Πέμπτη 13 Μαΐου 2010

«Κόντρα στην πρόοδο» του Εστέβα Σολέρ στο θέατρο «Συνεργείο»


Το θεατρικό έργο «Κόντρα στην πρόοδο» γράφτηκε το 2008 στην καταλανική γλώσσα. Ο συγγραφέας Εστέβα Σολέρ γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1976 και σπούδασε σκηνοθεσία και θεατρική γραφή στο Ινστιτούτο Θεάτρου της γενέτειρας του.
Στον ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό χώρο του «Συνεργείου» στο Μεταξουργείο, παίζεται αυτό το ιδιόμορφο έργο που ισορροπεί ανάμεσα στον σουρεαλισμό και την φάρσα, τον κυνισμό και το χιούμορ, το παράλογο και τον τρόμο, μια σπονδυλωτή περιπέτεια με έξι σταθμούς-ιστορίες που μοιράστηκαν τέσσερις σκηνοθέτες ενώ τους ρόλους ερμήνευσαν ένδεκα αξιόλογοι ηθοποιοί.
Η παράσταση αρχίζει στο φουαγιέ, όπου και ανοίγει ένα παράθυρο-οθόνη που αποκαλύπτει έναν άντρα και μια γυναίκα, σε στάδιο πλήρους κατάρρευσης μπροστά στον τηλεοπτικό τους δέκτη. Όταν οι οικείες τηλεοπτικές εικόνες εξαφανίζονται από μπροστά τους για να αντικατασταθούν από την φιγούρα ενός παιδιού από την Αφρική, που το υποδύεται ο μικρός Wanjiru Steven, το σταθερό σύμπαν του σαλονιού τους υφίσταται οδυνηρό κλυδωνισμό κι η ψυχική τους γαλήνη αντικαθίσταται από νοσηρό πανικό.
Στην πορεία, οι θεατές μετακινούνται από χώρο σε χώρο σε διαφορετικούς ορόφους του «Συνεργείου» για να έρθουν αντιμέτωποι με διαφορετικά σκηνικά στα οποία ξετυλίγονται οι παράδοξες ιστορίες του Σολέρ.
Ένα τεράστιο μήλο καταλαμβάνει την τραπεζαρία δύο φιλήσυχων αστών, ένα παράξενο σχολείο-δάσος ανοίγει τις πόρτες του σαν μασέλες λύκου για να καταβροχθίσει μέσα από την ιστορία της κοκκινοσκουφίτσας που διηγείται μια δασκάλα-ξωτικό, τον μαθητή που για ακόμα μία φορά έχασε τον δρόμο του. Ένα δρομολόγιο τρένου αντιστοιχεί με ένα βραχύβιο συμβόλαιο γάμου καθώς η αναχώρηση ενδυναμώνει το πάθος χωρίς όμως να μπορεί να σώσει και τον έρωτα. Μια φώκια δολοφονεί μωρά για να εμποδίσει την καταστρεπτική εξάπλωση της ράτσας των κάθε άλλο παρά έλλογων, ανθρωπίνων όντων. Κι έξω, σε μια ταράτσα ένας άντρας χτυπημένος από τραμ ψυχορραγεί ενώ μια γυναίκα τον παρακολουθεί χωρίς να μπορεί ή να θέλει να τον σώσει αλλά και χωρίς να μπορεί ή να θέλει να τον αγνοήσει.
Οι γοητευτικές, άλλοτε τρομακτικές, άλλοτε αστείες κι άλλοτε τραγικές αυτές δράσεις εναλλάσσονται προσφέροντας στον θεατή ένα λαβυρινθώδες μονοπάτι για να περιπλανηθεί στα δύσβατα τοπία της διαστροφικής του ψυχοσύνθεσης αλλά και για να εισχωρήσει στα σκοτεινά, άγνωστα δωμάτια της λησμονημένης του ανθρωπιάς.
Ανάμεσα σε όνειρο και πραγματικότητα, ανάμεσα σε παραμύθι και ντοκουμέντο, οι ιστορίες αποκαλύπτουν όλα όσα η καθημερινότητα καλύπτει, χωρίς παράλληλα να χάνουν την πολιτική τους υπόσταση και το κριτικό τους πνεύμα.
Οι τέσσερις σκηνοθέτες Γιολάντα Μαρκοπούλου, Λίλλυ Μελεμέ, Δημήτρης Μπίτος και Άρης Τρουπάκης κινήθηκαν παράλληλα αλλά και αντίστροφα, προσδίδοντας ο καθένας στο μονόπρακτο που ανέλαβε μια ξεχωριστή ταυτότητα και διατηρώντας παράλληλα μέσα από κοινά στοιχεία την ομοιογένεια του θεάματος.
Ο σκηνοθέτης που ανέλαβε την ιστορία των παγιδευμένων στη σύμβαση του ετήσιου συμβολαίου γάμου, εραστών δούλεψε σε μια ακραία εκδοχή των ιστοριών του, στην κόψη της περιπέτειας.
Στην ιστορία του χτυπημένου από το τραμ άντρα που εγκαταλείπεται στην τύχη του από την αδιάφορη πόρνη, ο σκηνοθέτης διατήρησε το λακωνικό στυλ του αφήνοντας να διαρρεύσει από τις ρωγμές του κυνισμού, ατόφια συγκίνηση.
Στην ιστορία με τους δύο τηλεθεατές αλλά και στον συγκλονιστικό μονόλογο της φώκιας, ο σκηνοθέτης δούλεψε με σχήματα τα οποία έθραυσε μέσω των υποκριτικών ανατροπών ενώ στο τεράστιο Μήλο αλλά κυρίως στην Κοκκινοσκουφίτσα, συνδύασε έξοχα το συναίσθημα με τον κυνισμό και την παραμυθία με τον εφιάλτη.
Από τους ρόλους που μου έμειναν, ένας είναι σίγουρα εκείνος της γυναίκας-φώκιας από την Ειρήνη Δράκου που μετέφερε αυθεντική συγκίνηση στο κοινό καθώς η ταλαντούχα ηθοποιός βουτάει μαγικά στο νερό μιας δεξαμενής και εμφανίζεται βρεγμένη για να ολοκληρώσει την αφήγηση, χωρίς να απολέσει ούτε στιγμή την αίσθηση του υδρόβιου όντος αντιμέτωπου με τη φρίκη του ανθρωπίνου πλάσματος.
Η τρομακτική δασκάλα που διηγείται το παραμύθι (Λίλλυ Μελεμέ) απέδωσε την μεταφυσική κι εφιαλτική ατμόσφαιρα με δραματική ευκρίνεια ενώ η κοκκινοσκουφίτσα Μαρία Αιγινίτου και το χαμένο αγόρι Λεονάρδος Μπατής, υποδύονται με χιούμορ αλλά και σπαραγμό τους δύο μαθητές.
Πειστικά ερμηνευμένοι από την Αναστασία Σταθοπούλου και τον Δημήτρη Τρουμπούκη, αν και λίγο ακραίοι, οι δύο τηλεθεατές που αδυνατούν να αρθρώσουν λόγο και να υποστηρίξουν τους επικοινωνιακούς τους κώδικες και πειθαρχημένο στην εντέλεια το στυλιζαρισμένο ζεύγος Μαρία Αιγινίτου-Λεονάρδος Μπατής, που αποφασίζει να καταβροχθίσει τον εφιάλτη-μήλο το οποίο ενεδρεύει στην τραπεζαρία του.
Απολαυστικό, βαθιά συγκινητικό και εξαίσιο κινησιολογικά το ζεύγος των παντρεμένων με ετήσιο συμβόλαιο, από την Άννα Κουτσαφτίκη και τον Δημήτρη Μυλωνά που παραδίδεται στον παθιασμένο τελευταίο του χορό κι εξ ίσου εντυπωσιακός κι ο σταθμάρχης-αντίζηλος Σπύρος Τσεκούρας. Υπέροχο το σουρεαλιστικό κοστούμι της γυναίκας που τσαλακώνεται μέσα από τις αντιξοότητες της διάψευσης και έξυπνα στημένες οι σκηνές της μονομαχίας.
Η πόρνη ερμηνευμένη από την Γιώτα Μηλίτση στο τελευταίο μονόπρακτο αποδίδει τον αντιφατικό της ρόλο με αυθεντικότητα και υποκριτικό βάθος. Ο Νικόλας Αναστασόπουλος υποδύεται σπαρακτικά τον ετοιμοθάνατο, απελπισμένο άντρα κι ο Σπύρος Τσεκούρας είναι ένας ιδιαίτερα πειστικός νταβατζής με παράδοξες ευαισθησίες.
Ατμοσφαιρικοί και λειτουργικοί οι φωτισμοί της Ηλέκτρας Περσελή αξιοποιούν θαυμάσια τους σκηνικούς χώρους, οι οποίοι εισάγουν τον θεατή σε τοπία «μαγικού ρεαλισμού» με κορυφαίο αυτό του σχολείου.
Τα ευφάνταστα κοστούμια και τα μαγικά σκηνικά υπογράφουν η Αλεξάνδρα Σιάφκου, ο Αριστοτέλης Καρανάνος κι ο Θοδωρής Χρυσικός. Να σημειώσουμε εδώ πως ένα κομμάτι της εγκατάστασης στο δωμάτιο της «σχολικής τάξης» είναι του Πάνου Φαμέλη από το έργο του «Kicking and screaming: A Divine Comedy».
Η ευέλικτη, ολοζώντανη μετάφραση που αποδίδει γλαφυρά και την ατμόσφαιρα αλλά και το παράλογο του έργου είναι προϊόν της συνεργασίας της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και του Δημήτρη Ψαρρά. Την επιμέλεια της κίνησης έκανε η Μόνικα Κολοκοτρώνη.

Τρίτη 11 Μαΐου 2010

«Η Κερένια Κούκλα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου από την «Ομάδα 8» στο θέατρο «Θεμέλιο»


Πριν λίγα χρόνια, η θεατρική ομάδα «Όχι Παίζουμε» του Γιώργου Σαχίνη είχε παρουσιάσει με επιτυχία το έργο του Άκη Δήμου «Το Αίμα που μαράθηκε», ένα σκοτεινό παραμύθι με αφορμή το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου «Η Κερένια Κούκλα».
Φέτος, η «Ομάδα 8» της Ιουλίας Σιάμου προτείνει μια νέα θεατρική διασκευή του σημαντικού μυθιστορήματος του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου (Αθήνα 1867-1911) στήνοντας μια ατμοσφαιρική παράσταση με λιτά μέσα που αναδεικνύει τους μεταφυσικούς συμβολισμούς και το λυρισμό του κειμένου.
Πρόκειται για ένα κείμενο που η δραματική και τραγική πλοκή του εξελίσσεται σε μια πρωτόγνωρα δοσμένη, αφηγηματικά, Αθήνα, με τα σπίτια, τις γειτονιές, τα στέκια, τους ερημικούς και τους κεντρικούς πολυσύχναστους δρόμους της, «στη σκιάν της Ακροπόλεως και παρά το βράχον του Φιλοπάππου». Εκεί κατοικεί ο Νίκος με τη βαριά άρρωστη γυναίκα του τη Βιργινία και τη Λιόλια, ένα όμορφο νεαρό κορίτσι, μακρινή συγγενή της συζύγου του. Σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο, που πλεονάζει από λυρικές παρεμβολές και μεταφυσικά σύμβολα, κινούνται οι ήρωες, πρόσωπα ζυμωμένα από τη ζωή, με τα πάθη, τις ανατάσεις και τις πτώσεις της, υποχείριο μιας υπέρτατης δύναμης : της μοίρας.
«Η Κερένια Κούκλα» σημειώνει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος «παρ’ όλον τον ρεαλισμό της, είναι μυθιστόρημα ποιητικόν. Συνενώνει και τρόπον τινά συνδιαλάσσει το πραγματικόν προς το ιδανικόν, το φυσικόν προς το υπερφυσικόν και το αντικειμενικόν προς το φαντασιώδες. Κάθε σκηνή, κάθε περιγραφή, ο διάλογος, όλα υπερβάλλουν. Και παντού αναφαίνεται ο αισθαντικός, ο υπερευαίσθητος συγγραφεύς, ο ωραιοπαθής, ο οποίος ανευρίσκει το ωραίον και εις τα άσχημα, το ποιητικόν και εις τα πεζότερα της ζωής».
Το μυθιστόρημα που γράφτηκε το 1908, έχει διασκευαστεί από τον Παντελή Χορν και έχει ανέβει στη σκηνή από το θίασο της Κυβέλης σε σκηνοθεσία Θωμά Οικονόμου, από την Εταιρεία Θεάτρου «Αιωρία» σε διασκευή-σκηνοθεσία Κατερίνας Σαρροπούλου και στο πλαίσιο της Μπιεννάλε Νέων Δημιουργών σε σκηνοθεσία Λ. Γιαννακού. Στον κινηματογράφο έχει μεταφερθεί δυο φορές, ενώ στην τηλεόραση προβλήθηκε μέσα από σειρά της ΕΤ2.

Η παράσταση
Η διασκευή της Ιουλίας Σιάμου και του Στάθη Αναστασίου διέσωσε με την οικονομία της το καίριο του έργου επιμένοντας στα κρίσιμα επεισόδια. Η σκηνοθεσία της Ιουλίας Σιάμου οριοθέτησε το έργο γύρω από ένα κρεβάτι ως σημείο του ταραγμένου συζυγικού βίου. Η συνεχής μετατόπιση του κρεβατιού στην εντελώς άδεια από αντικείμενα σκηνή, πρέπει να εκληφθεί ως σημείωση της αστάθειας του συζυγικού βίου, ενός βίου που κυριολεκτικά παραπαίει εφόσον ο Νίκος τηρεί παράνομο συγγενή δεσμό με τη νεαρή Λιόλια.
Χαρακτηριστικό στοιχείο στη σημειολογία της παράστασης η ανθοδέσμη με τα κόκκινα λουλούδια που ενώ σε άλλη περίπτωση θα υποδήλωνε τον έρωτα, εδώ προπέμπει τον θάνατο καθώς φαντάζει ως πρόωρο κτέρισμα στο σκήνωμα της Βιργινίας.
Η όλη παρουσία της Βιργινίας (μακιγιάζ, κινησιολογία κτλ) παραπέμπει σε μια πένθιμη κούκλα, σε μια κούκλα απομακρυσμένη από το άγριο παιχνίδι της ζωής. Εύγλωττος και καθαρός ο ρυθμός της κίνησης στο χορευτικό σόλο της Νερίνας Ζάρπα σε αντίστιξη με τη στατικότητα της κούκλας. Η Νερίνα Ζάρπα ερμηνεύει με σκηνική ευχέρεια, εκφραστικότητα και σωματική άνεση την ηρωίδα.
Στο ρόλο της Λιόλια, η Νίκη Αναστασίου διαθέτει την αισθαντική της θηλυκότητα για να ελκύσει το Νίκο και να παροξύνει το διχασμό του ζεύγους. Η νέα ηθοποιός φαίνεται ότι με την κατάθεσή της αυτή, δημιουργεί ευοίωνη προοπτική για την πορεία της στο μέλλον.
Αντίθετα, ο Στάθης Αναστασίου που επωμίζεται το ρόλο του Νίκου, δεν κατέχει τα αυτοφυή προσόντα για να τον υπηρετήσει. Άλλωστε, η αντιμετώπιση του εν λόγω ρόλου στο σύνολό της, δεν έγινε με επαρκείς όρους : ατημέλητη άρθρωση, πλαδαρή κίνηση, λυμφατικά ανακλαστικά.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια επιμελήθηκε η Έντα Δημοπούλου και τις χορογραφίες έστησε η Νερίνα Ζάρπα.
Μια από τις αρετές της παράστασης είναι οι εξαιρετικοί φωτισμοί του Στάθη Αναστασίου που αναδεικνύουν το ανάγλυφο των χαρακτήρων και δημιουργούν τη δέουσα ατμόσφαιρα για το δράμα της ηρωίδας. Οι άρτια επιμελημένοι φωτισμοί παίζουν στην κυριολεξία ανάμεσα στο ρεαλισμό και τον εξπρεσιονισμό που τους εξασφαλίζει η σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία συμπληρώνοντας έτσι τη θεατρική επιφάνεια του εγχειρήματος.
Απουσιάζει αισθητά ένα έστω και ολιγοσέλιδο πρόγραμμα με κείμενα γύρω από τη ζωή του συγγραφέα, τη συμβολή του στη θεατρική πράξη μέσα από την ίδρυση του οργανισμού «Νέα Σκηνή» και το λογοτεχνικό έργο που άφησε πίσω του, έργο που επηρέασε τους μεταγενέστερους ομοτέχνους του.
Στο νεοσύστατο και καλαίσθητο θεατρικό χώρο «Θεμέλιο» στεγάζεται δραματική σχολή, φιλοξενούνται εικαστικές εκθέσεις όπως αυτή της Έντας Δημοπούλου με τίτλο «Βυζαντινά Τοπία», ενώ στη σκηνή του δεύτερου ορόφου θα παρουσιάσουν πολλές νέες θεατρικές ομάδες τη δουλειά τους. Προς το παρόν, κάθε Δευτέρα και Τρίτη, η θεατρική ομάδα «Περίακτοι» ανεβάζει το έργο του Όσκαρ Ουάιλντ «Η Σημασία να είναι κανείς σοβαρός» σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ και σκηνοθεσία Σπύρου Κολιαβασίλη.

Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

«Καβαλάρηδες στη θάλασσα» του Τζον Μίλινγκτον Σίνγκ στο θέατρο «Σφενδόνη»


Ο Ιρλανδός συγγραφέας Τζον Μίλλινγκτον Σινγκ (1871 – 1909) αν και χάθηκε πρόωρα, άφησε έξι ολοκληρωμένα θεατρικά έργα, που ανεβαίνουν μέχρι τις μέρες μας στις σκηνές όλου του κόσμου. Η δραματουργία του ξεχωρίζει για τη στέρεη δομή της καθώς, είτε στην κωμωδία είτε στην τραγωδία, αποκαλύπτει σε βάθους τους χαρακτήρες και τον τρόπο σκέψης μιας πολυμήχανης και ευφάνταστης αγροτιάς. Η γλώσσα του είναι πλούσια σε εικόνες, ζωντανή και ποιητική με δυνατές σκηνές κορύφωσης της δράσης και λεπτοδουλεμένους διαλόγους. Ένα κράμα χιούμορ και θλίψης, μια βλοσυρή αλλά ελαστική κοσμοθεώρηση, ένας διαυγής πεσιμισμός.
Το 1904 ανέβηκε για πρώτη φορά στο Άμπεϊ Θήατερ το έργο «Καβαλάρηδες στη θάλασσα» («Riders to the sea»), μια μονόπρακτη τραγωδία που χάρη στη λακωνικότητα και την έντασή της, αποτελεί ένα από τα καλύτερα σύγχρονα σύντομα έργα. Λόγω της μικρής του διάρκειας συνήθως παρουσιάζεται σε ενιαία παράσταση με τον «Ίσκιο του λαγκαδιού» ή κάποιες άλλες φορές με τη «Ντίαρντρη των θλίψεων».
Η μικρή αυτή τραγωδία της ύπαρξης εκτυλίσσεται στο σπιτικό μιας οικογένειας, σ’ ένα νησί στα ανοιχτά της Δυτικής Ιρλανδίας, όπου η Μόϊρα, μια μάνα που έχασε πέντε από τους έξι γιους της στη θάλασσα, προσπαθεί μάταια ν’ αποτρέψει το μικρότερο και στερνό γιο της να μπαρκάρει. Η μοίρα του όμως φαίνεται πως είναι προδιαγεγραμμένη καθώς ούτε οι θρήνοι, ούτε τα κλάματα ακόμα κι οι κατάρες, δεν θα σταθούν ικανά μέσα για να μεταπείσουν τον αποφασισμένο νεαρό, που επιθυμεί διακαώς να παλέψει με τα κύματα αψηφώντας την θύελλα και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
Έτσι, ο θάνατος του Μπάρτλεϋ θα ξαναβυθίσει την οικογένεια στο πένθος, κατάσταση που στοιχειώνει μόνιμα την εστία. Τα μέλη της, συνειδητοποιώντας πόσο άνιση και μάταιη είναι η πάλη με το «μαύρο καβαλάρη» μοιάζουν ν’ αποδέχονται καρτερικά το τέλος. Χαρακτηριστικός ο τελευταίος μονόλογος της μάνας που μοιρολογεί χαμηλόφωνα και γονατιστή : «Ο Μπάρτλεϋ θα έχει ένα όμορφο φέρετρο με τις άσπρες σανίδες, και ένα βαθύ βαθύ τάφο, ναι. Τι περισσότερο μπορούμε να θελήσουμε από αυτό; Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζει για πάντα και πρέπει να ‘μαστε ευχαριστημένοι».

Η παράσταση
Η Άννα Κοκκίνου άλλαξε την τοπογραφία του θεάτρου της προκειμένου να φιλοξενήσει τους «Καβαλάρηδες στη θάλασσα». Δημιούργησε ένα ετερόδρομο αμφιθέατρο όπου τα γεγονότα διαδραματίζονται στον μεταξύ ευρύ διάδρομο-σκηνή. Στο βάθος αντικριστά από την είσοδο, εμφύτευσε δοκούς, με εύγλωττο σημειολογικό κόστος καθώς αυτοί απεικονίζουν τον εσωτερικό οικείο χώρο όπου η Μόϊρα αποδύεται στον κομμό για το χαμό των γιων της στη θάλασσα.
Ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε η Ισμήνη Καρυωτάκη απεικονίζει με τις ακριβείς υποσημειώσεις του (ροδάνι, σκάλα, διάταξη τραπεζιού, ζύμη) το βαρύ πένθος και τις τελετουργικές συνήθειες της επαρχίας.
Η αναντίρρητη ατμόσφαιρα με τον θάνατο ως εκκολαπτόμενη απειλή, υπονομεύεται από την ίδια την υποκριτική τέχνη και ιδίως από τους ρυθμούς που υιοθέτησε η Άννα Κοκκίνου. Το αργό παίξιμο, η σχοινοτενής ανάλυση εναντιώνονται στους συνειρμούς του θεατή, ο οποίος ή πλήττει αφόρητα επειδή σαφώς δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τα δρώμενα ή αδιαφορεί ως το τέλος.
Η σκηνοθέτης εξέτεινε το μονόπρακτο έργο του Σινγκ καλύπτοντας τον χρόνο ενός πολύπρακτου. Οι ηθοποιοί την ακολουθούν μ’ ένα λόγο που αν δεν ακούγεται, όπως στην περίπτωση του Μπάρτλεϋ του Φώτη Λαγανόπουλου, δεν προβιβάζει κανένα απολύτως μήνυμα. Ωστόσο, η Τζωρτζίνα Δαλιάνη ως Καθλήν και η Φανή Παναγιωτίδου ως Νόρα κατορθώνουν να συγκινήσουν.
Το πρόβλημα της παράστασης είναι ο ρυθμός και η συνακόλουθη επιμονή να «γεμίσει» ο παραστασιακός χρόνος με ένα μονόπρακτο. Με δύο μικρά συγγενή έργα και με διαφορετικούς ρυθμούς, η Άννα Κοκκίνου θα είχε επιτύχει στις προσδοκίες της σ’ έναν μάλιστα εύθετο θεατρικό χώρο υψηλών αξιώσεων. Βέβαια ο ρυθμός της παράστασης στηρίζεται σε μια άποψη για την υποκριτική, η οποία παρ’ ότι εντελώς παρωχημένη υφίσταται ως άποψη και η ηθοποιός διαθέτει το κύρος για να την επιβάλλει.
Στη θέση του χορού των γεροντισσών παρίστανται οι νεαρές ηθοποιοί Έφη Βλαχογιάννη, Σοφία Ιγνατίδου, Βιβή Πέτση και Ελεάννα Τσίχλη. Χαρακτηριστική στην εντελέχεια της παράστασης η σκηνή με τις γυναίκες που, κρεμασμένες στους δοκούς, σημειώνουν τον κυματισμό του αίματος στα παράκτια. Οι ενδυματολογικές επιλογές της Ιωάννας Τσάμη συνδυάζουν εύστοχα το κόκκινο με το μαύρο χρώμα.
Στις αρετές της παράστασης συγκαταλέγονται η οργάνωση του χώρου, η ατμόσφαιρα που γητεύει, οι υποβλητικοί μουσικοί ήχοι του Θοδωρή Αμπαζή (καλπασμοί αλόγων, ήχος θύελλας, αιφνίδιες ριπές ανέμου) και οι εξαιρετικά λεπτοδουλεμένοι φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου που στηρίζουν με όλες τις αντιφάσεις τους, τη σκηνοθετική προσέγγιση.
Υποδειγματικό το καλαίσθητο πρόγραμμα-βιβλίο με πληθώρα κειμένων, φωτογραφικό υλικό, χρονολόγιο του συγγραφέα και ολόκληρο το πρότυπο κείμενο σε αντιπαραβολή με τη στρωτή και λειτουργική μετάφραση της Ανθής Λεούση.

Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

«Επικίνδυνες Σχέσεις» του Κρίστοφερ Χάμπτον στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου Άλμα


Βασισμένο στο ομώνυμο επιστολογραφικό μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Πιέρ Κοντερλό ντε Λακλό (1741-1803), το έργο «Επικίνδυνες Σχέσεις» του Βρετανού Κρίστοφερ Χάμπτον, που γράφτηκε το 1985, μας είναι ήδη γνωστό από πολλές θεατρικές παραστάσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό αλλά κι από τρεις κινηματογραφικές ταινίες που υπογράφουν ο Ροζέ Βαντίμ, ο Στήβεν Φρίαρς κι ο Μίλος Φόρμαν.

Το έργο
Η Μερτέιγ απολαμβάνει να έχει τον έλεγχο των συναισθημάτων και της μυστικής ερωτικής ζωής των ανθρώπων του κοινωνικού της περιβάλλοντος. Σύμμαχο στις συνομωσίες της έχει τον πρώην εραστή της Βαλμόν, έναν άντρα που λατρεύει να αποπλανεί τις γυναίκες, όχι τόσο για να ικανοποιήσει τις ακόρεστες σεξουαλικές ορέξεις του, όσο να νοιώσει τα ρίγη ηδονής που του προσφέρει η εξουσία πάνω στα θύματά του όταν εκείνα παραδίδονται στην αγκαλιά του ανίκανα να αντισταθούν στο ξύπνημα της σάρκας τους.
Πρόκειται για δύο έξυπνους ανθρώπους που χρησιμοποιούν την στρατηγική και τις γνώσεις τους πάνω στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση για να αξιοποιήσουν την κοινωνική τους ισχύ και να ικανοποιήσουν την παιγνιώδη τους διάθεση για εξουσία που διώχνει την πλήξη της καθημερινότητας από τις, κατά τα άλλα, μέτριες ζωές τους.
Αποπλανώντας μια νεαρή, πανέμορφη παρθένα κατά παραγγελία της φίλης του, ο Βαλμόν, παίρνει μια εκδίκηση για λογαριασμό της αλλά ταυτόχρονα διασταυρώνεται με μία γοητευτική παντρεμένη γυναίκα, απαράμιλλης ηθικής, την Τουρβίλ, η οποία γίνεται ο αμέσως επόμενος στόχος του.
Η Μερτέιγ επιχειρώντας να μπει στο παιχνίδι, προσφέρει σαν τίμημα μια ερωτική νύχτα μαζί της, αν ο Βαλμόν καταφέρει να αποπλανήσει την γυναίκα. Και κερδίζεται το στοίχημα. Μόνο που, πέρα από κάθε πρόθεσή του, ο Βαλμόν ερωτεύεται βαθιά την Τουρβίλ. Αυτό που άλλους θα τους λύτρωνε, για τον αδίστακτο και κυνικό άντρα, είναι φονικό. Αναγκάζεται να διώξει την Τουρβίλ για να μην αποδειχτεί αδύναμος στα μάτια της Μερτέιγ. Εκείνη πεθαίνει κι ο Βαλμόν εμπλέκεται σε μία μονομαχία κι αφήνεται να σκοτωθεί. Πριν όμως ξεψυχήσει έχει πάρει την εκδίκησή του, αποκαλύπτοντας τις συνομωσίες της φίλης του και καταστρέφοντας το κοινωνικό της στάτους.

Η παράσταση
Ο Γιώργος Κιμούλης που έχει αναλάβει τη διασκευή και τη σκηνοθεσία του έργου, μεταφέρει τους ήρωες του Λακλό και την δράση τους από τον 18ο αιώνα στη δεκαετία του 1930. Μια εποχή μεταβατική ανάμεσα σε δύο πολέμους, με έντονες αντιθέσεις και δυναμικές, με μία έξαρση των ηθών αλλά και έναν υποβόσκοντα βαθύ συντηρητισμό που εξαναγκάζει τους τολμηρούς να δρουν υπόγεια.
Τα πρώτα επιτεύγματα της τεχνολογίας αλλάζουν τις καθημερινές συνήθειες των ανθρώπων κι η ανάπτυξη των πόλεων εμφανίζει νέες μορφές εξουσίας ανατρέποντας τις κυρίαρχες δομές και φέρνοντας την ανθρωπότητα αντιμέτωπη με ενδιαφέρουσες προοπτικές αλλά και τρομακτικές ανακατατάξεις.
Στην διασκευή δεν γίνεται μνεία των συμβάντων αυτής της ταραγμένης εποχής ούτε και αναφέρονται τα γεγονότα που οδήγησαν στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και απασχολούσαν τότε τους Ευρωπαίους εξ ίσου με την ερωτική τους ζωή, ίσως και περισσότερο.
Ακούγεται βέβαια μια ραδιοφωνική εκπομπή, η οποία στην ουσία ανακοινώνει την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων από τον Μουσολίνι. Αυτή δίνει και το στίγμα της ιστορικής περιόδου στην οποία εκτυλίσσεται η δράση μαζί με τα κοστούμια και την εν γένει χαλαρότητα στο σαβουάρ βιβρ των προσώπων του έργου, χαρακτηριστική των υψηλών κύκλων της προπολεμικής Γαλλίας.
Οι σκηνές έχουν μικρή διάρκεια και εναλλάσσονται με νεύρο και δυναμισμό προσδίδοντας με τα διαρκή «κατ» μια κινηματογραφική αίσθηση στη ροή του έργου ενώ τα πλαίσια του σκηνικού προσδιορίζουν μαζί με τους φωτισμούς του Μπάμπη Αρώνη, τα πλάνα.
Οι πολύ καλά οργανωμένες αλλαγές ανάμεσα στις σκηνές αποτελούν ενδιαφέρον στοιχείο της αισθητικής της παράστασης αλλά έπρεπε ίσως να είναι πιο σύντομες για να μην αποσπούν το ενδιαφέρον από την κυρίως δράση.
Οι ηθοποιοί είναι ταλαντούχοι και πολύ καλά σκηνοθετημένοι αλλά οι εξαιρετικά απαιτητικοί ρόλοι του Βαλμόν και της Μερτέιγ απαιτούν ισχυρότερες σκηνικές παρουσίες και πιο έντονο μαγνητισμό για να αξιοποιηθούν πλήρως. Ωστόσο, ο Τάσος Ιορδανίδης και η Ράνια Σχίζα καταβάλουν αξιόλογη προσπάθεια, με την τελευταία να ξεχωρίζει αισθητά από το σύνολο των ερμηνευτών.
Η Θάλεια Ματίκα που ενσαρκώνει την Τουρβίλ δεν έχει το εύρος ώστε να αποδώσει τις αντιφάσεις του δύσκολου ρόλου της και καταλήγει περισσότερο συγκινητική παρά τραγική.
Τη διανομή συμπληρώνουν η Τζένη Θεωνά, ο Δημήτρης Σαμόλης, η Σταυρίνα Ψιμοπούλου κι ο Αντώνης Αντωνάκος που ανταποκρίνονται με επάρκεια στις απαιτήσεις των ρόλων τους.
Ο θαυμάσιος σχεδιασμός του σκηνικού χώρου από το Ρομάν Σαντόφσκι αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες του αλλά και τις απαιτήσεις της σκηνοθετικής οπτικής, η οποία βασίζεται στους γοργούς ρυθμούς και τις διαρκώς μεταβαλλόμενες κλίμακες των εντάσεων.
Εκπληκτικά τα κουστούμια της Ιωάννας Τιμοθεάδου μοιάζουν σαν να έχουν βγει από φιγουρίνια της εποχής και προσδίδουν στους ρόλους την έντονη αίσθηση πολυτέλειας, κομψότητας και οικονομικής άνεσης.
Το μακιγιάζ, επίτηδες έντονο ώστε να δημιουργεί την αίσθηση της μάσκας και οι στυλιζαρισμένες κομμώσεις (make up artist : Σάρα Τζόρνταν, Χάρης Χαραλαμπάκης) συνεισφέρουν στην αισθητική των κουστουμιών, ολοκληρώνοντας το ενδιαφέρον αποτέλεσμα.
Αισθητή η απουσία ενός προγράμματος με πλούσιο υλικό γύρω από το έργο, τη διασκευή, τους συγγραφείς και τις τόσο ενδιαφέρουσες μεταφορές του κειμένου στη μεγάλη οθόνη.

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

«La Chunga» του Μάριο Βάργκας Λιόσα από την ομάδα «Νάμα» στην κεντρική σκηνή του θεάτρου «Επί Κολωνώ»


Το «La Chunga» παίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και γράφτηκε το 1985. Είναι το τέταρτο από τα οχτώ θεατρικά έργα του περουβιανού συγγραφέα Μάριο Βάργκας Λιόσα. Ο Λιόσα είναι, μετά το νομπελίστα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, ο πιο πολυδιαβασμένος εν ζωή λατινοαμερικανός συγγραφέας, διάσημος κυρίως για τα μυθιστορήματά του, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί και στη γλώσσα μας. Οι ήρωες του έργου αυτού, καθώς και κάποια στοιχεία της ιστορίας τους, προϋπάρχουν σε μερικά από τα γνωστά μυθιστορήματά του όπως «Το Πράσινο Σπίτι», «Ο Λιτούμα στις Άνδεις» και «Το Παλιοκόριτσο».

Λίγα λόγια για το έργο
Σε ένα μπαρ στη Λίμα, το 1945, στις παρυφές μιας παραγκούπολης, στην άκρη της ερήμου της Πιούρα, συναντιούνται κάθε βράδυ τέσσερις άντρες για να παίξουν ζάρια, να πιούν, να τσακωθούν, να φαντασιωθούν ελκυστικές συγκυρίες και να μοιραστούν λίγη από την μοναξιά τους.
Η ιδιοκτήτρια του μπαρ, μια παράξενη γυναίκα με αυστηρούς τρόπους κι απόμακρο ύφος, υποδέχεται τους τακτικούς της πελάτες παραδομένη στη ρουτίνα της, υπομένοντας καρτερικά τις ιδιοτροπίες τους και επιβάλλοντας ταυτόχρονα στιβαρή πειθαρχία όταν παρεκτρέπονται.
Ένα απόγευμα ο Χοσεφίνο, ο πιο γοητευτικός από τους τέσσερις, φέρνει μαζί του την μέλλουσα αρραβωνιαστικιά του, την Μέτσε, ένα πανέμορφο, ντροπαλό κορίτσι που γίνεται αμέσως ποθητό κι από τους υπόλοιπους άντρες της συντροφιάς. Ωστόσο, καθώς η νύχτα προχωράει, ο άντρας παρασύρεται από το παιχνίδι των ζαριών κι όταν κάποια στιγμή τελειώνουν τα λεφτά του, προσφέρει στην Τσούνγκα το κορίτσι του για μία νύχτα, ζητώντας σαν αντάλλαγμα ένα ποσό ώστε να συνεχίσει να παίζει. Κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα τι συνέβη εκείνη τη νύχτα ανάμεσα στη γυναίκα και το κορίτσι. Το γεγονός όμως είναι πως η νεαρή εξαφανίζεται.
Στην δεύτερη πράξη, βλέπουμε την παρέα των αντρών, στο ίδιο μπαρ, ένα χρόνο μετά. Η κουβέντα περιστρέφεται ξανά γύρω από την Μέτσε και την παράδοξη εξαφάνισή της. Ο καθένας ανάλογα με τις ανάγκες του, τις φαντασιώσεις του και τους ενδόμυχους πόθους του, φαντασιώνεται μια διαφορετική έκβαση της ιστορίας, ακριβώς σαν να την ζούσε.
Και μέσα από τις ονειρικές διαδρομές των αφηγήσεων αχνοδιαγράφεται και η σχέση της Τσούνγκα με την Μέτσε, μια σχέση παράδοξη αλλά και τρυφερή. Στην εκδοχή αυτή, η γυναίκα ταυτίζεται με το κορίτσι και του προσφέρει το αντίτιμο για να απελευθερωθεί από την κόλαση της παραγκούπολης και την μέλλουσα εκπόρνευση ώστε να ζήσει σε μια άλλη πόλη, σ’ έναν υποθετικό παράδεισο κάπου έξω και μακριά, στον οποίο η ίδια επιδίωκε κάποτε να δραπετεύσει.
Η Τσούνγκα μένει παγιδευμένη στον εφιαλτικό μικρόκοσμό της έχοντας εξαργυρώσει το εισιτήριό της απόδρασής της για να χρηματοδοτήσει την φυγή του κοριτσιού αλλά δεν πρόκειται απλά για μια πράξη μεγαλοψυχίας. Δίνοντας μια ελπίδα διαφυγής στο όμορφο και ποθητό πλάσμα την δίνει στην πραγματικότητα, στον ίδιο τον νεανικό εαυτό της, εκείνον που έχει για πάντα απολεσθεί αλλά κατοικεί ακόμα στα μύχια της ψυχής της και που κατανοεί πως δεν θα μπορούσε ποτέ να τον ακολουθήσει σε έναν άλλο κόσμο όσο ιδανικός κι αν ήταν αυτός, αφού όλη της η ύπαρξη είναι πια αναπόσπαστο τμήμα αυτής της άσχημης παραγκούπολης και των εξαθλιωμένων κατοίκων της.

Η παράσταση
Η σκηνοθέτης Ελένη Σκότη εναρμόνισε τις αντιθέσεις του έργου με επιδεξιότητα, δημιουργώντας παράλληλα πεδία δράσης και φωτίζοντας τα έτσι, ώστε όνειρο και πραγματικότητα να συνυπάρχουν, το ευτελές να αποκτά αίγλη από την συνύπαρξή του με το απρόσιτο κι οι διαφορετικές δυναμικές να συγκρούονται μέσα σ’ ένα κοινό πλαίσιο υποκριτικής και κινησιολογίας. Χωρίς να καταφύγει σε στυλιστικές ερμηνείες, απέδωσε το άγγιγμα του φαντασιακού μέσα από την αξιοποίηση των ονειρικών σεκάνς και το ενέταξε αρμονικά στις σκηνοθετικές φόρμες της δημιουργώντας μια συμπαγή ατμόσφαιρα μαγικού ρεαλισμού.
Το σκηνικό και τα κοστούμια σχεδίασε ο Γιώργος Χατζηνικολάου, ο οποίος κινήθηκε σε δύο επίπεδα αποδίδοντας την αυθεντική αίσθηση του χώρου αλλά και την μεταφυσική του διάσταση με σκληρά υλικά, ρεαλιστικές κατασκευές και ονειρικές υπομνήσεις. Τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς ενορχήστρωσε ο Νίκος Βλασόπουλος. Την μουσική επένδυση εκτελεί ζωντανά ο Ισίδωρος Πάτερος.
Τη μετάφραση από τα ισπανικά υπογράφει η καθηγήτρια θεατρικής μετάφρασης Μαρία Χατζηεμμανουήλ, η οποία απέδωσε με ευκρίνεια κι αυθεντικότητα τόσο τα ρεαλιστικά όσο και τα ονειρικά και ποιητικά στοιχεία του έργου.
Εξαιρετική η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο ρόλο της Τσούνγκα προσφέρει μία από τις καλύτερες ερμηνείες της, τσαλακώνοντας την εικόνα της και συνθέτοντας το ρόλο της μέσα από λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν τις σκοτεινές πτυχές του χαρακτήρα της παράξενης ηρωίδας χωρίς να αφαιρούν κάτι από την απόκοσμη αίσθηση της παρουσίας της.
Η νεαρή Ηλιάννα Μαυρομάτη στην πρώτη της θεατρική εμφάνιση ενσαρκώνει μια εύθραυστη και γοητευτική Μέτσε, που αποπνέει ταυτόχρονα, αυθορμησία, ερωτισμό, αθωότητα και αφοπλιστική αφέλεια.
Ο Δημήτρης Λάλος στο ρόλο του Χοσεφίνο, αποδίδει στην εντέλεια τον χαρακτήρα του ρωμαλέου άντρα που κατατρύχεται από τις αδυναμίες του.
Ο Στάθης Σταμουλακάτος ως Λιτούμα, ο Δημήτρης Καπετανάκος ως Χοσέ και ο Γιάννης Λεάκος ως πίθηκος συμπληρώνουν την επιτυχημένη διανομή, αποδίδοντας τους ρόλους τους με κινησιολογική και υποκριτική ευχέρεια.

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

«Το Κτήνος στο φεγγάρι» του Ρίτσαρντ Καλινόσκι στο Θέατρο «Πορεία»


Γιορτάζοντας τα δεκάχρονα του θεάτρου «Πορεία», ο Δημήτρης Τάρλοου, επιστρέφει στο εναρκτήριο έργο του «Δόλιχου», «Το κτήνος στο φεγγάρι» του Ρίτσαρντ Καλινόσκι, με τους ίδιους συνεργάτες, που ανταμώνουν ξανά, δέκα χρόνια μετά, προσεγγίζοντας με νέα ματιά το σημαντικό αυτό έργο. Η παράσταση είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Γιάννη Κυριακίδη.

Το έργο
Ο εικοσάχρονος Αράμ Τομασιάν, ένας Αρμένιος που επέζησε της γενοκτονίας από τους Τούρκους, αποφασίζει, όπως συνηθίζονταν τότε, να αποκτήσει μια σύζυγο από φωτογραφία. Είναι ο ίδιος φωτογράφος και η οικογένειά του έχει δολοφονηθεί από τους Τούρκους. Η κοπέλα που έρχεται, η Σέτα, συμπατριώτισσά του και με ανάλογο τραυματικό παρελθόν, είναι μόλις δεκαπέντε χρονών και επιπλέον δεν είναι το κορίτσι της φωτογραφίας. Είναι ωστόσο, μια παρουσία ολοζώντανη, ένα υγιές κύτταρο, γεμάτη χιούμορ, καρτερικότητα, ενέργεια, πλημμυρισμένη από προσδοκίες και διψασμένη για λίγη ευτυχία.
Η δράση του έργου εξελίσσεται στο Μιλγουόκι του Ουισκόνσιν ανάμεσα στο 1921 και το 1933. Ο τίτλος έχει προκύψει από μια παλιά ιστορία. Το 1893 έγινε μία έκλειψη σελήνης στην Τουρκία, και οι Τούρκοι, πεπεισμένοι ότι ένα «κτήνος» κατάπινε το φεγγάρι, έστρεψαν τα όπλα τους προς τον ουρανό προσπαθώντας να το σκοτώσουν. Με τα ίδια όπλα, εξολόθρευσαν τους χριστιανούς Αρμένιους, με μια σειρά από εκτεταμένα πογκρόμ στα τέλη του 18ου αιώνα, που κορυφώθηκαν με τη γενοκτονία του 1915 και τον αφανισμό περίπου δύο εκατομμυρίων Αρμενίων.
Το κορίτσι που κρατάει ακόμα στην αγκαλιά του την κούκλα του, έχει μια δυσανάλογη για την ηλικία του, αποστολή. Πρέπει να συντελέσει στην δημιουργία της οικογένειας που θα αντικαταστήσει εκείνην την οποία έχει απολέσει ο σύζυγός της.
Σε μια παλιά φωτογραφία που έχει διασώσει ο Αράμ από την καταστροφή, αφαιρεί τα πρόσωπα της οικογένειάς του. Η γυναίκα του παίρνει τη θέση της μητέρας του, ενώ αυτός, την θέση του πατέρα του. Τα παιδιά ωστόσο δεν αντικαθίστανται ποτέ καθώς η κοπέλα, εξ αιτίας της ελλιπούς της διατροφής στο ορφανοτροφείο, αποδεικνύεται πως δεν είναι σε θέση να τεκνοποιήσει.
Ένα αγόρι, γείτονας και απροστάτευτος όπως κι οι ίδιοι, εισβάλλει στη ζωή τους προσφέροντας την νεανική του ορμή και αυθορμησία και απαιτώντας ταυτόχρονα την στοργή και την φροντίδα που του έχουν λείψει. Η κυρία Τομασιάν ανταποκρίνεται αυθόρμητα αλλά ο κύριος Τομασιάν προβάλλει αντιστάσεις.
Η έκρηξη συναισθημάτων που θα ακολουθήσει, στην πιο δυναμική δραματουργικά σκηνή του έργου, επαναφέρει την ισορροπία ανάμεσα στους δύο πληγωμένους ανθρώπους και εξασφαλίζει μία θέση για το ορφανό όχι μόνο στη ζωή τους αλλά και στην νέα οικογενειακή φωτογραφία τους.
Ο αφηγητής, το τέταρτο πρόσωπο της ιστορίας, που με τον ιδιαίτερα ποιητικό τρόπο του συνδέει σκηνές και περιστατικά, άλλοτε εισβάλλοντας δυναμικά στη δράση κι άλλοτε παραμερίζοντας διακριτικά για να την αφήσει να αναπτυχθεί, είναι ο ίδιος ο Βίνσεντ, σε πιο ώριμη ηλικία.
Αυτή η δραματουργική ανατροπή, δημιουργεί μια συνθήκη που ενισχύει όχι μόνο την διαχρονικότητα των συμβάντων αλλά και τον σχολιασμό τους μέσα από το πλήρωμα του χρόνου, μετατρέποντας την προσωπική ιστορία των ηρώων σε ιστορική μαρτυρία.


Η παράσταση
Ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθέτησε την παράσταση με νεύρο, καθαρούς ρυθμούς, στιβαρή κινησιολογία, διαφάνεια, χιούμορ και δραματουργική έμπνευση. Έστησε δεξιοτεχνικά τις επί μέρους ατμόσφαιρες και συνέταξε αρμονικά τα διαφορετικά επίπεδα της σκηνικής δράσης.
Η Ταμίλα Κουλίεβα (Σέτα Τομασιάν) απέδωσε με ευκρίνεια την συναισθηματική γκάμα της ηρωίδας που ενσαρκώνει και διαχειρίστηκε με άνεση τις μεταβάσεις της από την εφηβεία στην ωριμότητα.
Η ερμηνεία του Δημήτρη Τάρλοου (Αράμ Τομασιάν), λιτή και εκφραστική, οδήγησε απρόσκοπτα τον χαρακτήρα στην εξαιρετική σκηνή της έκρηξης στο φινάλε του έργου αποφεύγοντας τους σκοπέλους της εξωστρέφειας και της συναισθηματικότητας.
Ο Γιώργος Μπινιάρης ενσάρκωσε τον ρόλο του αφηγητή με αυθεντικότητα, σκηνικό ήθος και γοητευτικό, υποβόσκον χιούμορ.
Το νεαρό αγόρι που ερμήνευσε τον μικρό Βίνσεντ, πειθάρχησε στις απαιτήσεις του δύσκολου ρόλου του, αποδίδοντάς τον με αυθόρμητο κέφι και θαυμάσια αίσθηση ρυθμού. Στον ρόλο αυτό εναλλάσσονται ο Φίλιππος Μοσχάτος κι ο Ρωμανός Μπολώτας. Στην παράσταση που παρακολούθησε η στήλη το ρόλο υποδυόταν ο δεύτερος.
Η μουσική του Haig Yazdjian εμβολίασε την ατμόσφαιρα του έργου με μοτίβα από την παράδοση των Αρμενίων, ενισχύοντας τις συναισθηματικές εντάσεις και την εσωστρεφή νοσταλγία των εξόριστων ηρώων.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου ισορροπούν ανάμεσα στο πνεύμα της εποχής και την διαχρονικότητα των συμβόλων, δημιουργώντας ένα περιβάλλον μαγικού ρεαλισμού. Οι διαφορετικοί χώροι στους οποίους οι ήρωες καταφεύγουν στις πιο προσωπικές τους στιγμές και που κατά συνέπεια αποκαλύπτουν μόνο ένα μέρος τους στον θεατή, αποτελούν ένα ευφυές εύρημα ενώ τα λιτά σκηνικά του κεντρικού δωματίου, το μεγάλο ξύλινο τραπέζι, η στημένη στο τρίποδό της φωτογραφική μηχανή και η οικογενειακή φωτογραφία στο αναλόγιο, οριοθετούν τα τρία σημεία αιχμής στην καθημερινότητα των προσώπων του έργου.
Ατμοσφαιρικοί και απόλυτα εναρμονισμένοι με το πνεύμα της σκηνοθεσίας, οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου.
Την καλή μετάφραση, που αξιοποιεί τον ρέοντα και ποιητικό λόγο του συγγραφέα, υπογράφει ο Δημήτρης Τάρλοου.

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

«Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Ιδού εγώ» από την Εταιρεία Θεάτρου «Δυτικά της Πόλης» στη σκηνή Black Box του Θεάτρου «Επί Κολωνώ»


«Την σκέψη
στο πλαδαρό μυαλό σας που ονειρεύεται
σαν υπηρέτης λαίμαργος σε καναπέ λιγδιάρικο
με την καρδιά κουρέλι ματωμένο θα ερεθίσω
χορταστικά χλευαστικός, ξεδιάντροπος και καυστικός
»

Φωνάζει ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι (1893-1930), ρημαγμένος από το επαναστατικό πάθος και έναν έρωτα που τον έχει ροκανίσει ως το μεδούλι. Και τα δυο μαζί θα τον οδηγήσουν σε μια αυτοκτονία που έκανε πιο πτωχή τη ρωσική ποίηση στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Μια φωνή-ουρλιαχτό από ένα βραχνό λαρύγγι, που μένει έξω από τη δικαιοδοσία της ακοής. Εκείνος όμως, θα συνεχίσει με όλη την αγνότητα του νυμφίου της επανάστασης, του έρωτα και του θανάτου.
«Καταραμένη!
Ακόμα δεν σου φθάνει ούτε αυτό;
Το στόμα θα σκιστεί από το ουρλιαχτό
».
Καμιά ανταπόκριση, ούτε από τη γυναίκα, ούτε από την πολιτεία. Αλλά ποια πολιτεία, ποιο σύστημα, όταν του στερεί την ικμάδα στον αγώνα, όταν του ματαιώνει το όνειρο της επανάστασης, όταν του περιορίζει την ελευθερία της έκφρασης, όταν του πνίγει τη διαμαρτυρία. Αυτή η άρνηση του συστήματος σε αγαστή διώθηση με τον έρωτα, με τη γυναίκα που του αρνείται όχι απλώς τη θηλυκότητα αλλά το ίδιο το πάθος, θα τον οδηγήσει στο παραλήρημα (στίχοι που βγαίνουν πελεκητοί από το τεχνουργείο της ποίησης, με σαρκασμό, οίστρο, ευρηματική ηδυπάθεια) και αυτό στην αυτοεξόντωση.
Δεν θα είναι πια ένας άνδρας, θα είναι ένα «σύννεφο με παντελόνια». Ιδέα, που θα έχει απωλέσει την υλική της υπόσταση στον αγώνα, που θα έχει εξιδεαλισθεί σ’ ένα αθέατο μπαλκόνι του σύμπαντος, που θα έχει καταταγεί στη σφαίρα των μαρτύρων. Με παντελόνια; Ναι. Με το μόνο διακριτικό στοιχείο του φύλου του, αυτό που παρέμεινε εντελώς αδικαίωτο, χωρίς την επιεική ανταπόκριση του άλλου φύλου, χωρίς την τρυφερή εύνοια της γυναίκας. Θα γράψει :
«Στο διαμέρισμα
όπου τρέμοντας οι άνθρωποι κάθονται ήσυχα
μια λάμψη εκατόφεγγη ορμά απ’ την προκυμαία.
Τελευταία κραυγή
εσύ, τουλάχιστον,
πρόφτασε όσα λέω, εις τους αιώνες
».
Το παράγγελμά του : «πρόφτασε», για όποιον έχει αυτιά – και όχι βέβαια τα τραχιά αισθητήρια που δεν μπορούν ποτέ να δεχτούν μέσα τους τη «γαλήνια» λέξη – είναι η διαθήκη του σπαραγμού του. Τα λόγια ενός θεομάχου με καρδιά Χριστού, που έχει απαγκιστρωθεί από τα δεσμά της δουλείας, από τα δεσμά του καθημέραν «δέσμιου» γι’ αυτό κολασμένου βίου.

Η παράσταση
Η παράσταση που σκηνοθετεί ο Τάκης Τζαμαργιάς αποτελεί προϊόν διακειμενικής σύνθεσης με κεντρικό άξονα την ποιητική συλλογή του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι «Σύννεφο με παντελόνια» (1914), η οποία συνομιλεί με σπαράγματα από έργα της Άννας Αχμάτοβα, του Γιάννη Ρίτσου και της Κατερίνας Γώγου ενώ από τη σκηνή παρελαύνουν ακόμη ο κύκλος των Φουτουριστών, ο Όσκα και η Λίλιαν Μπρικ, εκπρόσωποι της τσαρικής λογοκρισίας και μέλη της εταιρίας προλεταριακών συγγραφέων. Την επεξεργασία των κειμένων έκανε ο Ιερώνυμος Πολλάτος.
Ο Τάκης Τζαμαργιάς έλαβε το πικρό μήνυμα της ποίησης του μεγάλου Ρώσου μάρτυρος και το μετέτρεψε σε σκηνική ευωχία, πραγματοποιώντας την ωριμότερη παράσταση του στο θέατρο. Με πλήρη κατοχή των εκφραστικών του μέσων διήνειμε το ποίημα σε αντίστοιχους ηθοποιούς ως ομιλητές, δίνοντας την εντύπωση ενός έργου που ο ενδότερος πυρήνας του είναι εντελώς δραματικός.
Σ’ ένα εντελώς μαύρο «κιβώτιο» με ενσωματωμένους τους θεατές σε σχήμα πι, ο σκηνοθέτης οργανώνει τα σημεία της παράστασής του με έμφαση στη «φωτεινότητα» της ποίησης που επιχειρεί διάρρηξη στο μαύρο : Μια φωτεινή τετραχτίδα, που εκπορεύεται από τη βάση, συντέμνει και ενώνει το μαύρο κιβώτιο. Τέσσερις κεκλημένοι ουρανομηκείς άξονες ορίζουν το χώρο δράσεως με εύγλωττο σημαινόμενο την ποίηση. Στο κέντρο απέναντι στον θεατή, στο ανοιχτό μέρος του πι, μια σκάλα στον τοίχο, εντελώς κάθετη, που τη χρησιμοποιεί αποκλειστικά ο ηθοποιός που υποδύεται το Μαγιακόφσκι, υποδηλώνει την άνοδο-κάθοδο, την περιπέτεια των αισθημάτων και των ιδεών του ποιητή. (Τα σκηνικά επιμελήθηκε ο Γιάννης Θεοδωράκης, τα κοστούμια ο Εδουάρδος Γεωργίου και τη μουσική ο Πλάτων Ανδριτσάκης).
Καίριο εύρημα, καθαρή στίξη στη σημειολογία της δράσεως, πρέπει να είναι ο φακός, προσαρμοσμένος στο μέτωπο του ηθοποιού-ποιητή, που φαίνεται έτσι, κατά το σκηνοθέτη, ν’ αναζητά την «άνοιξη» μέσα στο χειμώνα των αισθημάτων. Φαίνεται ακόμη να ζητά να φωτίσει με ποιητική ριπή το ιδεολογικό σκότος που έχει κατακλίσει τη χώρα του. Ούτως ή άλλως, το ίδιο μόρφωμα παραπέμπει σ’ ένα ιχνευτή σε υπόγειο θάλαμο ή σήραγγα που ζητά κάτι να βρει. Και όταν δεν το βρίσκει επανέρχεται και θεομαχεί στο ατεκμηρίωτο, βαθύ σκότος. Γι’ αυτό και ο ηθοποιός εγκαίρως αφαιρεί τον εν λόγω φακό από το μέτωπό του.
Χαρακτηριστική είναι η σύλληψη των διερχόμενων σκηνών, κεκλασμένων σπαραγμάτων, θα έλεγα, από φιλμ του ίδιου του ποιητή, που προβάλλονται στους τοίχους με ψηφιακή τεχνολογία και που ενσωματώνουν τον ίδιο ηθοποιό-ποιητή στη φωταψία τους. Χαρακτηριστικό επίσης το κεντρικό πατάρι όπου εξελίσσεται η δράση με τα «μετασχηζόμενα» σαν παζλ καθίσματα και τις συμβολικές χρωματικές τους.
Οι ηθοποιοί ακολουθούν το σκηνοθέτη στο δραματοποιημένο του όραμα. Ο Γεράσιμος Μιχελής έχει τη σπάνια ευκαιρία για έναν ηθοποιό να αναμετρηθεί μ’ ένα ρόλο καριέρας, τόσο που πρέπει να τρέξει πολύ στο μέλλον για να αναζητήσει την εύνοια των συγκυριών για αντίστοιχο ρόλο. Η Τζούλη Σούμα καταθέτει εξαίσια τον εύθραυστο λόγο της και μαζί με το Δημήτρη Καραμπέτση, τη Σοφία Παπαδοπούλου και το μουσικό Τάσο Σωτηράκη αναδεικνύουν τη μεγάλη ποίηση.