Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

«Κόκκινο» του Τζον Λόγκαν στο Θέατρο «Μουσούρη»

 


     Στο θεατρικό έργο «Κόκκινο» (2009), ο Τζον Λόγκαν καταπιάνεται με το υπαρξιακό άγχος της δημιουργίας, τη φθορά του χρόνου και την αγωνία του καλλιτέχνη να διασώσει το νόημα μέσα σε έναν κόσμο που μετασχηματίζεται αδιάκοπα. Στο ατελιέ του Μαρκ Ρόθκο, το χρώμα αποκτά οντολογική διάσταση: το κόκκινο δεν αποτελεί μόνο αισθητική επιλογή, αλλά αποτυπώνει την επιθυμία, το πάθος, τη βία, το αίμα και την απειλή του αφανισμού. Ο καμβάς γίνεται πεδίο μιας σιωπηλής μάχης ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, στην πληρότητα και το κενό, στην ανάγκη του καλλιτέχνη να κυριαρχήσει πάνω στο έργο του και στον φόβο ότι το έργο θα αυτονομηθεί από τον δημιουργό του.

     Η επικείμενη ανάθεση των έργων του Αμερικανού ζωγράφου για πολυτελές εστιατόριο πυροδοτεί μια βαθύτερη σύγκρουση: μπορεί η Τέχνη να επιβιώσει όταν μετατρέπεται σε εμπόρευμα και διακοσμητικό αντικείμενο μιας προνομιούχας κοινωνίας; Για τον Ρόθκο, η ζωγραφική απαιτεί σχεδόν τελετουργική προσήλωση, μια συνάντηση με το τραγικό και το ανείπωτο. Αντίθετα, ο νεότερος υπάλληλός του, Κέννεθ, ενσαρκώνει την αναδυόμενη καλλιτεχνική συνείδηση, η οποία διεκδικεί το δικαίωμα να αμφισβητήσει την αυθεντία και να αναζητήσει νέες μορφές έκφρασης. Η σχέση τους, αρχικά οργανωμένη γύρω από την ιεραρχία «δασκάλου» και «μαθητευόμενου», εξελίσσεται σε μια επώδυνη αναμέτρηση δύο κοσμοθεωριών. Ο Ρόθκο φοβάται ότι το καινούργιο θα ακυρώσει την ιστορική μνήμη της Τέχνης, ο Κέννεθ αντιλαμβάνεται ότι η παράδοση, όταν μετατρέπεται σε δόγμα, κινδυνεύει να γίνει το ίδιο της το μαυσωλείο.

     Το ατελιέ λειτουργεί ως εργαστήριο αισθητικής και υπαρξιακής αυτογνωσίας, όπου η πράξη της ζωγραφικής μετατρέπεται σε σκηνική μεταφορά της δημιουργίας και της καταστροφής. Μέσα από τον διάλογο, τη σωματική εργασία και τις παύσεις, ο Λόγκαν απογυμνώνει τον μύθο του μεγάλου καλλιτέχνη, αποκαλύπτοντας πίσω από την πνευματική του υπεροχή την ευαλωτότητα, την ανασφάλεια και τον φόβο της λήθης. Το «Κόκκινο» υπαινίσσεται τελικά ότι η Τέχνη παραμένει ζωντανή όχι όταν αρνείται την αλλαγή, αλλά όταν τολμά να αναμετρηθεί μαζί της. Γιατί κάθε δημιουργός, αργά ή γρήγορα, καλείται να αντιμετωπίσει το πιο οδυνηρό ενδεχόμενο: να γίνει ο ίδιος το παρελθόν που κάποτε αμφισβήτησε.

     Η μετάφραση και η διασκευή του Γιώργου Κιμούλη αποφορτίζουν τον δυνητικά φλύαρο ιδεολογικό και φιλοσοφικό στοχασμό του Αμερικανού συγγραφέα μετουσιώνοντάς τον σε μια ρέουσα, ζωντανή θεατρική γλώσσα.

     Η εύρυθμη σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη διακρίνεται για τη δομική της συνέπεια και την υφολογική της καθαρότητα: κάθε κίνηση του χεριού και του πινέλου, κάθε φορτισμένη παύση, μετατρέπουν την καθημερινή ρουτίνα του ατελιέ σε υπαρξιακή ιεροτελεστία. Με τη συμβολή του προσεγμένου σκηνικού του Μανώλη Παντελιδάκη, τα καλαίσθητα κοστούμια της Σοφίας Νικολαΐδη και τους καίριους φωτισμούς της Στέλλας Κάλτσου, οικοδομείται μια υποβλητική ατμόσφαιρα που ξεδιπλώνει ανάγλυφα τη ψυχοσύνθεση των δύο ανδρών.

     Ο Γιώργος Κιμούλης επιστρατεύει τα πλούσια μέσα της γνώριμης υποκριτικής του υφολογίας για να ενσαρκώσει με κινήσεις ακρίβειας την εκκεντρική και πολυσχιδή προσωπικότητα του Μαρκ Ρόθκο. Στο πλευρό του στέκεται επάξια ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος που υποδύεται εξελικτικά τον Κέννεθ ισορροπώντας με σπάνια ευαισθησία ανάμεσα στο δέος και την «επανάσταση». Οι δύο ηθοποιοί συνυπάρχουν σαν δύο χρώματα που αναμειγνύονται στον καμβά και μοιράζονται με γενναιοδωρία το φως και τις σκιές των ρόλων τους. Γόνιμη και συγκινητική η θεατρική τους συνάντηση…