Αντλώντας υλικό από τη βιογραφία του ομώνυμου
καλλιτέχνη και αξιοποιώντας την τεχνική του θεάτρου μέσα στο θέατρο, το «Barrymore» του Αμερικανού
συγγραφέα William Luce (1931-2019)
σκιαγραφεί τη βίαιη μετάβαση από την εκτυφλωτική λάμψη της επιτυχίας στη
σκοτεινή πραγματικότητα της λήθης. Το έργο διαδραματίζεται το 1942, λίγους
μήνες πριν από τον θάνατο του θρυλικού ηθοποιού John Barrymore. Ο άλλοτε «μεγάλος ερμηνευτής» κάνει πρόβα στον ρόλο του
Ριχάρδου Γ’, ελπίζοντας να
επιστρέψει δυναμικά στο σανίδι. Όμως η εξασθενημένη του μνήμη και η μάχη με το
αλκοόλ μετατρέπουν την πρόβα σε επίπονη κατάθεση ψυχής, όπου οι σαιξπηρικοί
στίχοι μπλέκονται με τις αναμνήσεις από τις δόξες, τους έρωτες και τις
αποτυχίες της πολυτάραχης ζωής του.
Η συγγένεια του υπαρξιακού μονολόγου με τον «Αμπιγιέρ» του Ρόναλντ Χάργουντ γίνεται εμφανής στην «ιεροτελεστία» του παρασκηνίου και τη σχέση εξάρτησης του πρωταγωνιστή με τον «αόρατο» υποβολέα Φρανκ. Όπως ο Σερ βασίζεται στον Νόρμαν για να υπάρξει, έτσι και ο Barrymore αναζητά στον Φρανκ το στήριγμα που τον κρατά σε επαφή με την πραγματικότητα και το κείμενο, μετατρέποντας τη σκηνή σε έναν χώρο όπου το «ιερό τέρας» αναμετράται με τη φθορά και την απώλεια του μεγαλείου του. Παράλληλα, το έργο αποκτά κάποια βαθύτερη, σχεδόν μπεκετική διάσταση που παραπέμπει (τηρουμένων πάντα των αναλογιών) στην «Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ». Άλλωστε η δομή του κειμένου δεν είναι γραμμική αλλά αποσπασματική, βασισμένη σε αναλαμπές μνήμης. Ο Barrymore, παγιδευμένος σε ένα θεατρικό λυκόφως, προσπαθεί μάταια να ανακαλέσει τον εαυτό του μέσα από τα λόγια του Σαίξπηρ, όμως η αδυναμία του να θυμηθεί τις ατάκες του Ριχάρδου Γ' συμβολίζει την οριστική αποσύνθεση της ταυτότητάς του. Η παρακμή του καθρεφτίζει το τέλος μιας εποχής ακραίου ναρκισσισμού των σταρ αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τη σκληρή πτυχή του ανελέητου καπιταλιστικού μηχανισμού που ωθεί στο περιθώριο το εκάστοτε είδωλο μόλις αυτό πάψει να είναι κερδοφόρο.
Η μετάφραση του Φοίβου Σαμαρτζή αποδίδει ευθύβολα τον πικρόχολο αυτοσαρκασμό και τη
λυρική απόγνωση. Η σκηνοθεσία του κ. Σαμαρτζή φωτίζει το σύνολο των πληροφοριών
εκ των ένδον για να οδηγηθεί σταδιακά σε μια λυτρωτική, συγκινησιακά,
«προσγείωση» της δράσης.
Καλαίσθητα και προσεγμένα τα σκηνικά και
τα κοστούμια του Ντέιβιντ Νέγκριν
αποτυπώνουν την αίγλη και τη μυθική δόξα του ηθοποιού. Η υποβλητική,
μελαγχολική αλλά και «ανήσυχη», μουσική του Νείλου Καραγιάννη «ντύνει» τις παύσεις και τις εξάρσεις του Barrymore. Οι καίριες εναλλαγές των φωτισμών του Αργύρη Θέου υπογραμμίζουν τα όρια
ανάμεσα στη σκηνική ψευδαίσθηση και την ωμή πραγματικότητα. Τη σωματική
διάσταση της παρακμής απεικονίζει η κίνηση της Μαρίζας Τσίγκα.
Ο Δημήτρης
Καταλειφός ενσαρκώνει τον John Barrymore με τα «υλικά» της στέρεης υποκριτικής του υφολογίας. Στο πλευρό του
στέκεται επάξια ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης που ερμηνεύει τον Φρανκ, τον φύλακα – συνοδοιπόρο του Barrymore. Η απουσία του Φρανκ από το
οπτικό πεδίο του θεατή (ακούμε μόνο τη φωνή του από τα παρασκήνια), κατά το
μεγαλύτερο μέρος της παράστασης, λειτουργεί ως μεταφορά για τους αφανείς
συμπαραστάτες που συντηρούν τον μύθο των πρωταγωνιστών.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου