Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008

Γόνιμες δοκιμές


…Στοίβες νεκρών χωρίς φωνές
Θα δείχνουν σ’ όλους τους θνητούς
Μες στους αιώνες που θα ’ρθούν
Πως αν το μέτρο ο άνθρωπος
Άμυαλα ξεπεράσει
Γίνεται στάχυ η έπαρση
Έτοιμη για σοδειά…

…Μα εσείς και στο κακό ακόμα
Σαν διψασμένοι
Της κάθε μέρας
Τους χυμούς να πίνετε
Ζήστε όσο ζείτε με ηδονή
Κάθε στιγμή
Γιατί και πλούσιοι οι νεκροί
Είναι νεκροί…

(Αισχύλου «Πέρσες», μετάφραση Θάνου Λουκά)

Οι κώδικες της τραγωδίας έχουν τα τελευταία χρόνια υποστεί άπειρες διερμηνευτικές απόπειρες προερχόμενες από την ανάγκη να τοποθετηθεί εκ νέου η τραγωδία σε πλαίσια σύγχρονων αποδόσεων. Ωστόσο, η άγνοια πολλές φορές της σημασίας των κωδίκων που χειρίζεται ο τραγικός λόγος για ν’ αποδεσμευθεί ακριβώς από το ιστορικό «εδώ και τώρα» και ν’ απλωθεί στη διαχρονία, έχει οδηγήσει ακόμη και καταξιωμένους σκηνοθέτες στα όρια του αχαλίνωτου. Είναι, όμως, απαραίτητος και θεμιτός για την εξέλιξη και τον εντοπισμό του «νέου», ο γόνιμος πειραματισμός, η τόλμη κατάθεσης νέων προτάσεων, οι εφαρμογές διαφορετικών οπτικών και η υλοποίηση εγχειρημάτων που αποτελούν προϊόντα αδιάκοπων και πολύχρονων ερευνών με συγκεκριμένους στόχους-πλαίσια
Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση-μελέτη πάνω στους «Πέρσες» του Αισχύλου παρουσιάζει ο Θάνος Λουκάς, σε δική του μετάφραση και σκηνοθεσία, δουλεύοντας με μια ομάδα νέων ηθοποιών. Πρόκειται για μια σπουδή, ύφους work in progress, που πειραματίζεται πάνω σε διάφορες φόρμες, εναλλάσσοντας ρυθμούς και τονικότητες, δοκιμάζοντας στα άκρα σε πολλά σημεία την εκφορά του λόγου (ταχύς ρυθμός-υψηλές εντάσεις-υπερβολή) σ’ ένα είδος θεάτρου που ενεργοποιεί το σώμα του ηθοποιού ως κεντρικό μοχλό της διαχείρισης του μύθου.

Η υπόθεση του έργου
Στους «Πέρσες» του Αισχύλου, που παρουσιάστηκαν το 472 π. Χ. ο ποιητής αναπτύσσει, στα πλαίσια του μύθου, μια ιστορική πραγματικότητα ζώσας επικαιρότητας, ήτοι τη νίκη των Ελλήνων έναντι των περσικών στρατευμάτων του Ξέρξη. Το δράμα δεν έχει κεντρικό στόχο την πατριωτική εξύμνηση της ελληνικής στρατιωτικής δύναμης. Οι σκηνές διαδραματίζονται στο στρατόπεδο των ηττημένων, στα ανάκτορα της Σούσας, και επιχειρούν η χωρική διάσταση να δώσει στην ιστορία μια μεγαλοπρέπεια μυθικών διαστάσεων. Η βασίλισσα Άτοσσα, μητέρα του Ξέρξη, και ο χορός των γηραιών Περσών συμβούλων μαθαίνουν τα νέα της καταστροφής της Σαλαμίνας και της οπισθοχώρησης μέσω της Θράκης. Ο θρήνος του χορού και της Άτοσσας προκαλούν την εμφάνιση του φαντάσματος του Δαρείου, το οποίο τους πληροφορεί ότι η ήττα ήταν θέλημα των θεών και ότι ήρθε ως τιμωρός για την αλαζονεία του περσικού λαού και του βασιλιά του. Η τραγωδία τελειώνει με τον θρήνο που συνοδεύει την άφιξη του Ξέρξη που καταφθάνει σε άθλια κατάσταση. Οι «Πέρσες» είναι ιδανικό υπόδειγμα του σχήματος «Ύβρις-Άτη», που αποτελεί άλλωστε και το αισχύλειο κλειδί της ερμηνείας του σύμπαντος.

Η παράσταση
Η απόπειρα ανίχνευσης των πηγών σωματικής ενέργειας οδηγεί τους συντελεστές στην ανακάλυψη των κλειδιών μεταξύ σωματικής και ηχητικής-λεκτικής έκφρασης ανατρέχοντας και παραπέμποντας έμμεσα σε δρώμενα άλλων πολιτισμών ή κάνοντας υπαινικτικές αναφορές σε γνωστές μεθόδους σημαντικών δημιουργών. Ένα υλικό προεργασίας και έρευνας που επανατοποθετεί τη σχέση του ηθοποιού με το σώμα του και τη βιοδυναμική που αυτό διαθέτει. Μια εργαστηριακή εκμάθηση ελέγχου και συνεργασίας μυαλού και σημείου σώματος ώστε να επιτευχθεί το παραστασιακό ζητούμενο. Σωματική αποφόρτιση ως απόρροια εξάσκησης και συνεπείς κώδικες επικοινωνίας.
Στη σωματοποιημένη παράσταση, η σκηνοθεσία ακολουθεί τη λιτότητα σε όλα τα επίπεδα. Τα ομοιόμορφα ολόμαυρα κοστούμια των ηθοποιών συμπληρώνει ένα λευκό μακιγιάζ προσώπου ενώ οι καίριες αντιθέσεις των φωτισμών (σκοτάδι-φως) αποτελούν ένα επιπλέον στοιχείο ένδυσης όχι μόνο του άδειου σκηνικού χώρου αλλά και των σωμάτων. Η μιμική των στομάτων των ερμηνευτών, το άνοιγμα και η έκφραση που προσλαμβάνουν σταδιακά και με αργό ρυθμό, προετοιμάζουν για το πέρασμα του παραγλωσσικού και γλωσσικού κώδικα που εκπηγάζει ως κάτι το αναπόφευκτο. Ο διακεκομμένος, ασθματικός και υπόκωφος λόγος, επαναληπτικός και ομοιόμορφος συμπλέει με μια κινησιολογία που εικονοποιεί ευφάνταστα σημαίνουσες φράσεις παγώνοντας τη λεπτομέρεια. («χτίσιμο» εικόνων με τα σώματα των ερμηνευτών). Οι ηθοποιοί δρουν υποδειγματικά με ομαδικό πνεύμα και συγχρονισμό κατορθώνοντας ν’ ανταποκριθούν στις απαιτήσεις και τους στόχους της σύνθετης σκηνοθετικής άποψης.
Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι «Χοηφόροι», το δεύτερο μέρος από την τριλογία του Αισχύλου «Ορέστεια» Αγαμέμνων-Χοηφόροι-Ευμενίδες) που παρουσιάστηκαν το 458 π. Χ. Παρακολουθούμε τη διπλωματική εργασία των σπουδαστών του τρίτου έτους της Ανώτερης Σχολής Δραματικής Τέχνης Δήμου Αγίας Βαρβάρας στο μάθημα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας σε διδασκαλία Λουκά Θάνου. Φιλότιμη η προσπάθεια των νέων ηθοποιών να συγχρονιστούν σε μια πειραματική και μη ολοκληρωμένη σκηνική ανάγνωση. Οι Έρμη Στέλλα, Θάνου Χρησάνθη, Θεοδωρίδης Βασίλης, Κλαψινού Κωνσταντίνα, Λουκόπουλος Μπάμπης, Μορφιαδάκη Βάσω, Παπαγεωργίου Ευγενία, Σουρμελίδης Σάββας, Τσατώβ Ειρήνη και Τσιμπρή Χριστίνα ερμηνεύουν τους ρόλους με συναίσθηση της σκηνικής τελετουργίας.
Στις «Χοηφόρους» (δηλαδή τις «φέρουσες σπονδές»), η Κλυταιμνήστρα, βασανισμένη από τις τύψεις, αποστέλλει στον τάφο του Αγαμέμνονα την κόρη της Ηλέκτρα με τη συνοδεία γυναικών που συγκροτούν το χορό. Εκεί φθάνει και ο Ορέστης που μόλις επέστρεψε, μαζί με τον Πυλάδη, στο Άργος για να εκδικηθεί τους φονιάδες του πατέρα του. Η Ηλέκτρα αναγνωρίζει την ώρα που προσφέρει τις σπονδές στον τάφο, τα μαλλιά και τα ίχνη του αδελφού της. Ο Ορέστης δολοφονεί τον εραστή της βασίλισσας, Αίγισθο και στη συνέχεια την ίδια του τη μητέρα. Ο νέος καταδιώκεται από τις Ερινύες, τα φαντάσματα-σύμβολα της οργής των ομόαιμων νεκρών, με μάτια που στάζουν αίμα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Πέρσες» του Αισχύλου
Μετάφραση-σκηνοθεσία : Λουκάς Θάνος
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Αγκονσίλιο Γεωργία, Γεωργάτου Χαρά, Γιαούζη Πέλη, Ισαακίδης Αλέξανδρος, Κουκουζέλη Ιωάννα, Λαμπράκη Ειρήνη, Μαρινάκου Γεωργία, Μάρκελλος Κωνσταντίνος, Μπρακουμάτσου Βιβή, Παπαγιάννης Φοίβος, Σδούκου Εβελύν και Σοφού Δήμητρα

ΘΕΑΤΡΟ ΑΜΟΡΕ-ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
Πριγκιποννήσων 10, Πολύγωνο, τηλ. 210 64 68 009
Καθημερινά από 5 έως 15 Ιουνίου στις 21.30

Κυριακή 1 Ιουνίου 2008

Φοβάστε τον θάνατο;


Δεν πιστεύω στον παράδεισο. Καθόλου.
Και μετά το θάνατο τι απομένει; Με ρωτάς.
Τίποτε. Μόνο οι ζωντανοί που χαμογελούν ο ένας στον άλλο.
Που θυμούνται.
Εσάς ποιος θα σας θυμηθεί; Με ρωτάς. Πάντα πληθυντικός.
Οι νεαροί αναγνώστες. Οι μικροί μαθητές.
Τι σας απασχολεί; Με ρωτάς. Όλο με ρωτάς.

Marguerite Duras

Ηγετική φυσιογνωμία στο γαλλικό «Νέο Μυθιστόρημα», θεατρική συγγραφέας και σκηνοθέτης του κινηματογράφου, η Marguerite Duras, ψευδώνυμο της Marguerite Donnadieu (1914-1996) έθιξε μέσα από το αινιγματικό, διφορούμενο και συχνά ελιτίστικο ύφος της, την αλλοτρίωση, το ανέφικτο της ανθρώπινης επικοινωνίας, την άκαρπη προσπάθεια ιδανικής ερωτικής συμφιλίωσης, τη ματαιότητα του βίου και το φόβο για το άγνωστο του θανάτου.
Στο τελευταίο, αυτοβιογραφικών αναφορών, βιβλίο της που έχει τον τίτλο «C’est tout» (1995), με το γνωστό αποσπασματικό και ελλειπτικό τρόπο γραφής (σημειώσεις ή ημερολογιακές εγγραφές) και με αφορμή την ερωτική της σχέση με το νεότερο γραμματέα της Γιαν Αντρέα Στάινερ, η συγγραφέας κλείνει τους λογαριασμούς της με τη λογοτεχνία και μέσα από έναν απολογισμό, ξεδιπλώνει απαισιόδοξα τις εσωτερικές της ανησυχίες για την ανεξιχνίαστη φύση του έρωτα. Από τον έρωτα, πηγή ζωής, ελευθερίας και έμπνευσης αντλεί το αντίδοτο απέναντι στους φόβους : στη φθορά, στην εκμηδένιση και στο αναπόφευκτο της ύστατης ώρας. Λέξεις και σιωπές, κριτική και αυτοκριτική, αλήθεια και ψέμα.
Η χαρά της ζωής, η ηδονή και το χιούμορ σε αντιπαράθεση με τον πόνο της απώλειας και την αγωνία του θανάτου, συνθέτουν το συναισθηματικό τοπίο, μέσα στο οποίο η Γαλλίδα δημιουργός ακροβατεί, γνωρίζοντας βαθειά πως η λύτρωση συχνά είναι η τελική πράξη δικαίωσης ενός αγώνα ζωής και θανάτου.
Το γραπτό της Marguerite Duras, μια λυρική καταγραφή προσωπικών βιωμάτων, συγκινητικά λιτό και λακωνικό αλλά πυκνών νοηματικών συνειρμών, μοιάζει μ’ ένα λεπτοφυή επίλογο στο τέλος μιας μακριάς και μεστής διαδρομής. Το βιβλίο έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από την Ευρυδίκη Τρισόν-Μιλσανή (εκδόσεις Εξάντας) με τον τίτλο «Τελεία και παύλα». Αν και δεν πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά και αντιπροσωπευτικά δείγματα γραφής της, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία μιας ιδιότυπης μονολογικής performance.

Η Παράσταση
Ο Γιώργος Γιανναράκος διασκεύασε το κείμενο και από σκόρπιες φράσεις, διαμόρφωσε διαλόγους που εκφωνούνται από μαγνητόφωνο. Ερωτήσεις και απαντήσεις, λέξεις και φράσεις επαναλαμβάνονται για να δημιουργήσουν ένα ανεξάρτητο σύστημα σημειακών και σημασιακών πλεγμάτων. Ο θεατής συνδέεται με την αισθητική ενότητα, στην οποία συγχωνεύονται ευεργετικά το ύφος και η θεματική του αρχικού κειμένου. Η εύστοχη απόδοση του τίτλου, «Και μετά τίποτε», δίνει έμφαση στην κοσμοαντίληψη της συγγραφέως και υπογραμμίζει την έμμονη ιδέα του τέλους. («Όλα είναι ματαιότης και ανεμοσκορπίσματα»).
Ο κύριος Γιανναράκος ταξινομεί με μαεστρία το σχεδόν παραληρηματικό λόγο της Marguerite Duras κατορθώνοντας ν’ αναδείξει την κρυμμένη ανατρεπτικότητα των λέξεων που μετατρέπονται σε ζωηρόχρωμες εικόνες. Η παρουσία-απουσία του εραστή, ως προσώπου πολλαπλών αναφορών του έργου και το διαρκές παιχνίδι ρόλων δημιουργούν στο θεατή την αίσθηση αλλά και την ψευδαίσθηση ότι παρακολουθεί μπροστά του, ολάνοιχτους ψυχισμούς.
Οι φωτισμοί του Αντώνη Συμεωνάκη, το κερί που λιώνει και η αντανάκλαση του ειδώλου της ηρωίδας στον καθρέφτη σε συνδυασμό με τη μουσική υπόκρουση του Δημήτρη Μαυρομάτη και την εκφώνηση φράσεων στη γαλλική γλώσσα, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που δίνει στο σύνολο των τεκταινομένων ένα στοιχείο ονειροφαντασίας.
Ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε ο Στέλιος Ρουκουνάκης (ανάκλιντρο, γραφείο, κολλάζ από φωτογραφίες που κρέμονται μισοσκισμένες στους τοίχους) λειτουργεί σαν χώρος εξομολογήσεων, αναμνήσεων και ονείρων αλλά και σαν χωρόχρονος ενός ατέρμονου στροβιλισμού φιγούρων με έντονο στυλιζάρισμα. Ο κύριος Ρουκουνάκης προσαρμόζεται στο πνεύμα της σκηνικής σύνθεσης και επιμελείται και τα κοστούμια με επιλογές που ενισχύουν σε καίρια σημεία το «μήνυμα» του λόγου.
Με εκφραστικές εναλλαγές και κινήσεις ακρίβειας, η Ολύνα Ξενοπούλου ενσαρκώνει την ηρωίδα, που δεν είναι άλλη από την ίδια τη συγγραφέα. Η κυρία Ξενοπούλου χειρίζεται επιδέξια τις στιγμές των εκρήξεων και τον τρόπο με τον οποίο κορυφώνει, σχεδόν αναπάντεχα, τις εντάσεις του ρόλου της.
Από την παραγωγή της παράστασης απουσιάζει έντονα ένα καλαίσθητο και πολυσέλιδο πρόγραμμα με κείμενα γύρω από το έργο της πολυσχιδούς προσωπικότητας της Marguerite Duras, φωτογραφικό υλικό και παραστασιογραφία, την επιμέλεια του οποίου θα μπορούσε ν’ αναλάβει ένας καταρτισμένος θεατρολόγος.

Η ύπαρξη μου
είχε ξεχειλίσει
από ευδαιμονία.
Δεν άντεχα πια
ούτε το γαλάζιο του ουρανού
ούτε το πράσινο των ματιών σου
ούτε τα τραγούδια της θάλασσας
ούτε τους ήχους της φωνής σου
ούτε τις κραυγές της σιωπής
ούτε τα ρίγη της ηδονής.

(απόσπασμα από ποίημα της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου)

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Και μετά τίποτε» («C’est tout»)
Παράσταση εμπνευσμένη από το βιβλίο της Marguerite Duras
Από το «Θέατρο χωρίς σύνορα»
Μετάφραση : Αλέξανδρος Θαλασσινός
Δραματουργική επεξεργασία-Σκηνοθεσία : Γιώργος Γιανναράκος
Κοστούμια-Σκηνικός Χώρος : Στέλιος Ρουκουνάκης
Μουσική : Δημήτρης Μαυρομάτης
Φωτισμοί-Φωτογραφία : Αντώνης Συμεωνάκης
Το μονόλογο ερμηνεύει η Ολύνα Ξενοπούλου

BOOZE COOPERATIVA
Κολοκοτρώνη 57, τηλ. 210 32 40 944
Δευτέρα-Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή 21.30
Μέχρι 15/6

Κυριακή 25 Μαΐου 2008

Οδύνη ανέφικτου έρωτα


Το θάμβος των ανθών λιγόστεψε
Και πάει
Τίποτα δεν έμεινε
Και εγώ οκνός
Έλιωσα τη ζωή μου
Μεσ’ το ψιλόβροχο του κόσμου

Γιούκιο Μισίμα

Η δραματουργία του Ιάπωνα συγγραφέα Γιούκιο Μισίμα (Τόκυο, 1925-1970) ακολουθεί και προεκτείνει τους κώδικες του παραδοσιακού ιαπωνικού θεάτρου (Νο, Καμπούκι) και αντλώντας στοιχεία από την αρχαία ελληνική τραγωδία καταθέτει τη δική της αντίληψη για το τραγικό. Μέσα από τον ποιητικό λόγο του θεάτρου του Μισίμα, ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με τ’ ανεξιχνίαστα μυστήρια της ανθρώπινης ψυχής, την αναπόφευκτη μοναξιά, την πληγή του ερωτικού πάθους, το κυνήγι της ομορφιάς, το αδιέξοδο μπροστά στο αδυσώπητο κενό και τη ματαιότητα μιας ρευστής και αμφιλεγόμενης πραγματικότητας. Θέατρο συμβολικό με πολλαπλές αλληγορίες και αναφορές σε είδη και τεχνικές.
Στην Ελλάδα, οι «Νύχτες χαμένων ερώτων», ανεβαίνουν για πρώτη φορά το 1986 από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης στη Θεσσαλονίκη σε σκηνοθεσία Νίκου Χουρμουζιάδη. Αργότερα, το Μαγικό Θέατρο του Νίκου Χατζηπαππά παρουσίασε τα έργα «Μαρκησία ντε Σαντ» και «Το Δέντρο των τροπικών» στην Πειραματική Σκηνή ενώ, το 1996 τις «Ζωγραφιές από τον έρωτα της άσπρης στάχτης» στο Θέατρο των Καιρών, με τη θεατρική ομάδα «Σμίλη».
Στο θέατρο του Μισίμα, το πάθος διαμορφώνει όλους τους χαρακτήρες σε ασίγαστες δυνάμεις, στραμμένες προς το απόλυτο. Σύμφωνα με το Γιώργο Πεφάνη «φορέας του πάθους είναι το ανθρώπινο σώμα και ορατή μορφή του απόλυτου είναι ο θάνατος. Ο θάνατος γίνεται πρόκληση για το σώμα, όπως ο ήλιος γίνεται πρόκληση για ένα λουλούδι : στην αντίληψη του Μισίμα, η αναλογία αυτή είναι κάτι παραπάνω από εύλογη. Το σώμα φλέγεται από πόθο για ένα άλλο σώμα, για ν’ απαντήσει έτσι στην πρόκληση του απόλυτου».
Στα τρία μονόπρακτα που αποτελούν τις «Νύχτες χαμένων ερώτων», ομορφιά, έρωτας και θάνατος περιπλέκονται σ’ ένα ατέρμονο, σχεδόν μεταφυσικό, παιχνίδι προσδιορισμού και αποσαφήνισης εννοιών που καθιστά δυσδιάκριτα τα όρια φαντασίας-πραγματικότητας. Τα πρόσωπα κινούνται στην αμφισημία της ύπαρξης, στο κενό του θανάτου, τόσο χωρο-χρονικά όσο και λεκτικά. Η κατάσταση του θανάτου, όντας η πραγματική δρώσα δύναμη των κειμένων, κινεί τη λεκτική δράση και τις επιμέρους δραματικές καταστάσεις. Στα μονόπρακτα «Η εκατοστή νύχτα», «Νυχτερινή επίσκεψη» και «Το κορίτσι με τη βεντάλια» πλέκεται μια σειρά αλυσιδωτών διαντιδράσεων μεταξύ δρώντων προσώπων που εκτείνονται από την κατάφαση έως την πλήρη άρνηση του θανάτου του Άλλου.
Τα πρόσωπα, για να ολοκληρωθούν, παρενδύονται με τα ποικίλα προσωπεία που δεν είναι παρά οι διαφορετικές εκφράσεις του ενός, η χωρίς τέλος αναζήτηση της «ατομοποίησης» ως αναγκαίο όλον. Η πεμπτουσία της αναζήτησης της ταυτότητας μέσα από την ετερότητα. Η συνειδητοποίηση της συνύπαρξης του «άλλου» μέσα στο «εγώ» και της αδυναμίας να ορισθεί το «εγώ» έξω από το «έτερον» συνιστά την ουσία της τραγικότητας αυτών των προσώπων.
Στην παράσταση του θιάσου «Καθρέφτης», οι ηθοποιοί επιτυγχάνουν να υποστηρίξουν ευθύβολα τις αμφισημίες των ρόλων, τη διάχυση των προσώπων τόσο κινησιολογικά όσο και σε επίπεδο εκφοράς λόγου. Ο σκηνικός χώρος που επιμελήθηκε η Μαργαρίτα Χατζηϊωάννου προσαρμόζεται στις ανάγκες και των τριών κειμένων. Σταθερά σημεία, οι ασπρόμαυροι τοίχοι από σκισμένο χαρτί, ο υπόνομος μπροστά στη σκηνή και ο μεγάλος θολός καθρέφτης-τζάμι στο βάθος. Τα είδωλα των δραματικών προσώπων στον καθρέφτη καταδηλώνουν τη διπλή σημειακή τους φύση, όντας σημεία σημείων ενώ οι φωτισμοί του Γιώργου Ταρκάση δημιουργούν τις αναγκαίες εστιάσεις δράσης υποφωτίζοντας σε κάποιες στιγμές σκηνές και πρόσωπα.
Με λευκό μακιγιάζ-μάσκα, η Πέπυ Οικονομοπούλου ενσαρκώνει τους ρόλους της Κομάτσι και της κυρίας Ροκούγιο. Η έκφραση του προσώπου της κυρίας Οικονομοπούλου και ο ρυθμός ενός τελετουργικού βηματισμού καταδεικνύουν το αμετάκλητο της επόμενης πράξης και το αμετακίνητο του προσανατολισμού των σκέψεων και των αισθημάτων των ηρωίδων. Αινιγματική και σαγηνευτική η φιγούρα του Γιώργου Σμπυράκη (Ποιητής, Χικάρου, Γιόσιο), δυναμική η παρουσία της πληθωρικής Ελένης Χατζή (Αόι, Γιτσούκο) ενώ ολοκληρωμένες μορφές δημιουργούν η Αγγελική Καρυστινού (κορίτσι, νοσοκόμα, Χανάκο) και ο Γιώργος Παναγιώτου (ονειροπόλος σκηνοθέτης, νέος, αστυφύλακας) με εκφραστικές εναλλαγές και έμφαση στη λεπτομέρεια.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Νύχτες Χαμένων Ερώτων» σκηνική σύνθεση βασισμένη στο έργο του Γιούκιο Μισίμα
Από το θίασο «Καθρέφτης»
Μετάφραση : Έφη Σταμούλη
Σκηνοθεσία : Πέπη Οικονομοπούλου
Σκηνικά-Κοστούμια : Μαργαρίτα Χατζηϊωάννου
Φωτισμοί : Γιώργος Ταρκάσης
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Γιώργος Παναγιώτου, Πέπη Οικονομοπούλου, Γιώργος Σμπυράκης, Αγγελική Καρυστινού και Ελένη Χατζή

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ
Αντιοχείας 1 και Πιπίνου, Κυψέλη, τηλ. 210 88 32 050
Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή 21.30
Έως 31 Μαΐου

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

Για κείνους που ο θάνατος έχει ξεχωρίσει


Είναι ψυχές πλασμένες από μάρμαρο
Κι άλλες από χαμόγελο, είτε πόνο.
Είναι και μια πλασμένη από τριαντάφυλλα
Όμως εκείνη δεν τη φανερώνω!

Πόσο η καρδιά μου θα τρεμε αν την έλεγα!
Βάνω μια κλειδαριά γερή στο στόμα
Τόσοι σοφοί που βρίσκονται τριγύρω μου
Και δεν τη μάντεψε κανείς ακόμα;

Είναι ψυχές πλασμένες από κρύσταλλο
Κι άλλες ψυχές με κλάματα έχουν γίνει
Είναι και μια πλασμένη από ροδόσταμο
Μα δεν θα σας την πω ποτέ μου εκείνη!

Όρκο έβαλα να μην την πω, ως τον τάφο μου
Μα πάλι…ποιος ξέρει…καμμιάν ώρα
Κάτι μου καίει τα χείλη μου! καλύτερα
Να κλείσω το τραγούδι μου από τώρα…

Ναπολέων Λαπαθιώτης («Μυστικό»)

Με αφορμή την πολυτάραχη ζωή αλλά κυρίως το θεμελιώδες έργο τεσσάρων ποιητών, η Μαίη Σεβαστοπούλου έστησε μια μουσικοθεατρική παράσταση που συγκινεί με την ειλικρίνεια των προθέσεων της. Η δράση εστιάζει στις συναντήσεις του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη με τον Κωνσταντίνο Καβάφη στην Αλεξάνδρεια του 1917 και της Μαρίας Πολυδούρη με τον Κώστα Καρυωτάκη στη Νομαρχία Αττικής στην Αθήνα του 1922. Στιγμές από το βίο τους αναμειγνύονται με σκέψεις, συναισθήματα και στίχους διαμορφώνοντας μια μαγευτική ατμόσφαιρα.
Αυθεντικά αποσπάσματα έργων των δημιουργών επιλέγονται και συναρμολογούνται ευθύβολα συγκροτώντας ένα κωδικοποιημένο μικρόκοσμο που συνοψίζει ευρηματικά το αφηγηματικό πρόγραμμα των ηρώων και οδηγεί σε κατάλληλες στιγμές στην κορύφωση, αποφεύγοντας έντεχνα άσκοπη φλυαρία. Με ελαφρές παρεμβάσεις, διαμορφώνονται διαλογικά μέρη που εναλλάσσονται με τραγούδια χαράζοντας τη γραμμική αφήγηση ενιαίας ιστορίας. Τα στάδια της διήγησης διαδέχονται αβίαστα το ένα το άλλο με τη βοήθεια ισχυρών συνδετικών κρίκων που αποτρέπουν τη δημιουργία χασμάτων ή την καταφυγή σε αυθαίρετες μεταβάσεις. Το πλαίσιο συλλήψεως του μικρόκοσμου της Μαίης Σεβαστοπούλου παίρνει σάρκα και οστά ως νοηματικός χώρος που αφορά απόλυτα το σύγχρονο θεατή. Σε αυτό, συντελεί πρωτίστως η σκηνοθεσία, αξιοποιώντας στο έπακρο τον βαθύ σημασιολογικό λόγο των ποιητών, ο οποίος απλώνεται στον χώρο αναζητώντας συνομιλητές για να επιτύχει εντέλει τη δημιουργία του ετέρου και την ισχυροποίηση μιας διαλεκτικής σχέσεως μεταξύ της συγγραφέως και του κοινού.

Χώρος και ερμηνείες
Χαμηλά φώτα, παλιά έπιπλα, ξύλινα αντικείμενα, ζωντανή μουσική, άρωμα από Παρίσι. Οι ηθοποιοί κατεβαίνοντας από μια σκάλα, κινούνται ανάμεσα και γύρω από τους θεατές στο μπαρ της μουσικής σκηνής «Cabaret Voltaire», κατάλληλος χώρος για την παρουσίαση ενός τέτοιου εγχειρήματος. Σε απόσταση αναπνοής εκφωνείται ένας λόγος δυναμικός, ζωντανός, άμεσος. Σε καθιστά «συνένοχο»…
Ο Γιώργος Γιανναράκος κατορθώνει να προσαρμόσει υποδειγματικά τον υποκριτικό του κώδικα σε τρία διαφορετικά προσωπεία και ν’ αναδείξει μέσα από λεπτούς εκφραστικούς χειρισμούς τα χαρακτηριστικά του κάθε ποιητή. Ο ηθοποιός αφομοιώνει στην ερμηνεία του εξωτερικά χαρακτηριστικά των προσώπων με την ιδιαίτερη ατομικότητα καθενός από τους τρεις άστατους ψυχικούς κόσμους. Ο Καβάφης του κυρίου Γιανναράκου «χτίζεται» λεπτομερώς από το ιδιαίτερο βάδισμα και το στοχαστικό βλέμμα (συνοφρύωμα, ενατένιση) μέχρι την υποβόσκουσα μελαγχολία, την απόκρυψη, την πλαστότητα, το διδακτισμό, την αγάπη για την ελληνιστική-βυζαντινή περίοδο, την ιδιόρρυθμη σχέση με τη μητέρα του και τη μυσταγωγική διάσταση του ερωτισμού της άφθαρτης ποίησης του. Ως Λαπαθιώτης, ο Γιώργος Γιανναράκος αποφεύγει την εκζήτηση και πλάθει την ιδιόρρυθμη περσόνα υπογραμμίζοντας το ναρκισσισμό, την εστέτ εμφάνιση, το λεπτό σαρκασμό, την ειρωνεία, τον κυνισμό, την αναζήτηση της ηδονής και την ιδανική ομορφιά μέσα από «τεχνητούς» παραδείσους. Στην τρίτη του μεταμόρφωση, αποτυπώνει με ευκρίνεια τον ακραίο πεσιμισμό, την ανελέητη σάτιρα και την αυτοκαταστροφική τάση του Καρυωτάκη.
Η Μαίη Σεβαστοπούλου, με τα υλικά μιας γνήσιας κομεντιέν, ενσαρκώνει με ειλικρίνεια και ευαισθησία τη μητέρα του Καβάφη. Η Αγγελική Δέλλα, στο ρόλο της Πολυδούρη, δίνει έμφαση στην αβρότητα της γυναικείας φύσης, στη συγκρατημένη ευαισθησία της ηρωίδας και στην καταλυτική της εξάρτηση από τον Καρυωτάκη. Μαζί με τη Σωτηρία Κολόζου κινούνται με ζωηρές εκφραστικές εναλλαγές και σκηνική κομψότητα.
Τα κοστούμια της παράστασης είναι σχεδιασμένα από την Έλενα Αυγερινού με γούστο και καλαισθησία που αναδεικνύουν τα πρόσωπα, σε αντίθεση με τους φωτισμούς, οι οποίοι παρακολουθούν άτονα και σχεδόν αδιάφορα τη δράση.
Οι μουσικές συνθέσεις της Σωτηρίας Κολόζου φωτίζουν αθέατες όψεις ενός ανεξάντλητου ποιητικού σύμπαντος προκαλώντας ποικίλα συναισθήματα και ενεργοποιώντας νέους δρόμους ανάγνωσης των γνωστών κειμένων.
Από την οργάνωση της παραγωγής της παράστασης λείπει αισθητά ένα πολυσέλιδο πρόγραμμα που θα περιλάμβανε εκτενή επιλεγμένα κείμενα γύρω από το έργο των μεγάλων ποιητών.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Μόλις θυμούμαι πια τους ποιητές», μουσικοθεατρική παράσταση
Από τη θεατρική ομάδα «Θεώρηση»
Συγγραφή – συρραφή κειμένων – σκηνοθεσία : Μαίη Σεβαστοπούλου
Μελοποίηση ποιημάτων και μουσική σύνθεση : Σωτηρία Κολόζου
Κοστούμια : Έλενα Αυγερινού
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Γιώργος Γιανναράκος, Αγγελική Δέλλα, Σωτηρία Κολόζου και Μαίη Σεβαστοπούλου

CABARET VOLTAIRE
Μαραθώνος 30, Κεραμεικός, τηλ. 210 52 27 046
Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή 21.00
Έως 25 Μαΐου

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

Η πληγή, μέσα μου


«Ένα deal είναι μια εμπορική συναλλαγή που έχει να κάνει με αξίες απαγορευμένες ή αυστηρώς ελεγχόμενες, και που συνάπτεται, σε χώρους ουδέτερους, απροσδιόριστους, και μη προβλεπόμενους γι’ αυτή τη χρήση, ανάμεσα σε προμηθευτές και επαιτούντες, με σιωπηλή συνεννόηση, συμβατικά νοήματα ή διφορούμενη συνομιλία – με τον σκοπό να παρακαμφθούν οι κίνδυνοι προδοσίας και αισχροκέρδειας τους οποίους συνεπάγεται παρόμοια επιχείρηση –, σ’ οποιαδήποτε ώρα της μέρας και της νύχτας, ανεξάρτητα απ’ τις κανονισμένες ώρες που οι εγκεκριμένοι εμπορικοί χώροι ανοίγουν, μάλλον δε στις ώρες που αυτοί κλείνουν».
Bernard-Marie Koltès, «Στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι»
(Μετάφραση : Δημήτρης Δημητριάδης)

Τα τελευταία χρόνια, η θεατρική ομάδα «ΝΑΜΑ», που ιδρύθηκε από τη σκηνοθέτη Ελένη Σκότη και τον αρχιτέκτονα – σκηνογράφο Γιώργο Χατζηνικολάου, έχει κατορθώσει να εκπληρώσει σε ικανοποιητικό βαθμό αρκετούς από τους υψηλούς στόχους που έθεσε από την πρώτη στιγμή της σύστασης της και να διαμορφώσει το δικό της κοινό. Σήμερα, εξακολουθεί με συνέπεια να παρουσιάζει ένα ανανεωμένο, σύγχρονο και κοινωνικό θέατρο, που με αμεσότητα στο λόγο, στην έκφραση και στη θεματολογία, όχι μόνο προβληματίζει αλλά ανοίγει γόνιμο διάλογο με τους θεατές και κυρίως με τους νέους ανθρώπους. Οι παραγωγές της έχουν παγιώσει ένα σαφές παραστασιακό ύφος – αναγνωρίσιμο πλέον – και οι υποκριτικές της προτάσεις διαρκώς εξελίσσονται και επαναπροσδιορίζονται μέσα από δημιουργικούς πειραματισμούς, προϊόν αδιάκοπης έρευνας.
Στο φουαγιέ του θεάτρου επί Κολωνώ, παρουσιάζεται η performance «Ωκεανός πολύ μπλε», εμπνευσμένη από το θεατρικό έργο του John Patrick Shanley, «Danny and the deep blue sea», σε μετάφραση Άντονυ Μπερκ και σκηνοθεσία Ελένης Σκότη.

Ο συγγραφέας και το έργο του
Γεννημένος το 1950 στο Bronx, ο John Patrick Shanley γράφει θεατρικά έργα αλλά και σενάρια για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο και έχει τιμηθεί μέχρι σήμερα με σημαντικά βραβεία για το έργο του. Ανάμεσα στα πολυάριθμα θεατρικά κείμενα ενδεικτικά αναφέρουμε : «Welcome to the moon» (1982), «The Dreamer examines his pillow» (1985), «All for charity» (1987), «Missing Marisa» (1995), «Four Dogs and a bone» (1993), «Where’s my money?» (2001) και «Sailor’s song» (2004). Το «Danny and the deep blue sea» (1983) είχε παρουσιαστεί στην Ελλάδα το 2001 στο θέατρο του Νέου Κόσμου (Κάτω Χώρος), με τον τίτλο «Ο Ντάνυ και η βαθειά γαλάζια θάλασσα» σε σκηνοθεσία Βασίλη Βαφέα και πρωταγωνιστές την Εύα Βλαχάκη και το Νίκο Ορφανό.

Bar theater performance
Με αφορμή αυτό το θεατρικό κείμενο στήθηκε μια σαραντάλεπτη παράσταση για δυο ηθοποιούς που εστιάζει δυναμικά σε καίρια σημεία. Αργά το βράδυ σ’ ένα μπαρ, λίγο πριν κατέβουν τα ρολά, ένας δυνατός διάλογος μεταξύ δυο άγνωστων ανδρών οδηγεί σε αναπόφευκτη σύγκρουση φέρνοντας στην επιφάνεια οδυνηρές μνήμες, απωθημένες σκέψεις και ανεκπλήρωτα όνειρα. Στην underground σκοτεινιά του υποφωτισμένου χώρου, ανάμεσα στους καπνούς των τσιγάρων και στη δυσοσμία του αλκοόλ, ο Ρόμπερτ και ο Ντάνι έρχονται αντιμέτωποι σ’ έναν αδυσώπητο αγώνα αλληλοεξόντωσης. Οι αντίθετοι κώδικες σκέψης, νοοτροπίας και ηθικής αλλά και οι διαφορετικές τους ανάγκες δυσχεραίνουν την επικοινωνία τους και την αποδοχή του ενός από τον άλλο.
Η διασκευή αφήνει μια αίσθηση ανολοκλήρωτου, σκέψεις και συναισθήματα μετέωρα. Η σκηνοθεσία κίνησε τους ηθοποιούς φυσικά στο χώρο καθιστώντας απόλυτα οικεία πρόσωπα και καταστάσεις. Σε απόσταση ανάσας από τους θεατές (θαμώνες του μπαρ), οι δύο χαρακτήρες επιδίδονται σ’ ένα φιλοσοφικό, ονειρικό και μεταφυσικό λεκτικό παιχνίδι που οδηγεί στο συγκινητικό φινάλε απαλύνοντας με αυτό τον τρόπο την βίαιη κατάληξη του πρώτου μέρους. Στις τελευταίες δε εικόνες εκφωνείται ένας άκρως ευχάριστα παραληρηματικός σκηνικός λόγος.
Καταλυτικής σημασίας ο σχεδιασμός των φωτισμών. Οι φωτισμοί του Βασίλη Κλωτσοτήρα υπογραμμίζουν τη σημείωση του χώρου, επισημαίνουν τις χρονικές εναλλαγές ενώ, παράλληλα, αποτυπώνουν εξελικτικά και με σαφήνεια τις συναισθηματικές αντιδράσεις των προσώπων. Ο κύριος Κλωτσοτήρας κατευθύνει ευθύβολα το φως αποκαλύπτοντας σταδιακά την αθέατη όψη των λόγων και των νοημάτων.
Ο Γιάννης Λεάκος, στο ρόλο του βίαιου και εκρηκτικού Ντάνυ, που προβάλλει ως ασπίδα προστασίας την εικόνα του σκληρού και αλύγιστου αρσενικού, αποδίδει με ακρίβεια τις αντιφατικές πτυχές του χαρακτήρα, χωρίς να τον σχηματοποιεί, αφήνοντας με λεπτούς εκφραστικούς χειρισμούς ν’ αποκαλυφθεί αθέατα η ευαισθησία ενός θρυμματισμένου ψυχικού κόσμου. Ο κύριος Λεάκος δίνει έμφαση μέσα από την ερμηνεία του στην καταπίεση και στη συναισθηματική φίμωση που υπέστη ο ήρωας προκειμένου να μην εξωτερικεύει τις πραγματικές του επιθυμίες και να μην εκφράζεται μέσα από την αλήθεια της φύσης του.
Ο Μάνος Κανναβός ερμηνεύει το Ρόμπερτ και προβάλλει με έμφαση τα χαρακτηριστικά του ήρωα που έρχονται σε αντίθεση με αυτά του Ντάνυ. Ο κύριος Κανναβός με ζωηρές εκφραστικές εναλλαγές σκιαγραφεί με ακρίβεια τις αντιδράσεις του εν λόγω προσώπου. Οι δύο ηθοποιοί κατορθώνουν να συνθέσουν ένα σκηνικό υπόβαθρο ολικής προσλήψεως των δύο χαρακτήρων, ως φορέων όλων των δορυφόρων της εν γένει πλοκής.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ωκεανός πολύ μπλέ»
Performance βασισμένη στο «Danny and the deep blue sea» του John Patrick Shanley (μετάφραση : Άντονυ Μπερκ)
Από τη θεατρική ομάδα «ΝΑΜΑ»
Δραματουργική επεξεργασία-διασκευή-σκηνοθεσία : Ελένη Σκότη
Επιμέλεια σκηνικού χώρου : Γιώργος Χατζηνικολάου, Δάφνη Λαρούνη
Φωτισμοί : Βασίλης Κλωτσοτήρας
Επιμέλεια κοστουμιών : Μάνος Κανναβός
Βοηθός σκηνοθέτη : Δάφνη Λαρούνη
Τους ρόλους ερμηνεύουν οι ηθοποιοί : Γιάννης Λεάκος και Μάνος Κανναβός

ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ
Ναυπλίου 12 και Λένορμαν, Κολωνός, τηλ. 210 51 38 067
Τρίτη-Τέταρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 23.30, Κυριακή 22.00
Μέχρι 31 Μαΐου

Τρίτη 6 Μαΐου 2008

Θανάσιμη πλήξη


Η δραματουργία του Νορβηγού Henrik Ibsen (1828-1906) δεν περιορίζεται στην ανάλυση των κοινωνικών προβλημάτων με τις αντικομφορμιστικές επιθέσεις στα θεμέλια της αστικής οικογένειας αλλά προσανατολίζεται κυρίως στην αμείλικτη βολιδοσκόπηση της ανθρώπινης συνείδησης στις στιγμές της διαμάχης της για την καθιέρωση της προσωπικής αυθεντικής φύσης της που έρχεται ενάντια στους κανόνες της κοινής ζωής.
Με τα έργα της ωριμότητάς του, ο συγγραφέας απομακρύνθηκε από την εικόνα του ηθικολόγου και του αναμορφωτή των ηθών και εισήγαγε συμβολικά στοιχεία στο περιεχόμενο των ρεαλιστικών του δραμάτων που λειτούργησαν ως ακριβείς αντανακλάσεις της ψυχολογίας των ηρώων, των πράξεων και των αντικειμένων της προσωπικής τους ιδιοκτησίας. Η πολυπλοκότητα της γραφής του δεν περιορίζεται σε μια μονόπλευρη ερμηνεία, αλλά περιέχει, στα πλαίσια μιας ενιαίας δομικής συνοχής, μια πολυφωνία εκφραστικών μηχανισμών συχνά διφορούμενων, δικαιολογώντας διαφορετικές μεταξύ τους αναγνώσεις. Τα τελευταία θεατρικά του, από δομικής πλευράς, καταγράφουν μια διαφοροποίηση στη γραφή που εμπλουτίζεται με επιπλέον εννοιολογικά επίπεδα, συμβολική ηχώ και αυτοβιογραφικές επικλήσεις.

Άλυτος γρίφος;
Η «Έντα Γκάμπλερ» (1890) έχει χαρακτηριστεί σαν ένας από τους πιο περίπλοκους και αινιγματικούς χαρακτήρες του αστικού δραματολογίου. Η μποβαρική αντι-ηρωίδα δεν καταγράφεται στις απλές περιπτώσεις αυτοκαταστροφικού εγωισμού και γυναικείας αυταρέσκειας. Αν η αυτοκτονική έξοδος της «δεινώς ανιώσας» ηρωίδας δεν ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τους όρους της τραγικής ύπαρξης, δεν θα αφορούσε το σημερινό θεατή.
Από τις πρόχειρες αρχικές σημειώσεις του συγγραφέα υποθέτουμε την πρόθεση του να γράψει μια τραγωδία για τη ματαιότητα της ζωής που δεν έχει προορισμό και συγκεκριμένα της άσκοπης ζωής, η οποία επιβαλλόταν στις γυναίκες της εποχής τόσο από την ανατροφή τους όσο και από τις κοινωνικές συμβάσεις που περιόριζαν τις δραστηριότητες τους. Αδράνεια, αποκλεισμός, μοναξιά.
Παντρεμένη συμβατικά με τον καθηγητή Τέσμαν, πληγωμένη και απογοητευμένη από τον ιδανικό της έρωτα για το Λέβμποργκ και παγιδευμένη από τον ακόλαστο εκβιαστή Μπράκ, η Έντα αυτοκτονεί με το πιστόλι του πατέρα της, του στρατηγού Γκάμπλερ, του οποίου η ανάμνηση στοίχειωνε τη ζωή της. Η Έντα ασφυκτιά στο καταπιεστικό περιβάλλον που ζει και επιδιώκει με κάθε μέσο να επηρεάσει και να κατευθύνει έστω για μια φορά στη ζωή της τη μοίρα ενός ανθρώπου. Απορρίπτοντας τους παραδοσιακούς ρόλους της συζύγου και της μητέρας, καταδικάζεται να ζει με υποκατάστατα, γεμάτη από τη στέρηση και το αίσθημα κενότητας που η ίδια ονομάζει θανάσιμη πλήξη. Καταστρέφει εκδικητικά το «πνευματικό παιδί» του εραστή της και επιλέγει έναν «όμορφο θάνατο» για την ίδια.
Σύμφωνα με τον Αιμίλιο Χουρμούζιο πρόκειται για την «τραγωδία της ερημιάς μιας ψυχής που ξεκινάει για έναν ανήφορο ονείρου και αντικρίζει, περί το τέρμα, το θλιβερό πρόσωπο της ζωής. Δεν απομένει παρά το τραγικό δίλημμα : Προσαρμογή, ή άρνησή της. (…) Το τέλος της Έντας Γκάμπλερ δεν είναι ένα ηθικό συμπέρασμα ούτε μια κάθαρση. Είναι η ποιητική αυτοκτονία του ονείρου».


Μια κλασική παράσταση
Το ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ Αγρινίου ανεβάζει τον πήχη φέρνοντας το κοινό του σε μια πρώτη επαφή και γνωριμία με έργα υψηλού ρεπερτορίου. Καθαρή και έντιμη ως προς τις προθέσεις της η σκηνοθετική προσέγγιση του Βασίλη Νικολαΐδη. Εστίαση στην αφήγηση της πλοκής και ανάδειξη της γραμμικής πορείας των προσώπων. Ο θεατής, μέσα από την εξαιρετική μετάφραση (Μίνως Βολανάκης), παρακολουθεί και κατανοεί πλήρως το μικρόκοσμο του Ίψεν σε μια παράσταση που δε ξενίζει με νεωτερισμούς και διασκευές που θα αλλοίωναν, ενδεχομένως, τις νοηματικές δομές του κειμένου.
Η απέχθεια της Έντας για τη σωματική επαφή και τη σεξουαλική πράξη αποτελεί ένα καταλυτικό στοιχείο της παράστασης. Μέσα από τη σκηνοθεσία υπογραμμίζεται έντονα ότι η ηρωίδα δεν είναι ερωτικό πλάσμα, αλλά συναισθηματικά ανάπηρη ύπαρξη. Αυτό το γοητευτικά παράδοξο θεατρικό πρόσωπο ενσαρκώνει η Λουκία Πιστιόλα αποδίδοντας με κινήσεις ακρίβειας στοιχεία του σκοτεινού χαρακτήρα. Η κυρία Πιστιόλα υπογραμμίζει με τα εκφραστικά της μέσα το ναρκισσισμό, την ψυχρή και απόμακρη συμπεριφορά, το κυνικό χιούμορ αλλά και τις φοβικές ανασφάλειες της Έντας. Ο σύνθετος χαρακτήρας που πλάθει η ηθοποιός κινδυνεύει να υπονομευθεί σε κάποιες στιγμές άστοχης ηδυπάθειας.
Ως Γέργκεν Τέσμαν, ο Βασίλης Ευταξόπουλος δημιουργεί μια ολοκληρωμένη εικόνα του ήρωα και κατορθώνει ν’ αποδώσει το ρόλο του με ελεγχόμενη λιτότητα χωρίς να τον σχηματοποιεί. Στον απαιτητικό ρόλο του Έϊλερτ Λέβμποργκ, ο Ζαχαρίας Ρόχας αποτυπώνει στην ερμηνεία του αρκετές από τις πτυχές της πληθωρικής προσωπικότητας του διανοούμενου (επιρρεπή στις ηδονικές απολαύσεις) δίνοντας έμφαση στο πάθος και στην τάση για ένα μποέμικο τρόπο ζωής. Με μια παγερή όψη και ταχεία εκφορά λόγου ο Γιάννης Κρανάς υποδύεται το δικαστή Μπράκ σα μια αινιγματική φιγούρα. Η Αλέκα Τουμαζάτου υποστηρίζει το ρόλο της γεροντοκόρης Γιούλια Τέσμαν με γλυκύτητα και σε ήπιους τόνους.
Η Πένη Παπουτσή σκιαγραφεί ευθύβολα το «αντίπαλο δέος» της Έντας, τη Τέσα Έλβστεντ, αποκαλύπτοντας με ζωηρές εκφραστικές εναλλαγές και ψυχολογικές μεταπτώσεις την πορεία δράσης του εν λόγω προσώπου.
Η σκηνοθεσία ευνοεί ακόμα και τον πιο περιορισμένο σε ποσότητα λόγου ρόλο. Έτσι, μέσω ενός αυτοσχεδιασμού που λειτουργεί ως εύστοχο ταξικό σχόλιο αλλά και συνδετική σκηνή αλλαγής πράξης, η Λένα Ντζούρβα (υπηρέτρια Μπέρτα) πλάθει μια έξοχη κωμική φιγούρα
Φροντισμένος στη λεπτομέρεια ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε ο Γιάννης Μετζικώφ, ένα σαλόνι ενός εύπορου σπιτιού με το λευκό χρώμα να επικρατεί στα έπιπλα και το πορτρέτο με το επιβλητικό βλέμμα του στρατηγού σε σημαίνουσα θέση. Τα σκηνικά και τα κοστούμια ακολουθούν την εποχή και την κοινωνική θέση των προσώπων. Οι μουσικοί ήχοι του Βάγκνερ (συνθέτη που κατεξοχήν ύμνησε την ιδεαλιστική τελειότητα), του Σκριάμπιν (ερεβώδους Ρώσου συνθέτη), αλλά και του Αντχάιλ (Άγγλου μουσουργού του μεσοπολέμου) συνάδουν με την ψυχοσύνθεση της πρωταγωνίστριας που, στο φινάλε, σπάει προκλητικά την πένθιμη ατμόσφαιρα παίζοντας στο πιάνο την «Ραμόνα»! Οι μουσικές επιλογές, ο ρυθμός σταδιακής κορύφωσης και οι φωτισμοί του Γιάννη Δρακουλαράκου καλλιεργούν επιδέξια το σασπένς και προϊδεάζουν για το μοιραίο στιγμιότυπο του πυροβολισμού.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Έντα Γκάμπλερ» του Henrik Ibsen
Από το ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ. Αγρινίου
Μετάφραση : Μίνως Βολανάκης
Σκηνοθεσία-Μουσική επιμέλεια : Βασίλης Νικολαΐδης
Σκηνικά –Κοστούμια : Γιάννης Μετζικώφ
Φωτισμοί : Γιάννης Δρακουλαράκος
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Αλέκα Τουμαζάτου, Λένα Ντζούρβα, Βασίλης Ευταξόπουλος, Λουκία Πιστιόλα, Πένη Παπουτσή, Γιάννης Κρανάς και Ζαχαρίας Ρόχας

ΘΕΑΤΡΟ ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ
Ακαδημίας 3, τηλ. 210 36 36 144
Από 2 έως 10 Μαΐου στις 21.00

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Η ανιδιοτέλεια της γενναιότητας


Και τώρα είσαι όλη δική μου, Αθανασία!
Μυριάδες ήλιοι η λάμψη σου ποτίζει
το πανί που μου ’κλεισε τα μάτια.
Φτερούγες φύτρωσαν στους ώμους μου,
και στους ακύμαντους αιθέρες
πλέει η ψυχή μου.
Και σαν καράβι,
που ένας άνεμος το παίρνει στ’ ανοιχτά,
κι εκείνο βλέπει να βουλιάζει,
πέρα μακριά,
το βουερό λιμάνι
έτσι κι εμένα, αργοβυθίζεται
στο φως που σκοτεινιάζει,
όλη μου η ζωή:
Τη μια στιγμή, καταλαβαίνω
σχήματα και χρώματα.
Την άλλη, κάτω από τα πόδια μου,
είν’ όλα σύννεφα και καταχνιά.

(απόσπασμα από το έργο)

Το αριστουργηματικό και υψηλών απαιτήσεων πατριωτικό δράμα του Heinrich von Kleist, «Ο Πρίγκιπας του Χόμπουργκ», παρουσιάζεται σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη και σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή στο Θέατρο Rex-Σκηνή Κοτοπούλη. Μια προσεγμένη και φιλόδοξη παράσταση κλασικού ύφους, με πολύ εντυπωσιακή και ιδιαίτερα ατμοσφαιρική όψη, φροντισμένη στη λεπτομέρεια. Ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα δημιουργεί την εντύπωση ότι η σκηνοθετική προσέγγιση δεν κατόρθωσε ν’ αναδείξει απόλυτα τη διαχρονική αξία του έργου, να ενεργοποιήσει τα «νεκρά» σημεία και ν’ ανοίξει δημιουργικό διάλογο με το σημερινό θεατή μέσα από σαφείς υπαινικτικές αναφορές που θα τον καθιστούσαν «συνένοχο».

Ο συγγραφέας και το έργο του
Ο Γερμανός δραματουργός, γόνος πρωσικής στρατιωτικής οικογένειας Heinrich von Kleist (1777-1811) προσαρτήθηκε στα ιδανικά του ρομαντικού θεάτρου με κύρια πηγή έμπνευσης την κλασική τραγωδία και το Shakespeare. Ύστερα από την ολοκλήρωση της σκοτεινής τραγωδίας «Η οικογένεια Σκροφενστάιν» (1804), η υπαρξιακή μοναξιά, η πιστοποίηση των αξιών του υποσυνείδητου και η αμφισβήτηση για την ύπαρξη της αντικειμενικής πραγματικότητας όρισαν στον Kleist την ένταξη των ιστοριών του στον κόσμο των οπτασιών και των ονείρων. Τα θέματα της διπλής προσωπικότητας και της απάτης αποδείχθηκαν άριστα διαρθρωμένα στις δύο εκκεντρικές κωμωδίες του, «Αμφιτρύων» (1807) και «Η Σπασμένη στάμνα» (1808). Στην τραγωδία «Πενθεσίλεια» (1813) και το ιπποτικό δράμα «Η Κατερίνα του Χάιλμπρον» (1810), ο συγγραφέας εστιάζει στις πιο παράλογες και μεταφυσικές εκφάνσεις της αγάπης δίνοντας την κατεύθυνση στη σκηνική δράση.
Στο τελευταίο έργο του, «Ο Πρίγκιπας του Χόμπουργκ» που γράφτηκε το 1810 αλλά ανέβηκε εξ αιτίας της λογοκρισίας το 1821, καταθέτει τις ιδέες του, που ευνοούν τη συμφιλίωση των αντιθέτων και τη δυνατότητα δημιουργίας αρμονικού κλίματος ανάμεσα στους ανθρώπους. Η σύγκρουση γραπτών και άγραφων νόμων παραπέμπει στη σοφόκλεια «Αντιγόνη» ενώ το ιστορικό πλαίσιο του έργου μοιάζει αφορμή για τη δημιουργία συγκρουσιακού συμβάντος που θα φέρει στην επιφάνεια μεγάλες ιδέες. Μέσα από τη μυθοπλασία εκφράζεται ο ουτοπικός πόθος για ηγεμόνες που διοικούν χωρίς αλαζονεία, αυταρχισμό, ιδιοτέλεια και υστεροβουλία αλλά με ανθρωπισμό, δικαιοσύνη και εκτίμηση των ηρωικών ανδραγαθημάτων των πολεμιστών. Με αφορμή ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός, την μάχη του Φέρμπελιν το 1675, ο Kleist γράφει ένα βαθιά ανθρώπινο κείμενο που κινείται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, τη λογική και το συναίσθημα. Ο πρίγκιπας του Χόμπουργκ, με το ελεύθερο πνεύμα και την αντισυμβατική συμπεριφορά του, αισθάνεται ν’ ασφυκτιά μέσα στη στολή του αξιωματικού. Παραβιάζει την εντολή του ηγεμόνα του και, παρά το θρίαμβό του στη μάχη, αντιμετωπίζει τη θανατική καταδίκη.
Το έργο ανέβηκε στο Βερολίνο με το Josef Kainz στον επώνυμο ρόλο. Το 1951, με πρωταγωνιστή το Gérard Philippe και σε σκηνοθεσία του Jean Vilar αποδείχθηκε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Φεστιβάλ της Αβινιόν ενώ σημαντικές παραστάσεις μεταξύ άλλων θεωρούνται αυτές του 1976 στη Νέα Υόρκη και του 1982 στο Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου. Στην Ελλάδα, έχει παρουσιαστεί το 1938 από την Κεντρική Σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη και μετάφραση Κλέανδρου Καρθαίου με τον Αλέξη Μινωτή στο ρόλο του πρίγκιπα και μια πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών στα υπόλοιπα πρόσωπα.

Η παράσταση
Ο σκηνικός χώρος (που επιμελήθηκε ο Γιώργος Πάτσας) εντυπωσιάζει από την πρώτη στιγμή της παράστασης με νιφάδες χιονιού να πέφτουν ασταμάτητα στο δάπεδο ενώ σε συνδυασμό με τα μουσικά κομμάτια που ακούγονται διαμορφώνεται μια ιδιάζουσα ατμόσφαιρα. Ένας στενός διάδρομος, απλωμένος στο διάζωμα των θεατών και στηριγμένος στα καθίσματα, χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τον πρίγκιπα προκειμένου να υπογραμμιστεί η σκηνική του υπόσταση κατά τις εισόδους και εξόδους του.
Εντοπίζεται μια δυσκολία στη χωροταξική τοποθέτηση και κίνηση των ηθοποιών στην επιβλητικά μεγάλη σκηνή του θεάτρου. Αμήχανη σκηνική καθοδήγηση. Υποκριτική ασυμμετρία και κάποιες στιγμές αβεβαιότητας. Ακανόνιστη, χασματική συρραφή των μικροεπεισοδίων με αποτέλεσμα ο θεατής να δυσκολεύεται να συμβαδίσει με το δραματικό μύθο. Ετερόκλητη τακτική κατά τη διδασκαλία με συνέπεια την ελλιπή ενδοσκόπηση των προσώπων και τη μετριοπαθή χάραξη της πορείας τους. Ο Λευτέρης Βογιατζής δούλεψε με βάση αυτό που του έδινε ο αναγνωστικός συνειρμός, η μια εικόνα-θέμα τον οδηγούσε στην άλλη, ερήμην του έργου ως ολοκληρώματος.
Ο Νίκος Κουρής, ως πρίγκιπας, δε φαίνεται να γνωρίζει επαρκώς το αφηγηματικό πρόγραμμα του ήρωα που υποδύεται. Έτσι, αντί να τον διευρύνει ως θα όφειλε, τον συρρικνώνει. Και ενώ οι διαφορές στην υποκριτική είναι κατά το πλείστον εμφανείς, στην περίπτωση του εκλέκτορος του Βρανδεμβούργου, που υποδύεται ο Δημήτρης Λιγνάδης, η παράσταση χάνει οριστικά το στοίχημα. Ο κύριος Λιγνάδης κάνει περιπάτους στη σκηνή χωρίς στόχο, χωρίς εμφάσεις, χωρίς μεταπτώσεις, εντελώς απροσδιόριστος. Ο Όμηρος Πουλάκης (Ίλαρχος φον Μαίρνερ) δεν καταφέρνει ν’ αναπαραστήσει με σαφήνεια και υποκριτική οντότητα το ήθος του ήρωα που κλίθηκε να υποδυθεί, ούτε να διοχετεύσει επαρκώς την απαιτούμενη ενέργεια στην αντίστοιχη αγγελική ρήση. Διεκπεραιωτικές και μονοδιάστατες ερμηνείες. Η Λυδία Φωτοπούλου (Αρχόντισσα, σύζυγος του Εκλέκτορος) και η Έμιλυ Κόλιανδρη (Ναταλία, πριγκίπισσα της Οράγγης) δεν είχαν περιθώρια να ξεδιπλώσουν τις πτυχές των χαρακτήρων που υποδύονται.
Οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου ωραιοποιούσαν τις στιγμές χωρίς να τις συνδέουν σαφώς με τη σημείωση του χώρου. Το περιστροφικό δάπεδο ευνόησε μόνο την ανυπαρξία σαφούς θέσης και συνοχής στη διδασκαλία. Το θεαματικό σκηνικό, επαναληπτικό και γνωστό από απειράριθμες παραστάσεις στην Ευρώπη. Ξεχωρίζουν τα κοστούμια με καίριες αναφορές μέσα από την επιλογή των χρωμάτων και τον προσεγμένο σχεδιασμό τους.
Παρά τις ενστάσεις που διατυπώθηκαν, στο σύνολό της, πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάγνωση, η οποία προκαλεί ετερόκλητες αντιδράσεις και εντυπώσεις.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο Πρίγκιπας του Χόμπουργκ» του Heinrich von Kleist
Από το Εθνικό Θέατρο
Μετάφραση : Τζένη Μαστοράκη
Σκηνοθεσία : Λευτέρης Βογιατζής
Σκηνικά-Κοστούμια : Γιώργος Πάτσας
Φωτισμοί : Λευτέρης Παυλόπουλος
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Νίκος Αρβανίτης, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Στεφανία Γουλιώτη, Θανάσης Δόβρης, Δημήτρης Καρτόκης, Θόδωρος Κατσαφάδος, Παναγιώτης Κλίνης, Έμιλυ Κόλιανδρη, Γιάννης Κότσυφας, Νίκος Κουρής, Δημήτρης Λιγνάδης, Στράτος Μενούτης, Δημήτρης Ντάσκας, Νικόλας Παπαγιάννης, Όμηρος Πουλάκης, Γιάννης Τσορτέκης, Λυδία Φωτοπούλου, Μενέλαος Χαζαράκης και Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος

ΘΕΑΤΡΟ REX-ΣΚΗΝΗ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ
Πανεπιστημίου 48, τηλ. 210 33 05 074
Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.00, Κυριακή 19.00