Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

«Ο Φονιάς – Έγκλημα και Αθώωση» του Βασίλη Κατσικονούρη στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

 


«ΔΗΜΗΤΡΑ: Συ καταδικάστηκες να είσαι αθώος.

Παύση

ΓΙΑΝΝΗΣ: Και… και τι πα να πει αυτό; Σαν τι;

ΔΗΜΗΤΡΑ: Το πιο βαρύ καστίγο, το πιο αβάσταγο μαρτύριο. Να λεν όλοι να ο αθώος. Κι εσύ στο μέσα σου, μοναχά εσύ, να ξέρεις τι είσαι και τι έχεις κάμει. Και μήτε Θεού αυτί να είναι, μήτε ανθρώπου να σ` ακούει, σχώρεση που γυρεύεις και λυτρωμό. Μονάχος σου να καίεσαι κι η φωτιά σου καπνό να μη βγάνει να πααίνει αψηλά στον ουρανό, μήτε κάτου στη γης να ρίχνει φέγγο γύρω.»

 

     Στο νέο του θεατρικό έργο, ο Βασίλης Κατσικονούρης αποκρυπτογραφεί τη βία που ενεδρεύει στη σκοτεινή γενεαλογία της τιμής, αποκαλύπτοντας πως η αρχαϊκή αυτή έννοια επιβιώνει ως φονικός μηχανισμός εξουσίας ο οποίος, κάτω από την επίφαση της παράδοσης, εκμηδενίζει τη γυναικεία υπόσταση. Βασισμένος σε αληθινά γεγονότα, «Ο Φονιάς – Έγκλημα και Αθώωση» αποτελεί μία σπάνιας ωμότητας και διεισδυτικότητας σπουδή για την ελληνική επαρχία του ’60.

     Ο τίτλος αντηχεί σαν βαθιά ειρωνική και πολιτική τοποθέτηση πάνω στις κοινωνικές αξίες. Ο δράστης δεν είναι απλώς κάποιος που διέπραξε έγκλημα, αλλά κάποιος που «έπρεπε» να γίνει φονιάς για να ξεπλύνει την ατιμία. Η πατριαρχική δομή μετατρέπει έναν άνθρωπο σε «εργαλείο» της συλλογικής ηθικής. Στο οξύμωρο σχήμα του δεύτερου σκέλους έγκειται η θεωρητική αιχμή του έργου. Η «Αθώωση» δεν έρχεται από έλλειψη στοιχείων αλλά από τη συνενοχή της κοινωνίας που θεωρεί ομόφωνα τη δολοφονία ως αποκατάσταση της τιμής. Η πραγματική τραγωδία δεν είναι μόνο η πράξη του φονιά αλλά η νομιμοποίησή της από το περιβάλλον του που τον ηρωοποιεί. Έτσι, η «Αθώωση» ανάγεται σε καταγγελία καθώς το έγκλημα παύει να θεωρείται παρέκκλιση και γίνεται ο κανόνας.

     Στον Πόθο Ηλείας, ένα φαινομενικά ειδυλλιακό χωριό, ζει ο Γιάννης με τη γυναίκα του Δήμητρα. Για τον Γιάννη, ενσάρκωση του πατριαρχικού προτύπου, η «τιμή» του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιδιοκτησία του. Θεωρεί ακόμη και τη γυναίκα του «κτήμα» του. Η Δήμητρα, στερημένη από κάθε προσωπική ικανοποίηση και σεβασμό, αναζητά διέξοδο από τον ψυχικό μαρασμό. Στην εξωσυζυγική σχέση που συνάπτει με τον Χρήστο, πλανόδιο μουσικό και υποτιθέμενο φίλο του άνδρα της, βρίσκει μία ελπίδα διαφυγής από τον νοσηρό γάμο, η οποία όμως προσκρούει στην αδυναμία του εραστή της να αναλάβει ευθύνες. Η αποκάλυψη της απιστίας και η διαπόμπευση στο καφενείο ωθούν τον Γιάννη στον φόνο της Δήμητρας. Η τραγική κατάληξη κορυφώνεται με την αυτοχειρία της κόρης τους Φροσί, η οποία κληρονομεί το στίγμα και αρνείται να ενταχθεί στην κοινωνία που επικυρώνει τη βία.

     Η γλωσσική ιδιομορφία και ο ρόλος του αφηγητή προσδίδουν αυθεντικότητα και βάθος στην κοινωνική κριτική που ασκεί το κείμενο. Η ποιητική χρήση ζωντανής τοπικής διαλέκτου φαίνεται συνειδητή επιλογή του συγγραφέα. Το ιδίωμα αποδίδει με ακρίβεια τον τρόπο σκέψης, τις παραδόσεις και την ελλιπή εκπαίδευση των κατοίκων της επαρχίας, σχηματίζοντας «τείχος» που κρατά τον έξω κόσμο μακριά. Το λαϊκό παραμύθι της Κιουράνως λειτουργεί ως συμβολική αντίστιξη/καθρέφτης της γυναικείας μοίρας. Η εικόνα του σπιτιού-φυλακή αντιστοιχεί στη ζωή της μάνας και της κόρης. Τα μακριά μαλλιά συμβολίζουν τον ομφάλιο λώρο της εξάρτησης. Η Κιουράνω τα κόβει και ελευθερώνεται σε αντίθεση με τον τραγικό χαμό των δύο γυναικών. Το παραμύθι δείχνει τον δρόμο της λύτρωσης που η ωμή πραγματικότητα του Πόθου καταπνίγει.

     Ο ηλικιωμένος αφηγητής, που θα αποκαλύψει στο τέλος την αληθινή του ταυτότητα, ο «τρελός του χωριού», δεν διστάζει να πει τα πράγματα με το όνομά τους στην κάμερα, για τις ανάγκες κάποιου ντοκιμαντέρ. Τα λόγια του συνθέτουν το χρονικό μιας προαναγγελθείσας ενοχής, όπου η κοινωνική απάθεια του παρελθόντος συναντά τη συνειδησιακή κρίση του παρόντος.




     Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης συνδυάζει ευθύβολα ρεαλισμό και συμβολισμό αναδεικνύοντας το κοινωνικοπολιτικό υπόβαθρο της γυναικοκτονίας ως διαχρονικό θέμα. Η παράσταση διακρίνεται για τον δυναμικό ρυθμό της, που χτίζει με δεξιοτεχνία την ένταση από την αρχή μέχρι την κορύφωση, επισημαίνοντας ότι οι μηχανισμοί της πατριαρχίας και της συγκάλυψης παραμένουν τραγικά επίκαιροι. Η σκηνοθεσία υπογραμμίζει την πολιτική ευθύνη κάθε μάρτυρα της μνήμης απέναντι στη βία που συντελείται υπό την προστασία της σιωπής. Επιπροσθέτως, περνάει σε άλλο επίπεδο ακολουθώντας τη δραματουργική κίνηση του έργου σ’ έναν μη-τόπο, όπως αυτός της «Αλησμόνας» (ο «Κάτω Κόσμος» σύμφωνα με το τοπικό ιδίωμα) και το θέαμα αποκτά βαθιά ποιητική διάσταση.

     Η ογκώδης γυμνή ρίζα-κορμός του υποβλητικού και εντυπωσιακού σκηνικού της Νατάσσας Παπαστεργίου λειτουργεί ως κεντρικό αρχετυπικό σύμβολο. Η οπτική ψευδαίσθηση της γλυπτικής εγκατάστασης αντικατοπτρίζει την εικόνα του δεσμωτηρίου παραπέμποντας στον ψηλό πύργο της Ραπουνζέλ ή το απομονωμένο σπίτι της Κιουράνως. Πρόκειται για μία φυλακή φτιαγμένη από τις ασφυκτικές ρίζες της πατριαρχικής κοινωνίας και των άγραφων νόμων της επαρχίας του ’60. Το πελώριο γυναικείο πρόσωπο με τα μακριά μαλλιά και το ανοιχτό κραυγάζον στόμα το οποίο αναδύεται από τον κορμό του δέντρου, υποδηλώνει τη Μητέρα Γη ή κάποια πανάρχαια, στοιχειωμένη φιγούρα, ίσως και την ίδια τη Φύση που αθέατη παρακολουθεί τα ανθρώπινα δράματα. Ο μπλε ομιχλώδης φωτισμός της Μελίνας Μάσχα καλλιεργεί εφιαλτική ατμόσφαιρα όπου κυριαρχούν καταστολή και αγωνία. Το ψυχρό, απόκοσμο και υγρό περιβάλλον αποτυπώνει εύγλωττα το συνωμοτικό κλίμα που ακυρώνει την αλήθεια και δικαιώνει τον εγκληματία, ο οποίος ομόφωνα αθωώθηκε.

     Τα κοστούμια της Βασιλικής Ρουμπέκα αποφεύγουν τη γραφικότητα και τονίζουν τη διαχρονικότητα. Η κίνηση του Σταύρου Αλέξανδρου Ικμπάλ προκρίνει ένα είδος τελετουργικής τραχύτητας στην απεικόνιση της βίας. Η πρωτότυπη μουσική του Φώτη Σιώτα ανοίγει διάλογο με το άρρητο δίνοντας ρυθμό στη «σωματική γεωμετρία της υποταγής» και καθιστώντας την τελική σύγκρουση μία εμπειρία μεταφυσικού τρόμου. Οι στίχοι των δύο τραγουδιών που ακούγονται στην παράσταση είναι του Βασίλη Κατσικονούρη και συνομιλούν με την παράδοση με έναν σύγχρονο τρόπο.     




     Γυμνός από τεχνάσματα, παραδομένος στην καθαρή δράση, ο Μιχάλης Σαράντης ενσαρκώνει τον Γιάννη μέσα από πρωτόγονη, ζωώδη πλαστικότητα στην κίνηση, τη φωνή και την έκφραση. Το σώμα του, παλμογράφος εσωτερικής έντασης, μεταφέρει το βάρος της ενοχής πριν αρθρώσει λέξη και το απειλητικό, με άγρια απελπισία βλέμμα του, αποτυπώνει την άβυσσο του κακού. Η Δήμητρα της Άννας Καλαϊτζίδου διεκδικεί το μερίδιό της στην ηδονή και τη ζωή σαν το ψάρι που σπαρταράει έξω από το νερό… Η ηθοποιός αποδίδει αυτή την αίσθηση με τα πλούσια εκφραστικά της μέσα.

     Ως Χρήστος, ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης κινείται ευέλικτα ανάμεσα στον σκοτεινό ερωτισμό, τις τύψεις αλλά και τη μικροψυχία. Στον ρόλο του αφηγητή, ο Φώτης Θωμαΐδης συγκινεί με την ατόφια, ανεπιτήδευτη ερμηνεία του. Με τη δωρική της κίνηση, το βλέμμα που καθρεφτίζει δεκαετίες καταπίεσης, υπομονής και βωβού πόνου αλλά και τη νηφαλιότητα με την οποία διαχειρίζεται την απώλεια της κόρης, η Φωτεινή Ντεμίρη (μητέρα της Δήμητρας) ενσαρκώνει την παθογένεια της εποχής που επέβαλλε στις γυναίκες τη στωική αποδοχή κακοποιητικών συμπεριφορών.

     Η Γεωργία Συφιανού (Φροσί) ακροβατεί ανάμεσα στην ορμητική επιθυμία για υπέρβαση και τον ασφυκτικό κλοιό της μοίρας, φωτίζοντας τον τρόπο που οι ανεκπλήρωτες προσδοκίες συνθλίβονται κάτω από το βάρος ενός αμείλικτου κόσμου. Τη διανομή συμπληρώνουν με αξιόλογες ερμηνείες ο Στέργιος Αντούλας, ο Γιώργος Παράσχος, ο Γιώργος Λάμπρης, ο Γιώργος Ζαφειρόπουλος, ο Πάνος Βαβάμης και η Αναΐς Έλληνα.

     Στο καλαίσθητο πρόγραμμα της παράστασης μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το κείμενο του Βασίλη Κατσικονούρη και το εξαιρετικό άρθρο της θεατρολόγου Κατερίνας Θεοδωράτου.




Δεν υπάρχουν σχόλια: