Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

«Τέλος Εποχής»


Οι περισσότεροι ήρωες του «Βυσσινόκηπου» περιφέρονται σαν υπνωτισμένοι αφήνοντας στην τύχη το μέλλον τους, αδυνατώντας να καθορίσουν το πεπρωμένο τους. Βρίσκονται στο μεταίχμιο μιας συνταρακτικής αλλαγής και κατά βάθος γνωρίζουν πως οι απώλειες που πρόκειται να υποστούν είναι αναπόφευκτες, καθώς ο κόσμος τους πεθαίνει για να γεννηθεί ένας νέος.
Ανάμεσά τους υπάρχουν κάποιοι που ήδη έχουν οραματιστεί το μέλλον, ένα μέλλον που μπορεί να ανήκει ή σε κείνους που θα καταφέρουν να εκμεταλλευτούν τις περιστάσεις για να εξασφαλίσουν υλικά κέρδη και εξουσία ή σε κείνους που θα επιχειρήσουν να θέσουν τα θεμέλια για μια πιο δίκαιη και πιο ανθρώπινη κοινωνία. Η ιστορία ήρθε να δικαιώσει τον συγγραφέα, η αλλαγή έγινε, δύο αντίθετοι κόσμοι ακολούθησαν ο καθένας το δικό του δρόμο. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός συντρίφτηκε. Ο καπιταλισμός επικράτησε για να προκαλέσει την σημερινή κρίση της οικονομίας, οδηγώντας μας και πάλι σ’ ένα «τέλος εποχής».
«Η ανθρωπότητα βαδίζει προς τα εμπρός ολοένα και με νέες δυνάμεις. Εκείνο που είναι άφθαστο σήμερα, κάποτε θα το πλησιάσει, θα το φτάσει, θα το καταλάβει...» έλεγε ο νεαρός ήρωας του Τσέχωφ. Και όντως η ανθρωπότητα βάδισε και βαδίζει ακόμα προς τα μπροστά. Όμως τι έφτασε; Τι κατάλαβε; Και τι επί της ουσίας, έχει αλλάξει από το 1900;
Το έργο του κορυφαίου Ρώσου συγγραφέα είναι διαχρονικό και βαθιά πολιτικό. Μελετάει την ουτοπία και επισημαίνει την φθορά. Αποκαλύπτει την ανθρώπινη φύση και τις αδυναμίες της. Μας επιβεβαιώνει με θλίψη αλλά και με κατανόηση το ανατρεπτικό ρηθέν: «Αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει ποτέ».
Το τελευταίο και αρτιότερο έργο του Τσέχωφ ολοκληρώθηκε το 1903 κι ανέβηκε στο «Θέατρο Τέχνης» της Μόσχας, λίγο πριν ο συγγραφέας υποκύψει στη χρόνια φυματίωσή του. Η σύγκρουσή του με τον Στανισλάβσκι είχε να κάνει με το γεγονός πως ενώ αυτός πίστευε πως έγραψε μια κωμωδία, ο σκηνοθέτης του, απέδωσε το έργο σαν δράμα.
Οι ήρωες του «Βυσσινόκηπου» αφήνουν μέσα από τις συμπεριφορές τους, να διαγραφεί η πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Ρωσίας στην μεταβατική εκείνη περίοδο όπου η φεουδαρχική τάξη πνέει τα λοίσθια ενώ οι πρώην κολίγοι και νυν έμποροι κι επιχειρηματίες ετοιμάζονται να μπουν δυναμικά στην πολιτική σκηνή και να αναλάβουν τα ηνία σε όλους τους τομείς.
Η κεντρική ηρωίδα και ιδιοκτήτρια του κτήματος Λιουμπόβ Αντρέγιεβνα είναι μια μεγαλόψυχη και γενναιόδωρη αριστοκράτισσα, επιπόλαιη όμως, σπάταλη κι αδιάφορη για την πρακτική πλευρά της ζωής. Στο έλεος του εκμεταλλευτικού εραστή της αλλά και του ανόητου αδελφού της που δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί τις οικογενειακές υποθέσεις, βλέπει τον κόσμο της να χάνεται και το όμορφο κτήμα της να περνάει στα χέρια του Λοπάχιν, ενός πρώην κολίγου της που έχει πλουτίσει ως έμπορος.
Ο αδελφός της, ο Γκάγεφ ανάμεσα στους προβληματισμούς του για την σωστή κίνηση στο μπιλιάρδο και τους ύμνους στην βιβλιοθήκη του σπιτιού, αντιλαμβάνεται το πρόβλημα και επιζητά λύσεις οι οποίες είναι ολοφάνερα ανέφικτες ενώ ρίχνει το βάρος της ευθύνης στην επιπολαιότητα της αδελφής του. Η ψυχοκόρη της Λιουμπόβ, η Βάρια, μια στριφνή αλλά εργατική κοπέλα βλέπει τη ζωή να γλιστράει από τα χέρια της και δεν μπορεί να διαχειριστεί τη σχέση της με τον Λοπάχιν αν και όλοι γύρω τους, τους θεωρούν «σχεδόν» παντρεμένους.
Η μικρή Άννια, η κόρη της Λιουμπόβ, έχει επηρεαστεί από τις συναναστροφές της με τον Πέτια, τον επαναστάτη και αιώνιο φοιτητή και έχει ήδη αρχίσει να οραματίζεται μαζί του, ένα μέλλον απολυτρωμένο κι από τους φεουδάρχες αλλά κι από την ανερχόμενη αστική τάξη, μια νέα κοινωνικοπολιτική διευθέτηση που προαναγγέλει τον μαρξισμό. Όσον αφορά τώρα την υπηρέτρια που ονειροβατεί φλερτάροντας με τον ρόλο της κυρίας και τον αδίστακτο νεαρό υπηρέτη με τους υψηλούς στόχους και τις ευδαιμονικές συνήθειες, έχουμε και πάλι χαρακτήρες που αποκαλύπτουν μέσα από τις ευτελείς προσδοκίες τους μια νέα τάξη πραγμάτων.
Το παζλ συμπληρώνουν ο γραμματέας Επιχόντωφ, που φέρει μαζί του και τις 22 μικρές και μεγάλες συμφορές του ενώ ο κίνδυνος να εξολοθρευτεί τον παραμονεύει σε κάθε του βήμα, ο ασθματικός και αδηφάγος κτηματίας Πίστσικ που ζητάει συνέχεια δανεικά κι η γκουβερνάντα Σαρλόττα, μια γυναίκα με τραυματικό παρελθόν και προϋπηρεσία σε τσίρκο που περιφέρεται μαζί με το σκυλάκι της κάνοντας μαγικά τρικ για να διασκεδάσει την ομήγυρη.
Οι βυσσινιές, σύμβολο μιας ευκραούς εποχής που αντιπροσωπεύουν την ομορφιά αλλά και την περιττή πολυτέλεια θα θυσιαστούν στο όνομα ενός νέου κόσμου αδίστακτου, πρακτικού κι αποφασισμένου να κυνηγήσει το κέρδος και την επιτυχία με κάθε θυσία.
Με στοιχεία φάρσας αλλά και με έντονη τη δραματική αίσθηση του τέλους εποχής, το έργο αυτό αφήνει πίσω του μια γλυκόπικρη γεύση και μια μελαγχολική αίσθηση απώλειας ειδικά στην τελευταία σκηνή όπου ενώ ακούγεται ο ήχος που τσεκουριού που κόβει τις διακοσμητικές βυσσινιές, ο Φιρς, ο γέρο-υπηρέτης ανακαλύπτει πως τον έχουν ξεχάσει μέσα στο παλιό σπίτι στο οποίο έζησε όλη του τη ζωή και, μη έχοντας πλέον λόγο ύπαρξης, υποδέχεται μ’ έναν λυτρωτικό ύπνο, τον θάνατο.

Η παράσταση
Η παράσταση διαθέτει τους έντονους και δυναμικούς ρυθμούς που χαρακτηρίζουν τις δουλειές του Στάθη Λιβαθινού, ο οποίος σκηνοθετεί για πρώτη φορά Τσέχωφ, σε νέα μετάφραση από την Χρύσα Προκοπάκη. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εύστοχη η διανομή για τους περισσότερους ρόλους, οι ηθοποιοί υπερασπίζονται την σκηνοθετική γραμμή, επιτυγχάνοντας κάποιες αξιόλογες ερμηνευτικές κορυφώσεις και δημιουργώντας ενδιαφέρουσες ατμόσφαιρες στις επί μέρους σεκάνς.
Οι αντιθέσεις κι οι συγκρούσεις των ηρώων αποδίδονται με χιούμορ αλλά και με δραματικότητα ενώ οι νοσταλγικές τσεχωφικές νότες υποβάλλονται από τα σκηνογραφικά ευρήματα, τους διακριτικούς φωτισμούς, τις ηχητικές και μουσικές παρεμβάσεις και τις ερμηνευτικές μεταβάσεις από την ένταση στην χαλάρωση κι από τον κούφιο ενθουσιασμό στην μελαγχολία και τη θλίψη.
Τα ευέλικτα και λειτουργικά σκηνικά προσφέρονται για συνεχείς, ευρηματικές εναλλαγές του χωροχρόνου, δίνοντας ταυτόχρονα την αίσθηση του εγκλεισμού αλλά και της φθαρμένης από τον χρόνο και την εγκατάλειψη, μεγαλοπρέπειας του παλιού αρχοντικού. Ένα γαλλικό μπιλιάρδο τοποθετείται από τους ηθοποιούς στο κέντρο της σκηνής για να χρησιμοποιηθεί ακόμα και σαν κρεβάτι αλλά και σαν βωμός πάνω στον οποίο θα θυσιαστεί η ομορφιά των λευκών ανθών των ήδη καταδικασμένων βυσσινιών.
Οι σημειολογικά ενδιαφέρουσες ενδυματολογικές επιλογές, ενισχύουν το διαχρονικό πνεύμα της σκηνοθεσίας ενώ αναδεικνύουν ταυτόχρονα τους διαφορετικούς χαρακτήρες των προσώπων του έργου μέσα από λεπτές, διακριτικές λεπτομέρειες.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο Βυσσινόκηπος» του Άντον Τσέχωφ
Από τη Θεατρική Εταιρία «Πράξη»
Μετάφραση : Χρύσα Προκοπάκη
Σκηνοθεσία : Στάθης Λιβαθινός
Σκηνικά – Κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Μουσική : Θοδωρής Αμπαζής
Χορογραφία : Κωνσταντίνος Μίχας
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μπέττυ Αρβανίτη, Γιάννης Φέρτης, Κώστας Γαλανάκης, Στέλιος Ιακωβίδης, Βασίλης Καραμπούλας, Πηνελόπη Μαρκοπούλου, Δημοσθένης Παπαδόπουλος Τζίνη Παπαδοπούλου, Δημήτρης Παπανικολάου, Μαρία Σαββίδου, Μαρίνα Συμεού, Άρης Τρουπάκης

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ-Α ΣΚΗΝΗ
Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ. 210 88 38 727
Τρίτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.00, Τετάρτη-Κυριακή 20.00

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Η οδύνη ως μηχανισμός αφύπνισης


Το έργο, με τον πρωτότυπο τίτλο «The Dying of Today» ήτοι «Ο θάνατος του σήμερα», γράφτηκε το 2004 και διαχειρίζεται την εξιστόρηση μιας συμφοράς η οποία με αφετηρία μια προσωπική απώλεια εκτείνεται στο μαζικό όλεθρο.
Ο συγγραφέας Χάουαρντ Μπάρκερ κινείται δραματουργικά εντός των πλαισίων του «Θεάτρου Καταστροφής», το οποίο ορίζει όχι ως μία ακόμα θεωρία για το θέατρο αλλά ως τον πυρήνα της τραγωδίας του σύγχρονου κόσμου, μιας τραγωδίας χωρίς κάθαρση. Προορισμός της τέχνης γίνεται η διέγερση της συνείδησης του θεατή με στόχο την όξυνση της και εν τέλει την απελευθέρωσή της από συμβατικές δεσμεύσεις που περιορίζουν την ανάπτυξη της φαντασίας και της βαθύτερης κατανόησης των μυστηρίων της ανθρώπινης φύσης και των κοινωνικών δομών.
Γεννήθηκε το 1946 στο Dalwich. Ιδιοφυής και οραματιστής, εκτός από θεατρικά έργα γράφει ποίηση, ζωγραφίζει, σκηνογραφεί και σκηνοθετεί. Στον δικό του θίασο, «The Wrestling School» που σημαίνει «Σχολή ελευθέρας πάλης», ανεβάζει μόνο δικά του έργα. Όχι ιδιαίτερα γνωστός στη χώρα μας αλλά με καταξίωση σ’ όλη την Ευρώπη, έχει συχνά διχάσει κοινό και κριτικούς.
Ωστόσο, η ποιητική του γλώσσα κι η προσήλωσή του σε ανεξερεύνητες πτυχές της ανθρώπινης φύσης, τον έχουν αναγάγει σε έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους δραματουργούς της εποχής μας. Είναι μοναχικός, έχει υποδόριο αλλά καυστικό χιούμορ, θίγει με ωμή ειλικρίνεια τα κακώς κείμενα, αρνείται να υποταχτεί στις συμβάσεις, οραματίζεται ένα θέατρο που δεν θα αποτελεί προϊόν διασκέδασης αλλά το έναυσμα για την αφύπνιση της φαντασίας και της αυτοσυνείδησης του θεατή. Πιστεύει ότι μετά την αποτυχία του σοσιαλισμού να διασώσει τις ανθρώπινες κοινωνίες από την παρακμή και τη φθορά, η τέχνη οφείλει να τον αντικαταστήσει και να λειτουργήσει ανατρεπτικά ως προς το ανηλεές πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο, ενεργοποιώντας την οδύνη.
Η ιστορία ξεκινάει όταν σε ένα κουρείο, σε κάποιο εμπορικό λιμάνι, εισβάλλει ένας λίγο παράξενος πελάτης, ο Δνείπερ ο οποίος έλκεται από τα κακά νέα και απολαμβάνει να τα ανακοινώνει. Ο κουρέας αντιλαμβάνεται πως ο επισκέπτης του επιθυμεί να του ανακοινώσει μια συμφορά και μέσα από μια έντεχνη δραματουργική αντιστροφή παίρνει τη σκυτάλη για να αρθρώσει ο ίδιος εκείνα τα οποία δεν ξέρει αλλά προαισθάνεται, τον θάνατο του γιου του, την καταστροφή του στρατού της χώρας του, τον αφανισμό του προσωπικού του κόσμου αλλά και του κοινωνικού του περίγυρου.
Η ιστορία είναι εμπνευσμένη από ένα περιστατικό σχετικό με την Σικελική εκστρατεία που σήμανε το τέλος της ακμής του Αθηναϊκού χρυσού αιώνα, όπως διασώθηκε μέσα από ένα κείμενο του Πλούταρχου. Την καταστροφή του στόλου που περιγράφει ο κουρέας, όπως και ολόκληρη την εκστρατεία, έχει αφηγηθεί ο ιστορικός Θουκυδίδης.
Ανάμεσα στα δύο πρόσωπα, τον αγγελιαφόρο των κακών ειδήσεων που γνωρίζει αλλά εν τέλει δεν αποκαλύπτει και τον αποδέχτη των κακών ειδήσεων που ενώ αγνοεί, εν τέλει αναλαμβάνει να αποκαλύψει, δημιουργείται στον κλειστό αποπνικτικό χωρόχρονο του κουρείου και των ολίγων ωρών, μια σχέση η οποία χρωματίζεται από ποικίλα και αντιφατικά συναισθήματα.
Οι πελάτες, οι κάτοικοι της ανέμελης ακόμα πόλης δεν γνωρίζουν εκείνο το γεγονός που θα σκοτώσει το σήμερα, σπώντας τη ζωή τους στο πριν και στο μετά, καθιστώντας τους ανίκανους να είναι πια αυτοί που ήταν. Αναζητώντας τις υπηρεσίες του κουρέα τους, επιχειρούν να εισβάλλουν στο περίκλειστο σκηνικό όπου εκτυλίσσεται εν αγνοία τους η αφήγηση του δράματος τους, χωρίς ωστόσο να τους επιτραπεί.
Καθώς οι εντάσεις κλιμακώνονται, η ανθρώπινη φύση δικαιώνει την ήττα της αφήνοντας έκθετο τον συναισθηματισμό του συντριμμένου άντρα και ταυτόχρονα δημιουργώντας ρωγμές στον ατσάλινο ψυχισμό του αγγελιαφόρου. Η ανάμεσά τους σύρραξη ξεκινώντας από αντιπαραθέσεις λεκτικές, βαθαίνει στην πορεία ξεγυμνώνοντας τους ψυχισμούς τους και καθιστώντας τους τον ένα θύμα του άλλου για να τους εξισώσει εξιλεωτικά στην κόψη του μοιραίου.
Το αβάσταχτο κενό που ταλανίζει την ανθρώπινη φύση χορταίνει από την συμφορά την πείνα του, αλλά δεν γεμίζει. Ο εφιάλτης της προσωπικής και εθνικής καταστροφής χάνει την ανατριχιαστική του αίγλη όταν ο κουρέας ισχυρίζεται πως έχει ξεχάσει πια το γιο του κι αρχίζει να σκουπίζει το κατεστραμμένο από την έκρηξή του θυμού του, κουρείο, ενώ ο αγγελιαφόρος αποκαλύπτει πως επιθυμεί να νοιώσει την ύψιστη απόλαυση της απώλειας, εκείνη που δικαιωματικά ανήκει στον κουρέα.
Το αύριο γίνεται σήμερα για να φέρει μια ακόμα χειρότερη καταστροφή, τον όλεθρο της ανοχύρωτης πια πόλης, την ολοκληρωτική συντριβή ενός μικρού κόσμου ανάμεσα στους πολλούς. Ο Αγγελιαφόρος έχει παγιδευτεί, δεν μπορεί πια να διαφύγει, η επόμενη συμφορά δεν θα είναι αυτή που θα ανακοινώσει αλλά αυτή που θα βιώσει κι ο ίδιος.
Το ποιητικό αυτό αριστούργημα σχίζει το δέρμα της αντίληψης με την αποτελεσματικότητα ενός ακονισμένου ξυραφιού για να αποκαλύψει αιμάσουσα σάρκα κι ακόμα βαθύτερα, γυμνό κόκαλο. Ακολουθεί δομικά τις μουσικές αρμονικές φόρμες όπου το κυρίως θέμα επανέρχεται εμμονικά για να αναπτυχθεί σε όλο και μεγαλύτερη κλίμακα ως την τελική κορύφωση.

Η παράσταση
Αυτήν ακριβώς την μουσικότητα αλλά και την διαρκώς υποβόσκουσα απειλή μιας τρομακτικής έκρηξης ακολούθησε η σκηνοθεσία στην ερμηνευτική απόδοση των χαρακτήρων. Οι ηθοποιοί ερμηνεύουν αριστοτεχνικά τους ρόλους τους ακολουθώντας την ρυθμολογία του κειμένου και αποδίδοντας με συνέπεια τις αυξομειώσεις των εντάσεων, με μια εσωτερικότητα η οποία εκρήγνυται στις τομές των κορυφώσεων.
Άριστα συντονισμένοι ανταποκρίνονται ερμηνευτικά στις ιδιαίτερες απαιτήσεις του έργου, αποδίδοντας με ευκρίνεια τον πυκνό λόγο και την αποπνιχτική ατμόσφαιρα. Ωστόσο το κοινό όντας εν μέρει μόνο εξοικειωμένο με την ιδιάζουσα αυτή δραματουργία και την οριακά κρίσιμη σκηνοθετική της απόδοση, δεν καταφέρνει στο σύνολο του να ανταποκριθεί στην πρόκληση. Η προσοχή των θεατών διασπάται κι η κατανόηση του κειμένου συνθλίβεται από την ηθελημένη μουσικότητα στην απόδοση των μακροσκελών μονολόγων και την εμμονική διανοητικότητα των ερμηνειών.
Η σκηνογραφία της Ελένης Μανωλοπούλου σε αρμοστή συνεργασία με το ηχητικό περιβάλλον και την φωτιστική παρτιτούρα, επιτείνει δραματικά την αίσθηση εγκλεισμού ενώ ταυτόχρονα εμπλέκει έντεχνα το οικείο και καθησυχαστικό με την διαρκή, υποβόσκουσα απειλή.
Το πρόγραμμα είναι όπως πάντα καλαίσθητο, περιλαμβάνει εξαιρετικά κείμενα για το έργο και τον συγγραφέα και φυσικά ολόκληρη τη μετάφραση του έργου καθώς και μία συνέντευξη του Μπάρκερ στην Ελισάβετ Σακελλαρίδου. Η μελέτη του βοηθάει σημαντικά στην βαθύτερη κατανόηση του έργου και της παράστασης.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το Ύστατο Σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ
Μετάφραση : Τζένη Μαστοράκη
Σκηνοθεσία : Λευτέρης Βογιατζής
Σκηνικά – Κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική – Σύνθεση ήχων : Θοδωρής Αμπατζής, Σταύρος Γασπαράτος
Φωτισμοί : Λευτέρης Παυλόπουλος
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Λευτέρης Βογιατζής, Δημήτρης Ήμελλος

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΥΚΛΑΔΩΝ (Η ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ)
Κεφαλληνίας και Κυκλάδων 11, Κυψέλη, τηλ. 210 82 17 877
Τρίτη – Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο 21.00, Κυριακή 19.00

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Τα 39 Σκαλοπάτια


Ένα μυθιστόρημα που έγινε τρεις φορές ταινία, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον Άλφρεντ Χίτσκοκ και αγαπήθηκε τόσο από το κοινό, όσο κι από τους δημιουργούς, ανεβαίνει για τρίτη χρονιά στο θέατρο «Κνωσός» σαν ξεκαρδιστική κωμωδία και κερδίζει τις εντυπώσεις για ακόμα μία φορά.
Η ενδιαφέρουσα αυτή ιστορία κατασκοπίας ξεκίνησε από ένα δημοφιλές μυθιστόρημα του John Buchans για να συνεχίσει παραλλαγμένη ως σενάριο το 1935 στην πασίγνωστη ομώνυμη ταινία σε σκηνοθεσία Hitchcock με τον Robert Donat και τη Madeleine Carroll. Ακολούθησαν άλλες δύο ταινίες, λιγότερο ενδιαφέρουσες. Το 1959, το ατυχές φιλμ του Kenneth More και το 1978, η κλασσική κατασκοπευτική περιπέτεια του Robert Powell.
Το μυθιστόρημα όμως επρόκειτο να ανέβει και στη θεατρική σκηνή. Το έργο, μια ξεκαρδιστική κωμωδία σε γοργούς ρυθμούς, γράφτηκε από τον Patrick Barlow. Ανέβηκε πριν από τρία χρόνια στα περίχωρα του Λονδίνου και κατόπιν μεταφέρθηκε στο West End. Φέτος μάλιστα τιμήθηκε με το βραβείο Laurence Olivier, ως η καλύτερη κωμωδία της χρονιάς.

Η υπόθεση του έργου
Μια γοητευτική γυναίκα εισβάλλει στο διαμέρισμα ενός εκκεντρικού Εγγλέζου, για να δολοφονηθεί λίγο αργότερα από τους μυστηριώδεις εχθρούς της. Εκείνος πρέπει να αποδείξει την αθωότητά του με κάθε τρόπο κι έτσι καταλήγει αντιμέτωπος με διεθνές δίκτυο αδίστακτων κατασκόπων που αυτοαποκαλούνται «39 σκαλοπάτια» και δρουν για λογαριασμό των Γερμανών, επιχειρώντας να τους αποκαλύψουν στρατιωτικά μυστικά της Βρετανίας.
Αντιμέτωπος με τη διπλή απειλή : της σύλληψής του ως δολοφόνου αλλά και της εξόντωσής του από τους κατασκόπους, ο ήρωας δραστηριοποιείται με στόχο να αποκαλύψει μόνος του την αλήθεια χωρίς όμως να υπολογίζει πως ταυτόχρονα θα ανακαλύψει και τον έρωτα της ζωής του. Το ενδιαφέρον στο έργο αυτό, εκτός από το χιούμορ του και τους καταιγιστικούς ρυθμούς του, είναι το ότι προσεγγίζει όλα τα πρόσωπα, θετικά και αρνητικά, πρωταγωνιστικά και δευτερεύοντα, με την ίδια συνέπεια και καταφέρνει να αναδείξει πολλούς διαφορετικούς ήρωες όχι μόνο σαν «σχήματα» αλλά και σαν ολοκληρωμένες προσωπικότητες.
Επίσης, μια εμμονή του Χίτσκοκ που αποδεικνύεται πολύ δημοφιλής, μεταφέρεται και στην θεατρική διασκευή και αφορά στο οικείο σχήμα της παρουσίας ενός ήρωα, ο οποίος όντας ένα καθημερινό άτομο, ο άντρας της διπλανής πόρτας, στην ουσία, αφυπνίζεται εντελώς τυχαία από μια περίσταση και εμπλέκεται σε μια διεθνή συνομωσία για να υπερασπίσει το δικαίωμα του να παραμείνει ζωντανός ο ίδιος και παράλληλα να προστατευτεί ο στενός του περίγυρος. Έτσι, προβαίνει σε ενέργειες τις οποίες ουδέποτε θα φανταζόταν κι αποδεικνύεται με έναν λυτρωτικό τρόπο, ισχυρότερος και άξιος να διεκδικήσει για το μικρόκοσμο του, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια που δικαιούται.
Ο ήρωας δεν έχει κανένα ιδιαίτερο προσόν αλλά διαθέτει οξυμμένο το ένστικτο της επιβίωσης. Συνδυάζει επίσης καταλυτικά την επιθυμία του για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης με την εξ ίσου ζωτική ανάγκη του να υπερασπιστεί τα ιδανικά του. Είναι διαχρονικός, εξαιρετικά αγαπητός στο κοινό και έντονα επιρρεπής στην ταυτοποίηση. Το πρότυπο του άντρα που, ενώ δεν είχε στο παρελθόν εμπλακεί σε ακραίες καταστάσεις, έρχεται αντιμέτωπος με το μοιραίο και οφείλει να αποδειχτεί άξιος των περιστάσεων, απασχόλησε και απασχολεί έντονα την δραματουργία τα τελευταία διακόσια χρόνια. Γίνεται δε πιο επίκαιρο στις μέρες μας που ο εξοργισμένος, ανώνυμος πολίτης νοιώθει να ξεφεύγει από τα χέρια του η δυνατότητα να καθορίσει την μοίρα του και ταυτόχρονα αρνείται εκ βαθέων να γίνει η μαριονέτα εκείνων των ισχυρών μηχανισμών που δεν γνωρίζει ο ίδιος προσωπικά τη λειτουργία τους, αλλά που έχει ήδη διαπιστώσει πως είναι σε θέση να καθορίζουν την τύχη του.

Η παράσταση
Η σκηνοθεσία του Κωστή Τσώνου ακολουθεί την έντονη ροή του έργου με συνέπεια και ευρηματικότητα, δημιουργώντας την κατάλληλη κάθε φορά, ατμόσφαιρα για να αναδυθούν με τον ευνοϊκότερο τρόπο οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις. Οι αναφορές σε μία κόμικ αισθητική, οι διαρκείς ανατροπές κι η εμφατικά, υποβόσκουσα απειλή προσφέρουν στον θεατή ένα πυκνό θέαμα με πολλά κωμικά ευρήματα και εκρηκτικές καταστάσεις, που ακολουθούν η μία την άλλη μέσα από ευφάνταστες σκηνικές αλλαγές και με γοργούς ρυθμούς.
Το έργο προβλέπει 35 σκηνικές αλλαγές τις οποίες ο σκηνοθέτης χειρίστηκε εμπνευσμένα έτσι ώστε με μικρές, γοργές μετατροπές και χιουμοριστικά ευρήματα, οι ηθοποιοί να κινούνται σε πολλούς και διαφορετικούς χώρους και να ελίσσονται διαρκώς, διευθετώντας με έξυπνο τρόπο τις διαρκείς μεταβάσεις από τον ένα τόπο στον άλλο, κάτι που δεν είναι εφικτό να διαχειριστεί κανείς στο θέατρο με την ίδια ευκολία όπως σε ένα μυθιστόρημα ή στον κινηματογράφο.
Οι τέσσερις ηθοποιοί, τρεις άντρες και μία γυναίκα, ενσαρκώνουν ούτε λίγο, ούτε πολύ, 39 ρόλους, ενίοτε μάλιστα ο κύριος Τσάγκας υποδύεται τρεις ήρωες ταυτοχρόνως.
Όπως θα ήταν και αναμενόμενο η κινηματογραφική γλώσσα εμπνέει στην παράσταση αυτή την σκηνοθεσία χωρίς ωστόσο να υστερεί κι από θεατρικότητα. Επίσης οι ηθοποιοί ερμηνεύουν τους ήρωες με συγκινητική σοβαρότητα και ένταση αναδεικνύοντας έτσι τα κωμικά τους στοιχεία τα οποία απογειώνουν το θέαμα και κρατούν τον θεατή σε εγρήγορση.
Ο Σπύρος Σπαντίδας στο ρόλο του άντρα που μπλέκει σε μια απρόβλεπτη περιπέτεια, ενσαρκώνει με χιούμορ και υποκριτική ευλυγισία τον κλασσικό Εγγλέζο αστό που εύκολα μεταποιεί τον φόβο του σε επιδεξιότητα, οπλισμένος με το αγγλοσαξωνικό του φλέγμα και τον έντονο αλλά ελεγχόμενο δυναμισμό του.
Η κλασσική χιτσκοκική καλλονή που ερμηνεύει η Στέλλα Καζάζη είναι ταυτόχρονα εύθραυστη και αισθησιακή, οικεία και μυστηριώδης, προσφέροντάς μας μια ηρωίδα η οποία μπορεί να κερδίσει την εύνοιά μας χωρίς να αναλώνεται σε εύκολα ευρήματα.
Το ζεύγος των εγκληματιών, που υποδύονται ταυτόχρονα με πολλούς άλλους ρόλους, ο ευέλικτος Φώτης Κέπελης και ο ευρηματικός Λάμπρος Τσάγκας, μας προσφέρει απολαυστικές στιγμές και δημιουργεί τις επί μέρους ατμόσφαιρες με έμπνευση, κέφι και αυθεντικότητα.
Εφέ και ευρήματα πλουτίζουν την παράσταση χωρίς όμως να διεκδικούν αποκλειστικά το ενδιαφέρον του θεατή το οποίο εστιάζεται στις ερμηνείες και στην πλοκή.
Τα κοστούμια της Δέσποινας Βολίδη ακολουθούν μινιμαλιστικά τη μόδα της εποχής ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύουν τους χαρακτήρες.
Οι φωτισμοί του Δημήτρη Παπαδόπουλου ενισχύουν τις επί μέρους ατμόσφαιρες και ακολουθούν με ευελιξία τις διαρκείς εναλλαγές των καταστάσεων, των χώρων και των συνθηκών.
Τα ηχητικά εφέ κι η μουσική επιμέλεια του Γιάννη Μακρίδη συναρμόζονται με την σκηνοθετική γραμμή για να βαθύνουν τις ατμόσφαιρες και να ενισχύσουν τις εντάσεις.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Τα 39 Σκαλοπάτια» του John Buchans
Θεατρική μεταφορά : Patrick Barlow
Σκηνοθεσία - Μετάφραση: Κωστής Τσώνος
Σκηνικά - Κοστούμια : Δέσποινα Βολίδη
Μουσική Επιμέλεια : Γιάννης Μακρίδης
Φωτισμοί : Δημήτρης Παπαδόπουλος
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Λάμπρος Τσάγκας, Σπύρος Σπαντίδας, Στέλλα Καζάζη και Φώτης Κέπελης

ΘΕΑΤΡΟ ΚΝΩΣΟΣ
Πατησίων 195 και Κνωσού 11, Στάση Καλιφρονά, τηλ. 210 86 77 070
Παρασκευή 21.15, Σάββατο 18.15 και 21.15, Κυριακή 19.30

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Διλήμματα τρόμου έξω από τον παράδεισο



Στον ιδιαίτερο και φιλόξενο χώρο του «Συνεργείου», σε συνεργασία δύο νέων σκηνοθετών, της Λίλλυς Μελεμέ με ιδιαίτερη παρουσία στον θεατρικό χώρο και της Γιολάντας Μαρκοπούλου, με ενδιαφέροντα δείγματα δουλειάς ως τώρα, παρουσιάζεται η παράσταση «Shoot /Get treasure/ Repeat» με θέμα την τρομοκρατία, όχι μόνο γύρω μας αλλά και μέσα μας.
Ο συγγραφέας του έργου, Mark Ravenhill σπούδασε Αγγλική φιλολογία και Δράμα στο πανεπιστήμιο του Μπρίστολ. Τα έργα του κατά την δεκαετία του ‘90 αναπαριστούν την βρετανική κοινωνία αλλά από το 2000, η γραφή του εξελίσσεται και προσχωρώντας στο πειραματικό πεδίο, ακολουθεί ένα πιο αφηρημένο ύφος, εναρμονισμένο με τις ανάγκες και τους όρους της νέας εποχής των τεχνολογικών επιτευγμάτων και των τυφλών πολέμων. Μετά από μια επικίνδυνη επιληπτική κρίση που τον οδηγεί στο νοσοκομείο, αποφασίζει να αναρρώσει γράφοντας ένα θεατρικό έργο το οποίο διαπραγματεύεται την τρομοκρατία. Επηρεασμένος από την στάση που τηρούν οι ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτέμβρη, επισημαίνει μια αντίφαση, όπου ενέργειες φαινομενικά δραστηριοποιούμενες για την προστασία του πολίτη, εκφυλίζονται σε δράσεις οι οποίες θίγουν την ελεύθερη έκφραση της προσωπικότητάς του και της ιδεολογίας του, με στόχο τον πλήρη έλεγχο κάθε πιθανής αντικαθεστωτικής του δραστηριότητας.
Το έργο, του οποίου η δυναμική συνίσταται στην αντίφαση αυτή, αλλά αναπτύσσεται σε διαφορετικά περιβάλλοντα, κάτω από ποικίλες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, σχολιάζει στην ουσία την αμηχανία του ανθρώπου του 21ου αιώνα να διαχειριστεί την ιδεολογική του τοποθέτηση σε σχέση με τον περίγυρο και τα ιστορικά γεγονότα που τον συνθλίβουν. Μέσα από τις τέσσερεις αυτοτελείς αλλά και συγγενείς εννοιολογικά ιστορίες, η περιπέτεια του ατόμου διασταυρώνεται με το πολιτικό προτσές, οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με την ιστορία τους, τις περιπέτειες του βίου τους και την ανάγκη τους να επιβιώσουν υπό όρους τους οποίους αδυνατούν να διαχειριστούν. Το έργο δεν καταφέρνει να υπερβεί τα όρια της διαπροσωπικής αλληλεπίδρασης αλλά κινείται υπό όρους συναγερμού επιτυγχάνοντας έτσι την συναισθηματική μας αποδοχή.
Τα τέσσερα μονόπρακτα που συμπλέκονται για να δημιουργηθεί η παράσταση δανείζονται τίτλο και έμπνευση από τέσσερα αντίστοιχα διαχρονικά έργα θεατρικής δημιουργίας. Το «Mikado» είναι εμπνευσμένο από την ομώνυμη κωμική όπερα που λαμβάνει χώρα σε μια εξωτική χώρα μακριά απ’ την Βρετανία, στην Ιαπωνία, σε μουσική Arthour Sulivan και λιμπρέτο W.S.Gilber, όπου συμβάντα σοβαρά παρουσιάζονται από την γελοία τους πλευρά. Το «Fear and misery» αφορά τον πασίγνωστο μπρεχτικό «Τρόμο και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ» όπου εχθροί και φίλοι χάνουν το στόχο και την αυτοσυνείδησή τους και καταλήγουν έρμαια του τρόμου τους απέναντι στην ισχύουσα εξουσία.
Το «Paradise lost» είναι εμπνευσμένο από το ομώνυμο επικό ποίημα του John Milton που διαχειρίζεται μεταξύ άλλων την εξορία του Αδάμ και της Εύας από τον παράδεισο και την αντίφαση ανάμεσα στην ελεύθερη βούληση και την θεϊκή παντογνωσία. Το τέταρτο μονόπρακτο είναι εμπνευσμένο από το «Crime and Punishment», το γνωστό σε όλους μας «Έγκλημα και Τιμωρία» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι που διαπραγματεύεται τα ηθικά διλλήματα του Raskolnikov, ενός αντιφατικού ήρωα, ο οποίος προσπαθεί ανεπιτυχώς να εντάξει το φόνο στις απαιτούμενες ενέργειες για την αναζήτηση ενός ανώτερου σκοπού.

Η παράσταση
Σ’ ένα σκηνικό λιτό αλλά και περιεκτικό, υποβολιμαίων νοημάτων, όπου κυριαρχεί το μέταλλο κι είναι διάχυτη η ψυχρή αίσθηση που αποπνέει μια αίθουσα ανατομίας ή το νεκροτομείο, δημιουργείται το περιβάλλον στο οποίο κινούνται και δρουν οι ήρωες των τεσσάρων μονόπρακτων.
Δύο άντρες παγιδευμένοι στην αδυναμία τους, τυλιγμένοι ήδη στα σάβανά τους, έρχονται αντιμέτωποι με το απαγορευμένο πάθος τους, σαν δύο σώματα τα οποία ανατέμνονται ενώ ακόμα αναπνέουν, σαν δύο ψυχές που έχουν ήδη καταδικαστεί αν και ίπτανται υπεράνω ηθικής και προκατάληψης.
Μια γυναίκα, μητέρα και σύζυγος, συνομιλεί με τον άντρα της, ενώ γύρω τους, η εγκατάλειψη εναγκαλίζεται την βιαιότητα και αντιλαμβάνεται με τρόμο πως οι καλές προθέσεις τους κι η προοδευτικότητα των αντιλήψεών τους, θέτουν σε κίνδυνο και αμφισβήτηση την υποτιθέμενη αστική τους ισχύ κι ανωτερότητα καθώς και την ακεραιότητα του λατρευτού απογόνου τους. Πόσες ανατροπές θα χρειαζόντουσαν για να διευθετηθεί η αίσθηση ανεπάρκειας των μηχανισμών άμυνας της εξουσίας, της ιστορικής στιγμής αλλά και της δικής της βασανιστικής ανασφάλειας;
Μια γυναίκα, μια αεροσυνοδός, δεν μπορεί να κοιμηθεί. Όταν αναζητά τα αίτια της διατάραξης της ησυχίας της έρχεται αντιμέτωπη με μια κακοποιημένη γυναίκα, μια άσπλαχνη ανάκριση αλλά και τους δικούς της βαθύτατους φόβους που υπονομεύουν την ανθρωπιά της προσφέροντάς της σαν αντίτιμο μια επισφαλή προστασία.
Ένας ανακριτής που απεγνωσμένα θέλει να αγαπηθεί και μια ανακρινόμενη σε βαρύ πένθος, έρχονται αντιμέτωποι με τραγικές συνέπειες και για τους δύο. Εκείνος θα γίνει βίαιος εξ αιτίας της ανεπάρκειάς του κι εκείνη θα υποστεί τις συνέπειες της ήττας του λαού της και της αδυναμίας της να ελέγξει τις περιστάσεις.
Οι δύο σκηνοθέτιδες σε θαυμαστή αρμονία στήνουν μια χορογραφία τρόμου αλλά και τρυφερότητας, με συνέπεια, σκηνικό ήθος και αξιόλογη αίσθηση ρυθμού. Εκμεταλλεύονται με έμπνευση και δημιουργικότητα τις δυνατότητες του χώρου προσφέροντας μια σειρά από διαφορετικούς άξονες δράσης και εστίες ενδιαφέροντος. Αντλούν από το κείμενο τους βασικούς κώδικες για να αποδώσουν τα σκηνικά συμβάντα μέσα από την δική τους αντίληψη, με μέτρο, ισορροπία και λιτότητα. Τα ευρήματα λειτουργούν αποκαλυπτικά όσον αφορά στις δράσεις, καταλυτικά δε, όσον αφορά στο συμβολικό παραστασιακό υλικό, δημιουργώντας ένα δεύτερο επίπεδο κατανόησης και διευρύνοντας τους ορίζοντες της δραματουργικής διαπλοκής.
Σε ένα χώρο που θυμίζει ταυτόχρονα χειρουργείο, αίθουσα ανατομίας,, ανακριτικό γραφείο κι εγκαταλελειμμένο εργοστασιακό θάλαμο, οι πέντε ηθοποιοί της παράστασης στήνουν ένα σκηνικό τρόμου και απόγνωσης κινητοποιώντας τις ψυχικές τους δυναμικές για να ενσαρκώσουν τους ήρωες ενός κόσμου με τρομακτικό παρελθόν, κρίσιμο παρόν και αβέβαιο μέλλον. Ανταποκρίνονται με κινησιολογική ευχέρεια και υποκριτική δεινότητα στις απαιτήσεις των ρόλων τους, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις ώστε να αναπτυχθούν οι χαρακτήρες και να αποδοθούν με συνέπεια τα διαφορετικά πρόσωπα.
Εμπνευσμένοι και λειτουργικοί οι φωτισμοί ενώ οι ακρότητες όσον αφορά το ενδυματολογικό κομμάτι, υπηρετούν με συνέπεια την σουρεαλιστική διάσταση που επιτείνει την ανατρεπτική σκηνοθετική παρέμβαση.
Στο λιτό αλλά και περιεκτικό και αισθητικά προσεγμένο πρόγραμμα, μπορεί να αναζητήσει ο θεατής ενδιαφέρουσες πληροφορίες και μαρτυρίες όσον αφορά στο έργο, τους συντελεστές αλλά και το μπαγκράουντ και τις επιμέρους κινητήριες δομές της παράστασης.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Shoot/Get Treasure/Repeat» του Mark Ravenhill
Μετάφραση : Άρης Αρμαγανίδης
Σκηνοθεσία : Γιολάντα Μαρκοπούλου – Λίλλυ Μελεμέ
Σκηνικά – Κοστούμια : Αλεξάνδρα Σιάφκου
Μουσική : Λύσανδρος Φαληρέας
Φωτισμοί : Ηλέκτρα Περσελή
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μαρία Αιγινίτου, Στέλιος Ανδρονίκου, Άννα Κουτσαφτίκη, Γιώργος Στάμος, Χάρης Χαραλάμπους

ΘΕΑΤΡΟ ΣΥΝΕΡΓΕΙΟ
Κολωνού 31, Μεταξουργείο, τηλ. 698 18 02 544
Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο – Κυριακή – Δευτέρα 21.15

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Σε εμπόλεμη ζώνη...


Η νεοσύστατη θεατρική ομάδα «Nota Bene» κάνει δυναμικό ξεκίνημα με την παρουσίαση τριών διαφορετικής υφολογίας μονόπρακτων του Αμερικανού Δραματουργού Ίσραελ Χόροβιτς, γνωστού στο ελληνικό κοινό από την επιτυχία του έργου «Γραμμή» («Line»). Το αγαπημένο αυτό έργο του Ιονέσκο (που σήμερα συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννησή του) ανέβηκε από πολλούς θιάσους μεταξύ αυτών τη Θεατρική Σκηνή, το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ρόδου και την ομάδα «Μικρή Σκηνή» του Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας.
Φέτος, ο συγγραφέας κλείνει τα εβδομήντα και το αμερικανικό Barefoot Theatre Company διοργανώνει προς τιμήν του, το «70/70 Horovitz Project». Εβδομήντα θεατρικά έργα του συγγραφέα θα παρουσιασθούν από ομάδες και σχήματα σε όλο τον πλανήτη.
Η παράσταση με την οποία συμμετέχει το ελληνικό σχήμα «Nota Bene» αποτελείται από τα έργα : «Σκηνικές Οδηγίες» («Stage Directions», πρώτη παράσταση στο Actors’ Studio της Νέας Υόρκης το 1976), «Τι κάνουν τα ισχυρά τείχη» («What Strong Fences Make», 2009) και «Βηρυτός» («Beirut Rocks», 2007). Το τελευταίο παρουσιάστηκε προς τιμή του συγγραφέα από το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ρόδου τον Μάρτιο του 2009 και στάθηκε η βασική αφορμή για τους νέους ηθοποιούς να ιδρύσουν την ομάδα «Nota Bene».
Στις «Σκηνικές Οδηγίες», τρία αδέλφια επιστρέφουν στο πατρικό σπίτι, μετά την κηδεία των γονιών τους, και αδυνατούν να επικοινωνήσουν αληθινά μεταξύ τους. Έτσι, δεν συνδιαλέγονται αλλά ανακοινώνουν μηχανικά τις κινήσεις τους στο χώρο (π. χ. Ο Ρίτσαρντ μπαίνει ήσυχα. Διασχίζει το δωμάτιο. Σταματάει). Οι διδασκαλίες εκφωνούνται από τα δραματικά πρόσωπα με αποτέλεσμα ο ηθοποιός να καλείται να παίζει δύο ρόλους. Να αναπαριστά τη δράση των ηρώων και συνάμα τη συνειδητή σκέψη του συγγραφέα. Ένα νέο κείμενο, οδηγίες του δραματουργού αλλά και σκηνοθετικός διάλογος, γεννιέται και αφήνει τα ίχνη του πάνω στο θεατρικό κείμενο. Ένα παιχνίδι που ακροβατεί στην εναλλαγή κωμικού – δραματικού αγγίζοντας τα όρια του μη-θεάτρου.
Η σκηνοθεσία του Γιώργου Οικονόμου ελέγχει το μέτρο των εκφραστικών τρόπων, που προκρίνει ο συγγραφέας, μέσα από την προσεγμένη μετάφραση της Δάφνης Οικονόμου και οι τρεις νέοι ηθοποιοί με κοινούς υποκριτικούς κώδικες, ερμηνεύουν τις σκηνικές οδηγίες με ρυθμικούς σχηματισμούς οπτικοακουστικών συστημάτων ενώ, οι φωτισμοί και τα ηχητικά σύνολα υπογραμμίζουν το άρρητο και το ασύντακτο της αθέατης πλοκής του έργου. Ξεχωρίζει για την εκφραστικότητα της η Χριστιάνα Κουλιζάκη.
Στο δεύτερο μονόπρακτο, «Τι κάνουν τα ισχυρά τείχη», ένας νέος Ισραηλινός καθηγητής Πανεπιστημίου, ενώ προσπαθεί να περάσει από την πύλη του τείχους της Ραμάλα, που χωρίζει τους Ισραηλινούς από τους Παλαιστίνιους κατοίκους της Λωρίδας της Γάζας, βρίσκεται αντιμέτωπος με τον στρατιώτη που φυλάει την πύλη.
Ο Μαρίνος Παναγιωτάκης και ο Σάββας Κοβλακάς σχηματίζουν ένα λειτουργικό υποκριτικό δίδυμο που κινείται με σκηνική ευχέρεια.
Στο τελευταίο έργο, που έχει τίτλο «Βηρυτός», τέσσερις Αμερικανοί φοιτητές βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε ένα δωμάτιο περιμένοντας να φυγαδευτούν, κυκλωμένοι από την ακραία βία που κυριαρχεί κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών του 2006.
Η Μαρίνα Σαμάρκου υποδύεται με πάθος τη Νάσα, σαν μια βόμβα που σκάει δημιουργώντας στο περιβάλλον αλυσιδωτές αντιδράσεις. Στον τελευταίο μονόλογο, η κυρία Σαμάρκου υποστηρίζει δυναμικά τη γυναικεία υπομονή, που ξεπερνάει εντούτοις τα όρια της ανοχής για να εξελιχθεί σε επιθετική αντίσταση (μάρτυρας-τιμωρός). Δίπλα της και απέναντί της συγχρόνως, ο Μαρίνος Παναγιωτάκης υποστηρίζει τον Μπέντζυ, κρατώντας το μέτρο των αποστάσεων μέχρι το ξέσπασμα της ανυποψίαστης «φωτιάς», που ανατρέπει αιφνίδια τις σκηνικές καταστάσεις. Ως Τζέϊκ, ο Σάββας Κοβλακάς δίνει το ιδιάζον στίγμα του και ως Σάντυ, η Χριστίνα Κουλιζάκη ερμηνεύει με ευεργετική απλότητα την ισορροπητική δομή της ηρωίδας.
Καταλυτικής σημασίας οι καίριοι φωτισμοί, πλήρως εναρμονισμένοι και σχολιαστικοί, εμπλουτίζουν την παράσταση, ειδικά στο τελευταίο μονόπρακτο, που μαζί με τα ηχητικά εφφέ των βομβαρδισμών, διαμορφώνουν με ρεαλιστικούς όρους την εφιαλτική ατμόσφαιρα της εμπόλεμης ζώνης.
Στο καλαίσθητο βιβλιαράκι-πρόγραμμα θα βρει κανείς τη μετάφραση του τελευταίου έργου και σημειώματα των μελών της ομάδας.
Στο σύνολό της, μια αξιόλογη πρώτη δουλειά νεοσύστατης ομάδας, που η στήλη συστήνει ανεπιφύλακτα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Σκηνικές Οδηγίες» του Ίσραελ Χόροβιτς
Από την Θεατρική Ομάδα «Nota Bene»
Μετάφραση : Δάφνη Οικονόμου
Σκηνοθεσία – Μουσική Επιμέλεια – Φωτισμοί : Γιώργος Οικονόμου
Σκηνικά – Κοστούμια : Παύλος Θανόπουλος
Επεξεργασία ηχητικών εφέ : Γιώργος Ατσικνούδας, Χρήστος Μαυρίδης
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μαρίνος Παναγιωτάκης, Μαρίνα Σαμάρκου, Χριστιάνα Κουλιζάκη και Σάββας Κοβλακάς

ΘΕΑΤΡΟ ΙΛΙΣΙΑ – ΝΤΕΝΙΣΗ Β’ ΣΚΗΝΗ ΒΟΛΑΝΑΚΗΣ
Παπαδιαμαντοπούλου 4, Ιλίσια, τηλ. 210 72 10 045
Παρασκευή-Σάββατο 24.00, Κυριακή 21.30

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

Αν είχα ενός αγγέλου τα φτερά...


Σαράντα χρόνια λειτουργίας και κοινωνικής προσφοράς συμπληρώνει φέτος το «Θεατρικό Εργαστήρι της Φαντασίας» («Imagination Workshop»), μια «Συμμαχία Τέχνης και Επιστήμης», όπως αποκαλούν το «πνευματικό παιδί» τους ο ηθοποιός (με θητεία στο Actor Studio), θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και παραγωγός ταινιών Λάιλ Κέσλερ και η ηθοποιός Μάργκαρετ Λαντ.
Πρόκειται για έναν ετερόκλιτο θίασο από επαγγελματίες καλλιτέχνες και από ασθενείς που νοσηλεύονται με βαριές ψυχικές παθήσεις, προβλήματα επαναπροσαρμογής ή εφήβους, οι οποίοι έχουν βιώσει την εγκαταλείψη, την κακοποίηση ακόμη και το έγκλημα. Έτσι, κάθε χρόνο, με μεθοδικότητα και ακρίβεια, στήνεται σε παράσταση και παρουσιάζεται στο κοινό, ένα πρωτότυπο θεατρικό έργο, που γράφεται και παίζεται από τους συμμετέχοντες στο εργαστήριο.
Η Τέχνη αποτελεί παράγοντα ανάκτησης της ψυχικής υγείας και ειδικά η θεατρική πράξη, με οδηγό τη φαντασία, λειτουργεί ως μέσο ίασης ψυχικών νοσημάτων, ανεξάρτητα από τις αιτίες που τα έχουν προκαλέσει. Τα αποτελέσματα πολύχρονων ερευνών έδειξαν ότι η μέθοδος του Κέσλερ έφερε ευεργετικά αποτελέσματα σε αξιοσημείωτο ποσοστό περιπτώσεων και συγκαταλέγεται σήμερα ανάμεσα στις πιο αξιόλογες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους σε παγκόσμια κλίμακα.
Το Θέατρο Αγγέλων Βήμα αποδίδει φόρο τιμής σε αυτή την επέτειο ανεβάζοντας στην κεντρική του σκηνή, ένα από τα σημαντικότερα έργα του Λάϊλ Κέσλερ «Τα Ορφανά» σε σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη.
Στην ελληνική σκηνή, το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1994, από το Θέατρο Στοά, σε μετάφραση Μαρλένας Γεωργιάδη και σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου. Δέκα χρόνια αργότερα, τη θεατρική περίοδο 2003-2004, ανέβηκε στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας σε μετάφραση και σκηνοθεσία Δημοσθένη Παπαδόπουλου.
Αντλώντας στοιχεία από έναν ανεξάντλητο καμβά αληθινών καταστάσεων, ο Κέσλερ, που γράφει «Τα Ορφανά» το 1983, στοιχειοθετεί κομβικά γεγονότα και παρακολουθεί το ξεδίπλωμα μιας επικίνδυνης εκθέσεως έκκεντρων περιστατικών βίου και βιωματικών ενοχών σε ένα παιχνίδι αλυσιδωτών αντιδράσεων προβάλλοντας με καταλυτικό τρόπο την αναμονή μιας ανατροπής…
Στο στέρεο και υποδειγματικά δομημένο κείμενο, ο θεατής βρίσκεται αντιμέτωπος με ολάνοιχτους ψυχισμούς. Ο αγώνας επιβίωσης δύο ορφανών αδελφών σε ένα άγριο, κυνικό και αδίστακτο κοινωνικό περιβάλλον, η αρρωστημένη σχέση αλληλεξάρτησης, οι εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, οι εμμονές με αντικείμενα νεκρών αγαπημένων προσώπων, οι ανασφάλειες, οι φοβίες, η έλλειψη τρυφερότητας και στοργής, η απουσία της πατρικής φιγούρας, η καταπίεση έκφρασης συναισθημάτων και μια εισβολή που θα ανατρέψει τα πάντα. Ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο υπεισέρχεται σαν καταλύτης για να ανασύρει στην επιφάνεια απωθημένα και να αποκαλύψει δυσβάσταχτες αλήθειες.
Η μετάφραση της Μαργαρίτας Δαλαμάγκα-Καλογήρου επιτρέπει στους ηθοποιούς να κινηθούν με άνεση τόσο στη γλωσσική όσο και στην παραγλωσσική εκφορά των ρόλων, που καθίστανται κατά αυτόν τον τρόπο κατανοητοί από το κοινό.
Η σκηνοθεσία του Κοραή Δαμάτη διευθετεί έναν ευσύνοπτο κόσμο, σε αναλογίες ρυθμικών εναλλαγών χάρη στις οποίες ο κάθε ηθοποιός-ρόλος έχει την άνεση να συνθέσει τα δεσπόζοντα χαρακτηριστικά του εν σχέσει προς τα αντίστοιχα των προσώπων του δραματικού κειμένου. Ο κύριος Δαμάτης λαμβάνει υπόψη του το ποσό πληροφοριών που πρέπει να αποκομίσει ο θεατής από την παράσταση, φροντίζοντας εκ παραλλήλου να αποδώσει την ποιότητα του λόγου μέσα από την «καθαρή» εγγραφή του τόσο στην ομιλία των ηθοποιών όσο και στη σωματική έκφραση του.
Οι τρεις ηθοποιοί προβάλλουν και επικυρώνουν τη σύλληψη των συγκοινωνούντων δοχείων ενός ιδιόμορφου τριγώνου ενώ κατορθώνουν να αναδείξουν τις περιπέτειες του συναισθήματος στο πλαίσιο των παραληρηματικών αποχρώσεων στην ενδότερη επικοινωνία ανάμεσα στο νοείν και στο είναι.
Ο Παναγιώτης Μπρατάκος (Φίλιπ) ερμηνεύει με μοναδική εκφραστικότητα τον αγαθό και εσωστρεφή αδελφό και ανταποκρίνεται με σκηνική ενάργεια στις απαιτήσεις των συνδιαλεκτικών αντιστίξεων. Ο κύριος Μπρατάκος, στην πρώτη του θεατρική εμφάνιση, κινείται με αμεσότητα και φορτισμένη συγκινησιακά ακρίβεια.
Ο Στέλιος Καλαϊτζής (Τρητ) ισορροπεί ανάμεσα στο θύτη και στο θύμα με αποφασιστικές κινήσεις ώστε να δημιουργηθούν οι απαραίτητες φωτοσκιάσεις των αντιθέσεων, τόσο στον πυρήνα του ρόλου του, όσο και σε ό, τι αφορά στις διαπλοκές με τους άλλους δύο χαρακτήρες του έργου.
Ο Κώστας Ανταλόπουλος (Χάρολντ) στο ρόλο του εισβολέα γκάνκστερ, εκφράζεται με σκηνική άνεση και αποδίδει ευθύβολα το σκεπτικισμό που αναδίδει ο ήρωας.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Τα Ορφανά» του Λάιλ Κέσλερ
Μετάφραση : Μαργαρίτα Δαλαμάγκα – Καλογήρου
Σκηνοθεσία – Φωτισμοί : Κοραής Δαμάτης
Σκηνικά – Κοστούμια : Παύλος Ιωάννου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Παναγιώτης Μπρατάκος, Στέλιος Καλαϊτζής και Κώστας Ανταλόπουλος

ΘΕΑΤΡΟ ΑΓΓΕΛΩΝ ΒΗΜΑ
Σατωβριάνδου 36, Ομόνοια, τηλ. 210 52 42 211
Τετάρτη-Κυριακή 19.15, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.15, Σάββατο 18.15

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Απάτη στο όνομα της Άρετης


Η πλουσιότατη δραματική μυθοποιία του Νομπελίστα Ιταλού Λουίτζι Πιραντέλλο (1867 – 1936) αντλείται από τη ζωή των αστών, των ανθρώπων της σικελικής υπαίθρου, αλλά και τα προσωπικά του βιώματα, οικογενειακά, καλλιτεχνικά και κοινωνικά. Ωστόσο, η θεματική αυτής της στοχαστικής δραματουργίας επικεντρώνεται στο πρόβλημα του προσώπου και στις διαδικασίες αλλοίωσης ή απώλειάς του.
Ο πιραντελλικός ήρωας άλλοτε χάνει βαθμιαία το πρόσωπο του χωρίς να το αντιληφθεί, άλλοτε το υποκαθιστά εκούσια και συνειδητά με ένα κοινωνικό προσωπείο, άλλοτε υποχρεώνεται να φορέσει μάσκα και να εμφανισθεί ως «άλλος» ενώ, σε πολλές περιπτώσεις, παρουσιάζει ένα πρόσωπο που αποτελεί μυστήριο όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για τον ίδιο τον εαυτό του.
Στο τρίπρακτο έργο «Ο Άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή» (1919), ο δραματουργός επιστρέφει στην παράδοση και το σύμπαν της αυτοσχέδιας κωμωδίας και όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Γρηγόρης Ιωαννίδης φτιάχνει μια φάρσα όπου το παράδοξο περνάει φυσικότατα για λογικό και όπου η ηθική αντιμάχεται με θράσος την αρετή. Το έργο του κινείται από την παρωδία στο δράμα και από την ιλαρότητα στην τραγική διαπίστωση της απουσίας ενός σταθερού κέντρου.
Ο δραματουργός, αν και καταγγέλλει, με κάθε ευκαιρία, την κοινωνική υποκρισία και μισαλλοδοξία, την απομόνωση των ξεχωριστών ανθρώπων από το πλήθος, την καταστροφική δύναμη της ισοπεδωτικής για το άτομο κοινής γνώμης, δεν περιφρονεί τις καθιερωμένες αξίες καθαυτές, αλλά μόνο τους εκπροσώπους και ζηλωτές της. Πεπαιδευμένος αστός και νηφάλιος στοχαστής δεν αναλαμβάνει τον ρόλο του κοινωνικού ανατροπέα ή του ηθικού «τρομοκράτη».
Το θέμα των παράνομων και εξωσυζυγικών σχέσεων, της μοιχείας γενικότερα, με την αλλοίωση της κοινωνικής υπόστασης του απατημένου (συνήθως του συζύγου) και τις απτές συνέπειες (κάποιο εκτός γάμου τέκνο), απασχολεί σε πολλά έργα το συγγραφέα. Ειδικά σε αυτή τη φάρσα, η μοιχαλίδα κατορθώνει να καλύψει την παράνομη εγκυμοσύνη της καταφέρνοντας να πείσει τον άξεστο καπετάνιο σύζυγό της να κοιμηθεί μαζί της, για να δικαιολογηθεί χρονικά η αθέμιτη κύησή της.
Όπως και στην «Ηδονή της τιμιότητας» αλλά και σε άλλα έργα, ο Πιραντέλλο σηματοδοτεί και φωτίζει τις βαθύτερες πτυχές αναζητήσεων ορισμένης ταυτότητας με επίκεντρο την ηθική ρευστότητα που διέπει την ανθρώπινη ύπαρξη ως κοινωνική οντότητα. Οι ήρωες του Ιταλού δραματουργού κατοχυρώνονται ως θεατρικές φιγούρες συμβολιστικής εμβέλειας. Θύτες και θύματα, με κυνισμό και αυταρέσκεια, υπερασπίζονται την υποκειμενική τους αλήθεια, σ’ έναν αγώνα θριάμβου, αποκατάστασης της ηθικής, προϊόν σοβαροφάνειας και υποκρισίας που συγκροτεί και εξυπηρετεί την αστική νοοτροπία.
Η μεταφραστική διασκευή του Ερρίκου Μπελιέ διατηρεί την οξύτητα και το χιούμορ των πιραντελικών διαλόγων εκσυγχρονίζοντας τους με εύστοχες αθυροστομίες. Η σκηνοθεσία του Γιώργου Αρμένη διόγκωσε τα γελοιογραφικά στοιχεία, «έπαιξε» με το υπέρμετρο και την υπερβολή, κατεύθυνε τις ερμηνείες στην κωμική υπερέκφραση και το μπρουρλεσκ. Σε αυτό το πνεύμα ευθυγραμμίστηκαν τα σκηνικά και κοστούμια που επιμελήθηκε η Ελένη Δουνδουλάκη ενώ το παιχνίδι των φωτισμών του Παναγιώτη Μανούση διαμόρφωσε την κατάλληλη ατμόσφαιρα.
Με τεχνική και δεξιοτεχνία, στην υφολογική φόρμα του λαϊκού εξπρεσιονισμού, ο καθηγητής Παολίνο του Γιώργου Αρμένη αποτελεί επίδειξη ακροβασίας κωμικού-δραματικού και σύνθετης προσέγγισης του ρόλου. Ως Αρετή Περέλα, η Αριέττα Μουτούση τονίζει με εκφραστικούς μορφασμούς τη δισυπόστατη ηθική της ηρωίδας. Αγροίκος αλλά γόης, ρόλος – γάντι ο πλοίαρχος Φραντσέσκο Περέλα για τον Πασχάλη Τσαρούχα, που υπογραμμίζει εντέχνως τις ιλαροτραγικές εκρήξεις του δραματικού προσώπου. Χειμαρρώδης και αισθαντικά θηλυκή, η υπηρέτρια Καρμέλα της Χριστίνας Βαρζοπούλου. Απολαυστικά κωμική περσόνα!
Την ίδια τακτική ερμηνείας ενστερνίζονται και οι νέοι ταλαντούχοι ηθοποιοί, οι οποίοι αποδίδουν με οργιαστικό οίστρο και συνέπεια τη γκροτέσκο εκφορά των πιραντελλικών προσώπων. Εκπληκτικός στις τρεις μεταμορφώσεις του ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης. Στην αρχή ξεκαρδιστικά αστείος ως θηλυπρεπής φαρμακοποιός Τοτό, στη συνέχεια ως γιατρός Μαρτσέλο, δίδυμος αδελφός του Τοτό ενώ στο τέλος ως ο βαρβάτος ναύτης Βιτόριο.
Ο Στέφανος Μαρκάκης (Τζίλιο) μαζί με το Σάκη Σιούτη (Μπέλλι) στήνουν ένα υποδειγματικό υποκριτικό δίδυμο που συγχρονίζεται με δεξιοτεχνία στην εναλλαγή της ατάκας και στην παραγωγή του κωμικού ενσταντανέ. Οι δυο ηθοποιοί «κόβουν» και «ράβουν» ως ατίθασοι μαθητές του κυρίου Παολίνου, δυο σκανδαλιάρικα πνεύματα αντιλογίας που αυθαδιάζουν ασύστολα με «μπουφονικό» σαρκασμό!
Ο Χρήστος Κοροβίλας (δευτεροετής σπουδαστής στη Δραματική Σχολή του Αρμένη) στην πρώτη του θεατρική εμφάνιση, «κλέβει» τις εντυπώσεις με τον εντεκάχρονο Νόνο, γιο των Περέλλα. Εύπλαστα εκφραστικός, πληθωρικός με σκηνική άνεση και ενθουσιασμό. Αν προσέξει και αν τον προσέξουν, θα εξελιχθεί, πιστεύω, σε πολύ ενδιαφέροντα ρολίστα.
Από την προσεγμένη παραγωγή δε δικαιολογείται η απουσία ενός πολυσέλιδου προγράμματος με κείμενα γύρω από το συγγραφέα και το έργο, φωτογραφικό υλικό και παραστασιογραφία.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο Άνθρωπος, το Κτήνος και η Αρετή» του Λουίτζι Πιραντέλλο
Μετάφραση : Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία : Γιώργος Αρμένης
Σκηνικά – Κοστούμια : Ελένη Δουνδουλάκη
Μουσική : Δημήτρης Ιατρόπουλος
Φωτισμοί : Παναγιώτης Μανούσης
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Γιώργος Αρμένης, Αριέττα Μουτούση, Πασχάλης Τσαρούχας, Χριστίνα Βαρζοπούλου, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Χρήστος Κοροβίλας, Στέφανος Μαρκάκης, Σάκης Σιούτης

ΝΕΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΡΜΕΝΗ
Σπύρου Τρικούπη 34 και Κουντουριώτου,
Εξάρχεια, τηλ. 210 82 53 489
Παρασκευή 21.15, Σάββατο 18.15 και 21.15, Κυριακή 20.15