Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

Η παντοδυναμία του χρήματος


Ο Ελβετός δραματουργός Φρίντριχ Ντύρρενματ (Friedrich Durrematt, 1921 - 1990) αναμιγνύοντας το γκροτέσκο με το μακάβριο και αξιοποιώντας τις δραματικές τεχνικές της εποχής του (επηρεάστηκε, άλλωστε, μεταξύ άλλων από τον Μπρεχτ, τον Βέντεκιντ και το κίνημα του εξπρεσιονισμού), κατόρθωσε να διαμορφώσει το δικό του ξεχωριστό ύφος και η λογοτεχνική του παραγωγή είχε απήχηση στις γερμανόφωνες χώρες. Πνεύμα ανήσυχο, δραστήριος και πολυτάλαντος, καταπιάνεται με τη ζωγραφική, το σχέδιο και τις χαλκογραφίες, που συγκροτούν ένα πεδίο σύγκρισης μέσα στις σκέψεις και τα θέματα που χαρακτηρίζουν την έρευνα του.
Το 1956, η φήμη του καλλιτέχνη εξαπλώνεται σε πολλές χώρες του κόσμου. «Η Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» («Der Besuch der alten Dame»), με τον τίτλο «The Visit» γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Αμερική και στην Αγγλία, ιδιαίτερα η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Πήτερ Μπρουκ με τον Άλφρεντ Λαντ και τη Λιν Φοντάν. Η ιστορία αφορά σε μια ζάπλουτη γυναίκα που δωροδοκεί τους πολίτες της εξαθλιωμένης γενέτειράς της για να σκοτώσουν τον πρώην διαφθορέα της.
Στην ελληνική σκηνή, το πολυπρόσωπο έργο ανέβηκε για πρώτη φορά το 1961, από το Εθνικό Θέατρο, σε μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη και σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή με ένα θίασο από σπουδαίους ηθοποιούς. Η παράσταση επαναλήφθηκε το 1965. Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία Σπύρου Α. Ευαγγελάτου, παρουσιάζει τη δική του εκδοχή το 1979, ενώ με το δύσκολο αυτό κείμενο αναμετρήθηκαν ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου σε μετάφραση Ηώς Αμανάκη και σκηνοθεσία Έυη Γαβριηλίδη το 1988, ο θίασος Αλέκου Αλεξανδράκη-Νόνικας Γαληνέα σε σκηνοθεσία Leon Rubin το 1991 και το Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών με τη Τζένη Γαϊτανοπούλου στον πρωταγωνιστικό ρόλο το 1999.
Η «επίσκεψη», όπως εύστοχα σημειώνει ο Μάριος Πλωρίτης, γίνεται μια «τερατώδης» αλληγορία της παντοδυναμίας του χρήματος, που διαφθείρει τις συνειδήσεις, ξεθεμελιώνει τις «ηθικές αρχές», εκπορνεύει τα αισθήματα και δημιουργεί «μια καινούργια παγκόσμια τάξη πραγμάτων». Το μαύρο χιούμορ του συγγραφέα που ονοματίζει το έργο του «τραγική κωμωδία» σαρκάζει ανελέητα τις ιδέες και τους σάπιους θεσμούς του κράτους, τη θρησκεία, την έννοια της δικαιοσύνης, το τέλος του ανθρωπισμού, τον απατηλό πατριωτισμό. Σταδιακά, τα προσωπεία πέφτουν και οι ιδεολογίες ακούγονται σα κούφια λόγια που χρησιμεύουν μόνο για να σκεπάσουν με λαμπερό προπέτασμα το ασελγές συμφέρον.
Η μεστότητα του λόγου, η πυκνότητα των σκηνών, οι ποιητικές προεκτάσεις, ο κυνισμός και ο διαπεραστικός σαρκασμός κινούνται από το ρεαλισμό στο συμβολισμό, από το λογικό στο παράλογο, από το δράμα στην τραγική φάρσα.

Η παράσταση
Το έργο έχει παρουσιαστεί στο παρελθόν με πλούσια σκηνικά και κοστούμια, όπως απαιτείται από τις σκηνικές οδηγίες. Στη σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, υπάρχουν μόνο σκηνικά αντικείμενα (αναπηρικό καροτσάκι, τελάρα, κόκκινο χαλί κτλ) που υποδηλώνουν, επισημαίνουν, συμπυκνώνουν τους δραματικούς χώρους που εξελίσσεται το έργο. Η μοντέρνα όψη της παράστασης φιλοδοξεί να επικοινωνήσει το κείμενο με το σημερινό θεατή και σε αυτό συμβάλλει μεταξύ άλλων η αξιόλογη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Με τους κατάλληλους συνειρμούς, αν σκεφτεί κανείς τα τρέχοντα γεγονότα, έρχεται αντιμέτωπος με τη σαθρή εικόνα ενός ανελέητου καπιταλιστικού συστήματος, τα θεμέλια του οποίου τρίζουν...
Αφαιρετικότητα, υπαινικτική και ειρωνική διάθεση (χαρακτηριστική η σκηνή με τα πατατάκια), τονισμός των επικών στοιχείων και γκροτέσκες περιβολές. Οι σκηνικές οδηγίες εκφωνούνται από τους ηθοποιούς και έχουν ενσωματωθεί εύστοχα στα διαλογικά μέρη. Οι ερμηνείες και η ατμόσφαιρα που κατορθώνει να διαμορφώσει η σκηνοθεσία ταξιδεύουν το θεατή από τον ένα χώρο στον άλλο. Οι φωτισμοί επιτελούν περαιτέρω την συμβολική λειτουργία της συνειδησιακής αφυπνίσεως των ηρώων, που ανάγονται σε κοινωνικά παραδείγματα. Οι μουσικοί ήχοι, οι αυτοσχεδιασμοί όπως ο θόρυβος της αμαξοστοιχίας αλλά και οι σύντομες μελωδίες που ψέλνουν έντεχνα και συγχρονισμένα οι ηθοποιοί, συνθέτουν ξεχωριστή ενότητα, η οποία διαμορφώνει καλαίσθητη οπτικοακουστική εικόνα. Η παράσταση εκθέτει με λεπτομέρεια τα στάδια της ηθικής εξαθλίωσης που επιβάλλει το εκβιαστικό δίλημμα, με αποτέλεσμα να έχει μεγάλη διάρκεια…
Η Μπέττυ Αρβανίτη (Κλαιρ Τσαχανασιάν) με την ακρίβεια των εκφραστικών της μέσων αποδίδει το καυστικό χιούμορ της σνομπ αριστοκρατικής κυρίας αλλά και την οργή μιας πληγωμένης ύπαρξης που θαρρεί κανείς ότι απολαμβάνει την προετοιμασία της τρομαχτικής εκδίκησης. Ο Γιάννης Φέρτης (Αλφρεντ Ιλ) υπερασπίζεται το πάθος αλλά και την αγωνία του ήρωα για την έκβαση των πραγμάτων.
Ο Νίκος Αλεξίου (πρώτος πολίτης/Δήμαρχος), ο Μπάμπης Σαρηγιαννίδης (δεύτερος πολίτης/Αστυνόμος), ο Βασίλης Καραμπούλας (τρίτος πολίτης/ Δάσκαλος) και ο Θανάσης Δήμου (τέταρτος πολίτης/ Πάστορας) πλάθουν χαρακτήρες (οι οποίοι εκπροσωπούν κοινωνικές δομές και ανάγονται σε φορείς ιδεών) δίνοντας έμφαση στα στοιχεία εκείνα που κάνουν τον καθένα από αυτούς ξεχωριστό και αναγνωρίσιμο.
Αινιγματική και «σκοτεινή», η φιγούρα του Μπόμπυ, που «σκιτσάρει» ο Κώστας Γαλανάκης. Ο ταλαντούχος Δημήτρης Μυλωνάς (Σύζυγος 7/Σύζυγος 8/Σύζυγος 9/ Δημοσιογράφος) κατορθώνει να μεταμορφωθεί σε τέσσερα διαφορετικά πρόσωπα χωρίς να «κουβαλά» στοιχεία του ενός στο άλλο. Ο Παναγιώτης Παναγόπουλος (Μηχανοδηγός/ Δικαστικός Κλητήρας/ Καρλ) ανταποκρίνεται με άνεση στους ρόλους που καλείται να ερμηνεύσει. Η Τζίνη Παπαδοπούλου (Κυρία Ιλ/ Παρουσιάστρια) τονίζει με την εκφορά του λόγου της τα σημεία που διαφοροποιούν τα πρόσωπα που υποδύεται. Η Ελένη Ουζουνίδου (Οτίλιε), κάπως αμήχανη στο πρώτο μέρος, βρίσκει το υποκριτικό στίγμα της στη συνέχεια.
Ο Άκης Λυρής (Κόμπυ) και ο Ηλίας Κουνέλας (Λόμπυ), ομοιόμορφα μαυροντυμένοι, δημιουργούν ένα υποκριτικό δίδυμο δυναμικής που κινείται ρυθμικά και επικοινωνεί σκηνικά. Οι δυο ηθοποιοί επαναλαμβάνοντας σε καίριες στιγμές ταυτόχρονα φράσεις, εστιάζουν σε αυτό που ο λόγος υπονοεί εμμέσως αλλά δεν αποκαλύπτει ευθέως.
Το πρόγραμμα της παράστασης, που επιμελήθηκε ο Ιωσήφ Βιβιλάκης, περιέχει πλούσιο υλικό από θεωρητικά κείμενα για το έργο, χρονολόγιο, στοιχεία δηλαδή για τη ζωή του συγγραφέα, αναλυτική ελληνική παραστασιογραφία, εκδοχές του έργου στις τέχνες του θεάματος και άφθονο φωτογραφικό υλικό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις του Φρίντριχ Ντύρρενματ, στο άρθρο «Θεατρικά προβλήματα. Μια νέα δραματουργία».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Η Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρρενματ
Από τη Θεατρική Εταιρία Πράξη
Μετάφραση : Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία : Στάθης Λιβαθινός
Σκηνικά – κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική : Θοδωρής Αμπαζής
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Νίκος Αλεξίου, Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Βασίλης Καραμπούλας, Θανάσης Δήμου, Γιάννης Φέρτης, Μπέττυ Αρβανίτη, Κώστας Γαλανάκης, Δημήτρης Μυλωνάς, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Τζίνη Παπαδοπούλου, Ελένη Ουζουνίδου, Άκης Λυρής και Ηλίας Κουνέλας

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ
Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ. 210 88 38 727
Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο 21.00, Κυριακή – Τετάρτη 20.00

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008

Το παιχνίδι της μοναξιάς


Στον πολυχώρο «Ράγες», η θεατρική ομάδα «Minus Two» δοκιμάζει να ξανανέβει στην τραμπάλα, αυτή τη φορά παίζοντας ένα διαφορετικό παιχνίδι που ξαφνιάζει ευχάριστα με τις εκπλήξεις που κρύβει και τον πειραματισμό στον οποίο τολμά να εκτεθεί. Την περασμένη χρονιά, το έργο του William Gibson «Δύο για την τραμπάλα» («Two for the seesaw») ανέβηκε στο θέατρο «Αλκμήνη» σε σκηνοθεσία Άκη Δαβή με τον ίδιο και τη Στέλλα Μαρή στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Οι παραστάσεις διακόπηκαν από την αιφνίδια και τραγική απώλεια του σκηνοθέτη, ηθοποιού και δασκάλου. Ο Άκης Δαβής (1960-2008), διανοούμενος της θεατρικής πράξης και ερευνητής της υποκριτικής τέχνης, αφιερώθηκε τα τελευταία χρόνια στη διδασκαλία, στο εργαστήρι ελευθέρων σπουδών που είχε ιδρύσει από το 1990, και στην παραγωγή παραστάσεων γόνιμου πειραματισμού.

Το έργο και η παράσταση
Ο Ουίλλιαμ Γκίμσον (Νέα Υόρκη 1914 – 2008) γράφει το κείμενο το 1958 κάνοντας την πρώτη του μεγάλη θεατρική επιτυχία στο Μπρόντγουαίη με την Αν Μπάνκροφτ και τον Χένρι Φόντα. Το έργο ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο ενώ στην ελληνική σκηνή γίνεται γνωστό με τον τίτλο «Το παιχνίδι της μοναξιάς». Παρουσιάζεται για πρώτη φορά από τον θίασο Έλλης Λαμπέτη – Δημήτρη Χορν σε μετάφραση Αλέξη Σολωμού και σκηνοθεσία Sylbert Paul. Το 1991 ανεβαίνει από το ΔΗ. ΠΕ.ΘΕ Βέροιας σε σκηνοθεσία Πάνου Γλυκοφρύδη και το 1996 από το θίασο Δάνη Κατρανίδη – Φιλαρέτη Κομηνού σε μετάφραση – σκηνοθεσία Γιάννη Ιορδανίδη στο θέατρο Άλφα.
Τη φετινή χρονιά, η ομάδα «Minus Two» καταθέτει μια διαφορετική σκηνοθετική ανάγνωση και μέσα από περαιτέρω έρευνα και αναζήτηση οδηγείται σε ένα εντελώς καινούργιο αποτέλεσμα. Η εύστοχη, σύγχρονη και ευκολομίλητη γλώσσα της μετάφρασης της Στέλλας Μαρή υπογραμμίζει τα διανοητικά και αισθητικά εκείνα στοιχεία δια των οποίων οι δυο ήρωες καθίστανται πρόσωπα της οικείας μας καθημερινότητας, άνθρωποι δηλαδή της διπλανής πόρτας.
Στους αποσπασματικούς διαλόγους του Γκίμπσον, οι ήρωες δείχνουν να μη φοβούνται τα σκαμπανεβάσματα ενός απρόβλεπτου παιχνιδιού που κανείς δε γνωρίζει με ακρίβεια τους όρους. Στην τραμπάλα δεν υπάρχει νικητής και χαμένος, θύτης και θύμα. Από το εφιαλτικό «πάνω – κάτω» και το ατέρμονο «πήγαινε – έλα» απομονώνονται στιγμές ανεπαίσθητης ευτυχίας που ανατρέπουν αιφνίδιες αλλά συσωρευτικές εκρήξεις. Οι τηλεφωνικές γραμμές της Γκιτλ και του Τζέρρυ είναι διαρκώς «κατειλημμένες» από συγκρουόμενες λέξεις. Τρυφερές και σκληρές, προσβλητικές και αδιάφορες, απειλητικές και ενοχικές…ο κατάλογος φαντάζει ατελείωτος.
Μέσα από το παιχνίδι της τραμπάλας εκδηλώνεται τελικά, η αέναη επιθυμία του ανθρώπου να βρει τη στάση ισορροπίας με το άλλο του μισό ή τουλάχιστον κάτι σταθερό και αρραγές σε πείσμα της ρευστότητας και της μοναχικής απελπισίας. Οι ανασφάλειες, ο φόβος της απόρριψης, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η δειλία ή ακόμα και ο πληγωμένος εγωισμός ωθεί τους ανθρώπους να οριοθετούν το χώρο τους για ν’ αναπτύσσουν τις άμυνες τους, σκέψη που η σκηνοθεσία εικονοποιεί με το ξετύλιγμα της κολλητικής ταινίας και τη δημιουργία ορίων. Οι δυο ηθοποιοί χωρίζουν με ευθεία γραμμή όχι μόνο τα σύνορα του χώρου που κινείται κάθε πρόσωπο αλλά και αυτά που ενώνουν τη σκηνή με την πλατεία.
Η κατασκευή του αρχιτέκτονα Γιώργου Σταματάκη λειτουργεί ως συμβολοποιημένο σκηνογράφημα καθώς στη σύνθετη δομή του εναλλάσσονται οι χώροι που εξελίσσεται η δράση. Ένα "multi-έπιπλο" που διαχωρίζει και ενώνει τους χώρους.
Στην παράσταση ακούγονται με τη σειρά που ακολουθούν μελωδίες και τραγούδια των Boris Vian «Fais-moi Johny» και «La Java Martienne», Craig Armstrong «Inhaler», The Everly Brothers «All you have to do is dream», Nick Cave «The Sweetest Embrace» και Ornella Vanoni «Anche se». Οι μουσικές επιλογές παράγουν καλαίσθητη οπτικοακουστική εικόνα σε συνάρτηση με το σκηνικό και τους καίριους φωτισμούς του Κώστα Δρίμτζια που τονίζουν πράγματι πτυχές σημασιών παράγοντας ερεθίσματα, τα οποία διεγείρουν την ομοιοπαθητική λειτουργία μεταξύ θεάματος και θεατή.
Η σκηνοθεσία της Στέλλας Μαρή πειραματίζεται με διάφορα μέσα για να επικοινωνήσει το έργο με το σύγχρονο θεατή. Οι κινηματογραφημένες σκηνές που προβάλλονται σε video wall και ιδίως οι φράσεις σε μορφή υποτίτλων, οι οποίες παραπέμπουν στο βωβό ασπρόμαυρο κινηματογράφο, εκπλήσσουν και εξάπτουν την περιέργεια για τη συνέχεια. Φαίνεται πράγματι ενδιαφέρον ο τρόπος που η σκηνοθεσία έχει αφομοιώσει ετερόκλητα στοιχεία και τα έχει ενσωματώσει σε μια ενιαία και οργανωμένη πρόταση με αυστηρή κινησιολογική έκφραση, συνειρμικές αλληλουχίες και πλήρως αιτιολογημένες επιλογές.
Τίποτε στην παράσταση δε συμβαίνει τυχαία ούτε αποσκοπεί στον εντυπωσιασμό. Ακόμα και η σκηνή στο φουαγιέ (γνώριμη και εύστοχη επιλογή όταν υποστηρίζεται με ακρίβεια), που καταργεί έστω για μερικά λεπτά τον «τέταρτο τοίχο» καθιστώντας σχεδόν αδιάκριτα τα βλέμματα όσων παρακολουθούν τις κουβέντες που ανταλλάσσει το ζευγάρι κατά τη διάρκεια του δείπνου, αποτελεί άλλο έναν τρόπο ώστε τα πρόσωπα να γίνουν οικεία αίροντας τη θεατρική ψευδαίσθηση.
Η Στέλλα Μαρή (Γκιτλ Μόσκα) και ο Δημήτρης Παπαναστασίου (Τζέρρυ Ράϊαν) καλλιεργούν τη σύλληψη της οργανικής ενότητας των χαρακτήρων που ερμηνεύουν δημιουργώντας ένα λειτουργικό υποκριτικό ζεύγος δυνάμεων αντιστικτικής υφής.
Στην πρόταση της Στέλλας Μαρή κυριαρχεί η αισθητική της υπέρβασης του ρεαλιστικού πλαισίου του έργου και η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις «πλασματικές» σιλουέτες-μορφές του βίντεο και στις ανθρώπινες θεατρικές παρουσίες της σκηνής. Δεν ξέρω αν η ομάδα κερδίζει το στοίχημα που βάζει με τον εαυτό της. Σίγουρα όμως η προσέγγιση της όχι μόνο δεν αφήνει αδιάφορους τους θεατές αλλά εύκολα κάνει συνένοχους και τους πιο ανυποψίαστους.

Η παράσταση είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Άκη Δαβή

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Δύο για την τραμπάλα» του Ουίλλιαμ Γκίμπσον
Από την θεατρική ομάδα «Minus Two»
Μετάφραση – σκηνοθεσία : Στέλλα Μαρή
Σκηνογραφία – μουσική επιμέλεια : Γιώργος Σταματάκης
Κοστούμια : Ελένη Παππά
Φωτισμοί : Κώστας Δρίμτζιας
Τους ρόλους ερμηνεύουν η Στέλλα Μαρή και ο Δημήτρης Παπαναστασίου

ΘΕΑΤΡΟ ΡΑΓΕΣ
Κωνσταντινουπόλεως 82, Κεραμεικός, τηλ. 210 34 52 751
Τετάρτη – Πέμπτη 21.00

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

Ανακαλύπτοντας την ηδονή...


Μέλχιορ : Ποιος είστε; Ποιος είστε; Δεν μπορώ να εμπιστευθώ έναν άνθρωπο που δεν τον γνωρίζω
Ο Άντρας με τη μάσκα : Δεν θα με γνωρίσεις αν δεν μ’ εμπιστευθείς

(Φρανκ Βέντεκιντ, «Το Ξύπνημα της άνοιξης»)

Την εποχή του θριάμβου της νατουραλιστικής ποιητικής έγιναν πολλές δραματουργικές απόπειρες που, εμφανώς, άνοιξαν τον δρόμο για τη ζωγραφική, τη βασιζόμενη σε ντοκουμέντα, γεννώντας στην πραγματικότητα μια τέχνη που στιγματίστηκε από τον ψυχολογισμό και την γκροτέσκα αποσύνθεση. Σε αυτή την εποχή, ο Γερμανός δραματουργός και ηθοποιός Φρανκ Βέντεκιντ (Frank Wedekind, 1864 – 1918) πρωτοεμφανίστηκε σε καμπαρέ τραγουδώντας δικά του κομμάτια ενώ αργότερα έπαιζε μαζί με τη νεαρή σύζυγο του, σε έργα που έγραφε ο ίδιος όπως το «Die junge Welt» («Ο νέος κόσμος»).
Σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο εκφραστής του λογοτεχνικού κύκλου του Μονάχου μέσα από πολυάριθμα θεατρικά κείμενα και κυρίως τη δημιουργία ενός μυθικού προσώπου που ενσάρκωσε τον ερωτισμό και τη χαρά της ζωής δίχως κανένα ηθικό φραγμό (τη φιγούρα της Λούλου), θεωρήθηκε οδηγητής της αισθητικής ανανέωσης στο θέατρο. Η ανάλυση της σύγχρονης κοινωνίας απέδειξε στο έργο του Βέντεκιντ ότι οι αυστηρές φόρμες και οι συμβατικές σχέσεις στις οποίες δομείται, κατέπνιγαν τα ζωτικά ένστικτα του ατόμου, νεκρώνοντας τις πιο αυθεντικές εκφράσεις του, ξεκινώντας από τη σεξουαλικότητα που βρισκόταν αντιμέτωπη με την άγρια κοινωνική και θρησκευτική καταστολή.
Το 1891 γράφει το «Fruhlings Erwachen» («Το Ξύπνημα της Άνοιξης»), έργο με στακάτη δομή και έντονο ρεαλισμό που προαναγγέλλει τον εξπρεσιονισμό και το συμβολισμό, ιδιαίτερα μέσα από τις σκηνές στο νεκροταφείο και στην αίθουσα του σχολείου, όπου δύο 14χρονοι εραστές πληρώνουν με τη ζωή τους την ηθική ανεντιμότητα των τυραννικών γονιών τους. Η μυστηριώδης επίσκεψη του άνδρα με τη μάσκα στην τελευταία σκηνή του έργου ρίχνει τα πρώτα θεμέλια για το μελλοντικό θέατρο του Παραλόγου.
Το επαναστατικό, τολμηρό και προκλητικό για την εποχή του δράμα με θέμα τον έρωτα στην εφηβεία απεικονίζει την κατασταλτική εκπαίδευση (μιας συντηρητικής και σοβαροφανούς κοινωνίας) στον σεξουαλικό και σε άλλους τομείς, που οδηγεί τους νεαρούς ήρωες σε μια διατάραξη των ενστίκτων, σε μια απρόσμενη και ανεξέλεγκτη έκρηξη με καταστροφικές συνέπειες για τη ζωή τους. Η αυτοκτονία, η άμβλωση, η παράκρουση και το αναμορφωτήριο παρουσιάζονται μέσα από σκηνές που εκτυλίσσονται με καίριες και γραμμικές διαδοχές, απορρίπτοντας τη σταδιακή και συμπαγή εξέλιξη, ενώ η γλώσσα εκφωνείται σε γκροτέσκους τόνους, τους οποίους απαλύνουν λυρικά αποστάγματα.
Ο κριτικός Paul Fechter παρατηρώντας την ειρωνεία που περικλείει ο τίτλος του έργου επισημαίνει ότι «η άνθηση της νέας φυσικής ορμής, της βλάστησης της άνοιξης, πέρα από όλους τους ηθικούς φραγμούς της κοινωνίας θα μαραθεί γρήγορα και θα σαπίσει μέσα στην αθλιότητα, την ασχήμια και το έγκλημα. Η θυμοσοφία και το ορμέμφυτο του ανθρώπου πνίγεται σε νεκρές έννοιες, σε ψεύτικα ιδανικά και σε σεμνότυφη ηθικότητα».
Το παράδειγμα της δραματουργίας του Βέντεκιντ υπήρξε σημαντικό για την επανάσταση του νατουραλισμού στις φόρμες, στα πλαίσια μιας γραφής που εκδηλώνει καινοτομίες όχι μόνο σε θεματικό επίπεδο, αλλά και σε αισθητικό – δομικό. Η αλληγορική γλώσσα, η αισθητική των γκροτέσκων καταστάσεων και τα πρόσωπα που κινούνται σαν μαριονέτες από τα νήματα των ενστίκτων τους συντέλεσαν στη διαμόρφωση της εξπρεσιονιστικής θεατρικής φόρμας. Ο συγγραφέας φέρνει στο ευρωπαϊκό θέατρο τον κυνισμό, τον αισθησιασμό, το απροσδόκητο, το άλογο στοιχείο, τον ακροβατισμό των γεγονότων και την ταχυδακτυλουργία της εσωτερικής δράσης.
Στο μεταίχμιο των δύο αιώνων, καλλιεργήθηκε ένα καλλιτεχνικό ενδιαφέρον προς την κατεύθυνση των ιδεολογικών κινημάτων που έτειναν στο στυλιζάρισμα και την εξερεύνηση του υποσυνείδητου, ενθαρρυμένο από την επεξεργασία των ψυχαναλυτικών θεωριών του Freud.
Στην Ελλάδα, το έργο ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο το 1971 με τον τίτλο «Το Ξύπνημα της Νιότης». Το 1996, ο Γιώργος Μιχαηλίδης σκηνοθετεί «Το Ξύπνημα της Άνοιξης», σε μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη, στο Ανοιχτό Θέατρο, παράσταση που προκάλεσε γόνιμο διάλογο για την οπτική της γωνία και τις αισθητικές της επιλογές, όπως η χρήση της μάσκας στη σκηνή της συνδιάσκεψης των καθηγητών.

Η παράσταση
Ο θεατής με την είσοδό του στον ευρύ σκηνικό χώρο που παραπέμπει σε σχολική αίθουσα, αντικρίζει καρέκλες και έδρανα πάνω στα οποία έχουν τοποθετηθεί υπεράριθμα βιβλία σε αυστηρή παράταξη. Με μια ευφυής χορογραφία, η τάξη μετατρέπεται αιφνιδίως και με νευρώδη ρυθμό σε αταξία καθώς οι διευθετημένες στοίβες των βιβλίων εκτινάζονται και σκορπίζονται βίαια με όλες τις σημαίνουσες κινήσεις μιας θεατρικής αναρχίας. Οι «εγγράμματοι» μαυροπίνακες, γνωστοί και από παλαιότερες παραστάσεις, «δημιουργούνται» από τους ηθοποιούς με το θεατρικό θόρυβο της κιμωλίας στίζοντας την παράσταση πριν την εκρηκτική εναρκτήρια κίνηση.
Ο Νίκος Μαστοράκης αδίκησε τη συνολικά καλοστημένη παράσταση του με τις επαναλήψεις του ευρήματος της μαριονέτας, ιδιαιτέρως στη σκηνή της διακωμώδησης της νεκρώσιμης ακολουθίας αλλά και του εδραίου κατηγορητηρίου των καθηγητών που όχι μόνο δε σάρκασε την κοινωνική καταπίεση αλλά και την αλλοίωσε δεόντως. Στην ίδια προοπτική, οι γονικές «κούκλες», με άψογη σημαίνουσα κίνηση και ιδιάζουσα εκφορά λόγου, έδωσαν το στίγμα της παράστασης που κινήθηκε με εξπρεσιονιστικά χαρακτηριστικά για να περάσει σε ένα συμβατικό ρεαλισμό και να εκτονωθεί αδέξια με εντελώς περιγραφικές διατυπώσεις.
Ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος (Μόριτς Στήφελ) χωρίς διακυμάνσεις επέμεινε σε μια πειστική πραγματεία του ρόλου του που παρόλα αυτά δε συγκίνησε στην καταληκτική σκηνή, την οποία ούτως ή άλλως χειρίστηκε αδέξια ο σκηνοθέτης. Ο κύριος Αλειφερόπουλος, πάντως, μετέτρεψε την ανωριμότητά του σε υποκριτική αρετή και έδειξε ότι μπορεί ν’ αναμετρηθεί με απαιτητικούς ρόλους.
Ο Όμηρος Πουλάκης (Όττο) διαθέτει το προσόν ν’ αρθρώνει συγκεχυμένα και το αξιοποιεί ευεργετικά αν σκεφτεί κανείς ότι ενσαρκώνει έναν έφηβο. Η ερμηνεία του με ανιαρή αφετηρία, έχω την αίσθηση, ότι στάθηκε στην ανολοκλήρωτη δοκιμή. Ωστόσο, στη δύσκολη σκηνή του αυνανισμού, ο ηθοποιός κινείται με φυσικότητα διατηρώντας ένα αξιοπρόσεκτο μέτρο, στο οποίο προσθέτει μια αισθαντική αμηχανία.
Η Ιωάννα Παππά υποδύθηκε με ευκρινείς όρους το χαρακτήρα της Βέντλας, που έπεσε θύμα του στυγερού «ξυπνήματος» της άνοιξης. Εύγλωττες στη σημειολογία τους οι φονικές «κούκλες» της Αγγελικής Καρυστινού (Κυρία Μπέργκμαν), της Γαλήνης Χατζηπασχάλη (Κυρία Γκάμπορ), της Αννίτας Κούλη (Κυρία Σμιτ, μαμή) όπως και η φιγούρα του γιατρού από τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη (Μυγοσκοτώστρας, Δόκτωρ Μπράουζεπουλφερ, Κύριος Στήφελ).
Πειστικό με σαφείς υποκριτικές υπομνήσεις το δίδυμο Θάνος Τοκάκης (Ερνστ) και Μιχάλης Φωτόπουλος (Χένσχεν Ρίλοφ). Η Νατάσα Ζάγκα (Ίνα Μύλλερ, Τέα), ο Δημήτρης Καρτόκης (Ντήτχελμ, Καθηγητής Ψωμόλυσσας), ο Δημήτρης Κουτροβιδέας (Καθηγητής Βούρδουλας, Κύριος Γκάμπορ, Ο Άντρας με τη Μάσκα), η πληθωρική και ναζιάρα Άλκηστις Πουλοπούλου (Ίλζε), ο Μίλτος Σωτηριάδης (Χέλμουτ, Καθηγητής Κάμινος) και ο Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος (Καθηγητής Παπατρέχας, Ρούπρεχτ) ανταποκρίθηκαν με άνεση στους ρόλους τους.
Η μουσική λειτούργησε διαλυτικά με την ένταση σε συγκεκριμένα σημεία της παράστασης ενώ οι φωτισμοί ανέδειξαν το ζοφερό κατά τα άλλα ξύπνημα της εφηβείας και το μεταφυσικό περιβάλλον που φιλοδοξούσε να διαμορφώσει η σκηνοθεσία.
Τα κοστούμια με τις επιλογές τους, κάνουν διακριτές τις δυο ερμητικά κλειστές ομάδες που αντιπαρατίθενται μέσα στο έργο, τον κόσμο των ενηλίκων και αυτόν των εφήβων. Δύο κόσμοι απομονωμένοι, χωρίς ουσιαστική επικοινωνία, χωρισμένοι από ένα αγεφύρωτο χάσμα στις αντιλήψεις, τις ιδέες, τις αξίες και τη νοοτροπία.
Σε γενικές γραμμές, μια άρτια παράσταση, δουλεμένη στη λεπτομέρεια, σε εικαστικό επίπεδο, με αντιφατικές συστοιχίες, με εμφανείς τάσεις εντυπωσιασμού αλλά με αναμφισβήτητη ποιητική ατμόσφαιρα.
Στο πρόγραμμα της παράστασης περιλαμβάνονται εμπεριστατωμένες μελέτες γύρω από ένα πυκνό κείμενο που επιτρέπει πολλαπλές αναγνώσεις και αφήνει περιθώρια στο σκηνοθέτη να φωτίσει τη δική του οπτική γωνία καθώς κοινός αισθητικός παρανομαστής των σκηνών του δεν είναι η αποκάλυψη και η απόδοση μιας αντικειμενικής πραγματικότητας, αλλά η πρισματικότητα και πολλαπλότητα των προσεγγίσεων της κεντρικής υπόθεσης.
Το παρόν κείμενο αφιερώνεται στη μνήμη του ταλαντούχου ηθοποιού Κωνσταντίνου Παπαχρόνη που στην παράσταση ενσάρκωνε το χαρακτήρα του Μέλχιορ. Η είδηση της αιφνίδιας και τραγικής του απώλειας συνέπεσε με τη σύνταξη αυτών των γραμμών. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο νεαρός καλλιτέχνης, στη σύντομη διαδρομή του στο θεατρικό σανίδι αναμετρήθηκε με επιτυχία σε κωμικούς αλλά και δραματικούς ρόλους.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το Ξύπνημα της άνοιξης» του Φρανκ Βέντεκιντ
Από το Εθνικό Θέατρο
Μετάφραση : Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία – Μουσική επιμέλεια : Νίκος Μαστοράκης
Σκηνικά – Κοστούμια : Εύα Μανιδάκη
Φωτισμοί : Τάσος Παλαιορούτας
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Νατάσα Ζάγκα, Δημήτρης Καρτόκης, Αγγελική Καρυστινού, Αννίτα Κούλη, Δημήτρης Κουτροβιδέας, Ιωάννα Παππά, Κωνσταντίνος Παπαχρόνης, Όμηρος Πουλάκης, Άλκηστις Πουλοπούλου, Μίλτος Σωτηριάδης, Θάνος Τοκάκης, Μιχάλης Φωτόπουλος, Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος και Γαλήνη Χατζηπασχάλη

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ-ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ
Ευμολπιδών 41, Γκάζι, τηλ. 210 34 55 020
Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 20.30, Κυριακή 19.00

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2008

Έτοιμοι για...απογείωση!


Η ομάδα «Ab Ovo» εισέβαλλε δυναμικά στην εγχώρια θεατρική μας πραγματικότητα και κατέκτησε ξεχωριστή θέση. Εξελίσσοντας και ανανεώνοντας υποκριτικούς κώδικες, διαμόρφωσε το δικό της αυθεντικό στίγμα που έχει σημαντική απήχηση ιδιαίτερα στο νεανικό κοινό. Ήδη από την πρώτη της παραγωγή, το «Εκεί, εκεί στην κόλαση…», παράσταση που γνώρισε τεράστια επιτυχία και διήρκησε τρεις σαιζόν περνώντας από διαφορετικά θέατρα, η ομάδα διακρίθηκε για την πρωτοτυπία των ιδεών της, την ευρηματικότητα και τις μεθόδους επεξεργασίας των κειμένων πάνω στις αρχές του σωματικού (physical theatre) και επινοητικού θεάτρου (devised theatre). Μια απολαυστική παρωδία των θρησκοληπτικών εμμονών του ανθρώπου, διανθισμένη με επιθεωρησιακά στοιχεία και καυστικό χιούμορ. Στο ίδιο πνεύμα, με πολλούς αυτοσχεδιασμούς και τους διαλόγους να «χτίζονται» στην κυριολεξία κατά τη διάρκεια των δοκιμών, κινήθηκαν οι παραστάσεις «Ζελόβ» και «Μαμά Ελλάδα».

Η παράσταση
Ο «Πλανήτης» αποτελεί τη φετινή έκπληξη της ομάδας που ξαναβρίσκει το δυναμικό της παλμό και επιχειρεί να προτείνει κάτι που ξεφεύγει από τα τετριμμένα. Το έργο μας ταξιδεύει στο χρόνο! Ζούμε την 25η Μαρτίου 2071 και βρισκόμαστε στις διαστημικές εγκαταστάσεις της Πολεμικής Αεροπορίας στο Λαύριο. Το πρώτο επανδρωμένο Ελληνικό διαστημόπλοιο ετοιμάζεται για απογείωση. Στόχος της αποστολής είναι η ανακάλυψη ενός βιώσιμου πλανήτη, ικανού να φιλοξενήσει τον αθάνατο Ελληνικό Πολιτισμό. Η γαλανόλευκη θα κυματίσει για πρώτη φορά σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας. Είναι όμως τόσο απλό; Μήπως λογαριάζουμε χωρίς τον ξενοδόχο;
Ελάχιστες λέξεις εκφωνούνται στη διαστημική κωμωδία σωματικού θεάτρου κατά τη διάρκεια της οποίας η δεξιοτεχνία της παντομίμας και της μιμικής τέχνης κατέχουν τον πρώτο λόγο. Στο εκφραστικό αυτό «θέατρο της σιωπής», τα μέλη της ομάδας συντονίζονται υποδειγματικά και κινούνται επιδέξια σε γρήγορους ρυθμούς όπως οι καρτουνίστικες φιγούρες, οι ήρωες των κόμικς. Οι υπαινιγμοί των επιφωνημάτων, η υπερβολή των χειρονομιών, οι γκροτέσκο αποχρώσεις των μορφασμών και η συμβολική χρήση των αντικειμένων γίνονται αντιληπτοί ακόμα και από τον θεατή που δε γνωρίζει λέξη ελληνικά προκαλώντας αν όχι εκρήξεις γέλιου τουλάχιστον ένα μπλαζέ μειδίαμα συνενοχής…

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο Πλανήτης»
Κωμωδία της ομάδας «Ab Ovo»
Σκηνοθεσία : Γιάννης Σαρακατσάνης
Σκηνικά – κοστούμια : Ομάδα Ab Ovo
Φωτογραφίες : Stavros – Christos Vlachakis
Η εξαμελής ομάδα αποτελείται από τους ηθοποιούς : Γιάννη Γιαννούλη, Λευτέρη Ελευθερίου, Βάσω Καβαλιεράτου, Γιάννη Σαρακατσάνη, Σωσώ Χατζημανώλη και Βάσω Χελά

ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
Φρυνίχου 10, Πλάκα, τηλ. 210 32 31 591
Σάββατο 19.00 – Κυριακή 21.15

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008

Σε φόντο ασπρόμαυρο


Γράφω πάντα στους τοίχους μηνύματα
που τα ξεφτίζουν οι πέτρες
σε πληγές πορφυρές
Γράφω τις λέξεις
έρωτας
πατρίδα
κι όλο με διώχνουν οι χαφιέδες
από το ξώφυλλο των τοίχων
Ω πόσα χέρια κουβαλώ
και μες στο θάνατο
ακόμη γράφω
φτιάχνοντας φλόγες με τους τοίχους

(ανέκδοτο ποίημα της Κατερίνας Κατσίρη)

Η θεατρική ομάδα «πείρα(γ)μα» -εξαίρετο και ευφάνταστο λογοπαίγνιο που μαρτυρά και τις προθέσεις της- παρουσίασε την πρώτη της παραγωγή, το έργο «Όνειρο για δύο» του Γάλλου G. Foissy, στον πολυχώρο «Bios», τον Ιούνιο του 2008, στα πλαίσια του φεστιβάλ καλλιτεχνικών ομάδων του ΔΙΚ.ΑΝ.Ο. (Δίκτυο Ανεξάρτητων Ομάδων), ενώ στη συνέχεια έκανε περιοδεία σε θερινά εγχώρια φεστιβάλ.
Η φετινή δεύτερη πρόταση της, μας ξαφνιάζει ευχάριστα καθώς φέρνει και πάλι στο προσκήνιο την πολιτική αλληγορία του Περικλή Κοροβέση «Επιχείρησις Ιουδίθ». Το δυνατό αυτό κείμενο παραστάθηκε για πρώτη φορά από τη «Θεατρική Σκηνή» (1991-1992) σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντωνίου. Ένα πολιτικό θρίλερ; Ένα φιλμ νουάρ; Μια ερωτική σβησμένη φλόγα; Μια ιστορία που τρέχει σαν αργεντίνικο ταγκό; Σα μαύρο μπλουζ; Σαν εξτρεμιστικές εκρήξεις; Ή μήπως μια αναρχική διαμαρτυρία;
Μετά το «Τάνγκο Μπαρ», ο Περικλής Κοροβέσης, με αφορμή προσωπική ιστορία, καταθέτει ένα ισχυρά υπαινικτικό σχόλιο για τη σαθρότητα ενός συστήματος του οποίου τα θεμέλια τρίζουν. Η ελεύθερη ατομική συνείδηση αντιστέκεται στο κρατικό μονοπώλιο της νομιμότητας, καθώς το κράτος σκευωρεί χαλκεύοντας τους δήθεν τρομοκράτες-ανατροπείς του. Η πλοκή του θεατρικού έργου «Επιχείρησις Ιουδίθ» παραπέμπει σαφώς σε αυτοβιογραφικό συμβάν, στη γνωστή περιπέτεια του συγγραφέα που είχε άδικα κατηγορηθεί ως ιθύνων νους τρομοκρατικών ενεργειών. Η πρώτη γραφή έδειχνε φανερές δραματουργικές αδυναμίες, προϊόντα παρόρμησης και οργής που προκάλεσαν οι νωπές μνήμες. Μια δεύτερη επεξεργασία, δεκαεφτά περίπου χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα, εστιάζει σε καίρια σημεία και αναδεικνύει τα πυκνά ιδεολογικά σημαινόμενα.

Η παράσταση
Η σκηνοθεσία του Θόδωρου Κυριακού ακολουθεί με συνέπεια τις δομές του έργου δίνοντας έμφαση στην ένταση των στιγμιότυπων και των εξάρσεων (ερωτικών και άλλων) ενώ επιχειρεί να τοποθετήσει ευθύβολα τις απότομες αλλαγές των καταστάσεων προκαλώντας σασπένς στον θεατή. Στη δημιουργία αυτής της ατμόσφαιρας συμβάλλουν δυναμικά οι αισθαντικές παρεμβάσεις της υποβλητικής μουσικής σύνθεσης του Νίκου Γιούσεφ αλλά και οι ζωηροί φωτισμοί που παίζουν στην κυριολεξία με το αντιθετικό δίπολο «φως-σκοτάδι» στο ασπρόμαυρο σκηνικό της Ανθής Σοφοκλέους.
Ο Γιάννης Καρούνης (Νίκος), η Ειρήνη Μελά (Μαρία), η πληθωρική Βίβιαν Κραββαρίτη (Ιουδίθ) και ο Γιώργος Μοσκιού στο ρόλο του μπάτσου (Ντικ) «λύνουν και δένουν» σ’ ένα ατέρμονο ερωτικό παιχνίδι-γρίφο επικοινωνώντας με κοινούς σκηνικούς κώδικες.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Επιχείρησις Ιουδίθ» του Περικλή Κοροβέση
Από τη θεατρική ομάδα «πείρα(γ)μα»
Σκηνοθεσία : Θόδωρος Κυριακός
Μουσική σύνθεση : Νίκος Γιούσεφ
Σκηνικά – Κοστούμια : Ανθή Σοφοκλέους
Χορογραφίες – επιμέλεια κίνησης : Μυρτώ Παπαδοπούλου
Φωτογραφίες : Αθανασία Παστρικού
Επιμέλεια προγράμματος : Αλέξης Λαμπούσης
Τους ρόλους ερμηνεύουν οι ηθοποιοί : Γιάννης Κουρούνης, Ειρήνη Μελά, Βίβιαν Κραββαρίτη και Γιώργος Μοσκιού


ΘΕΑΤΡΟ ΑΡΓΩ
Ελευσινίων 15, Μεταξουργείο, τηλ. 210 52 01 684
Δευτέρα – Τρίτη 21.15

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008

Σύζευξη γέλιου με κριτική σκέψη


Η μικτή παράσταση κωμικών σκετς, τραγουδιού και χορού με τίτλο «Βαριετέ» («Variétés») που ανεβάζει ο οργανισμός «Θέατρο του Μάρτη» σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Εσπίριτου, βασίζεται σε κείμενα του Γερμανού κωμικού Karl Valentin (Valentin Ludwig Fey, Μόναχο 1882 – 1948), ο οποίος έγραψε πολυάριθμα νούμερα και τα παρουσίαζε με τη συνεργάτιδά του Liesl Karlstadt σε καμπαρέ, σε πίστες και μπυραρίες της Γερμανίας. Σε πολλές παρλάτες του σατίριζε με χιούμορ τους εμπόρους, τις εμμονές των απλών ανθρώπων, τη μικροαστική νοοτροπία, χρησιμοποιώντας πολλές φορές ιδιαίτερα γλωσσικά ιδιώματα. Οι χαρακτήρες που εμφάνιζε στο σανίδι ήταν συχνά αλλόκοτοι με παράξενη συμπεριφορά.
Κωμικός περφόρμερ και ευφυής κειμενογράφος αποτέλεσε μια από τις δημοφιλέστερες μορφές του γερμανικού λαϊκού θεάτρου, άσκησε επιρροή σε ρεύματα και τάσεις ενώ θεωρήθηκε από κάποιους ειδικούς μελετητές ως ένας από τους πρόδρομους του «θεάτρου του παραλόγου» κυρίως για το γλωσσικό παιχνίδι της διακωμώδησης των περιστάσεων. Το έργο του περιλαμβάνει περίπου 400 κείμενα και διαλόγους, πάνω από 40 κινηματογραφικές ταινίες καθώς και μεγάλο αριθμό ηχογραφήσεων.
Ο Brecht παρακολουθούσε συστηματικά τις δουλειές του κλόουν Valentin και τον είχε παρομοιάσει με τον Chaplin. Στο ανέβασμα κάποιου έργου του που περιλάμβανε μια μάχη τριάντα λεπτών, ο Brecht ρώτησε τον Valentin πώς είναι οι στρατιώτες στη μάχη και εκείνος αποκρίθηκε : «είναι χλωμοί. Φοβισμένοι». Ήταν ιδέα του Valentin ν’ απλωθεί κιμωλία στα πρόσωπα των ηθοποιών του Brecht στην παράσταση του έργου «Εδουάρδος ο δεύτερος» κατά την οποία συνέλαβε την ιδέα του «Επικού Θεάτρου».
Ο Valentin θεωρήθηκε ένας αναρχικός της γλώσσας. Η κωμωδία του άρχιζε συχνά με απλές λεκτικές παρανοήσεις των οποίων οι ανατροπές είχαν απρόβλεπτες εξελίξεις. Ο κριτικός Alfred Kerr τον εγκωμίασε σαν κάποιον που «σχίζει τη λέξη για να εκμαιεύσει και να αναλύσει την πρωταρχική έννοιά της».

Ένας ζωντανός θεατρικός οργανισμός
Το «Θέατρο του Μαρτίου» ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του σκηνοθέτη Θεόδωρου Εσπίριτου και έχει επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στην προβολή και προώθηση σύγχρονων και πειραματικών μορφών τέχνης. Μέχρι σήμερα, η ομάδα έχει παρουσιάσει τις παραστάσεις : «Η Μικρή Σειρήνα» της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ στο Θέατρο του Κολλεγίου Αθηνών, «Στο πανδοχείο Stimming», βασισμένη στην αλληλογραφία του Χάινριχ φον Κλάιστ, «1843» του Ανδρέα Στάικου (παράσταση για την οποία ο σκηνοθέτης είχε προταθεί για το βραβείο σκηνοθεσίας Κάρολος Κουν) και «Inferno, εικόνες μιας έκθεσης» στο θέατρο Φούρνος.

Η παράσταση
Σε γενικές γραμμές, παρατηρούμε ότι η παράσταση έχει σκηνοθετηθεί με νευρώδη τρόπο και κυλάει με γοργό ρυθμό, όπως ακριβώς αρμόζει στο είδος του θεατρικού στιγμιότυπου.
Στην ασύμμετρη διάταξη των υφολογικών συντεταγμένων των κομματιών – σκετς, η σκηνοθεσία του Θεόδωρου Εσπίριτου κατορθώνει να δώσει έμφαση στο στερεότυπο μέρος της λεκτικής εκφράσεως των κειμένων και να δημιουργήσει ένα ταχύρρυθμο παραγλωσσικό σύστημα εξελίξεως των καταστάσεων.
Ο σκηνοθέτης απέδωσε πολύ εύστοχα τη διάθεση του Valentin όχι μόνο να δείξει τα κοινωνικά ελλείμματα μιας εποχής που παραπαίει ανάμεσα στα αποτελέσματα του Α Παγκοσμίου Πολέμου και στις απειλές ενός Δευτέρου (προαναγγέλλοντας ταυτόχρονα και έμμεσα την άνοδο ενός ολοκληρωτισμού στη Δυτική Ευρώπη) αλλά και να τονίσει με την υπερβολή της κωμωδίας την ανθρώπινη ανοησία, τις γελοίες διαπροσωπικές σχέσεις και τα τερατώδη αποτελέσματα μιας άγονης και άκαμπτης λογικής.
Η μετάφραση – που επιμελήθηκαν οι Λάμπρος Παπαγεωργίου, Γιώργος Εμμανουήλ, Φανή Γέμτου, Βίκυ Κυριακίδη και Κωνσταντίνος Χέλμης – δίνει το στίγμα ενός αβίαστου λόγου που ενισχύει ακόμη περισσότερο την κωμικότητα των παρανοήσεων.
Η μουσική και οι στίχοι του Γιάννη Αρζιμάνογλου μαζί με τις χαριτωμένες χορογραφίες της Άννας – Μαρίας Λογαρά και τους ζωηρούς φωτισμούς εγγράφονται στα δυνατά σημεία της συνολικής εικόνας καθώς προβάλλουν τον εύθυμο χαρακτήρα ενός ποικίλου θεάματος που εξάπτει την περιέργεια για όσα πρόκειται ν’ ακολουθήσουν. Ιδιαίτερα οι χορογραφίες της κυρίας Λογαρά συνδυάζουν την κομψότητα με μια ελαφρά απόχρωση γκροτέσκου που προσιδιάζει σε τέτοιου είδους θεάματα.
Το σκηνικό του Ευθύμη Γκίνη, με τις διαφορετικού μήκους και σχήματος κορνίζες, λειτουργεί ως γλαφυρό φόντο της εν κινήσει «γελοιογραφίας» ενώ, τα αντικείμενα όπως και τα κοστούμια δείχνουν φροντισμένα στο ίδιο πνεύμα και ενδεικτικά κάθε προσώπου – ρόλου.
Οι ηθοποιοί – Βιβή Κόκκα, Φανή Γέμτου, Νατάσσα Στρατάκη, Λάμπρος Παπαγεωργίου και Λύσανδρος Σπετσιέρης – με έντονες αποχρώσεις αισθητικής και εκφραστικότητας, πλάθουν και εναλλάσσουν φιγούρες που σκιτσάρει ο συγγραφέας, αναζητώντας την αιώνια ευθυγράμμιση του υπέρμετρου με το μέτρο.
Οι ερμηνείες και η συντονισμένη κίνηση των πέντε ταλαντούχων καλλιτεχνών φέρνουν κυριολεκτικά τον θεατή αντιμέτωπο μ’ ένα κόσμο που στροβιλίζεται ιλλιγιωδώς στο γαϊτανάκι του «παραλόγου» μιας καθημερινότητας, η οποία κοιτάζει τον εαυτό της στον μαγικό καθρέφτη της κωμικής εκφοράς…

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Βαριετέ» («Variétés»), παράσταση βασισμένη σε κείμενα του Γερμανού κωμικού Karl Valentin
Από το «Θέατρο του Μαρτίου»
Μετάφραση : Λάμπρος Παπαγεωργίου, Γιώργος Εμμανουήλ, Φανή Γέμτου, Βίκυ Κυριακίδη και Κωνσταντίνος Χέλμης
Σκηνοθεσία – Τελική επεξεργασία κειμένων : Θεόδωρος Εσπίριτου
Μουσική – Στίχοι : Γιάννης Αρζιμάνογλου
Χορογραφίες : Άννα – Μαρία Λογαρά
Επιμέλεια σκηνογραφίας – κατασκευή σκηνικών αντικειμένων : Ευθύμης Γκίνης
Βοηθός σκηνοθέτη : Ηρώ Διαμάντη
Φωτογραφίες : Μάνος Χατζηκωνσταντής
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Βιβή Κόκκα, Νατάσσα Στρατάκη, Λάμπρος Παπαγεωργίου, Φανή Γέμτου και Λύσανδρος Σπετσιέρης

ΘΕΑΤΡΟ ΒΑΦΕΙΟ
Αγίου Όρους 16 και Κωνσταντινουπόλεως 115, Κεραμεικός, τηλ. 210 34 25 637
Δευτέρα – Τρίτη 21.15

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Στη σκιά της...


«Γύρω από μένα, υπήρχε η δόξα μιας άλλης, η ομορφιά μιας άλλης, η ευτυχία μιας άλλης, και το πιο δύσκολο απ’ όλα είναι ότι ήξερα πως τα άξιζε, ήξερα πως αν δεν ήμουνα στο πιάνο, πάνω στη σκηνή, όπου κανείς δεν με πρόσεχε, αλλά μέσα σ’ αυτό το πλήθος που τη χειροκροτούσε, θα την κοιτούσα κι εγώ με ενθουσιασμό, θα λαχταρούσα κι εγώ να της μιλήσω, να ακουμπήσω το χέρι της, να δω το χαμόγελό της. Αλλά, τώρα, είχα μόνο ένα όνειρο, να βρω το αδύνατο σημείο αυτής της δυνατής ύπαρξης, να αποκτήσω τη δύναμη να διευθύνω τη ζωή της, να πάψω πια να είμαι η σκιά της»

(απόσπασμα από το έργο)

Στο θέατρο «Βαφείο» παρουσιάζεται η παράσταση «Η Συνοδός», θεατρική διασκευή της νουβέλας της Νίνα Μπερμπέροβα (Πετρούπολη 1901-Η.Π.Α. 1993) , σε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη. Το έργο γράφτηκε το 1934, δημοσιεύθηκε το 1985 στη Γαλλία ενώ το 1992 μεταφέρθηκε στην κινηματογραφική οθόνη από τον Claude Miller.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Ρωσία, στα ταραγμένα χρόνια μετά την Οκτωβριανή επανάσταση. Η δραματική σοπράνο Μαρία Νικολάιεβνα, όμορφη, λαμπερή, πλούσια και επιτυχημένη βρίσκει στο πρόσωπο της φτωχής πιανίστριας Σόνιας μια συνοδό για τα επαγγελματικά της ταξίδια. Μέσα από αυτή τη μοιραία συνάντηση χτίζεται μια αμφιλεγόμενη σχέση, περίεργα και ανομολόγητα ερωτική, όπου τα συναισθήματα γνωρίζουν όλες τις αποχρώσεις, από τον θαυμασμό στην απέχθεια, από τη λατρεία στη ζήλια και το μίσος. Η διασταύρωση δυο διαφορετικών κόσμων θα μπορούσε να είναι μια άλλη άποψη, σχεδόν προφητική, της ιστορίας της ίδιας της ρωσικής επανάστασης και της κατάληξής της.
Η διασκευή της Razvan Masilu διατηρεί τη λογοτεχνική υφή της νουβέλας, τον αφηγηματικό κορμό από τον οποίο έχουν αφαιρεθεί τα στοιχεία που δεν σχετίζονται άμεσα με την ιστορία. Τα γεγονότα παρουσιάζονται μέσα από το βλέμμα της Σόνιας και η εξιστόρηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Οι ελάχιστες διαλογικές σκηνές είναι σκηνές μνήμης, flash back ή σύντομες παρεμβολές στην αφήγηση.
Από τη διασκευή προκύπτει στην ουσία ένας μακρόσυρτος μονόλογος που αποτυπώνει με συγκροτημένο τρόπο πτυχές της ψυχοσύνθεσης της Σόνιας φέρνωντας στην επιφάνεια μνήμες και απωθημένα. Γύρω από την αποκαλυπτική αφήγηση αλλά και εκ βαθέων εξομολόγηση στροβιλίζονται σα φιγούρες που εισβάλλουν λαθραία, όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα, των οποίων οι είσοδοι-έξοδοι και οι παρεμβάσεις προωθούν σταδιακά την εξέλιξη και κορύφωση της δράσης.

Η παράσταση
Η σκηνοθεσία του Δαμιανού Κωνσταντινίδη διευθέτησε με τέτοιο τρόπο το έμψυχο αλλά και άψυχο υλικό το οποίο διέθετε ώστε όλα όσα αφηγείται η ηρωίδα να ζωντανεύουν και ν’ αποκτούν στην κυριολεξία σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια των θεατών προσδίδοντας στην ατμόσφαιρα ένα στοιχείο ονειροφαντασίας.
Σ’ αυτό συμβάλλουν πράγματι η διαμόρφωση του σκηνικού χώρου, η χορογραφημένη κίνηση των ερμηνευτών, οι καίριοι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου, οι οποίοι εστιάζουν σε κομβικά συμβάντα παγώνοντας τη λεπτομέρεια και οι άριες που τραγουδά με την αισθαντική της φωνή η Έλενα Χατζηαυξέντη.
Η σκηνή, σα καμαρίνι μεγάλης αρτίστας. Στο βάθος μια ολάνοιχτη γκαρταρόμπα, πλειάδα κοστουμιών, στο πίσω φόντο καθρέφτες ενώ στην άκρη της σκηνής δεσπόζει ένα πιάνο με ουρά. Οι νιφάδες που εκτοξεύουν οι ηθοποιοί από σάκους, η χρήση και η μετακίνηση διαφορετικού σχήματος καρεκλών καθώς και ο τρόπος περιφοράς αντικειμένων στο χώρο ενεργοποιούν πολλαπλά σημαινόμενα. Για παράδειγμα, η μετακίνηση των καρεκλών από ένα παρατρεχάμενο πλήθος, η τοποθέτηση τους σε διάσπαρτα σημεία καθώς και οι στιγμιαίες σημαίνουσες παύσεις αποτυπώνουν το χρόνο που κυλά, τις θυσίες, τις αγωνίες, τους αγχωτικούς ρυθμούς που επιβάλλουν οι εξαντλητικές περιοδείες, τα αντίτιμα, με λίγα λόγια, της ανοδικής πορείας μιας καριέρας.
Ιδιαίτερα φροντισμένα τα κοστούμια που επιμελήθηκε ο Απόστολος Αποστολίδης, προσαρμόζονται στο ύφος του τόπου και της εποχής που διαδραματίζεται το έργο.
Η Δήμητρα Χατούπη αποκαλύπτει σταδιακά πτυχές της ψυχοσύνθεσης της ηρωίδας και κινείται στα χνάρια της γνώριμης και αναγνωρίσιμης υποκριτικής της υφολογίας. Η κυρία Χατούπη αντλεί από τον πλούσιο καμβά συναισθηματικών και συγκινησιακών ευκολιών που έχει κατακτήσει μέσα από την πολυετή εμπειρία της και την αναμέτρησή της με απαιτητικούς ρόλους και ενσαρκώνει τη Σόνια δίνοντας σε κάποιες στιγμές την αίσθηση ότι ενεργοποιεί τον «αυτόματο πιλότο».
Ως Μαρία Νικολάιεβνα, η ταλαντούχα Έλενα Χατζηαυξέντη προβάλλει τη λάμψη και το γόητρο της επιτυχημένης αρτίστας με ένα λεπτό και διακριτικό σνομπισμό, ένα ελαφρύ τουπέ στη σωστή του δόση. Η κυρία Χατζηαυξέντη χειρίζεται επιδέξια τα εκφραστικά της μέσα κλέβοντας, όμως, στην κυριολεξία την παράσταση με τη φωνητική της δεινότητα η οποία αφήνει τις καλύτερες εντυπώσεις.
Το κείμενο δεν αφήνει στους υπόλοιπους χαρακτήρες τη δυνατότητα ν’ αναπτυχθούν. Έτσι, στις σύντομες παρεμβάσεις-περάσματα ανταποκρίνονται με άνεση οι νέοι ηθοποιοί Άλκης Ζούπας (Πάβελ), Γιώργος Καπινιάρης (Μπερ), Άντα Σπανού (μητέρα, υπηρέτρια), Ηλίας Παρασκευόπουλος (Μίτενκα, φοιτητής) και Γιάννης Μουγιάκος (έμπορος, αξιωματικός). Πιάνο παίζει ζωντανά επί σκηνής η Μαρίνα Χρονοπούλου.
Στο καλαίσθητο πρόγραμμα-βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αιγόκερως, υπάρχει η μετάφραση του Δαμιανού Κωνσταντινίδη, ελάχιστα κείμενα γύρω από το έργο και την εποχή, φωτογραφικό υλικό από την παράσταση και τα βιογραφικά των συντελεστών.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Η Συνοδός» της Νίνα Μπερμπέροβα
Από τη θεατρική εταιρεία «Η Πάνδημος Ηώς»
Διασκευή : Razvan Masilu
Μετάφραση-Σκηνοθεσία : Δαμιανός Κωνσταντινίδης

Κινησιολογία : Χρυσηίς Λιατζιβίρη
Σκηνικά-Κοστούμια : Απόστολος Αποστολίδης
Μουσική : Μαρίνα Χρονοπούλου
Επιμέλεια ήχου : Φώτης Καράμπας – Βασίλης Σιάφακας
Φωτισμοί : Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Βοηθοί σκηνοθέτη : Ηλίας Παρασκευόπουλος – Γιάννης Μουγιάκος
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Δήμητρα Χατούπη, Έλενα Χατζηαυξέντη, Ηλίας Παρασκευόπουλος, Άντα Σπανού, Άλκης Ζούπας, Γιώργος Καπινιάρης και Γιάννης Μουγιάκος
Παίζει ζωντανά πιάνο η Μαρίνα Χρονοπούλου

ΘΕΑΤΡΟ ΒΑΦΕΙΟ
Αγίου Όρους 16 και Κωνσταντινουπόλεως 115, Βοτανικός, τηλ. 210 34 25 637
Τετάρτη- Πέμπτη- Παρασκευή- Σάββατο- Κυριακή 21.00