Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008

Να ξεγελάσεις τον θάνατο...


Κατόπιν, μόλις άρχισε να φεύγει με κόκκινο η δύση
έσβυσα όλα τα προσχήματα
και άρπαξα μια δυνατή προσευχή
που ηχούσε βαθιά αναστεναγμούς
Άρπαξα αλύπητα τα φωνήεντα
και μιλούσα στα δυνατά για τους θεούς
που μισοσκέπαζαν το νεκρό πλέον κορίτσι
με άσπλαχνες δοτικές

Πιστεύω σ’ ένα εκατομμύριο προσευχές
που βγαίνουν από το εγώ μου Κύριε
πιστεύω ακόμα και στις ζωές των ποιητών
μα η λεπτή μουσική
που πρωτάκουσα απ’ τα δικά της στήθη
πραγματικά με σπρώχνει σε θυσία

(απόσπασμα από ανέκδοτο ποίημα της Κατερίνας Κατσίρη)

Η Γαλλομεξικάνα συγγραφέας και σκηνοθέτης Esther André Gonzalez που τα τελευταία χρόνια ζει και δημιουργεί στη χώρα μας, εμπνέεται από την πολυτάραχη και ασυμβίβαστη ζωή της ζωγράφου Frida Kahlo (Μεξικό, 1910-1954) και συνθέτει στη γαλλική γλώσσα ένα ψυχογράφημα που αναπαριστά τον εσωτερικό κόσμο μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας. Καυστική και τρυφερή, μαχητική και ευαίσθητη, σύμβολο υπομονής και καρτερίας αποτύπωσε σε κάθε πινελιά ένα σημάδι της σωματικής ή της ψυχικής της οδύνης. Το κομματιασμένο από μοιραίο ατύχημα κορμί της, η αδυναμία να φέρει στον κόσμο ένα παιδί και η εμμονή πως μόνο αν βασανίζεται υπάρχει περίπτωση να την αγαπήσουν στοίχειωσαν την ψυχή και την τέχνη της.

Η συνεχής αναζήτηση της ταυτότητας
Το θεατρικό έργο «Frida/Frida» είναι ένα είδος καμβά, ένα μείγμα χρόνων, τόπων, δράσεων, διαλόγων και φωνών που εικονοποιεί σκηνικά την εσωτερική πάλη δύο γεμάτων αντιθέσεις κόσμων. Ένας διάλογος της καλλιτέχνιδας με τον ίδιο της τον εαυτό. Οι δυο υποστάσεις ενός προσώπου αγαπημένου αλλά και πληγωμένου. Η Ευρωπαία και η Ινδιάνα. Ο πνευματικός, καλλιτεχνικός και πολιτικός αναβρασμός και η απελευθερωμένη σεξουαλικότητα («Κάθε μου πίνακας είναι μια ερώτηση»). Το συνειδητό και το ασυνείδητο. Στα όρια λογικής και τρέλας. Η Φρίντα ως το παράδοξο πεδίο της συνάντησης δύο κόσμων που αλληλοκοιτάζονται. Η δυϊκότητα που υπάρχει μέσα σε όλους μας. Η αναζήτηση του άλλου, μιας συμπληρωματικής ύπαρξης. Το σώμα και η ψυχή. Η μουσική, η γλώσσα, η λαϊκή τέχνη, η κουζίνα, ένας ολόκληρος κόσμος γεμάτος χρώματα, ήχους και μυρωδιές ξετυλίγεται μέσα από τους διαλόγους του κειμένου που δεν είναι παρά ένας μονόλογος-απολογισμός ζωής («Θέλω να ζωγραφίσω την ομορφιά, την αλήθεια, τον πόνο»). Σημαντικοί σταθμοί το ατύχημα, η θυελλώδης σχέση της με το Ντιέγκο Ριβέρα -φύλακας άγγελος και δήμιος μαζί- καθώς και οι επιδράσεις από τους σουρεαλιστές που θέλγονται από το «παράλογο» της καθημερινότητας των Μεξικάνων, την φιλοσοφία των Ινδιάνων και την μπαρόκ σχέση τους με το θάνατο.
Το έργο, άλλωστε, εστιάζει στη στάση της ηρωίδας απέναντι στο θάνατο με αναφορές στη φιλοσοφία της συμφιλίωσης και στις παραδόσεις του μεξικανικού λαού που χορεύει και γιορτάζει με ιεροτελεστία την αναχώρηση των ψυχών.

Η παράσταση
Περιστατικά από της ζωή της Frida, σκέψεις, ιδανικά, έρωτας, μίσος, πάθη, φόβοι και αγωνίες. Ένα σκηνικό παιχνίδι με γρήγορους ρυθμούς, βίαιες εναλλαγές συναισθημάτων και αυτοσχεδιασμούς που σπάνε τη θεατρική σύμβαση. Ένα παιχνίδι που κάνει δυσδιάκριτα τα όρια της φαντασίας με την πραγματικότητα. Σημείο εκκίνησης η επιβλητική έναρξη μ’ ένα παρατεταμένο εκκωφαντικό ποδοκρότημα.
Ο έντονα πολύχρωμος σκηνικός χώρος είναι καλυμμένος από εικόνες αγίων ενώ στο κέντρο της σκηνής βρίσκεται τοποθετημένο ένα ανοιχτό φέρετρο. Πίνακες ζωγραφικής, ρούχα, δύο κορσέδες κρεμασμένοι, κοσμήματα, γράμματα, ένας κόσμος που αναπαριστά την ζωντανή εικόνα του ινδάλματος. Στο πάνω μέρος, ένα πλαίσιο πίνακα από το οποίο ξεπροβάλλει μια μυστηριώδης φιγούρα που σχεδόν κατασκοπεύει όσα συμβαίνουν. Οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου παγώνουν καίριες στιγμές.
Η Φωτεινή Παπαδόδημα και η Κωνσταντίνα Τάκαλου δημιουργώντας ένα ισχυρό υποκριτικό δίδυμο ενσαρκώνουν τα δύο πρόσωπα της ζωγράφου αποτυπώνοντας στις ερμηνείες τους διαφορετικές πτυχές της προσωπικότητας της. Οι δυο ηθοποιοί φωτίζουν τις αντιθέσεις, τις αντιφάσεις, τα διλήμματα και αποδίδουν με εκφραστική ακρίβεια τις διακυμάνσεις του ιδιαίτερου ψυχικού κόσμου της ηρωίδας. Μ’ εξαίσιο ασπρόμαυρο μακιγιάζ και ντύσιμο, ο ταλαντούχος Γιάννης Φίλιας (προσωποποίηση του θανάτου;) παρεμβαίνει στα διαλογικά μέρη και τραγουδάει γνωστές μελωδίες. Η γεμάτη χρώμα και μουσική παράσταση κορυφώνεται με το συγκινητικό ποιητικό της φινάλε.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Frida/Frida» της Esther André Gonzalez
Μετάφραση : Esther André Gonzalez-Χρήστος Κωνσταντέλλος
Σκηνοθεσία : Esther André Gonzalez
Σκηνικά-Κοστούμια : Χρήστος Κωνσταντέλλος
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Σύνθεση ήχων : Ορέστης Καμπερίδης
Χορογραφίες : Yanell Lopez
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου : Δημήτρης Πλατανάκης
Βοηθός σκηνοθέτη : Πέτρος Αλατζάς
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Φωτεινή Παπαδόδημα και Κωνσταντίνα Τάκαλου
Τραγουδάει ο Γιάννης Φίλιας

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ-Β ΣΚΗΝΗ
Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ. 210 88 38 727
Τετάρτη-Κυριακή 20.00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.00

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Αντίπαλοι κόσμοι


Το νέο έργο της Χρύσας Σπηλιώτη, «Φωτιά και νερό» κάνει λόγο για το δικαίωμα στην ετερότητα των πολιτισμών και στη διαφορετικότητα της σκέψης. Η αντιπαράθεση δύο κόσμων, αυτών της Δύσης και της Ανατολής, γεννά τον πυρήνα του δράματος. Η συγγραφέας υπερβαίνοντας τα όρια μιας δραματουργίας στενά προσδιορισμένης από τις συνθήκες ζωής του σύγχρονου Έλληνα, διευρύνει τη βάση του έργου της και ανοίγεται σε αναζητήσεις και θέματα που απασχολούν τον σημερινό άνθρωπο σε παγκόσμια κλίμακα. Πίσω από την ιστορία των τριών δραματικών προσώπων που παίρνουν μέρος στο έργο, διαθλώνται όψεις της σύγχρονης ιστορικής πραγματικότητας με τις χιλιάδες των θυμάτων πολέμου, τις μετακινήσεις πληθυσμών και τα καραβάνια των προσφύγων για έναν κόσμο ελπίδων και αδιέξοδων που διαμορφώνεται αποκλειστικά με όρους στυγνού συμφέροντος.

Η συγγραφέας και το έργο της
Η ηθοποιός Χρύσα Σπηλιώτη πρωτοεμφανίστηκε ως θεατρική συγγραφέας με το έργο «Ποιος ανακάλυψε την Αμερική;» που ανέβηκε το 1997 στο θέατρο Αμόρε και στη συνέχεια παίχθηκε σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, την Κύπρο και στην ομογένεια της Αστόρια στη Νέα Υόρκη. Το έργο εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου στην Κροατία και έχει μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες. Άλλα έργα της που έχουν παρουσιαστεί σε θεατρικές σκηνές είναι το «Σκοτσέζικο Ντους», το «Αγκά-σφί και φί» και ο μονόλογος «Με διαφορά στήθους». Παράλληλα, γράφει σενάρια για την τηλεόραση και εμφανίζεται συστηματικά στο θέατρο.
Πεδίο μάχης
Στο «Φωτιά και νερό», ο δραματουργικός ιστός στήνεται επάνω σ’ ένα ευφυές και ευφάνταστο παιχνίδι αντιστροφής ρόλων και συνεχών ανατροπών που αγγίζει σχεδόν τα όρια της φάρσας. Ένας ανυποψίαστος Ευρωπαίος, υπάλληλος ταχυδρομείου, που μπέρδεψε το δρόμο και βρέθηκε κατά λάθος να χτυπά την πόρτα ενός Ιρακινού πρόσφυγα, πέφτει θύμα ομηρίας και παραμένει δια της βίας έγκλειστος στο δωμάτιο που ζουν, εκπατρισμένοι και κατατρεγμένοι, ο Ιρακινός Σαΐντ με την Ιρανή σύντροφό του Χαγιάτ. Ο Σαΐντ, πρώην δάσκαλος, που έχει χάσει την οικογένειά του κατά την εισβολή στο Ιράκ και κατατρύχεται πλέον από τον διαρκή φόβο εκδίωξης από το προσωρινό του καταφύγιο αλλά και από την ίδια τη χώρα, αιχμαλωτίζει τον Ξένο και γίνεται ο απόλυτος εξουσιαστής του.
Σύμφωνα με τη θεατρολόγο Κωνσταντίνα Ζηροπούλου «μέσα σε μια ατμόσφαιρα δραματικά παράλογη, αλλά και με δόσεις χιούμορ, με αγωνία και κορυφώσεις απρόβλεπτες για τον θεατή, ξετυλίγονται γοητευτικές ιστορίες και μύθοι από τα βάθη της Ανατολής, που με γνώση και σεβασμό στη διαφορετικότητα της κουλτούρας η συγγραφέας χρησιμοποιεί ως όχημα για να οδηγήσει τους ήρωές της να επικοινωνήσουν και να συναντηθούν στις βαθύτερες επιθυμίες τους, ανάγκες αλλά και ερωτηματικά για τον Θεό και την ανθρώπινη ύπαρξη. Η βία ακυρώνεται και σαρκάζεται καθώς θύτης και θύμα, δάσκαλος και μαθητής, πλησιάζονται εξαναγκασμένοι από τους όρους του ίδιου του παιχνιδιού-που με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία έχει στήσει γι’ αυτούς η συγγραφέας- ν’ αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλο προκειμένου να συνεννοηθούν».

Η παράσταση
Το έργο εκτυλίσσεται σε δύο πράξεις και αποτελείται από 17 εικόνες. Διαδραματίζεται σε μια οποιοδήποτε μεγάλη ευρωπαϊκή πόλη, σκόπιμα αδιευκρίνιστη από τη συγγραφέα. Η λιτή και ρεαλιστική σκηνοθεσία της Άσπας Τομπούλη ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του πυκνού κειμένου, εστίασε σε αισθήματα και συγκινήσεις που αναδύονται μέσα από το ξετύλιγμα της ιστορίας των τριών προσώπων διαμορφώνοντας μια εύρυθμη παράσταση με κλιμακωτές εντάσεις και ισορροπημένες ερμηνείες. Η κυρία Τομπούλη αξιοποιεί το συμβολικό λόγο που διατυπώνεται στο σχεδόν κλειστοφοβικό μικρόκοσμο της συγγραφέως και επιδιώκει μέσω της εκφώνησης του να τον αφήσει να δραπετεύσει από τα στενά όρια της σκηνής. Οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν τους ήρωες-φορείς ιδεών αρθρώνοντας ένα λόγο που παραπέμπει σε απεγνωσμένη φωνή διαμαρτυρίας και αποτυπώνουν ευθύβολα τα συναισθήματα της απαισιοδοξίας και της αδικίας. Η Κάτια Γέρου, στο ρόλο της αφοσιωμένης συζύγου Χαγιάτ, το όνομα της οποίας στα αραβικά σημαίνει «ζωή», αποδίδει με ευαισθησία την ισορροπητική δομή που εκφράζει η ηρωίδα. Η κυρία Γέρου υποδύεται μια δυναμική γυναίκα που αγωνίζεται για την επιβίωση της μαχόμενη σε μια σκληρή πραγματικότητα και ταυτόχρονα μια φύση δοτική και γενναιόδωρη που επικοινωνεί μ’ έναν κόσμο υπερβατικό, πλημμυρισμένο από τραγούδια και παραμύθια στον οποίο «η φαντασία είναι αλήθεια». Ο ελληνοϊρανικής καταγωγής Βασίλης Κουκουλάνι, στον απαιτητικό ρόλο του Σαΐντ (ακραίος και οριακός χαρακτήρας) χειρίζεται με μέτρο τα εκφραστικά του μέσα και μαζί με το Μάνο Ζαχαράκο (Ξένος) διαμορφώνουν ένα δίδυμο υποκριτικής που υπογραμμίζει τις αντιθέσεις των δυο κόσμων και την αναπόφευκτη σύγκρουση. Στο ευρηματικό φινάλε, η γυναίκα θα γίνει μήλον της έριδος και θα διεκδικηθεί μέσα από μια παρτίδα σκάκι.
Ο σκηνικός χώρος που σχεδίασε η Μαρία Κονομή αρμόζει στο πνεύμα του έργου και επιτρέπει στους ηθοποιούς να κινηθούν με άνεση. Η υποβλητική μουσική του Νίκου Βίττη και οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα διαμορφώνουν την πνιγερή ατμόσφαιρα ενός αδιέξοδου τοπίου.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Φωτιά και νερό» της Χρύσας Σπηλιώτη
Μια συμπαραγωγή της «Σύγχρονης Θεατρικής Σκηνής» και
του ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ Καβάλας
Σκηνοθεσία : Άσπα Τομπούλη
Σκηνικά-Κοστούμια : Μαρία Κονομή
Μουσική επιμέλεια : Νίκος Βίττης
Επιμέλεια κίνησης : Φώτης Νικολάου
Φωτισμοί : Τάσος Παλαιορούτας
Βοηθός σκηνοθέτη : Αλέξανδρος Κοέν
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Κάτια Γέρου, Μάνος Ζαχαράκος και Βασίλης Κουκαλάνι
ΘΕΑΤΡΟ ΑΛΜΑ
Αγ. Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15-17, τηλ. 210 52 20 100
Δευτέρα-Τρίτη 21. 15

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008

Απρόβλεπτες περιπλανήσεις


Στον παραμυθένιο, μελαγχολικό μικρόκοσμο του Graham Greene, δε δίνονται έτοιμες, ξεκάθαρες απαντήσεις και δεν προκύπτουν βιαστικά συμπεράσματα. Οι ήρωες ανακαλύπτουν σταδιακά τον εαυτό τους, τους άλλους και το άγνωστο περιβάλλον μέσα από την ασφάλεια που τους παρέχει η πίστη πως «ο Θεός είναι στο θρόνο του και όλα είναι εντάξει στον κόσμο». Την ημέρα της κηδείας της μητέρας του, ένας φιλήσυχος, μοναχικός και πρόωρα συνταξιούχος άνδρας συναντά την εκκεντρική και δραστήρια θεία του που, παρά την ηλικία της, τον παρασέρνει σ’ ένα γαϊτανάκι από απίστευτες περιπέτειες και απρόβλεπτες εξελίξεις.
Το μυθιστόρημα «Ταξίδια με τη θεία μου» (Travels with my aunt) εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1969 και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1972 από τον George Dewey Cukor με πρωταγωνίστρια τη Dame Maggie Natalie Smith. Το 1989, στη Γλασκώβη, ο σκηνοθέτης Giles Havergal παρουσίασε μια δική του θεατρική εκδοχή με τέσσερις ηθοποιούς (μεταξύ των οποίων και ο ίδιος) να υποδύονται 15 άνδρες, 9 γυναίκες και ένα σκύλο. Η επιτυχία γνωρίζει πολλές επαναλήψεις σε Λονδίνο, Νέα Υόρκη και Σαν Φρανσίσκο. Φέτος, στο θέατρο του Ήλιου, ο σκηνοθέτης Μπάμπης Χατζηδάκης ζωντανεύει, θα λέγαμε, ένα κάπως παρωχημένο πια κείμενο στήνοντας μια παράσταση που στηρίζεται στη δυναμική της αφήγησης και στο παιχνίδι της εναλλαγής των ρόλων και των μεταμορφώσεων.

Ο συγγραφέας και το έργο του
Ο μυθιστοριογράφος και δραματουργός Graham Greene γεννήθηκε στο Hertfordshire της Αγγλίας το 1904 και πέθανε στο Vevey της Ελβετίας το 1991. Σπούδασε Σύγχρονη Ιστορία στο Balliol College και εργάστηκε σα συντάκτης σε αρκετές εφημερίδες της εποχής ενώ ταυτόχρονα άρχισε ν’ ασχολείται με το γράψιμο. Το μυθιστόρημα του «Brighton Rock» μεταφέρθηκε με επιτυχία στη σκηνή το 1943, και ακολούθησαν τα «The Heart of the Matter» («Ουσία και βάθος») και «The Power and the Glory» («Η δύναμη και η δόξα»). Το πρώτο θεατρικό έργο ήταν το «Living Room» όπου η Dorothy Tutin ερμήνευσε θαυμάσια το κορίτσι που ερωτεύεται έναν ώριμο παντρεμένο άνδρα. Στη συνέχεια, ανεβαίνουν τα έργα : «The Potting Shed» («Το θερμοκήπιο») με πρωταγωνιστή το John Gielgud και θέμα τη συμφωνία ενός άθεου με το θεό, «The Complaisant Lover» («Το δίλημμα του κ. Ρόουντς») με τον Ralph David Richardson και αργότερα με τον Michael Scudamore Redgrave, κωμωδία ηθών όπου ο σύζυγος και ο εραστής μοιράζονται εν γνώσει τους την εύνοια της συζύγου, «Carving a Statue» («Σμιλεύοντας ένα άγαλμα») και «The Return of A. J. Raffles» («Η επιστροφή του Α. Τζ. Ράφλς»). Τα κείμενα του Greene έφεραν έντονη τη σφραγίδα του ρωμαιοκαθολικισμού, αν και ο τρόπος έκφρασής του δε γινόταν πάντα αποδεκτός από τις θρησκευτικές αρχές.

Η παράσταση
Η σκηνοθεσία ακολούθησε κατά γράμμα τις κειμενικές εντολές και εστίασε στην εκφορά του λόγου. Οι τέσσερις ηθοποιοί μας αφηγούνται τις περιπέτειες του Χένρυ Πούλλιγκ και επωμίζονται να υποδυθούν όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα που συναντά στην πορεία του. Ο λιτός λευκός σκηνικός χώρος, που επιμελήθηκε ο Σπύρος Κωτσόπουλος, με τους διάσπαρτους κύβους διευκολύνει τους αυτοσχεδιασμούς των ηθοποιών και τις φανταστικές μεταβάσεις τους από τόπο σε τόπο. Οι συχνές φωτεινές επιγραφές, άλλωστε, μας πληροφορούν με ακρίβεια γι’ αυτές. Πολύ κωμικές οι σκηνές μέσα σε αυτοκίνητο! Η Άννα Μαχαιριανάκη έντυσε και τους τέσσερις πρωταγωνιστές με ομοιόμορφα επίσημα κοστούμια καθώς όλοι τους ερμηνεύουν εναλλάξ τον Χένρυ Πούλλιγκ. Αυτή η επιλογή αν και σε πολλά σημεία μπορεί να μπερδέψει, δίνει εντούτοις τη δυνατότητα ν’ αποτυπωθούν διάφορες πτυχές του χαρακτήρα του ήρωα. Οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη συμβάλλουν δραστικά στις εναλλαγές του χώρου και του χρόνου φορτίζοντας συγκινησιακά την ατμόσφαιρα. Η μουσική του Γιάννη Ζεντέλη ευθυγραμμίζεται αρμονικά με τις προθέσεις των υπόλοιπων συντελεστών και εξυπηρετεί το στόχο της.
Με πικρό χιούμορ και αυτοσαρκασμό, ο Μπάμπης Χατζηδάκης εμφανίζεται στο ρόλο της θείας Αυγούστας. Η μονότονη, υψηλών τόνων, τσιριχτή φωνή εκφράζει την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του προσώπου. Ο Δημήτρης Σταμούλης (Ρίτσαρντ Πούλλιγκ, Τούλη, Ο’Τούλ, Μις Κην, Κυρία Στρατηγού, Ιταλίδα, Γιολάντα και αστυνομικός) και ο Δημήτρης Μοσχονάς (Εφημέριος, το κορίτσι με την κυλόττα, αστυνομικός, Βουλφ, ρεσεψιονίστας, Τούρκος και σωματοφύλακας) διεκπεραιώνουν με άνεση τα πολλαπλά προσωπεία. Εξαιρετική εκφραστική ευχέρεια διαθέτει ο Δημήτρης Κουτροβιδέας πλάθοντας άρτιους τύπους που δεν φέρουν ο ένας στοιχεία του άλλου (Νέλσων, κύριος Βισκόντι, Συνταγματάρχης Χακίμ, μις Πάτερσον, Χάττυ, επιθεωρητής Σπάροου, Ισπανός και οδηγός ταξί).
Στο καλαίσθητο πρόγραμμα μπορεί να βρει κανείς όλο το έργο, μεταφρασμένο από τον Τάσο Τύρο. Απουσιάζει, ωστόσο, υλικό από κείμενα, φωτογραφίες, στοιχεία παραστασιογραφίας και αποσπάσματα μελετών γύρω από το έργο του συγγραφέα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ταξίδια με τη θεία μου» του Giles Havergal
Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Graham Greene
Μετάφραση : Τάσος Τύρος
Σκηνοθεσία : Μπάμπης Χατζηδάκης
Σκηνικά : Σπύρος Κωτσόπουλος
Κοστούμια : Άννα Μαχαιριανάκη
Μουσική : Γιάννης Ζεντέλης
Φωτισμοί : Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Βοηθός σκηνοθέτη : Ελένη Πανάγιωτου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μπάμπης Χατζηδάκης, Δημήτρης Σταμούλης, Δημήτρης Κουτροβιδέας και Δημήτρης Μοσχονάς

ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
Φρυνίχου 10, Πλάκα, τηλ. 210 32 31 591
Τετάρτη 19. 15, Σάββατο-Κυριακή 18. 30, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή 21. 00

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008

Με τη γυναίκα του...φίλου μου!


Στο θέατρο «Πόρτα» παρουσιάζεται η κωμωδία των Georges Feydeau- Maurice Desvallieres «Ξενοδοχείο ο παράδεισος» (1894), μια φαρσοκωμωδία με τη χάρη της ελαφράδας, της σβελτάδας των ρυθμών της και τη φρεσκάδα του χιούμορ της. Και στο έργο αυτό, ο συγγραφέας εστιάζει στις εξωσυζυγικές και παράνομες σχέσεις μέσα από τυποποιημένους χαρακτήρες, προσωπεία γκροτέσκο, κλοουνίστικα καμώματα, μιμικές, γκριμάτσες, λάτσι, χονδροειδείς εκφράσεις, φαιδρές χειρονομίες και πράξεις. Ανικανοποίητοι σύζυγοι αναζητούν εκδίκηση και καταφεύγουν στην απιστία. Δύο ζευγάρια φίλων, οι Μπαγιατέ και οι Περλέ, κερατώνουν ασύστολα ο ένας τον άλλο δημιουργώντας απαγορευμένους δεσμούς ενώ στις ερωτοδουλειές τους αναμειγνύονται άθελά τους τρίτα πρόσωπα που παρά την αθωότητα τους καλούνται να υποστούν τις συνέπειες μιας απίστευτης παρεξήγησης που στήνεται ένα βράδυ σ’ ένα ξενοδοχείο. Στις σκάλες, στους διαδρόμους και στα δωμάτια συναντιούνται λάθος πρόσωπα τη λάθος στιγμή και το ένα ψέμα φέρνει μοιραία το άλλο. Τα μπλεξίματα, οι ανατροπές των καταστάσεων και οι απρόβλεπτες εξελίξεις τους, διευκολύνουν τους φταίχτες όχι μόνο να μην πληρώσουν το κρίμα αλλά να βγουν και από πάνω.
Από τα δωμάτια του κακόφημου ξενοδοχείου παρελαύνει μια σειρά από τύπους που προκαλούν ευτράπελα και ξεκαρδιστικά κωμικές καταστάσεις. Μια ερωτομανής υπηρέτρια παρασύρει τον άβγαλτο και άπειρο νεαρό του σπιτιού ο οποίος έχει όλη μέρα το μυαλό του στα βιβλία και τις σπουδές του. Ένας πατέρας -που κεκεδίζει όταν βρέχει και χάνει τη μιλιά του όταν ρίχνει κεραυνούς- συνοδευμένος από τις τρεις κόρες του, διαδοχικά η μια πιο ψηλή από την άλλη, άριστα εκπαιδευμένες στην υπακοή και ντυμένες ομοιόμορφα με ροζ κοτσιδάκια και λουλουδιαστά φορέματα, βρίσκει κατάλυμα σ’ ένα στοιχειωμένο δωμάτιο. Στην υπόθεση εκτός από τον πανούργο ξενοδόχο και το ξεφτέρι βοηθό του, περιπλέκεται και ένας αδέξιος αστυνόμος που προσπαθεί να επωφεληθεί από την κατάσταση προκειμένου να νομιμοποιήσει το αυθαίρετο του!!
Απολαυστικές στιγμές χαλάρωσης, γέλιο «πρωτόγονο», χωρίς σκέψεις και αναστολές μας χάρισε η παράσταση. Ρέουσα και άμεση η μετάφραση του Σταμάτη Φασουλή. Λειτουργικός, για το κρυφτό και τα σκανδαλιάρικα παιχνίδια των ηρώων, ο ευρύχωρος σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε ο Γιώργος Πάτσας. Κεφάτες ερμηνείες, γρήγοροι ρυθμοί, ζωηρή μουσική απέδωσαν τη γαλλική, ελαφρώς ειρωνική και χιουμοριστικής διαθέσεως φινέτσα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
"Ξενοδοχείο ο παράδεισος" των Georges Feydeau-Maurice Desvallieres
Μετάφραση : Σταμάτης Φασουλής
Σκηνοθεσία : Γιάννης Μπέζος
Σκηνικά-Κοστούμια : Γιώργος Πάτσας
Φωτισμοί : Λευτέρης Παυλόπουλος
Διανομή : Γιάννης Μπέζος, Τζόυς Ευείδη, Ναταλία Τσαλίκη, Στέλιος Μάινας, Αλμπέρτο Φάις, Γιάννα Παπαγεωργίου, Τάσος Γιαννόπουλος, Αθηνά Ματσούκα, Μαρκέλλα Παππά, Λήδα Καπνά, Γιάννης Στόλλας, Χρήστος Σπανός και Σπύρος Μεργιανός

ΘΕΑΤΡΟ ΠΟΡΤΑ
Μεσογείων 59, τηλ. 210 77 11 333
Σάββατο 18.30, Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.30, Κυριακή 20.00

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2008

Καρέ του...κερατου!


Μικρό αφιέρωμα στο συγγραφέα
Ο πολυγραφότατος Γάλλος κωμωδιογράφος Georges Léon -Jules- Marie Feydeau (1862-1921), τεχνίτης της φάρσας, κάνει την πρώτη του επιτυχία με το «Tailleur pour dames» (Ράφτης Κυριών) και συνεχίζει ακατάπαυτα έως το θάνατο του, μετά από τον οποίο ανέβηκε το τελευταίο του έργο, «Cent millions qui tombent» (Εκατό εκατομμύρια που πέφτουν). Ανάμεσα στα πιο αξιόλογα έργα του συγκαταλέγονται : «Une puce à l’oreille» (Ψύλλοι στ’ αυτιά), «L’ Hôtel du Libre Echange» (Ξενοδοχείο Παράδεισος), «Le Dindon» (Το κοροΐδο), «La Dame de Chez Maxim» (Η κυρία του Μαξίμ), «Un fil à la patte» (Κλωστή στην πατούσα), «Le Bourgeon» (Το μπουμπούκι) κ. τ. λ. Από τη μέρα που ο θίασος Renaud- Barrault ανεβάζει το «Occupe-toi d’Amélie» (Το νου σου στην Αμέλια) και η Comédie Française τον εντάσσει για πρώτη φορά στους επίσημους κόλπους της, αναγνωρίζεται σε παγκόσμια κλίμακα.
Μαζί με τον Eugène Labiche και άλλους συγγραφείς, ο Georges Feydeau ανανέωσε και προσέδωσε μια πρωτοφανή αίγλη στο vaudeville, ένα παρεξηγημένο δραματικό είδος. Ο αστικός κόσμος διακωμωδείται ανελέητα μέσα από γελοιογραφικές διόδους που επιτρέπουν τη συνύπαρξη του πνευματώδους λόγου με το γκροτέσκο σκηνικό στοιχείο : δολοπλοκίες της αφρώδους φάρσας, ζηλότυπες φινέτσες της κλειδαρότρυπας, των παράνομων ξενοδοχείων και των λαμπερών σαλονιών. Παρ’ όλο που τα έργα του φαίνονται να γράφτηκαν σαν εμπορική ψυχαγωγία, επιδεικνύουν μια έντονη ηθική αίσθηση και κρίνουν τη φρίκη της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Εκτίθεται η υποκρισία μιας υπεροπτικής εποχής καθώς ο Feydeau απογυμνώνει τους άνδρες και τις γυναίκες αποκαλύπτοντας τις βασικές ορμές τους. Το στοιχείο της υπερβολής, ο οργιώδης πυρετός των λέξεων, οι γρήγοροι ρυθμοί, οι διαρκείς ανατροπές, οι απίστευτες συμπτώσεις, οι μηχανορραφίες και οι παρεξηγήσεις είναι στοιχεία γεμάτα απεχθείς παραλληλισμούς με την πραγματική ζωή που πολλές φορές μοιάζει μ’ ένα κακό όνειρο. Ο μελαγχολικός αυτός ηθικολόγος δεν παρέλειψε πολλές φορές ν’ αναφερθεί σε θέματα αποξένωσης, αδιέξοδων επικοινωνίας, μοναξιάς και μεταφυσικής αγωνίας που διαπραγματεύθηκαν από τελείως διαφορετική οπτική οι εκπρόσωποι του θεάτρου του παραλόγου.

Η παράσταση
Στο θέατρο «Περοκέ», ο Βασίλης Τσιβιλίκας επέλεξε να σκηνοθετήσει και να πρωταγωνιστήσει σε μια αδύναμη δραματουργικά και ανάλαφρη κωμωδία του Feydeau που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1904 με τον τίτλο «La Main passe» (Από χέρι σε χέρι). Διασκεύασε πολύ ελεύθερα το κείμενο και μετέφερε τη δράση από τη γαλλική Belle Epoque στην Αθήνα του ’30 προσαρμόζοντας κατάλληλα ονόματα προσώπων και τοποθεσιών και μεταγράφοντας το γαλλικό χιούμορ στα ελληνικά δεδομένα. Ένα ατελείωτο γαϊτανάκι συζυγικών απιστιών με τυποποιημένους χαρακτήρες, προβλέψιμες καταστάσεις, σχηματική υπόθεση που στηρίζεται στην επιτυχία της ατάκας και στην αυτοσχεδιαστική ευχέρεια των ηθοποιών προκειμένου να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή. Θέαμα πλουσιοπάροχο από συχνές αλλαγές σκηνικών και ποικιλία κοστουμιών εποχής.


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
"Το δέκα το καλό" του Georges Feydeau ("La Main passe")
Διασκευή-Σκηνοθεσία : Βασίλης Τσιβιλίκας
Σκηνικά-Κοστούμια : Άννα Μαχαιριανάκη
Διανομή : Στέλιος Καλαθάς, Άννα Ανδριανού, Ντάνος Λυγίζος, Κοσμάς Ζαχάρωφ, Πάνος Χατζηκουτσέλης, Βασίλης Τσιβιλίκας, Γιώργος Γεωργίου, Αθηνά Μαυρομάτη, Αγγελική Λυμπεροπούλου, Δημήτρης Καϊκής, Γιώργος Σουξές και Γιώργος Γιαννόπουλος.

ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΡΟΚΕ
Οδυσσέως 2, Πλ. Καραϊσκάκη, τηλ. 210 52 400 40
Τετάρτη 19.15, Σάββατο-Κυριακή 18.15, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή 21.15

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008

Φουρτούνα στην καρδιά


Ιδανική βραδινή έξοδο με σκοπό ν’ αποδράσει κανείς από τη ρουτίνα της καθημερινότητας και να ψυχαγωγηθεί χωρίς βαθυστόχαστους προβληματισμούς αποτελεί η αισθηματική, ανάλαφρη και νοσταλγική κωμωδία του Παντελή Χορν, «Το Μελτεμάκι» που παρουσιάζεται στο θέατρο Λαμπέτη σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου.

Ο συγγραφέας και το έργο του
Η πολύμορφη δραματουργία του Παντελή Χορν (1881-1941) συνθέτει ετερόκλητα στοιχεία αλλά υποτάσσεται στην ηθογραφική τάση. Ο δημιουργός καταπιάνεται και κινείται ευέλικτα ανάμεσα σε πολλά είδη όπως το κοινωνικό και πατριωτικό δράμα, την κωμωδία ηθών και χαρακτήρων, την αισθηματική κομεντί και τη σάτιρα. Φανερές στα έργα του οι επιδράσεις από τον Ίψεν, το Νίτσε, τον Πιραντέλλο, τα κινήματα του νατουραλισμού και του συμβολισμού καθώς και της επιστήμης της ψυχανάλυσης. Παράλληλα αντλεί στοιχεία τόσο από την ελληνική παράδοση, όσο και από το σύγχρονο του αστικό και επαρχιακό περιβάλλον διαμορφώνοντας το προσωπικό του ύφος. Κύριοι θεματικοί άξονες των κειμένων του είναι ο έρωτας, η ανθρώπινη μοίρα και η κοινωνική διάβρωση, θέματα που αναπτύσσονται με ρεαλιστική αλλά και μελοδραματική ενίοτε διάθεση καθώς και με τρόπο αντιφατικό.
Από την πολυάριθμη παραγωγή του, ενδεικτικά αναφέρουμε τα έργα : «Οι Πετροχάρηδες» (1908), «Μελάχρα» (1909), «Το Φιντανάκι» (1921), «Σέντζας» και «Φλαντρώ» (1925). Στο θέατρο του Παντελή Χορν, ο έρωτας ως έντονο πάθος, ως αναζήτηση των αισθήσεων και ως αμαρτωλή διαπραγμάτευση επιδιώκει μάταια τον εξαγνισμό παραμένοντας είτε ανεξήγητη νοσταλγία της αθωότητας είτε αέναη αναζήτηση της ιδανικής μορφής του. Σε πολλά έργα του Χορν, ο έρωτας οδηγεί στην απόλυτη καταστροφή και δεν φθάνει ποτέ στην απόλυτη ολοκλήρωση γιατί καθορίζεται από τη Μοίρα, αναπότρεπτο ανατροπέα των ονείρων. Η Μοίρα παρουσιάζεται άλλοτε υπό μορφή ανυπέρβλητων εξωτερικών εμποδίων, άλλοτε υπό μορφή στοιχείων κάποιου χαρακτήρα και άλλοτε ως πληρωμή του αμαρτωλού παρελθόντος.

Ερωτικά τρίγωνα
«Το Μελτεμάκι» που αποπνέει μια Αιγαιοπελαγίτικη αύρα και είναι νοτισμένο από την αρμύρα της θάλασσας, σχεδιάστηκε αρχικά ως διήγημα με τον τίτλο «Το Κυματάκι» και δημοσιεύθηκε το 1927. Την ίδια χρονιά έγινε θεατρικό έργο με τον αρχικό τίτλο «Έρως και Πείνα» και ανέβηκε τελικά ως «Μελτεμάκι» στον Απόλλωνα, από το θίασο της Κυβέλης.
Η δράση ξετυλίγεται στην όμορφη αυλή ενός νησιώτικου σπιτιού όπου ο Τάκης, ένας απόστρατος αξιωματικός του ναυτικού, δε χάνει ευκαιρία ν’ αποδείξει πως δεν ήταν ακόμα η ώρα του να βγει στη σύνταξη καθώς σφύζει από νιάτα, δύναμη και ενέργεια για έντονη ερωτική ζωή. Η άφιξη της Αλίκης, της νεαρής και όμορφης ανιψιάς της γυναίκας του Σοφίας θ’ αναστατώσει πρόσκαιρα τη ζωή του ζευγαριού. Παράλληλα, οι σκανδαλιές και η προκλητική συμπεριφορά μιας σαγηνευτικής χήρας, της Μανταλαίνας, θα ταράξει για λίγο τα νερά ανάμεσα στη Σταματίνα και το σύζυγό της Βαγγέλη, που εργάζονται στο αρχοντικό του πρώτου ζευγαριού. Στο τέλος, οι πειρασμοί παρέρχονται και η γαλήνη επιστρέφει στα ζευγάρια. Σύμφωνα με τα ήθη της εποχής, η γυναίκα είναι εκείνη που με την υποχωρητική της στάση και υπομένοντας τις ερωτικές ατασθαλίες του άνδρα, θα διασφαλίσει την οικογενειακή ισορροπία διασώζοντας το γάμο της.
Στο έργο, το ερωτικό πάθος μοιάζει με περαστική διακύμανση, ένα χωρίς συνέπειες μελτεμάκι και ειρωνικά μπορεί να υποκατασταθεί με τις γευστικές απολαύσεις (όπως η κρέμα που τρώει το μονιασμένο ζευγάρι στο τέλος του έργου ή η πλειάδα των λιχουδιών που παρελαύνουν κατά τη διάρκειά του). Το ευτυχές τέλος και η «ηθική» αποκατάσταση των πραγμάτων μετριάζεται από την πικρή γεύση που αφήνει ο απραγματοποίητος έρωτας. Η λύση δίνεται μέσα από ένα συμβιβασμό που σηματοδοτεί κατά κάποιο τρόπο το θάνατο του έρωτα και την επιστροφή στην ασφάλεια της σιγουριάς. Ο έρωτας, σύμφωνα με το συγγραφέα, ξεπερνά τις υλικές διαστάσεις και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ένας ήρωας είναι «μια πάλη με την ανυπαρξία! Αγαπάς για να μην πεθάνεις, για να μην πεθάνεις ποτέ!»

Η Παράσταση
Η σκηνοθετική ανάγνωση του Κώστα Τσιάνου «τινάζει τη σκόνη» και ζωντανεύει με τους ζωηρούς ρυθμούς και τη σύγχρονη αισθητική της, ένα παρωχημένων ηθικών αντιλήψεων κείμενο. Εντυπωσιακό, γραφικό, κομψό και λειτουργικό το σκηνικό του Γιώργου Ασημακόπουλου που αποτυπώνει την ατμόσφαιρα ενός ελληνικού νησιού με το λευκό χρώμα στις βεράντες, στην ταράτσα και στα πεζούλια. Αισθησιακοί οι γαλάζιοι φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου φορτίζουν συγκινησιακά το χώρο και υπογραμμίζουν τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των προσώπων. Εύστοχα συμβολική η χρήση του καραβιού μέσα από το οποίο φθάνει αλλά και αποχωρεί το Αλικάκι! Γνωστές, παλιές και αγαπημένες μελωδίες της δεκαετίας του ’50 που αναφέρονται σε θάλασσες και ναυτικούς, τραγούδια (από νησιώτικα μέχρι το «La vie en rose» της Edith Piaf) και χορευτικά διανθίζουν τους διαλόγους απαλείφοντας σημεία επαναλήψεων ή τάσεις πλατειασμού.
Με κέφι και σπιρτάδα, γρήγορες χειρονομίες, υψηλούς τόνους και μια ελεγχόμενη δόση υπερβολής οι ερμηνείες των ηθοποιών σκιαγραφούν ολοκληρωμένους αναγνωρίσιμους χαρακτήρες. Ως Τάκης, ο Στέφανος Κυριακίδης αποδίδει ικανοποιητικά τον αψύ ώριμο ναυτικό, θιασώτη του γυναικείου κάλλους. Η Χριστίνα Θεοδωροπούλου υποδύεται τη Σοφία με λεπτότητα και αριστοκρατική ευγένεια. Η πληθωρική Μαρία Καντιφέ (Σταματίνα) χειρίζεται υποδειγματικά τη σωματική της διάπλαση και πλάθει μια άκρως κωμική φιγούρα υποδυόμενη τη συντηρητική και θεούσα γυναίκα που με διάφορες προφάσεις στερεί τη σεξουαλική απόλαυση από το σύντροφό της. Ο Πάνος Σκουρολιάκος (Βαγγέλης) διεκπεραιώνει με την υποκριτική ευχέρεια που διαθέτει το γνώριμο τύπο που αγαπά τις γυναίκες και το κρασί. Η Χρύσα Παππά (Μανταλένα) φανερώνει έντεχνα με τις υπαινικτικές κινήσεις και τη χροιά της φωνής, τις προθέσεις ενός θηλυκού, πέτρα του σκανδάλου, που αναστατώνει και παρασέρνει στα δίχτυα της όλα τ’ αρσενικά. Η Ευδοκία Ρουμελιώτη (Αλίκη) αποτυπώνει στην ερμηνεία της τη γνήσια αθωότητα, την ευαισθησία αλλά και την απλότητα ενός νεαρού πρωτόβγαλτου κοριτσιού.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Το Μελτεμάκι» του Παντελή Χορν
Σκηνοθεσία-επεξεργασία κειμένου-μουσική επιμέλεια : Κώστας Τσιάνος
Σκηνικά-Κοστούμια : Γιώργος Ασημακόπουλος
Φωτισμοί : Νίκος Σωτηρόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη : Νικόλ Κοκκίνου
Βοηθός σκηνογράφου : Βάλια Συριοπούλου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Στέφανος Κυριακίδης, Μαρία Καντιφέ, Πάνος Σκουρολιάκος, Χριστίνα Θεοδωροπούλου, Χρύσα Παππά και Ευδοκία Ρουμελιώτη

ΘΕΑΤΡΟ ΛΑΜΠΕΤΗ
Λεωφόρος Αλεξάνδρας 106, τηλ. 210 64 63 685
Τετάρτη-Κυριακή 20.00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.00, Σάββατο 18.00

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2008

Μεγαλείο ζωής



Η «Ραχήλ» του Γρηγορίου Ξενόπουλου (1867-1951) πρωτοπαίχθηκε το 1909 στο θέατρο «Βαριετέ» από τον θίασο της Κυβέλης Ανδριανού, επαναλήφθηκε τον επόμενο χρόνο με κάποιες αλλαγές στη διανομή και ξαναπαρουσιάστηκε το 1926 στο θέατρο «Κεντρικόν» από το θίασο της Ελένης Χαλκούση. Το ελάχιστα παιγμένο αυτό έργο είναι ένα τρίπρακτο δράμα που διαδραματίζεται στη Ζάκυνθο, τη Μεγάλη εβδομάδα του 1891 και αναφέρεται στις διαμάχες Εβραίων και Χριστιανών. Ο Χριστιανός Κάρολος ερωτεύεται την κόρη του Εβραίου γείτονά του, Ραχήλ. Η απόφαση της κοπέλας να βαφτιστεί Χριστιανή και να παντρευτεί τον Κάρολο θα συναντήσει ανυπέρβλητα εμπόδια. Η επί χρόνια αρμονική συνύπαρξη των δύο οικογενειών διαταράσσεται όλο και περισσότερο, καθώς ο χριστιανικός πληθυσμός του νησιού προχωρεί σε δυναμικές κινητοποιήσεις εναντίον της εβραϊκής κοινότητας. Κάτω από την πίεση των γεγονότων, η θρησκεία των δυο νέων μοιάζει να υψώνεται αδιαπέραστο εμπόδιο στη σχέση τους.

Αγάπη και μίσος
Σύμφωνα με το φιλόλογο Κώστα Τσουραπούλη «ο Ξενόπουλος σαφώς τοποθετεί τη Ραχήλ στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής του 1891 και αξιοποιεί το φανατισμό των θρησκευτικών προκαταλήψεων και τα αντίστοιχα γεγονότα για να κριτικάρει αρνητικά τα τρωτά του νησιού του. Η προπαγάνδα του τύπου είχε πυροδοτήσει το λαϊκό αντισημιτισμό με φήμες σχετικά με τη δολοφονία της μικρής Εβραιοπούλας Ρουμπίνης Σάρδας. Η σκηνοθετική ματιά εντάσσει τις παραπάνω φήμες στο σώμα της παράστασης για να συντείνει συμπληρωματικά στη διαχρονικότητα των ιδεών του έργου.
Το πνεύμα προσπαθεί να παραμείνει απρόσβλητο από τα αγκάθια του μίσους και ο αγώνας θωράκισής του τροφοδοτείται από τον έρωτα της Ραχήλ. Από την εσωτερική μάχη που διεξάγεται στα βάθη της ψυχής της βγαίνει νικήτρια, αλλά νικημένη από τον παραλογισμό του όχλου. Η δύναμη της Αγάπης αποτελεί αντίβαρο του μίσους και πηγή οδύνης για εκείνους που διαποτίστηκαν με αυτό. Η επιθυμία για ζωή είναι η ίδια εκείνη δύναμη που οδηγεί στην αυτοθυσία, στο θάνατο, και μόνο με την απομάκρυνση από τα υλικά δεσμά το πνεύμα της Αγάπης αθανατίζεται στην αιωνιότητα του χρόνου. Η διαχρονικότητα του θέματος αναδεικνύεται από τις φυλετικές θεωρίες που αναπτύχθηκαν στα χρόνια που ακολούθησαν μετά τη γραφή του έργου και από τα γεγονότα της σύγχρονης πραγματικότητας.
Μέσα στο διάβα του αιώνα θρησκευτικοί πόλεμοι, κηρύγματα προκαταλήψεων, διαχωριστικές γραμμές, σβάστιγγες, πάσης φύσεως φονταμενταλισμοί έρχονται και παρέρχονται με πολλά προσωπεία, συνθέτοντας το τείχος μιας μισαλλόδοξης Λερναίας Ύδρας που αναπαράγει διαρκώς το μένος «δηλητηριάζοντας» κάθε ανθρωπιστικό ιδανικό. Το ιερό και φλογερό πάθος για μια ιδέα, που συνοδεύει την ανθρώπινη ιστορία, αντί να φωτίζει τις καρδιές και το νου, γίνεται αβυσσαλέο και απάνθρωπο, όταν έρθει σε επαφή με τα πολλά κεφάλια αυτού του τέρατος. Ένα απ’ αυτά τα κεφάλια είναι και τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Σήμερα το ρόλο αυτό τον έχει αναλάβει επιτυχώς η τηλεόραση. Η καλλιέργεια της άνω ρητορικής εξακολουθεί να εγείρει τα φόβητρα του αφανισμού της εθνικής ταυτότητας δημιουργώντας ιδεοληπτικά παραληρήματα στη μαζική ψυχολογία.
Ο Ξενόπουλος εισχωρεί και στους μηχανισμούς καλλιέργειας του ρατσισμού οι οποίοι εμφανίζονται από την παιδική κιόλας ηλικία που κατακλυζόμαστε από στερεότυπα. Σύμβολα που εκφράζουν μια αλληλένδετη τάξη απόψεων, αξιών, τελετουργικών εκφράσεων, στάσεων και αισθημάτων, υπαγορεύουν την προτίμηση ενός πράγματος και την απόρριψη ενός άλλου, μεταφέρουν στον άνθρωπο από την παιδική του ηλικία ως την ένταξή του στον κόσμο των ενηλίκων τη βαρύτητα ορισμένων απόψεων και του επιβάλλουν το φόβο της κοινωνικής αποδοκιμασίας και των κυρώσεων που θ’ ακολουθήσουν, αν οι αξίες αυτές παραβιαστούν. Οι ταμπέλες επιβάλλονται χωρίς ακόμη να γίνει αντιληπτή η σημασία τους και γίνονται «κουτιά» που «φυλακίζουν» («Οι Εβραίοι πίνουν αίμα χριστιανικό», «In cruce quia crucifixerunt: Στο σταυρό οι σταυρώσαντες») Τα σύμβολα αυτά παγιώνονται, παράγουν προκαταλήψεις και σπέρνουν εμπόδια στο δρόμο που οδηγεί στην ψυχή του άλλου, του διαφορετικού. Η αγάπη της Ραχήλ τα υπερκέρασε όλα αυτά και κράτησε μόνο τη μανόλια για να της θυμίζει το πιο ευωδιαστό και μεθυστικό άρωμα της ζωής. Ο θάνατος της δεν είναι τίποτε άλλο παρά μεγαλείο ζωής. Η ανθρώπινη ενέργεια μπορεί ν’ αφομοιώσει αυτόν το θάνατο και να τον εντάξει στον Ύμνο προς τη ζωή»

Η παράσταση
Η σκηνοθετική προσέγγιση της Ελένης Σκότη επιχείρησε ν’ αναδείξει τη διαχρονική χροιά του κειμένου μέσα από μια σύγχρονη αισθητική ώστε να γίνει εύκολα αντιληπτή και οικεία στο σημερινό θεατή. Ο σκηνικός χώρος που έστησε ο Γιώργος Χατζηνικολάου – ένα μοντέρνο σαλόνι σε μια μαύρη κυκλική βάση που περιστρέφεται – κατακλύζεται από το γκρι χρώμα. Το ίδιο χρώμα υιοθετούν και τα κοστούμια που επιμελήθηκε η Ελένη Μανωλοπούλου, με εξαίρεση το φόρεμα της Ραχήλ στην τρίτη πράξη που είναι μαύρο παραπέμποντας ευθέως στο θάνατο που φθάνει απειλητικά. Στο πίσω μέρος του κύκλου, διακρίνουμε ένα ανοιχτό παράθυρο από το οποίο οι ήρωες παρατηρούν όσα συμβαίνουν στους εξωτερικούς χώρους. Στο βάθος της σκηνής, έξω από τον κύκλο, οι ηθοποιοί που δεν παίρνουν μέρος εκείνη την ώρα στη δράση κάθονται σε καρέκλες και παράγουν ομαδικά ήχους (συνθήματα διαδηλωτών, καλπασμός αλόγων άμαξας, φωνές πλήθους) σχολιάζοντας και επιδεινώνοντας μια τεταμένη ατμόσφαιρα. Άρτια επιμελημένο το βίντεο με τον εφιάλτη που βλέπει η Ραχήλ, υποβλητική και μελαγχολική η μουσική υπόκρουση του Μάριου Στρόφαλη ενώ οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου εστιάζουν στις συναισθηματικές εναλλαγές των προσώπων και παγώνουν τις λεπτομέρειες.

Οι ερμηνείες
Η Αννίτα Κούλη δεν κατορθώνει να ερμηνεύσει εξελικτικά τον απαιτητικό και πολυεπίπεδο ρόλο της Ραχήλ και ν’ αναδείξει τη δυναμική του. Η κυρία Κούλη δεν εμβαθύνει στα κίνητρα δράσης της ηρωίδας και κινείται επιδερμικά στις ψυχολογικές μεταπτώσεις καταλήγοντας μοιραία στην αποστέωση ενός ρόλου με αρκετές εναλλακτικές δυνατότητες. Ο Γιάννης Λεάκος δεν υποστηρίζει με σθένος το νεαρό ευγενή χριστιανό Κάρολο Δεσύλα και μένει στην επιφάνεια των καταστάσεων. Οι εν λόγω ερμηνείες διαμορφώνουν ένα άνισο δίδυμο υποκριτικής διαλεκτικής και σκιαγραφούν καθημερινά πρόσωπα που δεν ανάγονται σε συμβολικές μορφές. Ο Θάνος Αλεξίου ως Αβραμής και ο Πέτρος Αποστολόπουλος που παίζοντας το Μανασή διατηρεί στην προφορά του τοπικά γλωσσικά ιδιώματα, πλάθουν δυο ολοκληρωμένες φιγούρες υπηρετών. Η Πέπη Μοσχοβάκου διεκπεραιώνει με άνεση το σύντομο ρόλο της Αρετής, υπηρέτριας του Δεσύλα. Ο Χάρης Τσιτσάκης υποδύεται τον Εβραίο τραπεζίτη Σαμουήλ Χάρη Τεδέσκο, διαγράφοντας με ακρίβεια την πορεία εξέλιξης του ήρωα από ενεργητικό δέκτη των καταστάσεων σε παθητικό παρατηρητή. Ως πρεσβύτερος υιός του Σαμουήλ, ο Θωμάς Παπάζογλου (Δαβίκος) υιοθετεί μια μονοδιάστατη ερμηνεία που στηρίζεται κυρίως σε εξωτερικά εκφραστικά μέσα. Ο ηθοποιός φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται πλήρως το πυκνό ιδεολογικό φορτίο και το ήθος που εκπροσωπεί ο ήρωας που καλείται να ενσαρκώσει. Ως Αλέξανδρος, ο Άντονυ Μπερκ δημιουργεί ένα χαρακτήρα που ενεργεί υπό την επίδραση του μεγαλύτερου αδελφού του. Η Υβόννη Μαλτέζου στο ρόλο της κυρίας Δεσύλλα ακολουθώντας τα γνώριμα χνάρια της υποκριτικής της υφολογίας αποτυπώνει στην ερμηνεία της την αγωνιώδη ανησυχία μιας μάνας για την τύχη του παιδιού της και κατορθώνει να συγκινήσει μέσα από την απλότητα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ραχήλ» του Γρηγορίου Ξενόπουλου
Σκηνοθεσία : Ελένη Σκότη
Βοηθός σκηνοθέτη : Δάφνη Λαρούνη
Σκηνικά : Γιώργος Χατζηνικολάου
Κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική : Μάριος Στρόφαλης
Φωτισμοί : Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Βίντεο : Δημήτρης Καραντινόπουλος
Βοηθός ενδυματολόγου : Δήμητρα Χίου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Θάνος Αλεξίου, Πέπη Μοσχοβάκου, Πέτρος Αποστολόπουλος, Αννίτα Κούλη, Γιάννης Λεάκος, Άντονυ Μπερκ, Χάρης Τσιτσάκης, Θωμάς Παπάζογλου και Υβόννη Μαλτέζου
ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ (ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ)
Ευμολπιδών 41, Γκάζι, τηλ. 210 34 55 020
Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21. 00, Κυριακή 19. 00