωση της τοξικής αρρενωπότητας που εκτονώνεται στο σώμα του «Άλλου». Ο Αμερικανός συγγραφέας προβάλλει έναν εφιαλτικό καθρέφτη: η Μπεθ δεν μπορεί πλέον να αρθρώνει καθαρά τις λέξεις επειδή ο Τζακ έχασε τον έλεγχο των χεριών του. Ο «αποσπασματικός» λόγος της Μπεθ είναι η σωματοποίηση της πατριαρχικής βίας ενώ η «αναπηρία» του Τζέικ είναι συναισθηματική. Η ανικανότητά του να αντιμετωπίσει την αλήθεια τον οδηγεί στην ψευδαίσθηση.




     Το έργο του Σέπαρντ αντανακλά την παρακμή του «αμερικανικού ονείρου». Η αποσύνθεση των δύο οικογενειών καθρεφτίζει την ήπειρο που αιμορραγεί ανάμεσα στον συντηρητισμό και την αποξένωση. Τελικά, η λύτρωση παραμένει μετέωρη, καθώς το ψέμα του μυαλού μένει τόσο βαθιά ριζωμένο που η αλήθεια φαντάζει ακατάληπτη…

     Η μετάφραση του Γιώργου Χατζηνικολάου, τυπωμένη στον καλαίσθητο τόμο-πρόγραμμα της παράστασης (έκδοση της ομάδας ΝΑΜΑ σε συνεργασία με την Κάπα Εκδοτική), διατηρεί την ωμότητα και την ποιητική απελπισία αναδεικνύοντας τη γλώσσα ως όργανο που «αιμορραγεί».

     Η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη οικοδομεί ένα είδος τελετουργίας της ψυχικής απογύμνωσης, συστεγάζοντας διαλεκτικά τον ωμό ρεαλισμό με τη χιμαιρική σκέψη.




     Ο σκηνικός χώρος που διαμορφώνει ο Γιώργος Χατζηνικολάου αναπαριστά την κατακερματισμένη συνείδηση του ζευγαριού. Ένα πεδίο μάχης μεταξύ μνήμης και τραύματος. Το ψέμα του μυαλού συνυφαίνεται μέσα σε θραύσματα της ποπ κουλτούρας και της οικογενειακής θαλπωρής. Στο δωμάτιο του Τζέικ, για παράδειγμα, η παρουσία ετερόκλητων αντικειμένων, από επιτραπέζια παιχνίδια μέχρι το κάδρο του Σούπερμαν, υπογραμμίζει την παιδικότητα μιας καθηλωμένης αρρενωπότητας και την άρνηση ενηλικίωσης-ωριμότητας. Η χρήση της αμερικανικής σημαίας, ως μανδύας ξεπεσμένου υπερήρωα, συμβολίζει την κατάρρευση του αμερικανικού ονείρου μέσα από την παράνοια που γεννά η βία.

     Τα κοστούμια που φιλοτέχνησαν ο Γιώργος Χατζηνικολάου και η Μαρία Αναματερού αποκρυσταλλώνουν τα χαρακτηριστικά των προσώπων. Ο ξεραμένος λεκές στο λευκό ρούχο υποδηλώνει το αμετάκλητο του κρίματος που αρνείται να ξεπλυθεί.

     Σε σύμπνοια με τις εναλλαγές των καίριων φωτισμών του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, το ηχητικό τοπίο που συνθέτει ο Άγγελος Αγγελίδης ενισχύει την αίσθηση του εσωτερικού εγκλεισμού.




     Ο Μελέτης Γεωργιάδης (Μπέιλορ) ενσαρκώνει με ακρίβεια την αυστηρότητα του πατέρα-συμβόλου της παλαιάς τάξης. Με διαπεραστική φωνητική οξύτητα, η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη αποδίδει τη νευρωτική άμυνα της Μεγκ. Η Κατερίνα Γιαμαλή (Λορέιν) ισορροπεί με νηφαλιότητα ανάμεσα στη στοργή και την απόγνωση. Ο Ορέστης Τζιόβας (Μάικ), ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης (Τζέικ), ο Βαγγέλης Αμπατζής (Φράνκι) και η Ήβη Νικολαΐδου (Σάλι) δίνουν αξιόλογες ερμηνείες. Η Μαρία Δαμασιώτη αναμετράται επάξια με τον απαιτητικό ρόλο αποτυπώνοντας την εύθραυστη προσπάθεια της Μπεθ να επανασυνδεθεί με την πραγματικότητα.




Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

«Βάσσα – Μια μητέρα» του Μαξίμ Γκόρκι στο Θέατρο «ARROYO»

 


     Η «Βάσσα» του Μαξίμ Γκόρκι αποτελεί καίρια ανατομία της αποσύνθεσης της ρωσικής αστικής τάξης στο μεταίχμιο του κοινωνικοπολιτικού μετασχηματισμού των αρχών του 20ου αιώνα. Η Λίλλυ Μελεμέ επιλέγει τον υπότιτλο «Μια μητέρα» για να μετατοπίσει το κέντρο βάρους από την ταξική πάλη στην ενδοοικογενειακή – στα όρια του κανιβαλισμού – βία. Ο αόριστος προσδιορισμός απογυμνώνει την ηρωίδα από κάθε ίχνος μοναδικότητας. Ενώ το οριστικό άρθρο («η») θα παρέπεμπε σε αρχέτυπο ή κάποια οικεία φιγούρα, το «μια» εισάγει την παγερή γενίκευση: Η Βάσσα δεν είναι η μητέρα ως σύμβολο αγάπης. Το «μια» υποδηλώνει την αποξένωση: Είναι ένα αναλώσιμο εξάρτημα του κεφαλαίου που «γεννά» διαδόχους – ιδιοκτήτες. Η μητρότητα χάνει το ιερό της πρόσημο και καθίσταται τυχαίο δείγμα της αστικής σήψης.

     Έτσι, το δράμα μετατοπίζεται στο πεδίο του ναρκισσισμού και του αρχέγονου ελέγχου. Η περιουσία γίνεται το αντικείμενο μιας φετιχιστικής εμμονής. Για τη Βάσσα, το «έχειν» υποκαθιστά το «είναι», οδηγώντας τους πάντες γύρω της σε πλήρη συναισθηματική νέκρωση. Η τραγωδία της έγκειται στην πεποίθησή της ότι η ίδια θυσιάζεται για την οικογένεια, ενώ στην πραγματικότητα εκείνη θυσιάζει τα παιδιά της στον βωμό της δικής της ανάγκης για παντοδυναμία.




     Η μετάφραση του Αλέξανδρου Σάβγκα (σε συνεργασία με τον θίασο) μεταφέρει στο σήμερα τη δυναμική των συγκρούσεων μέσα από ευθύβολες γλωσσικές επιλογές. Η σκηνοθεσία της Λίλλυς Μελεμέ κινεί τα πρόσωπα σε εφιαλτικό, κλειστοφοβικό και άχρονο περιβάλλον. Ένα «γραφειοκρατικό καθαρτήριο» θα χαρακτήριζα τον σκηνικό χώρο του Πάρη Λεόντιου, ο οποίος υπογράφει και τα καλαίσθητα κοστούμια. Η κυριαρχία των σκοτεινών αποχρώσεων – υλική αποτύπωση της υπαρξιακής φθοράς – μετατρέπει το ένδυμα σε πειθαρχικό εργαλείο επιβολής: μια ομοιόμορφη στολή, η οποία ισοπεδώνει την ατομικότητα μετατρέποντας τους ήρωες σε ανώνυμα γρανάζια. Καίριοι οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαρίας Σαλταούρα.




     Στον ρόλο της δεσποτικής μάνας, η Λίλλυ Μελεμέ ισορροπεί με δεξιοτεχνία ανάμεσα στην παγερή πειθαρχία και την εσωτερική κατάρρευση. Ο Σίμος Στυλιανού (Πάβελ) ενσαρκώνει με εκρηκτική ορμή τον συσσωρευμένο θυμό και το αίσθημα αδικίας. Ο Λεωνίδας Λεοντιάδης (Σεμιόν), ο Αλέξανδρος Σάβγκα (Πρόχορ) και ο Αλέξανδρος Σπυριδέλης (Μιχαήλ) «χτίζουν» τους χαρακτήρες τους με καθαρές εκφραστικές γραμμές. Η Πολύμνια Αγγελάκη (Νατάλια), η Ξένια Κουτσουμπού (Άννα), η Αγαθή Κυριαζή (Λίπα), η Μελίνα Ποτουρίδου (Λιουντμίλα) και η Κατερίνα Μαρία Σαλταούρα (Ντούνια) προσφέρουν καλοδουλεμένες ερμηνείες.

     Μια αξιόλογη παράσταση που «συνομιλεί» ουσιαστικά με το «εδώ και τώρα»!