Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

Να ζήσω το ταξίδι


Έτσι ξημέρωσε…καθώς σκούριαζε η ιδέα μιας εκδρομής…

Δέκα χρόνια αδιάκοπης παρουσίας κλείνει φέτος η ομάδα «Σπείρα-Σπείρα», γέννημα-θρέμμα του μουσικοσυνθέτη Σταμάτη Κραουνάκη και μας καλεί σ’ ένα ξέφρενο γλέντι με τσιγάρο και κρασί, σ’ ένα σκανταλιάρικο ταξίδι, σ’ «ένα τσίρκο αισθήματος» που με τρελό χιούμορ και συγκίνηση κάνει ένα ζωντανό αφιέρωμα στην επιθεώρηση.

10 χρόνια στο…κουρμπέτι
Η ομάδα έκανε την πρώτη της εμφάνιση με το έργο «Όλοι μαύρα κι ένα πιάνο» που παρουσιάστηκε στο θέατρο «Χυτήριο», στο θέατρο «Χώρα», στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και στη συνέχεια σε περιοδεία. Από το 2001 μέχρι σήμερα οι παραστάσεις στεγάζονται στην «Αθηναΐδα» όπου έχουμε παρακολουθήσει τα έργα : «Sold out», «Η κλασσική συνταγή», «Η συνωμοσία των λουκουμάδων», «Μπιμπερό», «Χορικά: αιώνια θητεία στο κάλλος» (Μικρή Επίδαυρος, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών), «Δουλάρες», «Νέα γυναίκα μόνη τραγουδά», «Το ραντεβού της Τετάρτης», «Τα λόγια της αγάπης», «Ο έρωτας και η άνοιξη».
Η φετινή παραγωγή ακολουθεί με συνέπεια την υφολογία των προηγούμενων παραστάσεων που αναμειγνύουν παρλάτες, τραγούδια και χορό με ζωντανή μουσική από ορχήστρα και όλο το θίασο επί σκηνής να οργιάζει με τον αυτοσχεδιαστικό του οίστρο καθιστώντας κάθε εμφάνιση μοναδική και ανεπανάληπτη. Τα σατιρικά κείμενα καθημερινά τροφοδοτούνται και ανασχηματίζονται από την αδιάκοπη ροή της κοινωνικοπολιτικής επικαιρότητας. Στη σκηνή ζωντανεύουν οι μπλόγκερ, οι πυρκαγιές, οι καζινόβιες, τα δάνεια, οι πιστωτικές κάρτες, η έλλειψη επικοινωνίας, τα χαμένα όνειρα, οι προδομένες γενιές…Χοντροκομμένα αστεία, υπερβολή, γκροτέσκο χαρακτήρες, υστερική ένταση και αγχωτικοί ρυθμοί σκιαγραφούν την παράλογη όψη της ζωής στις σημερινές απάνθρωπες κοινωνίες.

Ένα αλλιώτικο θέαμα
Δεν είναι επιθεώρηση, αλλά περιέχει πολλά δικά της στοιχεία, δεν είναι απλώς μια μουσική παράσταση, δεν μοιάζει ούτε με θεατρικό έργο. Πρόκειται για ένα σύνθετο μίγμα που υπόσχεται ανέμελη διασκέδαση ενώ σε πολλές στιγμές κατορθώνει να προκαλέσει συγκίνηση με τις αναφορές του και τη διαμόρφωση μιας ιδιόμορφα μαγικής ατμόσφαιρας. Μια σωρεία στιγμών…Μια γλυκιά, μελαγχολική και ονειρική αναπόληση…(«Τα επόμενα όνειρα», «Αυτή η νύχτα μένει», «Ομόνοια πλας»). Ξεχωρίζουν για τους απολαυστικούς μονολόγους τους ο ταλαντούχος Γιώργος Νανούρης («Ο Επόμενος» σε στίχους και μουσική του Jacques Brel), η πληθωρική και χειμαρρώδης Παρθένα Χοροζίδου («Φραπέ-Δουλειά-Ψυχραιμία»), η Ρούλη Καρασιλιώτη με το ξεκαρδιστικό κείμενο «Εγώ, βασικά» (κουλτούρα-χούφτωμα) και η εκφραστικότητα της Αργυρώς Καπαρού. Γοητευτική η παρουσία της Πωλίνας, με κέφι και ζωηρούς ρυθμούς («Γόβα στιλέτο», «Η καζινόβια», «That’s all»). Η Δάφνη Λέμπερου συγκινεί με τη λιτότητα των εκφραστικών της μέσων («Οι μοίρες», «Πασατέμπος», «Χρόνια σαν τριαντάφυλλα»). Άφθονο γέλιο εξασφαλίζουν οι ατάκες και τα πειράγματα του Χρήστου Μουστάκα («Δεν έχω εκπρόσωπο, βρε», «3 χοντροί»). Η Ελεάννα Καραντινού «ακροβατεί» στο ιδιόρρυθμο, ποιητικό κείμενο του Γιώργου Μανιώτη «Η άρια των βαλσαμωμένων γλάρων» και κατορθώνει επιδέξια να το ενσωματώσει στο ύφος της παράστασης μέσα από μια ισορροπημένη ερμηνεία.
Η εκτέλεση πολλών πετυχημένων τραγουδιών σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου, του Μάνου Ελευθερίου, του Κώστα Τριπολίτη και του ίδιου του συνθέτη αποτελούν μοναδικά στιγμιότυπα της βραδιάς («Μαμά γερνάω», «Νάπολη», «Ποτέ», «Επεμβαίνεις», «Ο Πιτσιρίκος», «Κόκκινα γυαλιά», «Πόσο σ’ αγαπώ», «Κανόνι γλομπάκι»). Ωστόσο, ορισμένα νούμερα μας φάνηκαν λιγότερο επιτυχημένα και χρειάζονται, ίσως κάποια ανανέωση ή μερική επεξεργασία για να προκαλέσουν αβίαστο γέλιο. Το αφιέρωμα σε παλιούς ηθοποιούς που τίμησαν την ελληνική σκηνή καθώς και η παρωδία του σήριαλ ήταν δυο από τα πιο αδύναμα κομμάτια του θεάματος κυρίως από αισθητικής άποψης.

Κι αν ταυτίζομαι μαζί σου
είναι που’ βρα στη φωνή σου
τον κοινό αναστεναγμό.
Όλα τα μπλογκάρια μέσα
κοινωνία μου μπαμπέσα
άι φερ’ κάνα ψιλό.

(απόσπασμα από το τραγούδι «Ο Πιτσιρίκος»)

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Πόσο σ’ αγαπώ…επιθεώρηση!» μουσικοθεατρική παράσταση
του Σταμάτη Κραουνάκη
Από τη «Σπείρα-Σπείρα»
Κοστούμια : Γιάννης Μετζικώφ
Σκηνικός χώρος : Τάκης Χατούπης
Χορογραφία : Ιωάννα Κούνδουρου
Φωτισμοί : Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Ήχος : Γιάννης Χρονόπουλος, Δημήτρης Μουρλάς
Ορχήστρα : Άρης Βλάχος (πιάνο), Νίκος Χατζόπουλος (μπάσο), Σοφία Κακουλίδου (κρουστά) και Άννα Λάκη (ακορντεόν)
Επιμέλεια ορχήστρας : Γιώργος Ζαχαρίου
Παίζουν, τραγουδούν και ερμηνεύουν οι καλλιτέχνες : Αργυρώ Καπαρού, Ελεάννα Καραντίνου, Ρούλη Καρασιλιώτη, Σταμάτης Κραουνάκης, Δάφνη Λέμπερου, Βασίλης Μοσχονάς, Χρήστος Μουστάκας, Γιώργος Νανούρης, Πωλίνα, Γιώργος Στιβανάκης και Παρθένα Χοροζίδου

ΜΟΥΣΙΚΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΑΘΗΝΑΪΣ
Καστοριάς 34-36 και Ιερά Οδός, Βοτανικός, τηλ. 210 34 80 000
Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.30, Κυριακή 20.30

Τρίτη 18 Μαρτίου 2008

Χορός...θανάτου


Απειλήθηκε με τον έρωτα τόσο πολύ
κι ας έμοιαζε στα πέλματα παιδί
που μεγαλώνει σε πηγή θανάτου
Απειλήθηκε όταν την άγγιξε
από τους ήχους της ύλης
κι ας έλεγε το βάρος του κορμιού της
δεν έχω πεπρωμένα στήθια
να σύρω πάνω τους τα ρίγη

Και πονούσε η μικρή γυναίκα
να μάχεται το φεγγάρι
που μεταμόρφωνε ψηλά
τον ουρανό σε έρωτα
και να πνέει ο έρωτας ώρες κινδύνου
κοντά της
όπως κι ο θάνατος
που χάθηκε

(ανέκδοτο ποίημα της Κατερίνας Κατσίρη)

Η ιδέα του θανάτου ασκεί τρομοκρατική επιρροή πάνω στους ανθρώπους, επειδή αυτοί θα ήθελαν να ζουν αιώνια. Στη σκέψη τους έχει συνδεθεί με το σταμάτημα της ζωής, τη φθορά των ανθρώπινων λειτουργιών, την αδράνεια. Ο έρωτας και ο θάνατος αποτελούν δυο τιτάνιες δυνάμεις που στοιχειοθετούν και απορυθμίζουν την πορεία του ανθρώπου. Σύμφωνα με το Δημήτρη Λιαντίνη «ο έρωτας και ο θάνατος είναι δυο πανεπίσκοποι νόμοι ανάμεσα στους οποίους ξεδιπλώνεται η διαλεκτική του σύμπαντος». Πάνω σε αυτό το δίπτυχο στηρίχθηκε η σύλληψη για τη νέα παραγωγή της ομάδας «Ρου-Ίρα» που φέρει τον τίτλο «Αν πεθάνω, άσε το παράθυρο ανοιχτό» παραλλάσσοντας το στίχο του Λόρκα από το ποίημα «Αποχαιρετισμός».
Το χοροθέατρο «Ρου-Ίρα» (που στα σανσκριτικά θα πει «αίμα») επιχειρεί να προάγει τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της τέχνης του χορού και του θεάτρου φέρνοντας τον θεατή αντιμέτωπο με σκέψεις και απωθημένα συναισθήματα. Η εναρκτήρια παράσταση είχε τίτλο «Διαδρομές», πραγματοποιήθηκε την περασμένη χρονιά στο «Booze Cooperativa» και έλαβε μέρος στο 6ο Φεστιβάλ Χορού Αθήνας που διοργάνωσε το Σωματείο Ελλήνων Χορογράφων στο θέατρο «Αργώ».

Έρωτας και θάνατος
Ο ερωτικός χρόνος με εργαλεία σωματικά αφήνει ανεξίτηλα τραύματα στην ψυχή που τροφοδοτούνται από τη δύναμη της ανάμνησης, μιας γλυκιάς και μελαγχολικής ανάμνησης που συνοδεύει τις στιγμές της ευτυχίας ως το θάνατο και τις αθανατίζει στην αιωνιότητα, τη χρονική βαθμίδα της ερωτικής δικαίωσης
Στη δεύτερη σκηνική απόπειρα, η χορογράφος Νερίνα Ζάρπα καταπιάνεται με το ανεξάντλητο νήμα του έρωτα που ανθίζει υπό το απειλητικό, αδιάλλακτο και παγερό βλέμμα του θανάτου. Τρεις διαφορετικές ιστορίες που θα μπορούσαν να είναι μια, γεννούν ένα καταιγισμό ερωτημάτων γύρω από το άγνωστο μυστήριο της ύπαρξης. Ο θάνατος σε τρία επίπεδα : βιολογικό, συναισθηματικό και πνευματικό. Τέρμα ή νέα αφετηρία; Οδύνη ή λύτρωση; Φως ή σκοτάδι;
Δυο άνδρες (Παναγιώτης Λοϊζίδης-Λευτέρης Νικολαράκος) και δυο γυναίκες (Ευγενία Χαχάγια-Χριστίνα Παχή) έρχονται αντιμέτωποι με την προσωποποίηση του θανάτου (που ενσαρκώνει ντυμένος με κοστούμι και λιτό μακιγιάζ ο Κωσταντής Μιζάρας) και δελεάζονται από τα θέλγητρα που χρησιμοποιεί για να επιταχύνει την αναμενόμενη πτώση τους. Η επιβλητική, σαγηνευτική και μυστηριώδης φιγούρα οδηγεί τους ανθρώπους στο δικό της παιχνίδι αντοχής, δοκιμής και υπέρβασης των ορίων που εικονοποιείται με τη σκηνική απόδοση της ρωσικής ρουλέτας.
Τρεις διαστάσεις –ενσωματωμένες στις σφαίρες του πιστολιού – διανέμονται ακριβοδίκαια στο καθένα από τα πρόσωπα του ερωτικού τριγώνου καθορίζοντας την εξελικτική πορεία τους. Το άνευ ορίων πάθος φαίνεται να είναι ο τελικός εκτελεστής των πράξεών τους. Το αίσθημα της ματαιότητας, της απουσίας του άλλου ή του ανεκπλήρωτου έρωτα λαμβάνει τις τραγικές μορφές ενός εσωτερικού ολοκαυτώματος επιβεβαιώνοντας την κόλαση της μέθεξης και οδηγεί στην αυτοκαταστροφή. Ταυτόχρονα, το πνευματικό μέρος του εαυτού αδρανεί επιζητώντας έτοιμη βορρά στα υποπροϊόντα του τηλεοπτικού γίγνεσθαι που ναρκώνουν τους νοητικούς του ορίζοντες. Ωστόσο, μοναδική σπίθα ελπίδας απομένει ο θρίαμβος του πνεύματος έναντι της ύλης (σκηνή με τις σκισμένες σελίδες του βιβλίου και την τηλεόραση) αναδεικνύοντας την ανυπέρβλητη κυριαρχία του ακόμη και στην πιο τρομερή και σταθερή αναγκαιότητα της φύσης.
Τα κοστούμια της Εύης Καζάκου και η σκηνική επιμέλεια της Έντας Δημοπούλου βοηθούν το θεατή ν’ αναπτύξει ομόλογες δομές και ομοιοπαθητικές λειτουργίες με το θέαμα. Η μουσική επένδυση καλύπτει μια ευρεία ποικιλία ερωτικών κομματιών διανθισμένων από τους ήχους ταγκό, pop και αργόσυρτης, αισθησιακής ηλεκτρονικής μουσικής, ικανής να διεγείρει την ποίηση των κορμιών. Οι εναρμονισμένοι και σχολιαστικοί φωτισμοί εστιάζουν στα συναισθήματα εμμένοντας στη λεπτομέρεια.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Αν πεθάνω, άσε το παράθυρο ανοιχτό» της Νερίνας Ζάρπα
Από το χοροθέατρο «Ρου-Ίρα»
Χορογραφία-Σκηνοθεσία-Μουσική επιμέλεια : Νερίνα Ζάρπα
Πρωτότυπη μουσική : Σωτηρία Κολόζου
Κοστούμια : Εύη Καζάκου
Σκηνική επιμέλεια : Έντα Δημοπούλου
Σχεδιασμός φωτισμού : Ηλέκτρα Περσελή
Επιμέλεια κειμένων προγράμματος : Κωνσταντίνος Τσουραπούλης
Σχεδιασμός προγράμματος-φωτογραφίες : Σπύρος Κολιαβασίλης
Χορεύουν-ερμηνεύουν : Παναγιώτης Λοϊζίδης, Ευγενία Χαχάγια, Λευτέρης Νικολαράκος, Κωσταντής Μιζάρας και Χριστίνα Παχή

CLUB 22
Ακαδημίας και Ζωοδόχου Πηγής 3, τηλ. 210 92 22 244
Από 17 Μαρτίου έως 8 Απριλίου
Δευτέρα-Τρίτη 21.30

Σάββατο 8 Μαρτίου 2008

Ανάμεσά μας...


Η ομάδα «Νάμα» παρουσιάζει ένα σύγχρονο και προκλητικό έργο που ακροβατεί ανάμεσα στη μαύρη κωμωδία και το ψυχολογικό δράμα. Το «Penetrator» του Anthony Neilson, γραμμένο το 1993 και εμπνευσμένο από πραγματική ιστορία, μοιάζει με μια βίαιη διείσδυση στον οχυρωμένο ανδρικό ψυχισμό και υποσυνείδητο. Παίχτηκε για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου και συνέχισε την επιτυχημένη πορεία του στο Royal Court Theater του Λονδίνου. Η ρουτίνα της ανούσιας καθημερινότητας και η σαθρή επιφάνεια ενός κενόδοξου κόσμου προεκτείνουν το πολιτικό υπόβαθρο του κειμένου προκαλώντας γόνιμους προβληματισμούς.
Η υπόθεση διαδραματίζεται στο διαμέρισμα δυο νεαρών φίλων, του Μαξ και του Άλαν που ξενυχτούν πίνοντας μπύρες, παίζοντας χαρτιά και κουβεντιάζοντας για περιπέτειες με γυναίκες. Το ήρεμο παρεΐστικο κλίμα διαταράζει η αιφνίδια επίσκεψη του Τατζ, ενός παλιού φίλου που επιστρέφει από το στρατό. Σε μια τεταμένη πνιγηρή ατμόσφαιρα που παραπέμπει σε ψυχολογικό θρίλερ, τρεις διαφορετικοί χαρακτήρες συγκρούονται και αποκαλύπτονται, απωθημένα και παιδικά μυστικά ανασύρονται στην επιφάνεια ενώ έννοιες όπως «φιλία» και «προδοσία» επαναπροσδιορίζονται.

Ένα κίνημα χωρίς μανιφέστο
Ο ριζοσπαστικός συγγραφέας Anthony Neilson (γεννημένος στη Σκωτία το 1967) θεωρείται από τους πρωτεργάτες ενός αμφιλεγόμενου και ανατρεπτικού ρεύματος που προβάλλει στα έργα του πράξεις και γεγονότα παράλογης βίας με κυνική ωμότητα. Επιθετικές δομές, απροκάλυπτο γυμνό, βιτριολικός σαρκασμός, ισοπεδωτική κριτική και υπαρξιακός ζόφος. Με καταβολές από το «θέατρο της σκληρότητας» του Antonin Artaud, τις θεωρίες του Alfred Jarry και την πρόταση μιας ομαδικής ψυχοθεραπείας μέσω της αφύπνισης, το «In-Yer-Face Theater» (θέατρο στα μούτρα), γεννημένο στο Λονδίνο της δεκαετίας του ’90 (με δημιουργούς όπως η Sarah Kane και ο Mark Ravenhill), επιδιώκει να ξυπνήσει το θεατή από τον λήθαργο με κραυγές λεκτικής βίας, με επιθετικές εξάρσεις ενός ακατάσχετου υβρεολογίου και με τη συνεχή, επαναληπτική ροή ενός λαχανιασμένου λόγου που απευθύνεται πρωτίστως στις αισθήσεις του θεατή, για να συγκλονίσει το ασυνείδητο και να περάσει βραδυφλεγώς, αν το επιτύχει, και στο συνειδητό. Ένα εμπειρικό θέατρο που συγκλονίζει το κοινό με τον εξτρεμισμό της γλώσσας και των εικόνων.
Ο Anthony Neilson έχει γράψει, μεταξύ άλλων, τα θεατρικά έργα : «The Lying Kind», «The Censor», «Normal», «The Night before Christmas», «The Wonderful world of Dissocia» και «Stitching». Έχει σκηνοθετήσει τις ταινίες «The Debt Collector» και «Deeper Still» και έχει γράψει έργα για το ραδιόφωνο.

Η παράσταση
Η σκηνοθεσία του Γιώργου Παλούμπη χειρίστηκε επιδέξια το υλικό και έπλασε έναν κόσμο που σταδιακά ξεγυμνώνεται και εμφανίζει την αλήθεια του, στους ρυθμούς της αντίστροφης μέτρησης μιας ωρολογιακής βόμβας. Ενεργά θεατρικά σημεία: η άσεμνη περιγραφή μιας σεξουαλικής εμπειρίας, τα ηχητικά επιφωνήματα, η καταιγιστική επανάληψη λέξεων-εμμονών, οι αυτοσχέδιοι στίχοι και η χιπ χοπ μουσική του Μάριου Στρόφαλη. Στο τελικό κρεσέντο, αντί για την κορύφωση, δίνεται μια λυτρωτική, συγκινησιακά, προσγείωση με τον Τατζ και το Μαξ να τρώνε μπισκότα και ν’ αναπολούν ευτυχισμένες στιγμές από το παρελθόν.
Στον κλειστοφοβικό χώρο, που διαμόρφωσε ο Γιώργος Χατζηνικολάου, στοιβάζονται άδεια κουτιά μπύρας, περιοδικά, αποτσίγαρα και άπλυτα ρούχα. Ο Δημήτρης Λάλος (Μαξ) και ο Μάνος Κανναβός (Άλαν) διαμορφώνουν ένα σκηνικό ανδρικό ζευγάρι που αποδίδει με ακρίβεια πτυχές της κοσμοθεωρίας του συγγραφέα. Ο Στάθης Σταμουλακάτος, στον απαιτητικό ρόλο του Τατζ, πλάθει μια παγερή, αινιγματική και σε πολλές στιγμές ανέκφραστη φιγούρα, με αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά και αιφνίδια ξεσπάσματα που αγγίζουν τα όρια της ψυχοπάθειας.

Αλυσίδα διεισδύσεων
Το «Penetrator» αποτελεί ένα κυνικό και εκρηκτικό μείγμα παιδικότητας και σκληρότητας που αναδύει ο ανδρικός ψυχισμός με πολύπλευρες κατευθύνσεις, ένα καθαγιασμένο νοσηρό παιχνίδι βίας. Η διείσδυση της διαταραγμένης προσωπικότητας του Τάτζ στο μυαλό των δύο συγκατοίκων σημασιοδοτεί την αποκάλυψη μιας αλυσιδωτής δέσμης διεισδύσεων του παρελθόντος και του παρόντος, περιχαρακωμένης στο καθεστώς της αυταπάτης, της απόκρυψης και της ομοφοβίας. Η εισχώρηση αυτή ανατρέπει την αρχική χιουμοριστική ατμόσφαιρα, ασκεί τρομοκρατική επιρροή που σταδιακά μετατρέπεται σε ψυχολογική-σωματική βία σ’ ένα ηλεκτρισμένο κλίμα αναδεικνύοντας τη «διείσδυση» του Μαξ στον Άλαν (ζωή στο διαμέρισμα), του πολέμου στον Τατζ (με τη μορφή παραληρήματος κατά τη διάρκεια αφήγησης της ιστορίας των σεξουαλικών βασανιστηρίων από μια μυστική οργάνωση του στρατού), του Τατζ στο Μαξ (παιδικό βίωμα) και επιβάλλοντας με όχημα την παιδική εμπειρία και υπό την απειλή μαχαιριού, την αντιστροφή ρόλων (αντίσταση-παθητικότητα) των προσώπων προκειμένου να υπάρξει ένας αποδέκτης-στόχος. Ωστόσο, το μαχαίρι της μάχης πολιορκεί και τις δυο πλευρές του τριγώνου απειλώντας να καρφώσει τη μια πλευρά που αντιστάθηκε (Άλαν) και εξαναγκάζοντας έτσι την άλλη (Μαξ) να ενδώσει με την αποκάλυψη του παιδικού βιώματος της αρχικής διείσδυσης. Τελικά, το μαχαίρι «καρφώνεται» στην άλλη πλευρά του τριγώνου και αυτό διαλύεται.
Σύμφωνα με το φιλόλογο Κώστα Τσουραπούλη «ο Τατζ, στην ουσία, εισχωρεί σε μια πλασματική σχέση για να τη διαλύσει και να έρθει αντιμέτωπος με όλες εκείνες τις δυνάμεις που τον εξώθησαν στο κατώφλι της ψυχοπάθειας. Μέσα του είναι η ταπείνωση, ο ελλειπτικός-ασύνδετος λόγος, η ωμή και παράτολμη γλώσσα που συνίσταται στον παρανοϊκό φόβο για τον Άλλο και κατ’ επέκταση για όλους τους άλλους που κρύβοντας τον πραγματικό τους εαυτό, ευθυγραμμίζονται με τις νόρμες του συμφέροντος και της υποκρισίας και γίνονται «λύκοι» έτοιμοι να καταβροχθίσουν την αθωότητα. Η διαλεκτική των εκφάνσεων του ανδρικού ψυχισμού (κυριαρχία-παθητικότητα) στο συγκλονιστικό φως της ξεγύμνωσης, ειδικότερα εκεί όπου αποκαλύπτεται η στενή επαφή των δυο αγοριών, αίρει τα σεξουαλικά ταμπού και την ομοφοβία. Αντίδοτο κατά της βίας που υπέστη ο penetrator είναι μια ειρηνική μορφή διείσδυσης που αποκαθιστά την αληθινή ανδρική φιλία. Η τριβή του έργου ανάμεσα στην ιδιωτική και συλλογική βία αναδεικνύει ότι σε όλα τα επίπεδα του βίου, η ζωή είναι ένα διαρκές εναλλασσόμενο παιχνίδι κυρίαρχων και ηττημένων θέτοντας έντονα ερωτήματα για τα ηθικά του όρια».

Ακτιβιστική διάσταση
Σύμφωνα με το φιλόλογο Κώστα Τσουραπούλη «οι περισσότεροι νέοι μαθαίνουν πριν ακόμη γίνουν έφηβοι να φοβούνται να δεθούν στενά με άλλα αγόρια και να ξεγυμνωθούν ο ένας στα μάτια του άλλου, από την πανοπλία του ανδρισμού τους. Η θέαση της παθητικότητας, της ευαισθησίας, χαρακτηριστικών που θεωρούνται γυναικεία, λαμβάνεται ως δείγμα αδυναμίας. Ο κυρίαρχος φόβος τους είναι μήπως οι ίδιοι ή οι άλλοι ανακαλύψουν την ομοφυλοφιλία ή μήπως την «κολλήσουν». Έτσι δεν πράττουν αυτό που τόσο απελπισμένα χρειάζονται : να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο, να φανερώσουν τις αμφιβολίες και τις ατέλειες που αφορούν στον ανδρισμό τους. Η ομοφοβία ως μηχανισμός άμυνας-θεραπεία κατά του φόβου ενισχύει την εύθραυστη ετεροφυλοφιλία, αλλά αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη της ανδρικής φιλίας και οικειότητας στερώντας τους άνδρες από πλούσιες εμπειρίες και γνώσεις που δεν μπορεί κανείς ν’ αποκτήσει παρά μόνο με την παρέα κάποιου άλλου. Σύμφωνα με τον Guy Corneau, η ομοφοβία αποτελεί ίσως και μια από τις αιτίες της ομοφυλοφιλίας. (βλ. ΧΥ Η Ανδρική ταυτότητα της Elisabeth Batinder, εκδόσεις «Κάτοπτρο»).
Το έργο εισβάλλει εξονυχιστικά στα παραπάνω ριζωμένα στερεότυπα για να τα διαλύσει και να τ’ αποδυναμώσει. Ο Μαξ και ο Τατζ κατάφεραν σε μια τρυφερή ηλικία να δεθούν στενά με σχέση αμοιβαίας στοργής. Η αποξένωση του καθενός και η στέρηση αυτής της επαφής τους απομάκρυνε από το υγιές πρότυπο. Ο Μαξ αντιλαμβάνεται ότι η ανάγκη αναγνώρισης ενός μέρους του ανδρικού ψυχισμού (ευαισθησία) δε γίνεται αποδεκτή και ενστερνίζεται στην πορεία το ρόλο του κυρίαρχου αρρενωπού προτύπου εξαρτημένου όμως συναισθηματικά από τη γυναικεία εξουσία και χρησιμοποιεί τον Άλαν μόνο σα συμπαίκτη και αντίπαλο στην καθημερινή τους συμβίωση εισχωρώντας στο μυαλό του. Ο Άλαν, ευαίσθητος, μυστικοπαθής, στερημένος από κάθε φιλική σχέση απορροφάται από τον κόσμο του Μαξ και φοβούμενος να εκφράσει ανοιχτά τη σεξουαλικότητα του – ίσως ομοφυλόφιλη – τη διοχετεύει στην αγάπη του για τ’ αρκουδάκια και εκφράζει μαζί με το Μαξ τις προκαταλήψεις του εναντίον των ομοφυλόφιλων για να κερδίσει την επιδοκιμασία του ώσπου αντιστέκεται στην παράλογη εισβολή του Τατζ και γίνεται κυρίαρχος. Αντίθετα, ο «μάτσο» κυρίαρχος Τατζ συντρίβεται από τα φαντάσματα του ανδρισμού του, από την κατάρρευση του ιμπεριαλιστικού μύθου – αποτέλεσμα του παραλογισμού του πολέμου – και διεισδύει ειρηνικά στο Μαξ για να επαναφέρει το υγιές πρότυπο ανδρικής φιλίας που συνίσταται στο αμοιβαίο δόσιμο και ξεγύμνωμα. Ο Μαξ το δέχεται και η ζωή βρίσκει και πάλι τους ρυθμούς της».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Penetrator» του Anthony Neilson

Από τη θεατρική ομάδα «Νάμα»
Μετάφραση-Σκηνοθεσία : Γιώργος Παλούμπης
Σκηνικά : Γιώργος Χατζηνικολάου
Φωτισμοί : Βασίλης Κλωτσοτήρας
Μουσική : Μάριος Στρόφαλης
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Δημήτρης Λάλος, Μάνος Κανναβός και Στάθης Σταμουλακάτος

ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ
Ναυπλίου 12, αρχές Λένορμαν, Κολωνός, τηλ. 210 51 38 067
Τρίτη-Τετάρτη 21.00

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

Ιοβόλο μειδίαμα


Όλες οι μνήμες πια θε να πάρουνε τέλος.
Καθώς προβάλλουν όπου κοιμούμαι
και υποφέρω ανωφέλευτα
απ’ τη φρικτή μου ποίηση

Ας τελειώσουν και οι γλώσσες του φαντάσματος.
Που νομίζουν πως είμαι η ίδια εγώ
και πλάγιασα μαζί τους με νωχέλεια
χαϊδεύοντας
το χνούδι του σκεπάσματος

Παράξενο που δεν το συλλογίστηκα
να χαμηλώσω ολοένα στο πλευρό μου
τίποτα
κι από κοντά του να περνώ γυναίκα

να χάσει πια το χρώμα της
η μνήμη,
πίνοντας νύχτα απ’ τη γυναίκα

(από ανέκδοτο ποίημα της Κατερίνας Κατσίρη)

Εικοσιένα χρόνια μετά το σημαδιακό ανέβασμα του Καρόλου Κουν, «Ο Ήχος του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη ζωντανεύει ξανά σε αθηναϊκή σκηνή με τη μαγευτική Τάνια Τσανακλίδου στο ρόλο της μάνας. Μια φορτωμένη αισθητικά παράσταση, με εμφανή σκηνοθετικό ναρκισσισμό, υπερκινητικότητα και αγχωτικούς ρυθμούς που αποτελεί, ωστόσο, μια ενδιαφέρουσα σύνθετη ανάγνωση του σύγχρονου αυτού ελληνικού έργου.
Το έργο εκτυλίσσεται τον Ιούνιο του 1985, τρεις μέρες πριν από τις βουλευτικές εκλογές. Μια ώριμη γυναίκα που ζει χρόνια στην επαρχία, έρχεται στην Αθήνα για να ψηφίσει και να συναντήσει το γιο της που έχει να δει πάνω από ένα χρόνο. Συγκρουσιακές καταστάσεις και δυνατοί διάλογοι φέρνουν στην επιφάνεια τις αντιθέσεις δυο διαφορετικών κόσμων που εναγωνίως επιδιώκουν την απόλαυση της απόλυτης ελευθερίας. Πως ένα όπλο μπορεί να σκορπίσει τον θάνατο χωρίς να εκπυρσοκροτήσει; Ένας ήχος που δεν ακούγεται ποτέ, κι όμως θα ανατρέψει όλα τα γεγονότα μέσα σε λίγες μόνο ώρες.

Η Συγγραφέας και το έργο της
Η Λούλα Αναγνωστάκη εμφανίστηκε στο θέατρο το 1965 με την τριλογία «Η Διανυκτέρευση», «Η Πόλη» και «Η Παρέλαση», που παρουσίασε σε ενιαία παράσταση στο Θέατρο Τέχνης ο Κάρολος Κουν. Το Φεβρουάριο του 1967 ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο το τρίπρακτο έργο της «Η Συναναστροφή», σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά. Στη συνέχεια παρουσιάστηκαν τα θεατρικά «Αντόνιο ή το Μήνυμα» (1972), «Η Νίκη» (1978), «Η Κασέτα» (1982), «Ο Ήχος του όπλου» (1987), όλα από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Το 1990, ο θίασος Τζένης Καρέζη-Κώστα Καζάκου ανέβασε το έργο «Διαμάντια και Μπλουζ», σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου. Το 1995 είδαμε «Το Ταξίδι Μακριά» από το Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή. Το 1998 το μονόπρακτο «Ο Ουρανός κατακόκκινος» από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Βίκτορα Αρδίττη και το 2003 το «Σ’ εσάς που με ακούτε» από τη Νέα Σκηνή, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή. Τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη έχουν συστηματικά παρουσιαστεί από αθηναϊκούς θιάσους και Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα καθώς και σε πολλές χώρες του εξωτερικού.

Η Παράσταση
Η σκηνοθεσία της Έλλης Παπακωνσταντίνου θέλησε ν’ αναδείξει τις βαθύτερες δομές του κειμένου μέσα από μια σύγχρονη αισθητική και ν’ ανανεώσει τη σκηνική του υπόσταση. Εισέβαλλε δυναμικά και βίαια στο συγκροτημένο και σαφές σε εντολές κειμενικό μικρόκοσμο της συγγραφέως –μέχρι και οι μουσικές επιλογές έχουν καθοριστεί- και με παρεμβάσεις που καταργούν τις σκηνικές συμβάσεις διαμόρφωσε ένα «αυτόνομο» παραστασιακό συμβάν που μοιάζει ν’ απομακρύνεται από τις καταστάσεις και, ίσως, να θολώνει σ’ ένα βαθμό την εικόνα των προσώπων. Δεύτερη γραφή. Πολλά ερωτήματα προκαλούν οι κινησιολογικές-χορογραφικές «εμπνεύσεις» που λειτουργούν πιθανόν συμβολικά, σχολιάζουν και φωτίζουν διφορούμενα σημεία των εικόνων. Ιδιόρρυθμης αισθητικής αντίληψης και το στιγμιότυπο αφιέρωμα στις παλαιότερες παραστάσεις του έργου με τους ηθοποιούς να πασαλείβονται με τούρτα.
Ένα διαλεκτικό παιχνίδι φανταστικού κόσμου και πραγματικότητας σ’ ένα ακαθόριστο και μυστηριώδες σκηνικό χώρο! Ακατάστατο καμαρίνι θεατρίνων; Ρινγκ; Πλατεία; Σαλόνι; Ένας πελώριος αχνιστός καθρέφτης, μια υδρόγειος σφαίρα, ένα ζευγάρι γάντια του μποξ, μια αμερικανική σημαία, μια βαλίτσα με χαρτονομίσματα, κοντάρια με λάμπες και πολλά άλλα αντικείμενα κατακλύζουν τη σκηνή και χρησιμοποιούνται ποικιλοτρόπως. Μικρά κομμάτια από χαρτί εκσφενδονίζονται παραπέμποντας στην ατμόσφαιρα προεκλογικής εκστρατείας. Οι παλαιές αποσυρμένες συσκευές σε γυάλινα πλαίσια σα σε μουσειακό χώρο και η μακέτα σκηνικού παράστασης δίνουν την αίσθηση των ξεχασμένων στο ράφι αντικειμένων ενώ η μικρογραφία με τα πλήθη των διαδηλωτών μοιάζει αποκομμένη από τη σύγχρονη πραγματικότητα του εφησυχασμού και της απάθειας. Η σκηνή της μεταμφίεσης και του χορού αποτελεί άλλο ένα αιχμηρό σχόλιο για την αγριότητα της εποχής και την υποκρισία των ανθρωποφαγικών σχέσεων. Τα πρόσωπα δεν κινούνται σα πιόνια στα τρία επίπεδα του σκηνικού (που επιμελήθηκε η Φωτεινή Δήμου) σ’ ένα τηλεκατευθυνόμενο παιχνίδι όπου όλα μοιάζουν στημένα. Είναι ενεργά και παρόντα σημεία ακόμα και όταν δεν τους έχει καταχωρηθεί λόγος. Η χρήση video art, οι μικροί καθρέφτες που μετακινούν οι ηθοποιοί, τα κοντάρια με τις λάμπες καθώς και η εκφώνηση κάποιων σκηνικών οδηγιών υπογραμμίζουν τη δυναμική καίριων στιγμών.
Οι ηθοποιοί ευθυγραμμίστηκαν με τη σκηνοθετική άποψη και κινήθηκαν σ’ ενιαίο ύφος. Συγκινητική μέσα από μια ανεπιτήδευτη απλότητα η Τάνια Τσανακλίδου στο ρόλο της Κάτιας. Ως Μαρίκα, παλιά φίλη της Κάτιας, η Χρύσα Σπηλιώτη σαγηνεύει με την εμφάνιση της και την αισθησιακή γαλλική προφορά της αναδεικνύοντας τη γοητεία της ώριμης γυναίκας που στο βάθος μένει πάντα παιδί. Ο ταλαντούχος Μάνος Καρατζογιάννης ερμηνεύει το δεκαεπτάχρονο Μιχάλη με τα πλούσια εκφραστικά του μέσα και σκιαγραφεί με ακρίβεια τις ψυχολογικές διακυμάνσεις του ήρωα. Η Ηλέκτρα Τσακαλία υποδύεται τη Φανή, την κοπέλα του Μιχάλη, και ανταποκρίνεται με άνεση στις απαιτήσεις του ρόλου. Ο Νικόλας Στραβοπόδης, άψογος κινησιολογικά, υποστηρίζει με την καλύτερη δυνατή προσπάθεια το Γιάννη, αδελφό της Φανής και ο Τηλέμαχος Μούσας διεκπεραιώνει εύστοχα το σύντομο ρόλο του Ηλία, φίλου της Μαρίκας.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο Ήχος του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη

Σκηνοθεσία : Έλλη Παπακωνσταντίνου
Σκηνικά-Κοστούμια : Φωτεινή Δήμου
Φωτισμοί : Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Μουσική : Δημήτρης Καμαρωτός
Βοηθός σκηνοθέτη : Αγάπη Γουστένη
Βοηθός σκηνογράφου : Νατάσσα Παπαστεργίου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Τάνια Τσανακλίδου, Χρύσα Σπηλιώτη, Μάνος Καρατζογιάννης, Ηλέκτρα Τσακαλία, Νικόλας Στραβοπόδης και Τηλέμαχος Μούσας

104 ΚΕΝΤΡΟ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ
Καλλιδρομίου & Θεμιστοκλέους 104, Εξάρχεια, τηλ. 210 38 26 185
Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.00, Κυριακή 20.00

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2008

Με λιγασμένες τράπουλες στα χέρια


«Πουλημένη χώρα. Πρέπει να είσαι ηλίθιος. Η τύχη κυνηγάει τους ηλίθιους. Αυτούς που δεν καταλαβαίνουν τίποτα, δεν σκέφτονται τίποτα, δεν κάνουν τίποτα. Νεκρά μυαλά, με λιγδιασμένες τράπουλες στα χέρια, που παίζουν για καπίκια…»

Το θεατρικό έργο «Οι Παίκτες» του Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ (Ουκρανία 1809-Ρωσία 1852) παρουσιάζεται από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Ελένης Μποζά και μετάφραση Ευγενίας Κριτσέφσκαγια.

Ο Συγγραφέας και το έργο του
Στο πλούσιο λογοτεχνικό έργο του Γκόγκολ συνυπάρχει η κριτική διάθεση με το χιούμορ, τον λυρισμό και την απογοήτευση. Η διεισδυτική και οξεία ματιά του στα ανθρώπινα ελαττώματα, τον καθιέρωσαν ως πατέρα του ρωσικού κριτικού ρεαλισμού. Το 1836, γράφει ένα από τα γνωστότερα έργα του, τον «Επιθεωρητή», το οποίο μεταφέρεται στο θέατρο προκαλώντας την αντίδραση των συντηρητικών της Πετρούπολης λόγω της ανελέητης σάτιρας του κατεστημένου. Άλλα πολύ σημαντικά έργα του είναι «Το παλτό», «Το ημερόλογιο ενός τρελού», «Παντρολογήματα», «Η μύτη», «Νεκρές Ψυχές», «Το πορτρέτο», «Τάρας Μπούλμπα» και «Λεωφόρος Νιέφσκι».
«Οι Παίκτες» (1842) διαδραματίζονται σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο μιας μικρής επαρχιακής πόλης όπου εμφανίζεται ένας έμπειρος χαρτοπαίκτης, ο οποίος έχει αναγάγει τη χαρτοπαιξία σε υψηλή τέχνη απάτης. Η άφιξη και η συνάντησή του με τρεις επίσης σεσημασμένους χαρτοκλέφτες, σηματοδοτεί την έναρξη ενός παιχνιδιού γεμάτου ανταγωνισμούς, συμμαχίες, εκπλήξεις και ανατροπές.
Ο Γκόγκολ ξεφεύγει από την παράδοση του κλασικισμού παρασύροντας μαζί του και άλλους Ρώσους δημιουργούς που αναζητούν νέες φόρμες και θέματα για ν’ αντικαταστήσουν τα παλιά πρότυπα. Αποδομεί το παρελθόν με τρόπο διαλεκτικό κρατώντας ό,τι μπορεί να ξαναδουλευτεί. Οι πλοκές των έργων του ακολουθούν επίσης την ίδια αρχετυπική δομή της κωμωδίας. Στον «Επιθεωρητή» και στους «Παίκτες» τίθεται σε λειτουργία το παλιό μοτίβο της λανθασμένης ταυτότητας, ενώ στα «Παντρολογήματα» η ηθογραφική αντιμετώπιση των εμποδίων που φύονται στο μονοπάτι του έρωτα. Στους «Παίκτες» η ενότητα του χώρου και του χρόνου ακολουθείται πιστά, ενώ στον «Επιθεωρητή» και στα «Παντρολογήματα» μόνο κατά προσέγγιση. Και τα τρία έργα ακολουθούν τον κανόνα της ενότητας της δράσης και δεν υπάρχουν δευτερεύουσες πλοκές ή δευτερεύοντα επεισόδια.

Η Παράσταση
Η παράσταση κινήθηκε στην αδρή γραμμή της εξπρεσιονιστικής φόρμας και της γελοιογραφικής παύσης. Στη σκηνοθεσία της Ελένης Μποζά αποδίδονται με ακρίβεια σκηνικής αποκαλύψεως το μικρό ελεεινό πάθος-μικρόβιο της χαρτοπαιξίας και η έρπουσα επικινδυνότητα μιας καθημερινότητας σε παρακμή-κρίση.
Το πίσω μέρος της σκηνής καταλαμβάνει ένα bar, στο πλάι βρίσκεται ένα juke box που λειτουργεί συνειρμικά σε καίριες στιγμές του έργου, ενώ στο κέντρο, ένα άγαλμα δίνει αίγλη στο χώρο και χρησιμοποιείται αδέξια ως υποκατάστατο γυναικείου σώματος σε μια σκηνή άσκοπου γυμνού. Βαλίτσες συσσωρεύονται στην άκρη, τραπουλόχαρτα σκορπίζονται σ’ όλο το πεδίο δράσης και μια γλάστρα μεταφέρεται για κάποιο μυστήριο λόγο από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε η Ελένη Μανωλοπούλου παραπέμπει ευθέως σ’ ένα λαβύρινθο όπου δυσκίνητα οι ήρωες στροβιλίζονται στο χορό της απάτης και του μυστικού, της αλήθειας και του ψέματος. Κινητά χωρίσματα απομονώνουν τα πρόσωπα σε τόπους όπου υφαίνονται ίντριγκες και συνωμοσίες σ’ ένα στημένο παιχνίδι αλυσιδωτών αντιδράσεων που κορυφώνεται με την καταλυτική αιφνίδια ανατροπή της τελευταίας σκηνής. Η επαναληπτική, ταχύρρυθμη και ιδιόρρυθμη εκφορά λόγου στη φράση «κερδίζει-χάνει» σε συνδυασμό με μια χορογραφημένη απεικόνιση της αρνητικής έκβασης μιας παρτίδας χαρτιών και τα στάδια εξόντωσης του παίκτη-θύματος μεγεθύνει – με σκοπό να δώσει έμφαση – τη σκληρή όψη μιας ανελέητης πραγματικότητας.
Ο Νίκος Γιαλελής ενσαρκώνει εξελικτικά τον Ίχαρεφ αποδίδοντας με ακρίβεια τις αντιθέσεις του χαρακτήρα. Ο ταλαντούχος Λευτέρης Ζαμπετάκης υποδύεται επιδέξια τον καμαριέρη Αλεξέι που αναμειγνύεται με πονηριά στα σχέδια του αφεντικού. Ο Στέλιος Ιακωβίδης (Σβόχνεφ Πιοτρ Πετρόβιτς), ο Αλέξανδρος Λογοθέτης (Ουτεσίτελνι Στεπάν Ιβάνοβιτς), ο Γιώργος Οικονόμου (Ζαμουχρίσκιν), ο Γιάννης Τσεμπερλίδης (Γκρουμ), ο Στράτος Σωπύλης (Γκαβριούσκα) και ο Σωτήρης Τσακομίδης (Κρούγκελ) πλάθουν ολοκληρωμένους τύπους και επικοινωνούν με κοινούς κώδικες. Ο Γεννάδιος Πάτσης στο ρόλο του Γκλοβ Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς δημιουργεί μια εκκεντρική φιγούρα που διανθίζει με κωμικά στοιχεία. Ο Δημήτρης Μοθωναίος, ως Γκλοβ Αλεξάντρ Μιχαήλοβιτς χειρίζεται υποδειγματικά το στοιχείο της έκπληξης στα εκφραστικά του μέσα.
Η μουσική του Θόδωρου Αντωνίου και οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα υπογραμμίζουν διακριτικά στιγμές, φράσεις, καταστάσεις παγώνοντας τη λεπτομέρεια.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Οι Παίκτες» του Νικολάι Γκόγκολ
Μετάφραση : Ευγενία Κριτσέφσκαγια
Σκηνοθεσία : Ελένη Μποζά
Σκηνικά-Κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Κίνηση : Ζωή Χατζηαντωνίου
Μουσική : Θοδωρής Αμπαζής
Φωτισμοί : Μελίνα Μάσχα
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Νίκος Γιαλελής, Λευτέρης Ζαμπετάκης, Στέλιος Ιακωβίδης, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Δημήτρης Μοθωναίος, Γιώργος Οικονόμου, Γεννάδιος Πάτσης, Στράτος Σωπύλης, Σωτήρης Τσακομίδης και Γιάννης Τσεμπερλίδης

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
Β ΣΚΗΝΗ-ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΑΤΡΟ
Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, τηλ. 210 52 31 131
Σάββατο 19.00, Τετάρτη & Κυριακή 22.00, Τρίτη 21.00

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008

Να ξεγελάσεις τον θάνατο...


Κατόπιν, μόλις άρχισε να φεύγει με κόκκινο η δύση
έσβυσα όλα τα προσχήματα
και άρπαξα μια δυνατή προσευχή
που ηχούσε βαθιά αναστεναγμούς
Άρπαξα αλύπητα τα φωνήεντα
και μιλούσα στα δυνατά για τους θεούς
που μισοσκέπαζαν το νεκρό πλέον κορίτσι
με άσπλαχνες δοτικές

Πιστεύω σ’ ένα εκατομμύριο προσευχές
που βγαίνουν από το εγώ μου Κύριε
πιστεύω ακόμα και στις ζωές των ποιητών
μα η λεπτή μουσική
που πρωτάκουσα απ’ τα δικά της στήθη
πραγματικά με σπρώχνει σε θυσία

(απόσπασμα από ανέκδοτο ποίημα της Κατερίνας Κατσίρη)

Η Γαλλομεξικάνα συγγραφέας και σκηνοθέτης Esther André Gonzalez που τα τελευταία χρόνια ζει και δημιουργεί στη χώρα μας, εμπνέεται από την πολυτάραχη και ασυμβίβαστη ζωή της ζωγράφου Frida Kahlo (Μεξικό, 1910-1954) και συνθέτει στη γαλλική γλώσσα ένα ψυχογράφημα που αναπαριστά τον εσωτερικό κόσμο μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας. Καυστική και τρυφερή, μαχητική και ευαίσθητη, σύμβολο υπομονής και καρτερίας αποτύπωσε σε κάθε πινελιά ένα σημάδι της σωματικής ή της ψυχικής της οδύνης. Το κομματιασμένο από μοιραίο ατύχημα κορμί της, η αδυναμία να φέρει στον κόσμο ένα παιδί και η εμμονή πως μόνο αν βασανίζεται υπάρχει περίπτωση να την αγαπήσουν στοίχειωσαν την ψυχή και την τέχνη της.

Η συνεχής αναζήτηση της ταυτότητας
Το θεατρικό έργο «Frida/Frida» είναι ένα είδος καμβά, ένα μείγμα χρόνων, τόπων, δράσεων, διαλόγων και φωνών που εικονοποιεί σκηνικά την εσωτερική πάλη δύο γεμάτων αντιθέσεις κόσμων. Ένας διάλογος της καλλιτέχνιδας με τον ίδιο της τον εαυτό. Οι δυο υποστάσεις ενός προσώπου αγαπημένου αλλά και πληγωμένου. Η Ευρωπαία και η Ινδιάνα. Ο πνευματικός, καλλιτεχνικός και πολιτικός αναβρασμός και η απελευθερωμένη σεξουαλικότητα («Κάθε μου πίνακας είναι μια ερώτηση»). Το συνειδητό και το ασυνείδητο. Στα όρια λογικής και τρέλας. Η Φρίντα ως το παράδοξο πεδίο της συνάντησης δύο κόσμων που αλληλοκοιτάζονται. Η δυϊκότητα που υπάρχει μέσα σε όλους μας. Η αναζήτηση του άλλου, μιας συμπληρωματικής ύπαρξης. Το σώμα και η ψυχή. Η μουσική, η γλώσσα, η λαϊκή τέχνη, η κουζίνα, ένας ολόκληρος κόσμος γεμάτος χρώματα, ήχους και μυρωδιές ξετυλίγεται μέσα από τους διαλόγους του κειμένου που δεν είναι παρά ένας μονόλογος-απολογισμός ζωής («Θέλω να ζωγραφίσω την ομορφιά, την αλήθεια, τον πόνο»). Σημαντικοί σταθμοί το ατύχημα, η θυελλώδης σχέση της με το Ντιέγκο Ριβέρα -φύλακας άγγελος και δήμιος μαζί- καθώς και οι επιδράσεις από τους σουρεαλιστές που θέλγονται από το «παράλογο» της καθημερινότητας των Μεξικάνων, την φιλοσοφία των Ινδιάνων και την μπαρόκ σχέση τους με το θάνατο.
Το έργο, άλλωστε, εστιάζει στη στάση της ηρωίδας απέναντι στο θάνατο με αναφορές στη φιλοσοφία της συμφιλίωσης και στις παραδόσεις του μεξικανικού λαού που χορεύει και γιορτάζει με ιεροτελεστία την αναχώρηση των ψυχών.

Η παράσταση
Περιστατικά από της ζωή της Frida, σκέψεις, ιδανικά, έρωτας, μίσος, πάθη, φόβοι και αγωνίες. Ένα σκηνικό παιχνίδι με γρήγορους ρυθμούς, βίαιες εναλλαγές συναισθημάτων και αυτοσχεδιασμούς που σπάνε τη θεατρική σύμβαση. Ένα παιχνίδι που κάνει δυσδιάκριτα τα όρια της φαντασίας με την πραγματικότητα. Σημείο εκκίνησης η επιβλητική έναρξη μ’ ένα παρατεταμένο εκκωφαντικό ποδοκρότημα.
Ο έντονα πολύχρωμος σκηνικός χώρος είναι καλυμμένος από εικόνες αγίων ενώ στο κέντρο της σκηνής βρίσκεται τοποθετημένο ένα ανοιχτό φέρετρο. Πίνακες ζωγραφικής, ρούχα, δύο κορσέδες κρεμασμένοι, κοσμήματα, γράμματα, ένας κόσμος που αναπαριστά την ζωντανή εικόνα του ινδάλματος. Στο πάνω μέρος, ένα πλαίσιο πίνακα από το οποίο ξεπροβάλλει μια μυστηριώδης φιγούρα που σχεδόν κατασκοπεύει όσα συμβαίνουν. Οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου παγώνουν καίριες στιγμές.
Η Φωτεινή Παπαδόδημα και η Κωνσταντίνα Τάκαλου δημιουργώντας ένα ισχυρό υποκριτικό δίδυμο ενσαρκώνουν τα δύο πρόσωπα της ζωγράφου αποτυπώνοντας στις ερμηνείες τους διαφορετικές πτυχές της προσωπικότητας της. Οι δυο ηθοποιοί φωτίζουν τις αντιθέσεις, τις αντιφάσεις, τα διλήμματα και αποδίδουν με εκφραστική ακρίβεια τις διακυμάνσεις του ιδιαίτερου ψυχικού κόσμου της ηρωίδας. Μ’ εξαίσιο ασπρόμαυρο μακιγιάζ και ντύσιμο, ο ταλαντούχος Γιάννης Φίλιας (προσωποποίηση του θανάτου;) παρεμβαίνει στα διαλογικά μέρη και τραγουδάει γνωστές μελωδίες. Η γεμάτη χρώμα και μουσική παράσταση κορυφώνεται με το συγκινητικό ποιητικό της φινάλε.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Frida/Frida» της Esther André Gonzalez
Μετάφραση : Esther André Gonzalez-Χρήστος Κωνσταντέλλος
Σκηνοθεσία : Esther André Gonzalez
Σκηνικά-Κοστούμια : Χρήστος Κωνσταντέλλος
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Σύνθεση ήχων : Ορέστης Καμπερίδης
Χορογραφίες : Yanell Lopez
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου : Δημήτρης Πλατανάκης
Βοηθός σκηνοθέτη : Πέτρος Αλατζάς
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Φωτεινή Παπαδόδημα και Κωνσταντίνα Τάκαλου
Τραγουδάει ο Γιάννης Φίλιας

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ-Β ΣΚΗΝΗ
Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ. 210 88 38 727
Τετάρτη-Κυριακή 20.00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.00

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Αντίπαλοι κόσμοι


Το νέο έργο της Χρύσας Σπηλιώτη, «Φωτιά και νερό» κάνει λόγο για το δικαίωμα στην ετερότητα των πολιτισμών και στη διαφορετικότητα της σκέψης. Η αντιπαράθεση δύο κόσμων, αυτών της Δύσης και της Ανατολής, γεννά τον πυρήνα του δράματος. Η συγγραφέας υπερβαίνοντας τα όρια μιας δραματουργίας στενά προσδιορισμένης από τις συνθήκες ζωής του σύγχρονου Έλληνα, διευρύνει τη βάση του έργου της και ανοίγεται σε αναζητήσεις και θέματα που απασχολούν τον σημερινό άνθρωπο σε παγκόσμια κλίμακα. Πίσω από την ιστορία των τριών δραματικών προσώπων που παίρνουν μέρος στο έργο, διαθλώνται όψεις της σύγχρονης ιστορικής πραγματικότητας με τις χιλιάδες των θυμάτων πολέμου, τις μετακινήσεις πληθυσμών και τα καραβάνια των προσφύγων για έναν κόσμο ελπίδων και αδιέξοδων που διαμορφώνεται αποκλειστικά με όρους στυγνού συμφέροντος.

Η συγγραφέας και το έργο της
Η ηθοποιός Χρύσα Σπηλιώτη πρωτοεμφανίστηκε ως θεατρική συγγραφέας με το έργο «Ποιος ανακάλυψε την Αμερική;» που ανέβηκε το 1997 στο θέατρο Αμόρε και στη συνέχεια παίχθηκε σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, την Κύπρο και στην ομογένεια της Αστόρια στη Νέα Υόρκη. Το έργο εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου στην Κροατία και έχει μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες. Άλλα έργα της που έχουν παρουσιαστεί σε θεατρικές σκηνές είναι το «Σκοτσέζικο Ντους», το «Αγκά-σφί και φί» και ο μονόλογος «Με διαφορά στήθους». Παράλληλα, γράφει σενάρια για την τηλεόραση και εμφανίζεται συστηματικά στο θέατρο.
Πεδίο μάχης
Στο «Φωτιά και νερό», ο δραματουργικός ιστός στήνεται επάνω σ’ ένα ευφυές και ευφάνταστο παιχνίδι αντιστροφής ρόλων και συνεχών ανατροπών που αγγίζει σχεδόν τα όρια της φάρσας. Ένας ανυποψίαστος Ευρωπαίος, υπάλληλος ταχυδρομείου, που μπέρδεψε το δρόμο και βρέθηκε κατά λάθος να χτυπά την πόρτα ενός Ιρακινού πρόσφυγα, πέφτει θύμα ομηρίας και παραμένει δια της βίας έγκλειστος στο δωμάτιο που ζουν, εκπατρισμένοι και κατατρεγμένοι, ο Ιρακινός Σαΐντ με την Ιρανή σύντροφό του Χαγιάτ. Ο Σαΐντ, πρώην δάσκαλος, που έχει χάσει την οικογένειά του κατά την εισβολή στο Ιράκ και κατατρύχεται πλέον από τον διαρκή φόβο εκδίωξης από το προσωρινό του καταφύγιο αλλά και από την ίδια τη χώρα, αιχμαλωτίζει τον Ξένο και γίνεται ο απόλυτος εξουσιαστής του.
Σύμφωνα με τη θεατρολόγο Κωνσταντίνα Ζηροπούλου «μέσα σε μια ατμόσφαιρα δραματικά παράλογη, αλλά και με δόσεις χιούμορ, με αγωνία και κορυφώσεις απρόβλεπτες για τον θεατή, ξετυλίγονται γοητευτικές ιστορίες και μύθοι από τα βάθη της Ανατολής, που με γνώση και σεβασμό στη διαφορετικότητα της κουλτούρας η συγγραφέας χρησιμοποιεί ως όχημα για να οδηγήσει τους ήρωές της να επικοινωνήσουν και να συναντηθούν στις βαθύτερες επιθυμίες τους, ανάγκες αλλά και ερωτηματικά για τον Θεό και την ανθρώπινη ύπαρξη. Η βία ακυρώνεται και σαρκάζεται καθώς θύτης και θύμα, δάσκαλος και μαθητής, πλησιάζονται εξαναγκασμένοι από τους όρους του ίδιου του παιχνιδιού-που με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία έχει στήσει γι’ αυτούς η συγγραφέας- ν’ αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλο προκειμένου να συνεννοηθούν».

Η παράσταση
Το έργο εκτυλίσσεται σε δύο πράξεις και αποτελείται από 17 εικόνες. Διαδραματίζεται σε μια οποιοδήποτε μεγάλη ευρωπαϊκή πόλη, σκόπιμα αδιευκρίνιστη από τη συγγραφέα. Η λιτή και ρεαλιστική σκηνοθεσία της Άσπας Τομπούλη ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του πυκνού κειμένου, εστίασε σε αισθήματα και συγκινήσεις που αναδύονται μέσα από το ξετύλιγμα της ιστορίας των τριών προσώπων διαμορφώνοντας μια εύρυθμη παράσταση με κλιμακωτές εντάσεις και ισορροπημένες ερμηνείες. Η κυρία Τομπούλη αξιοποιεί το συμβολικό λόγο που διατυπώνεται στο σχεδόν κλειστοφοβικό μικρόκοσμο της συγγραφέως και επιδιώκει μέσω της εκφώνησης του να τον αφήσει να δραπετεύσει από τα στενά όρια της σκηνής. Οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν τους ήρωες-φορείς ιδεών αρθρώνοντας ένα λόγο που παραπέμπει σε απεγνωσμένη φωνή διαμαρτυρίας και αποτυπώνουν ευθύβολα τα συναισθήματα της απαισιοδοξίας και της αδικίας. Η Κάτια Γέρου, στο ρόλο της αφοσιωμένης συζύγου Χαγιάτ, το όνομα της οποίας στα αραβικά σημαίνει «ζωή», αποδίδει με ευαισθησία την ισορροπητική δομή που εκφράζει η ηρωίδα. Η κυρία Γέρου υποδύεται μια δυναμική γυναίκα που αγωνίζεται για την επιβίωση της μαχόμενη σε μια σκληρή πραγματικότητα και ταυτόχρονα μια φύση δοτική και γενναιόδωρη που επικοινωνεί μ’ έναν κόσμο υπερβατικό, πλημμυρισμένο από τραγούδια και παραμύθια στον οποίο «η φαντασία είναι αλήθεια». Ο ελληνοϊρανικής καταγωγής Βασίλης Κουκουλάνι, στον απαιτητικό ρόλο του Σαΐντ (ακραίος και οριακός χαρακτήρας) χειρίζεται με μέτρο τα εκφραστικά του μέσα και μαζί με το Μάνο Ζαχαράκο (Ξένος) διαμορφώνουν ένα δίδυμο υποκριτικής που υπογραμμίζει τις αντιθέσεις των δυο κόσμων και την αναπόφευκτη σύγκρουση. Στο ευρηματικό φινάλε, η γυναίκα θα γίνει μήλον της έριδος και θα διεκδικηθεί μέσα από μια παρτίδα σκάκι.
Ο σκηνικός χώρος που σχεδίασε η Μαρία Κονομή αρμόζει στο πνεύμα του έργου και επιτρέπει στους ηθοποιούς να κινηθούν με άνεση. Η υποβλητική μουσική του Νίκου Βίττη και οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα διαμορφώνουν την πνιγερή ατμόσφαιρα ενός αδιέξοδου τοπίου.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Φωτιά και νερό» της Χρύσας Σπηλιώτη
Μια συμπαραγωγή της «Σύγχρονης Θεατρικής Σκηνής» και
του ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ Καβάλας
Σκηνοθεσία : Άσπα Τομπούλη
Σκηνικά-Κοστούμια : Μαρία Κονομή
Μουσική επιμέλεια : Νίκος Βίττης
Επιμέλεια κίνησης : Φώτης Νικολάου
Φωτισμοί : Τάσος Παλαιορούτας
Βοηθός σκηνοθέτη : Αλέξανδρος Κοέν
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Κάτια Γέρου, Μάνος Ζαχαράκος και Βασίλης Κουκαλάνι
ΘΕΑΤΡΟ ΑΛΜΑ
Αγ. Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15-17, τηλ. 210 52 20 100
Δευτέρα-Τρίτη 21. 15