Στο διήγημα «Ο Μουνής», που ανήκει στη συλλογή «Μεγάλοι Δρόμοι» (2010), η Λένα
Κιτσοπούλου, με ωμότητα, προκλητικό και καυστικό χιούμορ, αποδομεί την
εικόνα της ειδυλλιακής ελληνικής επαρχίας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο σήψης,
βίας, χαιρεκακίας και καταπίεσης: μια πινακοθήκη προσώπων που ζουν και
αναπνέουν με τη νοσηρή αγωνία της γνώμης των άλλων. Πολλές και παράλληλες
ιστορίες εκτυλίσσονται γύρω από τον λιγομίλητο πρωταγωνιστή, αυτό το «παράξενο
τρένο», που δεν σταματά να ζωγραφίζει όσα βλέπουν τα μάτια του.
Πιστή στο γράμμα και το πνεύμα, η διασκευή
της Νατάσας Παπαμιχαήλ, εναλλάσσει
αφήγηση και διάλογο δημιουργώντας ένα ολοκληρωμένο θεατρικό έργο. Η εύρυθμη σκηνοθεσία
της Παπαμιχαήλ δημιουργεί μια πλούσια σε συμβολισμούς οπτικοακουστική γλώσσα
που σχολιάζει περιπαικτικά τον λόγο χωρίς να καταφεύγει στην ωμή απεικόνιση της
φρίκης ή να λοξοδρομεί στον διδακτισμό, αφήνοντας χώρο στον θεατή να ερμηνεύσει
τα γεγονότα.
Ο σκηνικός χώρος που διαμορφώνει ο Βαγγέλης Ζιλέλης (ο οποίος επιμελείται
και τα ταιριαστά με τους ρόλους κοστούμια), με τις κρεμάστρες των ρούχων στα
δεξιά και αριστερά, αποτελεί ένα μεταθεατρικό εύρημα που ενδυναμώνει τη
θεατρικότητα του κειμένου και την κατασκευή των ρόλων. Το ίδιο και οι πέντε πλαστικές
καρέκλες που διαμορφώνουν το κομμωτήριο και με τη μετακίνησή τους, άλλες
τοποθεσίες. Στο βάθος ψηλά, η επιγραφή «Ο
Μουνής» δεσπόζει πάνω από ένα σκιάχτρο. Αυτή η οπτική σύνθεση λειτουργεί ως
μια διαρκή υπενθύμιση: Το σκιάχτρο, ως σύμβολο του αποδιοπομπαίου τράγου ή του ανδρείκελου, υποδηλώνει ότι το κεντρικό πρόσωπο είναι ταυτόχρονα το αντικείμενο
του φόβου, της περιφρόνησης, αλλά και της εμμονής όλων των άλλων χαρακτήρων. Η σκηνογραφική αυτή επιλογή υπογραμμίζει με διακριτικό και μεταφορικό τρόπο την καθοριστική απουσία-παρουσία του ομώνυμου ήρωα, δείχνοντας πώς η ζωή και οι πράξεις όλων των ηρώων
καθορίζονται και περιστρέφονται γύρω από αυτή τη σκιώδη, κεντρική φιγούρα.
Οι φωτισμοί του Νίκου Βούλγαρη και η πρωτότυπη μουσική του Βασίλη Τζαβάρα κινούνται μια στο καρφί και μια στο πέταλο, ένα
είδος αισθητικής ταλάντωσης ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, καθρεφτίζοντας τη
διττή, προκλητική γραφή της Κιτσοπούλου, η οποία δεν επιδέχεται εύκολες
ταξινομήσεις, απαιτώντας από τους συντελεστές να κινούνται με ευελιξία και ευφυΐα στα όρια της πρόκλησης και της αλήθειας.
Οι ερμηνείες αξιοποιούν στοιχεία της
παντομίμας και του βωβού κινηματογράφου με τον μετρ Γιάννη Οικονομίδη να σκιαγραφεί όλες τις αποχρώσεις και αντιφάσεις
του Μουνή, του Παππά, του Παντζαρά και της Μαρίας Σούσκα. Θαύμασα την
εκφραστικότητα της Χαράς Τσιτομενέα
στους ρόλους της Νίτσας, της Χαϊβάνας και κυρίως της Παπαδιάς. Η ξεκαρδιστική
σκηνή της κρεβατομουρμούρας είναι σκηνή ανθολογίας! Έξοχος στις πολλαπλές
μεταμορφώσεις του ο Γιώργος Ντούσης,
πολύ καλές και οι ερμηνείες της Καλλιόπης
Καραμάνη και της Ηλέκτρας Κομνηνίδου.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου