Η μελέτη της νεοελληνικής
δραματουργίας αποκαλύπτει συχνά υπόγειες διαδρομές που συνδέουν τους εγχώριους
δημιουργούς με τα μεγάλα παγκόσμια ρεύματα της σκέψης. Η δραματουργική σύνδεση
ανάμεσα στον Λάκη και τον Σόλωνα του Κώστα
Μουρσελά στο «Εκείνος κι Εκείνος»
και το μπεκετικό δίδυμο του Βλαντιμίρ και του Εστραγκόν στο «Περιμένοντας τον
Γκοντό», είναι μια βαθιά υπαρξιακή συγγένεια που γίνεται φανερή από την πρώτη
στιγμή. Παρακολουθώντας τους δύο ήρωες να περιπλανώνται και να φιλοσοφούν
ακατάπαυστα, αντιλαμβάνεται κανείς πως η ζωή τους στον δρόμο είναι μια
συνειδητή στάση απέναντι στον κόσμο. Αρνούνται να ζήσουν μέσα στο «Αυγό», όπως
αποκαλούν το σύστημα. Αυτή η διαρκής κίνηση χωρίς συγκεκριμένο προορισμό
θυμίζει έντονα τις φιγούρες του Μπέκετ, μεταφέροντας όμως την υπαρξιακή αγωνία
σε ένα καθαρά ελληνικό κοινωνικό πλαίσιο, όπου η συζήτηση και η αμφισβήτηση
γίνονται τα μόνα εργαλεία επιβίωσης.
Ωστόσο, ενώ ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκόν
εγκλωβίζονται σε ένα μεταφυσικό κενό, περιμένοντας μια σωτηρία που δεν έρχεται
ποτέ, ο Λάκης και ο Σόλων δρουν στο τοπίο της αστικής αλλοτρίωσης και της
μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Η δική τους «απραξία» είναι στην πραγματικότητα μια
συνειδητή πράξη αντίστασης. Φιλοσοφούν όχι για να γεμίσουν τον χρόνο, αλλά για
να αποδομήσουν το «σύστημα» που απαιτεί από αυτούς να γίνουν παραγωγικά
γρανάζια. Η ρακένδυτη εμφάνισή τους και η άρνηση της κοινωνικής ενσωμάτωσης
λειτουργούν ως καθρέφτης μιας κοινωνίας που έχει χάσει το μέτρο, ακριβώς όπως
οι ήρωες του Μπέκετ αντανακλούν το υπαρξιακό μηδέν της μεταπολεμικής Ευρώπης.
Ο ένας είναι η λογική και ο άλλος το
ένστικτο, ο ένας η απόγνωση και ο άλλος η ελπίδα. Όπως οι ήρωες στο
«Περιμένοντας τον Γκοντό» δεσμεύονται από μια αδιάρρηκτη φιλία που τους κρατά
στη ζωή, έτσι και ο Λάκης με τον Σόλωνα συγκροτούν μια «νησίδα» ανθρωπιάς μέσα
σε έναν κόσμο πνευματικής ξηρασίας. Η γλώσσα τους, γεμάτη πικρό χιούμορ και ειρωνεία,
θυμίζει τους μπεκετικούς διαλόγους που ακροβατούν μεταξύ του τραγικού και του
γελοίου.
Η πρωτοτυπία του Μουρσελά έγκειται στο ότι
μπολιάζει το υπαρξιακό άγχος του Μπέκετ με έντονη ελληνική λαϊκότητα και διάθεση
κοινωνικής κριτικής. Ενώ στον Μπέκετ ο άνθρωπος είναι θύμα της μοίρας του, στον
Μουρσελά ο άνθρωπος επιλέγει το περιθώριο ως το μοναδικό έντιμο καταφύγιο. Ο
Λάκης και ο Σόλων δεν περιμένουν κάποιον Γκοντό, έχουν συνειδητοποιήσει ότι ο
«Γκοντό» είναι η ίδια η ελευθερία της σκέψης τους, την οποία ήδη κατέχουν όσο
παραμένουν «εκτός». Έτσι, το έργο μετουσιώνει το παράλογο σε πολιτική πράξη,
καθιστώντας τους δύο φίλους διαχρονικά σύμβολα της πνευματικής ανυπακοής.
Η σκηνοθετική προσέγγιση του Αλέξανδρου
Ρήγα στο «Εκείνος κι Εκείνος»
του Κώστα Μουρσελά συνιστά μια
διεισδυτική σπουδή πάνω στις ακατάλυτες αξίες του ανένταχτου βίου. Η παράσταση διαθέτει ευεργετικό ρυθμό και καταφέρνει να μετουσιώσει τον
υπαρξιακό διάλογο σε σφριγηλή θεατρική πράξη που αναδεικνύει το εγγενές κωμικό
στοιχείο ως μέσο οντολογικής απογύμνωσης. Επιπλέον, με πρόδηλο σεβασμό στην
αισθητική ιδιοσυγκρασία του συγγραφέα, μπολιάζει το παράδοξο των ηρώων με την
τρέχουσα ελληνική κοινωνικοπολιτική συνθήκη.
Τα σκηνικά του Αντώνη Χαλκιά (που υπογράφει και τα ταιριαστά με τους ρόλους
κοστούμια) διαμορφώνουν ένα σύνθετο και αλληγορικό τοπίο – υπόμνημα. Το κολλάζ
στο ποπ αρτ φόντο απεικονίζει την επιφανειακή καταναλωτική ευδαιμονία και την
αλλοτρίωση. Σε αντίθεση, το παγκάκι, ο φανοστάτης και το δέντρο λειτουργούν ως
χωροταξικοί δείκτες του περιθωρίου. Η διαλεκτική αυτή σχέση δημιουργεί έναν
χώρο – μεταίχμιο, όπου η μεγάλη εικόνα της κοινωνικής ψευδαίσθησης συναντά τη
μικρογραφία της ανθρώπινης υπαρξιακής αλήθειας, ενισχύοντας τη θεατρική σύμβαση
και το κριτικό πνεύμα του έργου.
Οι καίριοι φωτισμοί του Θοδωρή Γκόγκου προσδίδουν βάθος στην
οπτική αφήγηση δίνοντας έμφαση στις μεταβάσεις από το ρεαλιστικό περιβάλλον στη
μελαγχολική ονειροπόληση.
Νιώθει κανείς βαθιά τιμή, θαυμασμό και συγκίνηση
παρακολουθώντας τον Γιώργο Κωνσταντίνου,
φωτεινό φάρο ήθους και αδιάλειπτης θεατρικής παρουσίας. Με τη σπάνια υποκριτική
του ωριμότητα, ο σπουδαίος ηθοποιός ανατέμνει την κοινωνική αλλοτρίωση με το
νυστέρι της καυστικής ειρωνείας.
Μαζί με τον στιβαρό Λεωνίδα Κακούρη συγκροτούν ένα υποκριτικό δίδυμο που επικοινωνεί
μέσα από μια δυναμική ωσμωτική σχέση. Ο λόγος του ενός γίνεται οργανική
συνέχεια της παύσης του άλλου. Ένας ζωντανός πυρήνας σκηνικής αλήθειας.
Τη διανομή συμπληρώνουν επάξια ο Δημήτρης Σταρόβας, με τη χαρακτηριστική
πληθωρική του αμεσότητα, και η Σοφία
Μανωλάκου, με την αξιοσημείωτη μεταμορφωτική της ικανότητα. Η ταλαντούχα
ηθοποιός πλάθει δύο διαφορετικές σκηνικές φιγούρες με ακρίβεια και εκφραστική
καθαρότητα, ενισχύοντας τη θεατρική πολυφωνία της παράστασης.

