Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

Δίψα για ζωή


Η ρομαντική κωμωδία «Ο Βροχοποιός» («The Rainmaker») του παραγωγού, συγγραφέα, στιχουργού και σκηνοθέτη Nathaniel Richard Nash (Αμερική 1913-2000) κατέταξε τον δημιουργό της στους σημαντικότερους δραματουργούς της γενιάς και του είδους του. Το έργο γράφτηκε το 1954, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, έγινε μιούζικαλ και κινηματογραφική ταινία και σημείωσε σημαντική επιτυχία σε όλο τον κόσμο ενώ στην Ελλάδα ανέβηκε για πρώτη φορά το 1956 από το Θίασο Λαμπέτη-Χορν σε μετάφραση-σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη.
Έργο με υποδειγματική δόμηση χαρακτήρων, άριστη τεχνική κλιμάκωση, ευφυή σχεδιασμό δράσης και αισιόδοξο φινάλε. Με ρεαλιστικό τρόπο το κείμενο προβάλλει μια θετική στάση ζωής και την πίστη πως τα όνειρα μπορούν να πραγματοποιηθούν αρκεί να τρέφουμε ελπίδες και να τα υποστηρίζουμε με πάθος. Ένα αλληγορικό και μελαγχολικό παραμύθι που κάνει λόγο για τη «στεγνότητα», την «ξηρασία» των ψυχών και την αγωνιώδη προσμονή ενός θαύματος, μιας ριζικής αλλαγής που θ’ ανατρέψει τα δεινά και θα γαληνέψει τις καρδιές. Η ανάγκη του ανθρώπου να πιστέψει σε κάτι μπορεί πολλές φορές να τον παραπλανήσει και να τον οδηγήσει σε σφάλματα, μπορεί όμως και να τον βοηθήσει να βρει μόνος του τις απαντήσεις και να δει τη θετική πλευρά των πραγμάτων. Σίγουρα, ο μικρόκοσμος του Nash έχει λάμψη, μαγεία και μια μεγάλη δόση «απάτης» μέσα από λόγια που νοιώθουμε συχνά την ανάγκη ν’ ακούσουμε και να πιστέψουμε έστω κι αν στο βάθος γνωρίζουμε ότι δεν βγαίνουν πάντα αληθινά.
Η ιστορία διαδραματίζεται σ’ ένα αγρόκτημα στο Τέξας όπου για μεγάλο διάστημα οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν προβλήματα λόγω της ανομβρίας. Παρακολουθούμε σκηνές από τη ζωή της οικογένειας Κάρρυ που προσπαθεί να βρει γαμπρό για τη μοναδική της κόρη, ένα συνεσταλμένο και χωρίς αυτοπεποίθηση κορίτσι χωρίς ιδιαίτερα εξωτερικά χαρίσματα. Τα δυο της αδέλφια, ο Νόα και ο Τζιμ, μαζί με τον πατέρα τους, της προξενεύουν το βοηθό του σερίφη, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στην αρχή τουλάχιστον. Γιατί τα πράγματα θα πάρουν άλλη τροπή με την εμφάνιση ενός αινιγματικού προσώπου.
Ένας παράξενος ταξιδιώτης, ο Μπιλ Αστραλέων εμφανίζεται ξαφνικά και από το πουθενά, για να φέρει τα πάνω-κάτω και να επηρεάσει τους δεσμούς των προσώπων. Υπόσχεται ότι έχει τη δυνατότητα, έναντι κάποιας αμοιβής, να φέρει τη βροχή, να κάνει δηλαδή ένα μικρό θαύμα. Χειρίζεται επιδέξια το λόγο και επιχειρεί να τους πείσει για τη σημαντική προσφορά του. Παρά την αρχική δυσπιστία και καχυποψία, τα μέλη της φαμίλιας στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον, αφήνονται στα χέρια του και παρασύρονται σταδιακά από τη σαγήνη της παρουσίας, τον τρόπο συμπεριφοράς και την πειθώ των λόγων του. («Το κακό στη ξηρασία είναι οι άνθρωποι που παύουν να πιστεύουν. Αν δεν πιστέψετε, βροχή δεν θα έρθει…»).

Η παράσταση
Η μετάφραση-απόδοση της Ελένης Ράντου εκφωνείται με άνεση από τους ηθοποιούς και επικοινωνεί με το σημερινό θεατή αν και νοιώθει κανείς ότι κάποιες εκφράσεις προς χάριν της ροής του προφορικού λόγου αποκλίνουν από το ύφος του συγγραφέα.
Η σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα ακολούθησε τις κειμενικές οδηγίες στήνοντας μια εύρυθμη παράσταση που διαθέτει μια παραμυθένια ατμόσφαιρα. Οι εικόνες που προβάλλονται σε video wall, εύρημα που χρησιμοποιεί συστηματικά ο σκηνοθέτης, λειτουργούν υποδηλωτικά στη δράση. Λειτουργικό για τους παράλληλους χώρους και πλούσιο το σκηνικό που έστησε ο Μανώλης Παντελιδάκης. Ταιριαστά με το ύφος της παράστασης τα κοστούμια του Μανώλη Γαλετάκη. Οι φωτισμοί του Παναγιώτη Μανούση στήθηκαν σε γενικά πλαίσια και δε διαφοροποιήθηκαν σε καίρια σημεία.
Ο Ορφέας Αυγουστίδης (Νόα) στο ρόλο του μεγάλου αδελφού κινείται σχηματικά δίνοντας έμφαση στα εξωτερικά χαρακτηριστικά. Ο Ερρίκος Λίτσης (Κάρρυ) υποδύεται μονοδιάστατα τον πατέρα χωρίς μεταπτώσεις και μεταβολές που θ’ αποκάλυπταν περισσότερες πτυχές του χαρακτήρα του. Ο νεαρός Νεκτάριος Λουκιανός (Τζιμ) σκιαγραφεί με ευαισθησία, αφελείς ή άλλοτε αδέξιες χειρονομίες και παιδιάστικους μορφασμούς τη στάση ενός εφήβου που περνάει στην ενηλικίωση, γίνεται δηλαδή άνδρας. Ένα στοιχείο που ίσως παραμερίζεται ή δεν αποδίδεται πειστικά είναι η παρορμητική και εριστική διάθεση του ήρωα. Η Αγγελική Παπαθεμελή (Λίζι) ερμηνεύει με εκφραστικές εναλλαγές την κόρη τονίζοντας τη μεταστροφή στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς. Ο Μιχάλης Ιατρόπουλος (Σερίφης) ανταποκρίνεται με άνεση στο ρόλο του. Ο Αλέξανδρος Παρίσης (Φάιλ) πλάθει ένα συγκρατημένο και χαμηλών τόνων χαρακτήρα.
Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος (Αστρολέων) με τους κωμικούς και ευδιάθετους υποκριτικούς τόνους δε δυσκολεύεται να κατανοήσει το αφηγηματικό πρόγραμμα του ήρωα και τη δράση του. Ένα έξοχο μείγμα καταφερτζή και «απατεώνα» που ξέρει να γοητεύει τους συνομιλητές του με την ανεπιτήδευτη έκφραση του και να βρίσκει το δρόμο για τα μύχια της ψυχής τους. Ένας χωρίς δόλο και με αγνές προθέσεις παρίας που γνωρίζει το μυστικό για να φανερώνουν οι άλλοι τον καλά κρυμμένο εαυτό τους. Ο κύριος Χαραλαμπόπουλος αντλεί από τον πλούσιο καμβά των εκφραστικών του μέσων και διαλέγει χρήσιμα στοιχεία για να ντύσει ένα ρόλο που του ταιριάζει γάντι!

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο Βροχοποιός» του Richard Nash
Μετάφραση-Απόδοση κειμένου: Ελένη Ράντου
Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας

Σκηνικά: Μανώλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Μανώλης Γαλετάκης
Μουσική επιμέλεια: Ιάκωβος Δρόσος
Φωτισμοί: Παναγιώτης Μανούσης
Τους ρόλους ερμηνεύουν με σειρά εμφάνισης: Ορφέας Αυγουστίδης, Ερρίκος Λίτσης, Νεκτάριος Λουκιανός, Αγγελική Παπαθεμελή, Μιχάλης Ιατρόπουλος, Αλέξανδρος Παρίσης και Βασίλης Χαραλαμπόπουλος

ΘΕΑΤΡΟ ΔΙΑΝΑ
Ιπποκράτους 5, τηλ. 210 36 26 596
Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή 21.30, Κυριακή 18.30

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

Η Ασχήμια της Κακίας


Αν λυπούμαι γι’ αυτή την υπόθεση
Που γυρίσαμε πάνω στη σκηνή
Τυλίγοντας και ξετυλίγοντας αγάλματα δράματος
Και συναισθημάτων
Είναι μόνο που χαιρετώντας σ’ ένα σημείο της σκηνής
Μια μάνα χαλασμένη αποχαιρετούσα
Κατόπιν δεν εύρισκα τα παιδικά μου χρόνια
Να ξέρω που γεννήθηκε η βασίλισσα της πίκρας μου
Είναι που σ’ αυτή τη σκηνή τρίτη πράξη ή πέμπτη
Το παιδί που μας άφησε πεθαίνοντας η μάνα
Άσπλαχνη ήταν,
Σαν ανάμνηση
Από το μαύρο της φουστάνι

(Ανέκδοτο ποίημα της Κατερίνας Κατσίρη)

Στο θέατρο «Βικτώρια» παρουσιάζεται το δραματικό έργο «Η Βασίλισσα της ομορφιάς» («The Beauty Queen of Leenane») του ιρλανδικής καταγωγής συγγραφέα Martin MacDonagh σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ και σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη. Το έργο πρωτοανέβηκε στη θεατρική σκηνή του Royal Court του Λονδίνου το 1996 αποσπώντας θερμά σχόλια και επαινετικές κριτικές.
Το σύνολο των θεατρικών έργων του MacDonagh (που γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1970) περιλαμβάνει δύο τριλογίες, την τριλογία του Λίνεϊν και την τριλογία του Αράν καθώς και τη μακάβρια φαντασίωση «Ο Πουπουλένιος». Η πρώτη αποτελείται από τα έργα : «Η Βασίλισσα της ομορφιάς», «Το Κρανίο της Κονεμάρα» και «Εδώ άγρια Δύση», μια προσαρμοσμένη στα ιρλανδικά πρότυπα εκδοχή του έργου «True West» του Σαμ Σέπαρντ. Η δεύτερη περιλαμβάνει τα κείμενα «Ο Σακάτης του Ίνσμαν», «Ο Υπολοχαγός του Ίνισμορ» και το «The Banshees of Inisheer», φινάλε της τριλογίας του Αράν που έχει μείνει άπαιχτο και αδημοσίευτο.
Παράλληλα με τη θεατρική δραστηριότητα, ο Martin MacDonagh γράφει και σκηνοθετεί για τον κινηματογράφο. Η ταινία μικρού μήκους «Six Shooter» απέσπασε βραβείο όσκαρ το 2006 ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε στις αίθουσες η μεγάλου μήκους ταινία με τίτλο «Αποστολή στη Μπριζ» («In Bruges»)
Ο συγγραφέας αντλεί τα θέματα του από τα προσωπικά του βιώματα, κυρίως από το άθλιο οικογενειακό του περιβάλλον, που τραυμάτισε ανεπανόρθωτα την παιδική ψυχή του. Σε πολλά έργα του, η γονική αναλγησία ζωγραφίζεται με τα μελανότερα χρώματα, ενώ ταυτόχρονα καταδεικνύεται η αδιαφορία του κοινωνικού περίγυρου να συνδράμει κάποιον που αδικείται κατάφωρα.
Η σχέση μάνας και κόρης αποτελεί το κεντρικό θέμα στη «Βασίλισσα της ομορφιάς». Η εβδομηντάχρονη Μαγκ ταλαιπωρεί τη σαραντάχρονη κόρη της Μώρην, δηλητηριάζοντας την καθημερινότητα της με ψέματα, εκνευριστικές απαιτήσεις και προσωπικές κακίες, φθάνοντας στο σημείο να την εμποδίσει να ζήσει τη μοναδική ερωτική εμπειρία της ζωής της. Και όλα αυτά για να την κρατά δεμένη, δέσμια, αιχμάλωτη κοντά της. Η μάνα είναι η δύναμη του κακού. Ανικανοποίητη, δύστροπη, σκέφτεται διαρκώς τον εαυτό της. Η Μαγκ ανήκει στην κατηγορία ηλικιωμένων που εξαρτώνται από τα παιδιά ή τους συγγενείς τους και σπαταλούν ενέργεια σε μάταιες μηχανορραφίες που αποσκοπούν στη διατήρηση του οικογενειακού ελέγχου. Η ακραία γραφή, η εντυπωσιακή ρυθμολογία, το έντονο σασπένς και το διαβρωτικό χιούμορ είναι μερικά από τα ισχυρά θεατρικά στοιχεία που διατρέχουν τη σχέση δύο μοναχικών γυναικών σε μια επαρχιακή πόλη της Ιρλανδίας.

Η παράσταση
Η εξαιρετική μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ διαθέτει αμεσότητα και αποδίδει το ιδιάζον χιούμορ αλλά και τη βαθιά μελαγχολία του δραματουργού.
Η Νικαίτη Κοντούρη σκηνοθετεί με ακρίβεια τον θεατρικό λόγο του συγγραφέα, επισημαίνοντας τις ιδιαιτερότητες που συνοδεύουν τις βασικές λεπτομέρειες της δομής των ρόλων και τις ευαίσθητες ισορροπίες που αναδεικνύουν το status quo των προσώπων της αναφοράς, ως υπάρξεων εξαρτώμενων από ηθικές συμβάσεις.
Η Έρση Μαλικένζου (Μαγκ Φόλαν) πλάθει με επιδέξιους εκφραστικούς μορφασμούς και κινήσεις ακρίβειας τη φιγούρα μιας μάνας-αράχνης που είναι έτοιμη να κατασπαράξει το ίδιο της το σπλάχνο. Εξαιρετικό και το μακιγιάζ της ηθοποιού. Η κακία της ψυχής έχει αποτυπωθεί στην όψη. Η Ναταλία Τσαλίκη (Μωρήν Φόλαν) «σχεδιάζει» εξελικτικά την πορεία δράσης της ηρωίδας που ενσαρκώνει, ώστε να υποστηρίξει όχι μόνο την επιθετική συμπεριφορά αλλά και την κρίση παράνοιας. Ο Τάσος Γιαννόπουλος (Πάτο Ντούλεϋ) σκιαγραφεί ευθύβολα το ήθος του ήρωα που καλείται να ενσαρκώσει. Ο νεαρός Κωνσταντίνος Γαβαλάς (Ρέη Ντούλεϋ) κινείται με νεύρο, ορμή, ζωντάνια αλλά και εφηβική αδεξιότητα, απαραίτητη για το χαρακτήρα που υποδύεται.
Τίποτα δεν είναι περιττό, ούτε διακοσμητικό στο σκηνικό χώρο που διαμόρφωσε ο Γιώργος Πάτσας. Το εσωτερικό του σπιτιού έχει σχεδιαστεί με έμφαση στη λεπτομέρεια ενώ κάθε αντικείμενο έχει συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο έχει τοποθετηθεί. Όσο για τα κοστούμια, προσαρμόζεται το καθένα στο προφίλ του ήρωα, έτσι όπως παρουσιάζεται από τις δραματικές καταστάσεις που έχει συντάξει ο συγγραφέας.
Οι καίριοι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου δίνουν έμφαση στη ροή του χρόνου αποτυπώνοντας με ακρίβεια τις καιρικές μεταβολές που στην ουσία διαγράφουν τις συναισθηματικές μεταπτώσεις των προσώπων. Σε αυτό συμβάλλουν δυναμικά οι επιλογές των ήχων του Δημήτρη Ιατρόπουλου, οι οποίοι φορτίζουν συγκινησιακά την ατμόσφαιρα αφήνοντας μια αίσθηση ανεξιχνίαστου μυστηρίου. Το βίντεο του Γιώργου Μιχελή συνδέει εύστοχα δυο σκηνές παρέχοντας πληροφορίες στον θεατή για όσα διαδραματίζονται εκτός σκηνής.
Στο άρτια επιμελημένο πρόγραμμα της παράστασης, θα βρει κανείς εκτός από φωτογραφικό υλικό, πληροφορίες για τα έργα του συγγραφέα, μια σύντομη αναφορά στους κυριότερους εκπροσώπους του ιρλανδικού θεάτρου και ένα κείμενο για τη μετανάστευση. Θα μπορούσε επίσης να υπάρχει μια σελίδα με τις παραστάσεις έργων του Martin MacDonagh που έχουν ανέβει μέχρι σήμερα στην Ελλάδα.
Κλείνοντας αξίζει ν’ αναφερθούμε σε κάτι ακόμα. Το φουαγιέ του θεάτρου έχει μετατραπεί σε ιρλανδέζικη παμπ όπου λίγο πριν την έναρξη της παράστασης παίζεται ζωντανά μουσική (στο ακορντεόν ο Βασίλης Παπαγεωργίου) ενώ στους θεατές προσφέρεται δωρεάν μπίρα McFarland. Ένα πολύ ενδιαφέρον happening το οποίο λειτουργεί ως πρόλογος της παράστασης αφήνοντας το κοινό να πάρει μια γεύση από ιρλανδική κουλτούρα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ]
«Η Βασίλισσα της ομορφιάς» του Martin MacDonagh
Μετάφραση : Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία : Νικαίτη Κοντούρη

Σκηνικά – Κοστούμια : Γιώργος Πάτσας
Φωτισμοί : Λευτέρης Παυλόπουλος
Σύνθεση ήχων – Μουσική : Δημήτρης Ιατρόπουλος
Βίντεο : Γιώργος Μιχελής
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Έρση Μαλικένζου, Ναταλία Τσαλίκη, Κωνσταντίνος Γαβαλάς και Τάσος Γιαννόπουλος

ΘΕΑΤΡΟ ΒΙΚΤΩΡΙΑ
Μαγνησίας 5 & Γ’ Σεπτεμβρίου 119, τηλ. 210 82 33 125
Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο 21.30, Κυριακή 20.00

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

Μία εικόνα, χίλιες λέξεις


4 αθώοι άνθρωποι…3 άνδρες…1 γυναίκα…
Τα γενέθλια…
Ένα ατύχημα…
Η αναγνώριση…
Κορυδαλλός 2009…
Η εξαθλίωση…η αντοχή φθάνει στα όρια της…
Το σχέδιο…
Η απόφαση…
Η ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Η θεατρική ομάδα «Άλογοι» (αυτοί δηλαδή που δεν χρησιμοποιούν το λόγο) δημιουργήθηκε πριν από τέσσερα χρόνια στο φουαγιέ μιας δραματικής σχολής όπου κάποιοι νεαροί σπουδαστές, στα πλαίσια της φοίτησης τους, ανέβασαν μια παράσταση με τίτλο «Η Καταδίωξη» καθώς και μια πρώτη εκδοχή της «Απόδρασης». Τα ιδρυτικά μέλη, που τους ενώνουν κοινοί στόχοι και αντιλήψεις για την υποκριτική τέχνη, συμμετέχουν ενεργά και ισότιμα σε όλους τους τομείς δημιουργίας του θεάματος. Έτσι, η σύλληψη, η σκηνοθεσία, η μουσική επένδυση, τα κοστούμια και οι φωτισμοί αποτελούν προϊόντα ομαδικής συνεργασίας.
Η ομάδα επέλεξε την ονομασία της δύο χρόνια αργότερα, στο Φεστιβάλ Νέων Θεατρίνων που έλαβε χώρα στο Θέατρο Τόπος Αλλού και στο Going Youth Festival στο Θέατρο Ροές με μια εξελιγμένη «Απόδραση». Στη συνέχεια, το έργο παρουσιάζεται στις Νύχτες Nova Pars στο Θέατρο Altera Pars και στο Bob Theatre Festival στο θέατρο Χώρα ενώ τον περασμένο Μάιο εκπροσώπησε την Ελλάδα στη Μπιεννάλε Νέων Δημιουργών στο Μπάρι της Ιταλίας (τομέας του θεάτρου).
Η φετινή εκδοχή στο θέατρο Άνεσις μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί ολοκληρωμένη performance και υποδειγματική ομαδική δουλειά, θέαμα δυσεύρετο και σπάνιο σ’ ένα ναρκισσιστικό θεατρικό τοπίο όπου λάμπουν η μονάδα, η αλαζονική προβολή του «εγώ», οι «ομάδες» του ενός και μοναδικού προσώπου!
Η ομάδα «Άλογοι» πειραματίζεται και αναζητά διαρκώς νέους τρόπους έκφρασης και τεχνικές, έχοντας ωστόσο ως σταθερά τις αρχές του σωματικού θεάτρου αλλά και του devised theatre (επινοητικό θέατρο). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στο όνομα τους, ο λόγος περιορίζεται αισθητά και τη θέση του καταλαμβάνουν η δυναμική και οι απεριόριστες εκφραστικές δυνατότητες του σώματος. Είναι δύσκολο να μεταφέρει κανείς στο χαρτί τον αυτοσχεδιαστικό οίστρο, τις συντονισμένες κινήσεις, την ικανότητα εγρήγορσης, τις σβέλτες χειρονομίες, τις εκφραστικές γκριμάτσες των νεαρών ηθοποιών που αποδίδουν τα μικροεπεισόδια της δράσης σε γρήγορους ρυθμούς και χιούμορ που κινείται ανάμεσα στην υπερβολή, τη λιτότητα και τις διαρκείς ανατροπές. Η αισθητική της παράστασης παραπέμπει ευθέως στα καρτούν και στους δημοφιλείς ήρωες των κόμικς.

Με παιγνιώδη διάθεση
Ο χώρος λιτός. Δεν υπάρχουν σκηνικά. Οι ηθοποιοί (Νίκος Αξιώτης, Λευτέρης Ελευθερίου, Νικόλας Μακρής, Κωνσταντίνος Πασσάς και Βασιλική Τσουπάκη) χρησιμοποιούν συμβολικά πολλά μικρά αντικείμενα και εναλλάσσουν υποτυπώδη κοστούμια. Το ενδιαφέρον του θεατή παραμένει αμείωτο από την υποκριτική δεινότητα που μπορεί να παραχθεί στη σιωπή. Όσα δε λέγονται, υπονοούνται, σχεδιάζονται, συμπληρώνονται από τους κώδικες μιας μιμικής τέχνης που αντικαθιστά τα κενά του λόγου με το συνειρμό που παράγουν οι εικόνες. Κάθε πλάνο και μια διαφορετική οπτική γωνία. Κάθε εικόνα μεταβάλλεται από την έκπληξη μιας ανατροπής. Όλα αυτά απαιτούν υποδειγματικό συγχρονισμό των συντελεστών και μελετημένο σχεδιασμό ανάπτυξης της δράσης ώστε να εξασφαλίζεται ισορροπία και αρμονία στην υφολογική διάταξη.
Για το άρτιο αποτέλεσμα της παράστασης, εκτός από τις υποκριτικές αρετές των ηθοποιών, πρέπει να επισημάνουμε τον καταλυτικό ρόλο των μουσικών επιλογών και των φωτισμών. Η μουσική, οι ήχοι και οι φωτοσκιάσεις σχολιάζουν, υπογραμμίζουν και συμπληρώνουν τα όσα διαδραματίζονται. Αποτελούν απαραίτητο κομμάτι που έχει δουλευθεί ξεχωριστά και με έμφαση στη λεπτομέρεια προκειμένου να ενισχυθεί η ελλειπτική δομή του λόγου, ν’ αποδοθεί το νόημα της κάθε σκηνής, να γίνουν κατανοητά υπονοούμενα και συνειρμοί, να προκληθεί εντέλει αβίαστα το γέλιο από το κοινό.
Αξίζει να σχολιαστεί ο κίτρινος φάκελος που δίνεται για πρόγραμμα. Έξυπνη, πρωτότυπη και χαριτωμένη ιδέα! Μια τετράφυλλη αφίσα με δυο όψεις! Στη μια πλευρά, διαβάζουμε λίγα λόγια για το πώς δημιουργήθηκε η ομάδα ενώ στη δεύτερη είναι σχεδιασμένη η μακέτα ενός επιτραπέζιου παιχνιδιού με χιουμοριστικές οδηγίες και τις φωτογραφίες των ηθοποιών σε κορνίζες. Στο φάκελο βρίσκουμε επίσης ζάρι και δύο πιόνια. Το παιχνίδι ξεκινά…
Στο σύνολο του, ένα λαμπερό και ευρηματικό θέαμα, όπου το χιούμορ μετατοπίζεται εξ ολοκλήρου από τον έναρθρο λόγο στην εκφραστική κίνηση, μια κίνηση που παίζει με λεπτομέρειες κωμικές αποφεύγοντας εκείνες τις χονδροειδείς στιγμές των gags του βωβού έργου. Μια σωματική γλώσσα που περιπαίζει μέσα από οφθαλμαπάτες τη βαρύτητα, τις αναλογίες και τις διαστάσεις των πραγμάτων, ανατρέποντας ανά πάσα στιγμή το αυτονόητο και το αναμενόμενο. Το σκηνικό ελαχιστοποιημένο και αμετάβλητο αναδεικνύει ακόμη περισσότερο το ταλέντο των «Άλογων» να δημιουργούν ένα πλούσιο θέαμα «μετ’ ευτελείας» και να μας υπενθυμίζουν ότι το θέατρο είναι πρωτίστως ο ηθοποιός.
Μια ευχάριστη νεανική παράσταση, με πρωτότυπη σύλληψη και ζωηρούς ρυθμούς που προτείνεται ανεπιφύλακτα σε αυτούς που θέλουν να δουν κάτι ενδιαφέρον και διαφορετικό στην αθηναϊκή εναλλακτική θεατρική ζώνη.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Η Απόδραση»
Από την ομάδα «Άλογοι» που αποτελείται από τους ηθοποιούς : Νίκος Αξιώτης, Λευτέρης Ελευθερίου, Νικόλας Μακρής, Κωνσταντίνος Πασσάς και Βασιλική Τσουπάκη
Θηλυκή συμμετοχή : Μαριάννα Παπασάββα
Στον Ήχο ο Κυριάκος Κανδηλάπτης

ΘΕΑΤΡΟ ΑΝΕΣΙΣ
Λ. Κηφισίας 14, Αμπελόκηποι, τηλ. 210 77 07 227
Δευτέρα – Τρίτη 21.30

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

«Φώτα και Σκιές»


Με συνέπεια ως προς τους στόχους και το ρεπερτόριο της και έχοντας συσπειρώσει ένα κοινό που παρακολουθεί πιστά τα βήματα της, η ομάδα «Νάμα» προκαλεί για άλλη μια φορά το ενδιαφέρον της στήλης παρουσιάζοντας ένα σύγχρονο κοινωνικο-πολιτικό έργο ωμού ρεαλισμού με μαύρο χιούμορ και στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ.
Το «Rottweiler» του Ισπανού Guillermo Heras υπονομεύει το παγιωμένο σύστημα τηλεόραση – παθητικός τηλεθεατής σχολιάζοντας ταυτόχρονα τις ακραίες κοινωνικές παθογένειες του ρατσισμού και εθνικισμού που στην εποχή μας φουντώνουν λόγω του μεταναστευτικού κύματος.
Στο έργο του Heras συγκρούονται αιματηρά δύο κόσμοι. Η δράση εκτυλίσσεται στο στέκι του Ροτβάϊλερ, ενός νεοναζί σκίνχεντ που ζει σε μια υποβαθμισμένη περιοχή της Μαδρίτης. Εκεί, τον επισκέπτεται για να του πάρει συνέντευξη ο Χάϊμε, ένας φιλόδοξος και αδίστακτος δημοσιογράφος. Ο αριβισμός μιας εκπομπής που κυνηγά ανελέητα τα υψηλά νούμερα, δίνει βήμα στη νοσηρότητα των απόψεων και πρακτικών των ακροδεξιών σκίνχεντ, προκαλώντας μια έκρυθμη κατάσταση.
Οι σκίνχεντς αποτελούν ένα κίνημα που γεννήθηκε κυρίως στις εργατικές συνοικίες της Γερμανίας κι εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον Δυτικό κόσμο, έχοντας ως κύριο χαρακτηριστικό αυτό που υποδηλώνει το όνομά του. Το ξυρισμένο κεφάλι, προσπαθεί ν’ απαντήσει «σημειολογικά» στο μακρύ μαλλί, που καθιερώθηκε ως «σημείο» των κινημάτων κοινωνικής αμφισβήτησης από το 1960 και μετά ενώ το λευκό χρώμα συμβολίζει την καθαρότητα και την ανωτερότητα της αρίας φυλής.

Κραυγή αφύπνισης
Ένα από τα σημαντικότερα φαινόμενα, τόσο σε μακροκοινωνιολογικό όσο και σε μικροκοινωνιολογικό επίπεδο, είναι η σχέση μας με την ετερότητα, που σε σημαντικό βαθμό πλάθει και την εικόνα μας για τον εαυτό και τον κόσμο. Η εικόνα αυτή, είτε ατομική είτε συλλογική, δομείται τόσο από ευρύτερους κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες, (όπως οι αξίες, τα προβλήματα μιας εποχής μα και η κοινωνική τάξη), όσο και από τα ιδιαίτερα, «ιδιοσυγκρασιακά μας χαρακτηριστικά», αυτό που αποκαλούμε «ροπή του χαρακτήρα». Θα έμενε όμως «επικίνδυνα ανεξάρτητη» εάν σε αυτήν δεν παρενέβαιναν οι αναπαραστατικοί μηχανισμοί όπως τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Μηχανισμοί, η αναπαράσταση των οποίων δεν είναι «ουδέτερη», μα «επιλεκτική», αφού παρουσιάζουν πλευρές του κόσμου που είναι σύμφωνες με την όποια ιδεολογία είναι κυρίαρχη κάθε φορά.
Όπως σημειώνει η Ελένη Καρασαββίδου στο σύγγραμμα Ο Απειλητικός Άγριος κι ο Προσδοκώμενος Μεσσίας «σκοπός συχνά δεν είναι η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας μα η χειραγώγηση της κοινωνικής κινητικότητας, ώστε σχεδόν κάθε προσπάθεια ουσιαστικής μεταβολής να παρουσιάζεται με τρόπο που να φαντάζει ως απειλητική για το σύνολο του πολιτισμού μας, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη της κοινωνικής ακινησίας προς όφελος συγκεκριμένων ομάδων που βρίσκονται στην πυραμίδα της. Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τις μεταβολές γύρω μας και τοποθετούμε τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτές δείχνει όμως πολλά και σημαντικά για το πως διαπραγματευόμαστε την ατομική ή συλλογική ταυτότητα σε μεταβατικές εποχές σαν τη δική μας»
Η συλλογική μας αυτοεικόνα τα τελευταία χρόνια διαμορφώνεται (ανάμεσα σε άλλα συνεκτικά ή μη) και από αυτήν την αίσθηση απειλής που δημιουργείται καθώς οι κοινωνίες μας γίνονται πολυπολιτισμικές και πολυφυλετικές. Ως «αμυντικό αντίβαρο» η ξενοφοβία, η ανεργία και ο ρατσισμός, θρέφουν νεοναζιστικά κινήματα σε όλη την Ευρώπη. Κινήματα που για «επανδρωθούν» από νέους χρησιμοποιούν «απτά χαρακτηριστικά» μιας εφηβικής γλώσσας. Ξυρισμένο κεφάλι, μπότες, αμπέχωνο, συγκεκριμένες ορολογίες.
Σε γενικές γραμμές αυτά είναι τα θέματα (Σκίνχεντς και ΜΜΕ) με τα οποία καταπιάνεται ο Guillermo Heras στο έργο του «Rottweiler». Σημαντικό είναι ότι στο έργο την θέση του «άλλου» απέναντί μας κατέχει ο νεοναζί, ο ίδιος που καταγγέλλει τους «άλλους». Έτσι «η αντίληψη της ετερότητας στο έργο γίνεται στρεψόδικη και η κοινωνία τοποθετείται μπροστά από έναν εφιαλτικό καθρέφτη».

Η παράσταση
Η ομάδα «Νάμα» διασκεύασε, με την έγκριση του συγγραφέα, το αρχικό κείμενο δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη των χαρακτήρων και της πλοκής. Έτσι, προστέθηκαν διαλογικά μέρη που προέκυψαν από αυτοσχεδιασμούς κατά τη διάρκεια των πολύμηνων προβών και ένας δεύτερος χαρακτήρας, ένας μη συνειδητοποιημένος σκίνχεντ που συνυπάρχει με τον ιδεολόγο και απόλυτα αποφασισμένο Ροτβάϊλερ.
Η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη εστίασε στα στοιχεία που αναδεικνύουν τον παγκόσμιο χαρακτήρα του έργου. Η χρήση κινηματογραφικών εικόνων αποδεικνύεται ευεργετική και παρέχει με συμπυκνωμένο τρόπο πληροφορίες για το κίνημα και την εποχή. Ο τρόπος που το υλικό αυτό ενσωματώνεται στα διαλογικά μέρη κρίνεται υποδειγματικός και ξεφεύγει – τουλάχιστον σ’ ένα βαθμό – από την υπερβολή και τις κοινότοπες ευκολίες.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης θα προβληθούν μαγνητοσκοπημένες παρεμβάσεις. Ο δάσκαλος του Αντόνιο (Δημήτρης Καταλειφός) και η πρώην κοπέλα του (Ιωάννα Τζώρα) κάνουν δηλώσεις για την προσωπικότητα και το χαρακτήρα του ενώ η φωνή της μητέρας (Δάφνη Λαρούνη) που αρνείται να μιλήσει για το παιδί της θα σκορπίσει πολλά ερωτηματικά για την περίοδο της παιδικής του ηλικίας. Σε όλη τη διάρκεια του έργου προβάλλεται σε video wall η συνέντευξη με πολλά κοντινά πλάνα στα πρόσωπα και την απόπειρα εκβιασμού συναισθημάτων. Οι τίτλοι τέλους στο φινάλε, με την επίλεκτη θέση των χορηγών, αποτελούν ένα ακόμη αιχμηρό σχόλιο για τον κυνισμό και την τηλεοπτική αδηφαγία.
Η παράσταση διαθέτει ρυθμό, ένταση και ενέργεια καθώς στιγματίζεται από δυναμικές ερμηνείες. Ο Δημήτρης Λάλος, στο ρόλο του Αντόνιο Βερμούδες (Ροτβάϊλερ) σκιαγραφεί την αινιγματική φύση του ήρωα με ψυχρή, παγερή έκφραση στο πρόσωπο και ελεγχόμενες χειρονομίες που προδίδουν σημάδια διαταραγμένης ψυχοσύνθεσης. Ο Γιάννης Ράμος (Χάιμε) υπογραμμίζει τη σοβαροφάνεια, τη φαιδρότητα αλλά και την αλαζονεία του δημοσιογράφου που διακατέχεται από την ψευδαίσθηση ότι ελέγχει απόλυτα την εξέλιξη της κατάστασης. Ένα άλλο ενδιαφέρον σχόλιο στο ρόλο αποτελεί ο σιωπηλός αυτοσχεδιασμός που υπονοεί τη χρήση ναρκωτικών ουσιών κατά τη διάρκεια διαλείμματος για διαφημίσεις. Ο κύριος Ράμος ξεσκεπάζει το προσωπείο της υποκρισίας που έχει ενδυθεί ο ήρωας του ασκώντας ανελέητη κριτική, στα όρια της σάτιρας.
Ο Δημήτρης Καπετανάκος (Ράφα) πλάθει έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα και λειτουργεί σαν εκτελεστικό όργανο ενός εγκεφάλου που του έχει εμβολιάσει ξένες ιδέες. Ως κάμεραμαν, ο Γιάννης Τρίμμης (Χουάν) κινείται ανάμεσα στους δυο κόσμους και αποδίδει επιδέξια την ισορροπητική δομή που εκφράζει ο ρόλος του.
Στο κέντρο του σκηνικού χώρου που διαμόρφωσε ο Γιώργος Χατζηνικολάου κρέμεται ένας σάκος του μποξ ενώ όλα τα αντικείμενα κατέχουν μια συνυποδηλωτική θέση. Την ατμόσφαιρα αγωνίας και σασπένς διαμορφώνουν η μουσική του Μάριου Στρόφαλη και οι καίριοι φωτισμοί του μετρ Βασίλη Κλωτσοτήρα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Rottweiler» του Guillermo Heras
Από την ομάδα «Νάμα»
Μετάφραση : Μαρία Χατζηεμμανουήλ
Σκηνοθεσία : Ελένη Σκότη
Σκηνικά – Κοστούμια : Γιώργος Χατζηνικολάου
Μουσική : Μάριος Στρόφαλης
Φωτισμοί : Βασίλης Κλωτσοτήρας
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Δημήτρης Λάλος, Γιάννης Ράμος, Δημήτρης Καπετανάκος και Γιάννης Τρίμμης

ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ
Ναυπλίου 12, Κολωνός, τηλ. 210 51 38 067
Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο 21.00, Κυριακή 19.00

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2009

Η πόρτα είναι ανοιχτή!


«Ο χώρος εν γένει αποτελεί αποκλειστικά και μόνο μια δραστηριότητα της ψυχής, τουλάχιστον ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος συνδέει καθ’ αυτούς ασύνδετους αισθητηριακούς ερεθισμούς προς έννοιες εποπτείες.
Η μοναδικότητα των όντων που καταλαμβάνουν ένα χώρο και των σχέσεων που αναπτύσσουν εντός αυτού, δύναται να καταστήσει και το χώρο μοναδικό – και όχι το αντίστροφο, ως είθισται να πιστεύουμε
»

Georg Simmel

Το έργο του σύγχρονου Ελβετού θεατρικού συγγραφέα Λούκας Μπέρφους (που γεννήθηκε το 1971), «Τέσσερις εικόνες αγάπης» γράφτηκε το 2002 ενώ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό πριν από τέσσερα χρόνια στον εξώστη του Θεάτρου Αμόρε σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου και στη στρωτή μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Νεφέλη».

Η οπτική της παράστασης
Διανύοντας το δέκατο χρόνο λειτουργίας της, η ομάδα «ΟΠΕRA» του συνθέτη-σκηνοθέτη Θοδωρή Αμπαζή, έχει διαμορφώσει τους δικούς της κώδικες και επιδίδεται σ’ ένα γόνιμο πειραματισμό που συνδυάζει τη μουσική, την κίνηση, το λόγο, το τραγούδι παράγοντας σύνθετα θεάματα, τα οποία δοκιμάζουν συχνά τα όρια της θεατρικής πράξης.
Φέτος, η ομάδα «ΟΠΕRA» καταθέτει τη δική της πρόταση πάνω στο έργο και η σκηνοθεσία του Θοδωρή Αμπαζή βάζει τα πρόσωπα του να κινούνται σα να έχουν παγιδευτεί μέσα σ’ ένα λευκό «κελί». Η ευθύνη βαραίνει κυρίως τους χαμένους εαυτούς τους όπου μάταια αναζητούν. Απαντήσεις δε δίνονται έτοιμες, θέτονται μόνο ερωτήματα. Η λύση όμως υποψιάζεται κανείς ότι βρίσκεται στα χέρια τους γιατί σ’ αυτή τη «φυλακή», η πόρτα είναι ανοιχτή και τα αδιέξοδα που επικαλούνται οι ήρωες μοιάζουν να έχουν πλαστεί από τους ίδιους…
Με χαρακτηριστική ελλειπτική δομή και γλώσσα, ο δραματουργός Λούκας Μπέρφους (Lukas Barfuss) αναζητά μια σύγχρονη ερωτική ηθική που θα ξαναέδινε στην αγάπη το χαμένο της νόημα. Η πλήξη που ωθεί στην αλλαγή, οι ανασφάλειες και οι φόβοι, οι θεωρίες για την πίστη και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς την προδοσία, το συναίσθημα της ζήλιας και οι παρερμηνείες του, η ανάγκη για προστασία αλλά και ο εγωισμός που οδηγεί σε μια συγκεχυμένη συχνά απειλή εκδίκησης, ξεδιπλώνονται στους έρωτες και τα μίση τεσσάρων ανθρώπων.
Οι τέσσερις εικόνες μοιάζουν με ένα παιχνίδι. Και όπως κάθε παιχνίδι δομείται από τους απαράβατους κανόνες του έτσι και κάθε σχέση συνίσταται από τους άτεγκτους όρους της. Κάθε πράξη είναι μια επιλογή, μια πόρτα ανοιχτή, μια τρομερή θέση που επιτρέπει την αίσθηση του εδώ και τη θέα του άλλου. Όπως εύστοχα σημειώνει, μεταξύ άλλων, η δραματολόγος Έλσα Ανδριανού πρόκειται για «τέσσερις εικόνες που σιωπούν πεισματικά για την αγάπη κι ένας εκκωφαντικός εισβολέας-καταλύτης-φύλακας-άγγελος, ένας σταθερός εγγυητής της επανάληψης του παιχνίδιου».

Ο σκηνικός χώρος και οι ερμηνείες
Ο σκηνικός χώρος της Ελένης Μανωλοπούλου αποτελείται από ένα άσπρο τετράγωνο κουτί, στο οποίο έχουν χαραχθεί με μαύρες γραμμές, ωρολογιακές ενδείξεις και φωτεινές επιγραφές μιας εξόδου κινδύνου. Τα πρόσωπα της ιστορίας βρίσκονται στη σκηνή από την αρχή έως το τέλος του έργου συνυπάρχοντας παράλληλα χωρίς ν’ αποσπούν όμως την προσοχή του θεατή από τη δράση. Ένα κρεβάτι στη γωνία με μια τηλεόραση παραπέμπει στο θάλαμο νοσοκομείου, ένα γραφείο και τα υπόλοιπα σκηνικά αντικείμενα υποδηλώνουν το χώρο δράσης. Πολύχρωμα, τα κοστούμια των τεσσάρων κεντρικών προσώπων καθώς διαθέτουν ονόματα και ιδιότητες. Αντίθετα, το απρόσωπο στοιχείο του γκρουμ, του μοντέλου, του αστυνομικού και του φοιτητή σχεδιάστηκαν σχηματικά με μαύρες γραμμές σε άσπρες μπλούζες που εναλλάσσει ο ηθοποιός στη σκηνή.
Οι μουσικοί τόνοι λειτούργησαν υποβλητικά ενώ εύστοχα ακούστηκε ο Έλβις στο τραγούδι «Can’t help falling in love» των George Weiss, Hugo Peretti και Luigi Creatore. Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου δημιουργούν ατμόσφαιρα που παράγει ερεθίσματα, τα οποία διεγείρουν την ομοιοπαθητική λειτουργία μεταξύ θεάματος και θεατή.
Η Δανάη Σαριδάκη (Έβελυν) αποδίδει με εκφραστική δεξιοτεχνία την ερωτευμένη ψυχασθενή, χωρίς γραφικές υπερβολές. Η Τζωρτζίνα Δαλιάνη (Σούζαν) υποδύεται την απατημένη ζωγράφο δίνοντας έμφαση στα χαρακτηριστικά μιας εκκεντρικής προσωπικότητας. Ο Αντώνης Φραγκάκης (Ντάνιελ) αποτυπώνει στην ερμηνεία του την ιδιάζουσα φύση του γιατρού και διανθίζει μ’ ένα κυνικό χιούμορ το χαρακτήρα. Ο Νέστωρ Κοψιδάς (Σεμπάστιαν) κάνει αισθητή την αλλαγή της ψυχικής διάθεσης του προσώπου που υποδύεται με επιδέξιους χειρισμούς. Χαρακτηριστικό στιγμιότυπο η σκηνή που καταπίνει μονορούφι ενάμιση λίτρο μεταλλικό νερό! Ο Σταύρος Σιούλης (γκρουμ, μοντέλο, αστυνομικός, φοιτητής) διαφοροποιεί με τη φωνή και τις χειρονομίες τους τέσσερις διαφορετικούς ρόλους που υποδύεται.
Το ολιγοσέλιδο πρόγραμμα γεμίζει με ενδιαφέρουσες διασκευές από ιστορίες και παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και των Αδελφών Γκρίμμ ενώ διακοσμείται με ασπρόμαυρα σχέδια σκηνικών.
Στο σύνολο της, μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά. Αξίζει τον κόπο να κατέβει κανείς τα σκαλιά για να οδηγηθεί στο μικρό υπόγειο ενός πολυχώρου με πορεία στο εναλλακτικό θέατρο.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Τέσσερις εικόνες αγάπης» του Λούκας Μπέρφους
Από την ομάδα «ΟΠΕRA»
Μετάφραση : Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία – μουσική : Θοδωρής Αμπαζής
Σκηνικά – Κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Κίνηση : Αγγελική Στελλάτου
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Δανάη Σαριδάκη, Αντώνης Φραγκάκης, Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Νέστωρ Κοψιδάς και Σταύρος Σιούλης

ΠΟΛΥΧΩΡΟΣ BIOS
Πειραιώς 84, Γκάζι, τηλ. 210 34 25 335
Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο – Κυριακή 21.00

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

«Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές…»


Κι ο θάνατος αγωνιούσε να σε νηστέψει
γυναίκα πληρωμένη απ' το θεό!
Στα μάτια σου, που κουρασμένα
τρύπαγαν τις φλέβες
ύστερα στο δεξί σου χέρι
μοιάζοντας να 'χει ησυχάσει
Έτσι είναι ο θάνατος,
πριν αφαρπάξει τη ζεστή σου φλέβα
του αίματος την παρθενία
με άσπρο θάνατο ναρκώνει
(ποιήμα της Κατερίνας Κατσίρη)

«Η περίπτωση Ευρυδίκη» εντάσσεται σ’ έναν ευρύτερο κύκλο παραστάσεων του θεάτρου «Μεταξουργείο» με γενικό τίτλο «Αγιογραφίες». Η ιστορία βασίζεται σε αληθινά περιστατικά και αναφέρεται στο δεκάχρονο αγώνα ενός κοριτσιού που μπλέχθηκε στα δίχτυα των ναρκωτικών ουσιών, βίωσε την οδύνη αλλά κατάφερε μέσα από τη θεραπεία της να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή. Το υλικό της παράστασης αντλείται από το βιβλίο της ψυχοθεραπεύτριας και επιστημονικής υπεύθυνης της Μονάδας Απεξάρτησης Τοξικομανών – 18 Άνω Κατερίνας Μάτσα, «Η περίπτωση Ευρυδίκη. Κλινική της τοξικομανίας». (εκδόσεις Άγρα)
Βιωματική γραφή, συχνά απλοϊκή και άτεχνη, στατική, με απούσες τη δράση και την κορύφωση, δύσκολα βρίσκει τρόπο να παρασταθεί στη σκηνή χωρίς να καταφύγει σ’ ευκολίες και τεχνικές που επιχειρούν να εξαλείψουν τις αδυναμίες ενός μη θεατρικού κειμένου που εντάσσεται στο «θέατρο-ντοκουμέντο».
Η σκηνοθεσία της Όλιας Λαζαρίδου χρησιμοποιεί το ένα από τα δύο διαζώματα των θεατών και τοποθετεί τις τέσσερις ηθοποιούς απέναντι από το κοινό, διασκορπισμένες στα καθίσματα. Η χρήση του προτζέκτορα για την προβολή των ημερομηνιών του ημερολογίου και τα ασπρόμαυρα πλάνα με τις φωτογραφίες σε συνδυασμό με τις μουσικές επιλογές και τη διανομή των φυλλαδίων στο φινάλε προκαλούν συναισθηματική φόρτιση. Στην παράσταση ακούγεται διασκευή του «How to Disappear Completely» των Radiohead από το «Tallywood String Quartett» και το τραγούδι «Μέσα στη θάλασσα» των Αγγελάκα-Βελιώτη.
Η κίνηση των ηθοποιών στο χώρο, με τις συνεχείς εναλλαγές θέσεων, δεν κατορθώνει να υποδηλώσει τα στάδια της πορείας που διανύει η ηρωίδα και προδίδει αμηχανία. Ωστόσο, οι φωτισμοί της Μαρίας Αθανασοπούλου λειτουργούν ευεργετικά και προσπαθούν να εστιάσουν στο μήνυμα του λόγου ή έστω να δημιουργήσουν μια ξεχωριστή δομή που θα υπογραμμίσει το αντιθετικό δίπολο «σκοτάδι – φως» («θάνατος – ζωή»).
Με πειθαρχία και ομαδικό πνεύμα, η Σοφία Γεωργοβασίλη, η Μαρία Λειβαδάρου, η Μάγια Μοσχανδρέου και η Γιούλη Τάσιου φωτίζουν διαφορετικές πτυχές του προσώπου της Ευρυδίκης μέσα από το ημερολόγιο και τα γράμματά της και ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις ενός εγχειρήματος που επιμένει να ενώσει τη θεατρική σκηνή με το ντιβάνι του ψυχαναλυτή.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Η περίπτωση Ευρυδίκη» της Κατερίνας Μάτσα
Σκηνοθεσία : Όλια Λαζαρίδου
Φωτισμοί : Μαρία Αθανασοπούλου
Ηθοποιοί : Σοφία Γεωργοβασίλη, Μαρία Λειβαδάρου, Μάγια Μοσχανδρέου και Γιούλη Τάσιου
ΘΕΑΤΡΟ ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ
Ακαδήμου 14- 16, τηλ. 210 52 34 382
Δευτέρα – Τρίτη 21.00


Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

Ανοιχτοί λογαριασμοί


Η «Λάσπη» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη κατορθώνει να θίξει πολλά θέματα μέσα από τους πυκνούς και καλογραμμένους διαλόγους. Σ’ ένα παιχνίδι μυστηρίου και ανατροπών, με ελλειπτικό τρόπο και μακριά από τις κοινοτοπίες του ρεαλισμού, ο συγγραφέας διερευνά τα λεπτά όρια που χωρίζουν την εξουσία από την υποταγή, το οικείο από το ανοίκειο, την κατοχή από την εξάρτηση, τον εαυτό από τους Άλλους. Η εμμονή με το σπίτι, οι ανασφάλειες, η ανομολόγητη ερωτική έλξη, οι φόβοι και τα κρυφά μυστικά, όλα βγαίνουν στο φως.
Μια γυναίκα επιστρέφει για να εγκατασταθεί στο χωριό που γεννήθηκε. Έκπληκτη διαπιστώνει ότι το σπίτι της έχει καταληφθεί από πενταμελή οικογένεια, με τη σιωπηλή αλλά καταλυτική συναίνεση της μικρής κοινωνίας. Ποιος έχει δίκαιο και ποιος άδικο; Η λύση θα αποκαλυφθεί μέσα από μια παράδοξη συμβίωση…

Ο Συγγραφέας και το έργο του
Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης ξεκίνησε την καριέρα του ως ηθοποιός, λίγα χρόνια όμως αργότερα, ασχολήθηκε με τη συγγραφή μυθιστορημάτων. Συνεργάστηκε με τις εκδόσεις «Το Ροδακιό», οι οποίες κυκλοφόρησαν τα έργα «Οι τέσσερις τοίχοι», «Ο Φιλοξενούμενος», τη συλλογή διηγημάτων «Φυσικές ιστορίες» και το αφήγημα «Ύπνος», εμπνευσμένο από την ομώνυμη ζωγραφική συλλογή της Ευφροσύνης Δοξιάδη.
Το 2005 στρέφεται στη θεατρική γραφή με το έργο «Μεταμφίεση» που ερμηνεύθηκε από τη Ράνια Οικονομίδου σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάκου. Τη φετινή χρονιά, στο θέατρο «Σφενδόνη» η Άννα Κοκκίνου σκηνοθετεί και ενσαρκώνει τη Ρίκα στο μονόλογο «Λα πουπέ».
Η «Λάσπη» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε θεατρικό αναλόγιο, στις «Αναγνώσεις 2008» της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου που οργάνωσε η Σίσσυ Παπαθανασίου. Τη σκηνοθετική επιμέλεια είχε αναλάβει ο Γιώργος Παλούμπης και συμμετείχαν οι ηθοποιοί Μαρία Τσιμά, Εκάβη Ντούμα, Άγης Εμμανουήλ και Θάνος Αλεξίου.

Η παράσταση
Η σκηνοθεσία της Λιλλύς Μελεμέ σηματοδοτεί το συμπυκνωμένο λόγο του συγγραφέα ακολουθώντας τις δομές του έργου, δημιουργώντας σασπένς και αγωνία και δίνοντας έμφαση στα έντονα στιγμιότυπα ή τις απότομες εξάρσεις.
Οι κομματιασμένοι τοίχοι, η περιστρεφόμενη, διπλής όψης πόρτα και ο επάνω όροφος εξυπηρετούν τις δραματικές-πραξιακές καταστάσεις του κοινωνικού έργου και αποτελούν ενιαία υπερβατικής φύσεως δομή στην παράσταση, της οποίας αναδεικνύει την πολυδιάστατη θεματολογία ενώ σηματοδοτεί το συγκινησιακό βάρος των ηθοποιών.
Στη συμβολική χρήση των σκηνογραφικών δεδομένων της Ελένης Μανωλοπούλου συμβάλλουν και διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο τόσο οι υποβλητικές νότες της μουσικής του Σταύρου Γασπαράτου, όσο και οι καίριοι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, που με δημιουργική ευελιξία εστιάζουν στις κινήσεις των ηθοποιών και στις σκηνές των συναισθηματικών μεταπτώσεων.
Στο έργο τα πρόσωπα δεν αποκαλούνται με τα μικρά τους ονόματα, ενώ στο πρόγραμμα αναφέρονται με αρχικά γράμματα της αλφαβήτου. Η Μαρία Καλλιμάνη (Θ) αποδίδει λεπτομερειακά τόσο τις ρεαλιστικές στιγμές, όσο και τις φαντασιώσεις της ιδιοκτήτριας του σπιτιού κάνοντας αισθητή τη λεπτή διαχωριστική γραμμή. Η Πηνελόπη Μαρκοπούλου (Ζ) και ο Δημήτρης Ξανθόπουλος (Φ) συνθέτουν ένα ώριμο, από υποκριτικής πλευράς, σκηνικό ζευγάρι που χειρίζεται με μέτρο τα εκφραστικά του μέσα σ’ επίμαχα σημεία της πλοκής όταν κινδυνεύει δηλαδή να λειτουργήσει συγκινησιακά απέναντι στην Θ. και στο ήθος που καταγράφει ο συγγραφέας.
Στο άρτια επιμελημένο πρόγραμμα της παράστασης, εκτός από τις πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη για το θεατρικό έργο, θα βρει κανείς πολύ ενδιαφέρον υλικό. Αξίζει να αναφερθεί το άρθρο της Κάρεν Χόρνεϋ από το σύγγραμμα «Ο ρόλος της νεύρωσης και η ανέλιξη της προσωπικότητας. Ο αγώνας για την αυτοκαταξίωση», σε μετάφραση Κίκας Δ. Χριστοφίδου.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Λάσπη» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη
Σκηνοθεσία : Λίλλυ Μελεμέ
Σκηνικά – κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική : Σταύρος Γασπαράτος
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μαρία Καλλιμάνη, Πηνελόπη Μαρκοπούλου και Δημήτρης Ξανθόπουλος

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ – Β’ Σκηνή
Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ. 210 88 38 727
Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο 21.00 – Τετάρτη – Κυριακή 20.00