Φέροντας τον επεξηγηματικό υπότιτλο «ένα
μυθιστόρημα σε θεατρική φόρμα», το έργο μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τη
θεατρική δράση στην ιδεολογική πυκνότητα, με τους δύο πρωταγωνιστές να
παραμένουν σκόπιμα ανώνυμοι. Ο αναγνώστης/ακροατής/θεατής αντικρίζει έναν Λευκό
(μηδενιστή καθηγητή πανεπιστημίου) που τον γλιτώνει από την αυτοκτονία ένας
Μαύρος (πρώην κατάδικος και νυν ένθερμος χριστιανός) σε κάποιο σταθμό τρένου. Η
συζήτηση των δύο ανδρών ξεδιπλώνεται στο φτωχικό διαμέρισμα του Μαύρου. Παρά το
γεγονός ότι φέρουν το βάρος της τραυματικής προσωπικής τους ιστορίας, οι
χαρακτήρες λειτουργούν πρωτίστως ως φορείς συγκρουόμενων ιδεών. Έτσι, το βίωμα
μετουσιώνεται σε μια απόλυτη αντιπαράθεση εκ δια μέτρου αντίθετων κοσμοθεωριών:
ενώ ο Λευκός αντιλαμβάνεται τον πολιτισμό ως ένα εύθραυστο προπέτασμα που
αδυνατεί πλέον να συγκαλύψει το υπαρξιακό κενό, ο Μαύρος προτάσσει μια
βιωματική ελπίδα που έχει τις ρίζες της στην αποδοχή της θείας χάρης.
Ρέουσα και δραματουργικά λειτουργική, η
μετάφραση του Αντώνη Καφετζόπουλου
επιδεικνύει γλωσσική αντανακλαστικότητα. Αποφεύγει την άστοχη ελληνοποίηση της
αφροαμερικανικής διαλέκτου, προκρίνει την ομοιογένεια γεφυρώνοντας κάθε χάσμα
και δίνει έμφαση στην προφορικότητα, την ελλειπτικότητα και την
αποσπασματικότητα του λόγου που απαιτεί η θεατρική οικονομία. Στον κοινό τόπο
της υπαρξιακής αγωνίας, οι δύο άνδρες συνομιλούν με ίσους όρους διαγράφοντας τη
μορφωτική και κοινωνική απόσταση που τους χωρίζει.
Η εύρυθμη σκηνοθεσία του Αντώνη Καφετζόπουλου τιθασεύει τη
στατικότητα δημιουργώντας μια υποβλητική ατμόσφαιρα με έντονο το στοιχείο του
εγκλεισμού. Οι μετρημένες παύσεις, οι σαρκαστικές αιχμές, η υποδόρια ειρωνεία
και το χιούμορ λειτουργούν ως βαλβίδες αποσυμπίεσης της διανοητικής
αναμέτρησης.
Το σκηνικό του Γιώργου Χατζηνικολάου, που αποτελείται από τα απολύτως απαραίτητα
αντικείμενα, λειτουργεί ως οργανικό κομμάτι της οντολογικής παγίδας του
συγγραφέα. Μια μεγάλη πόρτα δεσπόζει στον χώρο. Οι τρεις σύρτες σηματοδοτούν το
αναπόδραστο της κατάστασης, την αδυναμία και το αδιέξοδο της επικοινωνίας: ο
Λευκός δεν μπορεί να αποχωρήσει από το διαμέρισμα του Μαύρου πριν καταλήξει
κάπου η συζήτηση. Οι δύο άνδρες δείχνουν εγκλωβισμένοι στον χώρο όπως ακριβώς
δείχνουν αδιάλλακτοι και ανυποχώρητοι στις απόψεις τους.
Τα κοστούμια της Μαρίας Αναματερού ενισχύουν την αντίστιξη των δύο ανδρών. Ο Μαύρος, με το δερμάτινο μπουφάν
και τον σκούφο, φέρει τα σημάδια του δρόμου και της φυλακής, ενώ ο Λευκός, με
το καφέ κοτλέ σακάκι και την μπορντό καζάκα, παραπέμπει στον ακαδημαϊκό κόσμο
από τον οποίο προέρχεται. Η ενδυματολογία δείχνει τις ταξικές και μορφωτικές
διαφορές, αλλά ταυτόχρονα υπογραμμίζει την κοινή ανθρώπινη μοίρα,
αναδεικνύοντας τους δύο άνδρες ως ισότιμους μονομάχους της υπαρξιακής αγωνίας.
Με αφοπλιστική αμεσότητα, ο Αντώνης Καφετζόπουλος (Λευκός) και ο Ζερόμ Καλούτα (Μαύρος) λειτουργούν ως
συγκοινωνούντα δοχεία μετατρέποντας τις φιλοσοφικές θέσεις σε βιωματικό
γεγονός. Μέσα από την ηλεκτρισμένη τους χημεία, το «Άσπρο» και το «Μαύρο»
παύουν να είναι απλές ιδεολογικές αντιθέσεις και γίνονται οι δύο όψεις μιας
ενιαίας υπαρξιακής αγωνίας. Η ερμηνευτική σύμπνοια των δύο ηθοποιών υποβάλλει
την ιδέα ότι η σωτηρία ή απώλειά της δεν είναι μια μοναχική υπόθεση, αλλά μια
διαδικασία που πυροδοτείται μέσα από την τριβή με το διαφορετικό. Τελικά, ο
περίφημος Άλλος είναι ο «καθρέφτης» που αναγκάζει τον καθένα μας να ψηλαφήσει
τα όρια της δικής του αλήθειας…



