Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012
«Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη από το Θέατρο του Νέου Κόσμου στο Ηρώδειο
Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012
«Αμφιτρύων» του Μολιέρου από το Εθνικό Θέατρο στο Θέατρο Βράχων, σκηνή «Μελίνας Μερκούρη», Βύρωνα
Παίρνοντας τη σκυτάλη στη μακρόχρονη κι ίσως ατέρμονη πορεία μετεγγραφών και διαστρωματώσεων του μύθου του Αμφιτρύωνα, ο μελαγχολικός κωμωδιογράφος της γαλλικής κλασικής σκηνής, επιστρέφει στα γνώριμα εδάφη ενός ανελέητα τρωκτικού παίγνιου, που δοκιμάζει επώδυνα τις αντοχές εραστών και συζύγων.
Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012
«Λευκές Νύχτες» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας
Η νουβέλα του Ντοστογιέφσκι «Λευκές Νύχτες» μας παρουσιάζει έναν από τους χαρακτηριστικούς τύπους της εποχής, ο οποίος είχε απασχολήσει ιδιαίτερα τον συγγραφέα: τον ονειροπόλο. Στην Αγία Πετρούπολη του 1847, ο άντρας αυτός που δεν έχει όνομα παρά μόνο ιδιότητα, παραδίδεται στις ονειροφαντασίες του και ζει σ’ ένα δικό του ελκυστικό κόσμο των φαντασιώσεων αρνούμενος να προσγειωθεί στην πραγματικότητα και να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητές της. Ως την στιγμή που εντελώς τυχαία συναντάει την Νάστενκα και μαζί τον έρωτα. Ο ονειροπόλος εξαναγκάζεται να εισέλθει στον πραγματικό κόσμο όπου και τελικά συντρίβεται. Η κοπέλα, ερωτευμένη με έναν άλλο άντρα, επίσης χωρίς όνομα, ο οποίος αποκαλείται ένοικος γιατί είναι ο ενοικιαστής της γιαγιάς της, θα εκμεταλλευτεί τα φιλικά αισθήματα του ονειροπόλου για να έρθει σε επαφή με τον αγαπημένο της αλλά και για να παρηγορηθεί από τις διαψεύσεις του πάθους της. Όταν όμως επιτέλους ο ένοικος εμφανίζεται, η Νάστενκα εγκαταλείπει χωρίς δεύτερη σκέψη τον ονειροπόλο για να παραδοθεί στον εραστή της και να φύγει μαζί του. Οι «Λευκές Νύχτες» πλουτίζουν με μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα αυτήν την αισθηματική περιπέτεια, προσδίδοντας στο πάθος των ηρώων μια διάσταση μαγείας αλλά και υποδόριας έντασης.
Ανθεκτική στο πέρασμα του χρόνου, η μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου αποδίδει με ευκρίνεια το μήνυμα του λόγου. Η προτεινόμενη διασκευή της παρούσας παράστασης περιορίζεται στους δύο κεντρικούς ήρωες χωρίς να παραλείπεται το παραμικρό από την πλοκή. Ο Δημήτρης Καταλειφός σκηνοθετεί βάσει των αναλογιών που επιβάλλει η έρπουσα αβεβαιότητα των καταστάσεων στις οποίες ενέχονται οι ήρωες: όλα είναι έτσι όπως τα αντιλαμβάνεται ο κάθε εμπλεκόμενος στο παιχνίδι των εντυπώσεων και όπως τα οριοθετεί η εκάστοτε υιοθετηθείσα οπτική γωνία. Με άλλα λόγια, ο θεατής βλέπει στην πραγματικότητα ό, τι ο ίδιος θέλει να δει, να αισθανθεί και να καταγράψει ως αλήθεια στη συνείδησή του. Λειτουργικό, με συμβολικές προεκτάσεις, το υδάτινο σκηνικό της Εύας Μανιδάκη, που επιμελείται και τα προσεγμένα κοστούμια, «κρύβει» και «αποκαλύπτει» παίζοντας θα λέγαμε, στην κυριολεξία, με τις σημαίνουσες αποχρώσεις του λευκού. Η ατμόσφαιρα που δημιουργεί με τους φωτισμούς του ο Αλέκος Αναστασίου δίνει στο σύνολο των τεκταινομένων ένα λυρικό στοιχείο από ονειροφαντασία. Ως Ονειροπόλος, ο Στάθης Μαντζώρος ερμηνεύει τον ρόλο του με υποκριτική ευκρίνεια. Μαζί του, η Λουκία Μιχαλοπούλου που υποδύεται τη Νάστενκα, αποδίδει εξελικτικά τις συναισθηματικές μεταπτώσεις της ηρωίδας.
Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012
«Αμερικάνικος βούβαλος» του Ντέιβιντ Μάμετ στο Θέατρο Πορεία

Γραμμένο στην ωμή, ελλειπτική, υπαινικτική γλώσσα των εμπορικών συναλλαγών και διαπραγματεύσεων, το έργο του Αμερικάνου συγγραφέα σκιαγραφεί τη σαθρή πολιτική της καπιταλιστικής φιλελεύθερης οικονομίας, που εξωθεί το άπορο και εξαθλιωμένο άτομο στο αδιάκοπο κυνήγι του κέρδους.
Στο εξαντλητικά ρεαλιστικής λεπτομέρειας και ακρίβειας, σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου-ένα ολόκληρο παλιατζίδικο έχει στηθεί-οι τρείς ήρωες του Μάμετ επιδίδονται σ’ έναν αγώνα επιβίωσης, επιβολής, αλληλοεξόντωσης με ανελέητους όρους.
Η σκηνοθεσία ακολουθεί πιστά τα κλιμακούμενα στοιχεία της πλοκής, τοποθετώντας τα τρία πρόσωπα σε σημεία βολής από όπου «εκτοξεύουν» την ατομική τους αλήθεια με ρυθμικούς σχηματισμούς οπτικοακουστικών σημειακών συστημάτων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο Δημήτρης Τάρλοου δημιουργεί τρία θεματικά και υφολογικά επίπεδα δια των οποίων διαγράφονται ευθύβολα οι σχέσεις εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου, ισχυρού-αδυνάτου, δασκάλου-μαθητή…
Η αρσενική τριάδα του πολιτικού έργου του Ντέιβιντ Μάμετ δείχνει διάτρητο το σώμα της αιτίας και του αιτιατού. Χάρη στην εύστοχη επιλογή των ηθοποιών, το έργο μιλάει στον θεατή τη γλώσσα μιας αλήθειας την οποία όλοι μπορούν να καταλάβουν.
Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς ως Ντον Ντιουμπράου, ο Γιώργος Γάλλος ως Ουώλτερ Κόουλ (Δάσκαλος) και ο Παναγιώτης Καλαντζής ως Μπομπ χειρίζονται υποδειγματικά τα εκφραστικά τους μέσα και κατορθώνουν να διαμορφώσουν ενιαίο ύφος στην υποκριτική τους κατεύθυνση.
Στο υψηλών προδιαγραφών αποτέλεσμα συμβάλλουν οι φωτισμοί του Felice Ross και η μουσική μαζί με την επιμέλεια ήχων που υπογράφει ο Blaine Reinenger.
Καλαίσθητο και με ενδιαφέροντα κείμενα το πρόγραμμα της παράστασης στο οποίο θα βρείτε και όλη τη μετάφραση του έργου που εκπόνησε ο Δημήτρης Τάρλοου.
Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012
«Την Τρίτη στο σούπερ μάρκετ» του Εμμανουέλ Νταρλέ από την Εταιρεία Θεάτρου Συν-Επί στο Από Μηχανής Θέατρο

Ο δραματικός μονόλογος που μετέφρασε ευθύβολα η Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη αποτελεί απόπειρα ανατομίας του ψυχισμού ενός μοναχικού ήρωα, ταλαντευόμενου ανάμεσα στην άτεγκτη λογική και στο άγριο αμείλικτο ένστικτο. Η τραβεστί Μαρί-Πιερ και η σχέση της με τον πατέρα της έτσι όπως περιγράφεται μέσα από τις συναντήσεις τους, φέρνουν και πάλι στο προσκήνιο τη συζήτηση περί αποδοχής της διαφορετικότητας αλλά και τις γνώριμες όψεις του καθημερινού βίου που δεν κάνουν διακρίσεις σε φύλο και σεξουαλική συμπεριφορά. Το κείμενο «στήνεται» κάτω από το άγρυπνο κι αδιάκριτο βλέμμα του Άλλου στην προσωπική ζωή του διπλανού, στο μεγεθυντικό φακό θα λέγαμε, μιας αμείλικτης κριτικής κάθε ταυτότητας. Ο πικρός και μελαγχολικός σκεπτικισμός του συγγραφέα προκρίνει ευεργετικά το δικαίωμα του ανθρώπου να ορίζει ο ίδιος τον εαυτό του και το σώμα του στην αέναη αναζήτηση της προσωπικής του ευδαιμονίας.
Η παράσταση που σκηνοθετεί η Κατερίνα Μπερδέκα αναδεικνύει όλες τις πτυχές που δημιουργούν συγκρουσιακές καταστάσεις αλλά και διάχυτη ιλαρότητα σε συνδυασμό με τη βαθυστόχαστη ενατένιση του ανθρώπινου βίου. Άλλωστε το λευκό και ουδέτερο σκηνικό που στήνει ο Νίκος Αναγνωστόπουλος, ο οποίος υπογράφει και τα κοστούμια, παραπέμποντας με τη βοήθεια της τεχνολογίας στο απρόσωπο και το παγερό μιας αίθουσας αναμονής, ενισχύει ακόμα περισσότερο τη μεταφυσική αύρα. Στο αποτέλεσμα συμβάλλουν αποφασιστικά οι καίριοι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα και η μουσική του Δημήτρη Παπαλάμπρου.
Στο ρόλο της τραβεστί Μαρι-Πιερ, ο Φαίδων Καστρής αποδίδει τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της ηρωίδας μέσα από ρυθμικές καίριες τομές της εκφωνήσεως, οι οποίες διαμορφώνουν άλλοτε ερωτηματικής κι άλλοτε θαυμαστικής υφής τελείωμα των φωνημάτων. Ο ηθοποιός κατορθώνει να προκαλέσει ανόθευτη συγκίνηση κι αποδίδει με εκφραστική ευκρίνεια την πίκρα που αποπνέουν οι αναμνήσεις αλλά και τη στοργική συμπόνια που απαιτούν οι τελευταίες μέρες.
Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012
«Η Παρέλαση» της Λούλας Αναγνωστάκη σε σκηνοθεσία Ένκε Φεζολάρι στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

Η ιδεολογική πρόσληψη του θεατή της εποχής που πρωτοπαίζεται το έργο επιτρέπει ερμηνείες σε συμφωνία με τους απόηχους της Κατοχής ή του Εμφυλίου. Η πρόσληψη του σημερινού θεατή αντικρίζει έναν προφητικό λόγο για τη δικτατορία που ακολούθησε και ταυτόχρονα τον εφιάλτη για κάθε απολυταρχικό καθεστώς.
Οι στίχοι του ρεμπέτικου του Αντώνη Διαμαντίδη (Νταλγκάς) στην έναρξη της παράστασης που σκηνοθετεί ο Ένκε Φεζολάρι, δημιουργούν στο άκουσμα τους κλίμα συνενοχής ανάμεσα στο κοινό. Στο «εδώ και τώρα» της νέας αυτής πρότασης του γνωστού έργου, λέξεις όπως «κρίση» και φράσεις όπως «απόμεινα δίχως λεπτό» ηχούν σαν αιχμηρή υπενθύμιση μιας τρέχουσας και εφιαλτικής κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας, την οποία ο θεατής εισερχόμενος στο θέατρο θα ήθελε να ξεχάσει.
Ο Ένκε Φεζολάρι λειτουργεί ανατρεπτικά απέναντι στον καθιερωμένο χειρισμό του κειμένου χωρίς να προδίδει το πνεύμα και την ουσία του. Ανάμεσα στα ενδιαφέροντα σημεία μετα-κειμένου που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης ως συμβολικές επιστρωματικές της δράσεως και της θεματικής, μονάδες διακρίνουμε το μαντήλι και το «παιχνίδι της τυφλόμυγας». Το μαντήλι ανάγεται σε εξέχον σχολιαστικό αντικείμενο, ανοιχτό σε προοπτικές εξόδου και διεξόδου για τους δύο ήρωες. Το σκηνικό παιχνίδι με το αντικείμενο σηματοδοτεί το τέλος της εκούσιας απομόνωσης και εθελοτυφλίας τους.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Δάφνης Κούτρα, οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη και η κινησιολογική οργάνωση της Χαράς Κότσαλη ευθυγραμμίζονται με τη σκηνοθετική πρόταση.
Ο Μάνος Καρατζογιάννης διαχειρίζεται ευθύβολα τα πλούσια εκφραστικά του μέσα και υποδύεται εξελικτικά τον απαιτητικό ρόλο του Άρη. Ως Ζωή, η Βασιλική Τρουφάκου διακρίνεται για τη φωνητική της υπεροχή και συγκινεί με τις συναισθηματικές διακυμάνσεις και αποχρώσεις μιας πηγαίας ερμηνείας.
Οι μουσικές επιλογές του σκηνοθέτη επιδίωξαν και πέτυχαν κατά τη γνώμη μου, τη διαμόρφωση κλίματος το οποίο, δια μέσου του μηχανισμού της υποβολής, απορροφά και κυριεύει τον θεατή. Κορυφαία στιγμή το φινάλε με τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» να γεννά συνειρμούς που διεγείρουν τις αισθήσεις.
Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011
«Γυναίκες», έργο βασισμένο σε τραγωδίες του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Ουαζντί Μουαουάντ στο Ηρώδειο

Μετά όμως από την εξάωρη παράσταση του Καναδού – λιβανέζικης καταγωγής – σκηνοθέτη Ουαζντί Μουαουάντ με γενικό τίτλο «Γυναίκες», στην ουσία τρεις αυτούσιες τραγωδίες του Σοφοκλή, «Τραχίνιες», «Αντιγόνη» και «Ηλέκτρα», έγιναν σαφείς οι συγγενικοί δεσμοί των δύο ειδών και ο θεατής αναγνώρισε τις μεγάλες αλήθειες αλλά και την ουσία της τραγικότητας του διλήμματος.
Άλλωστε, στην παράσταση αναδείχθηκε με καθαρότητα ο λόγος και η γαλλική μετάφραση του Ρομπέρ Νταβρέ κορυφωνόταν αβίαστα από την ποιητική των λυρικών ή αδρών περιγραφών στην επιβλητική κυριολεξία των γνωμικών νησίδων.
Η σκηνή παρέπεμπε σε χώρο συναυλίας με πολλά περιμετρικά φώτα (σκηνικά Εμανουέλ Κλολίς). Γύρω-γύρω γραμμές τρένου και στη μέση ένας πελώριος κύβος που χρησιμοποιήθηκε πολλαπλά. Στις «Τραχίνιες» ο κύβος υπερυψώθηκε για ν’ αποκαλυφθεί το καμένο σώμα του Ηρακλή, τον οποίο υποδύθηκε γυναίκα ηθοποιός με το κορμί της καλυμμένο ολόκληρο από γάζες που ξεδιπλώνονταν κατά τη διάρκεια μιας εξαίρετης χορογραφίας. Στην «Αντιγόνη» το ίδιο κουτί έγινε βάση της φυλακής που χτιζόταν επί σκηνής με τη μεταφορά πλακών.
Χαρακτηριστική εμμονή της σκηνοθεσίας το υγρό στοιχείο και οι ερμηνείες του. Βροχή και κουβάδες νερό κατέκλυζαν τη σκηνή μαζί με χώμα. Η λάσπη πέρα από το προφανές, λειτούργησε ως σημαινόμενο ηθικού και κοινωνικού στιγματισμού.
Πολλές σκηνές ξεχώρισαν για τις ευρηματικές ιδέες τους. Στις «Τραχίνιες» οι κινήσεις του Ύλλου που κατηγορεί τη Δηιάνειρα ως υπαίτια για τον επικείμενο θάνατο του πατέρα του, παρέπεμπαν σε ερωτικά σημαινόμενα. Ονειρική η σκηνή στην «Αντιγόνη» που ο Κρέων βλέπει σαν όραμα μπροστά του τον γάμο του Αίμωνα με την Αντιγόνη υπό τον ήχο του βιολιού.
Σύγχρονα αλλά ουδέτερα τα κοστούμια της Ιζαμπέλ Λαριβιέρ δεν ενόχλησαν. Καίριοι οι φωτισμοί του Ερίκ Σαμπού.
Αληθινός πρωταγωνιστής ήταν η μουσική. Ντραμς, ηλεκτρικές κιθάρες και ηχεία δεξιά και αριστερά στην ορχήστρα του Ηρωδείου. Μια ροκ μπάντα είχε πάρει τη θέση του Χορού με κορυφαίο το Γάλλο μουσικό Μπερτράν Καντά, αρχηγό του δημοφιλούς ροκ συγκροτήματος Noir Desir.
Αισθαντικά και άγρια, τέσσερις μουσικοί «χόρευαν» στους ρυθμούς μιας ροκ παραίσθησης, στους ρυθμούς ενός βαθύτατου πόνου δια του οποίου η heavy metal διάσταση του κόσμου έγινε ουρλιαχτό ενάντια στο επικείμενο και στο επερχόμενο.
Το τραγούδι του Χορού έγινε μια χειρονομία πιο αισθησιακή, πιο κοντά στην έκσταση και συνέδεε το σώμα πιο άμεσα με την ενστικτώδη τρέλα. Η μουσική, αν και ροκ, έφερε τη μυρωδιά της Ανατολής ενώ κάποια κομμάτια είχαν την θλίψη μοιρολογιών της Μεσογείου.
Η δυναμική του ροκ επικύρωσε την αφήγηση της οργής προβάλλοντας τα βαθιά κρυμμένα δάκρυα των τραγικών ηρωίδων. Στην εκστατική μανία των μελωδιών αντανακλώνται τα καταστροφικά κύματα που διατρέχουν τις ενέργειες και τις αποφάσεις των προσώπων.
Όλα τα στοιχεία της παράστασης υπάκουσαν στη ροκ σύλληψη της σκηνοθεσίας που απέδωσε άρτια την λιτανεία του θανάτου αλλά ταυτόχρονα και τον ύμνο του Επαναστατημένου Ανθρώπου.
Ένας εξαίρετος γαλλοκαναδικός θίασος κινήθηκε αντιστικτικά καθώς γνωρίζει να εκμεταλλεύεται με τη μιμική του προσώπου και την ανεπαίσθητη κινησιολογία ακόμη και τις σιωπές. Εξάλλου, κατά την εκφορά του τραγικού λόγου, οι ηθοποιοί πάλλονταν σ’ έναν εσωτερικό ρυθμό που όχι μόνο σωματοποιούσε, καθιστώντας τον πράξη, το λόγο αλλά και εξέπεμπαν τέτοια ωστική ενέργεια προς τον θεατή ώστε ο τελευταίος να εκλαμβάνει συγκινησιακά αυτό που δεν είναι άλλο από μια επικοινωνία μέσω αισθητηρίων οργάνων.
Η αντιφατικότητα στους τραγικούς ήρωες, αυτή ακριβώς που τους διαφοροποιεί από πρόσωπα δραματικού ρεπερτορίου και τους ανάγει σε πανανθρώπινα προσωπεία-αξίες, αποδόθηκε επιτυχώς μέσα από την εσωτερίκευση αρχικά και αποστασιοποίηση στη συνέχεια που πέτυχαν οι ερμηνευτές.
Η παράσταση παίχθηκε στα γαλλικά με ελληνικούς υπέρτιτλους στο Ηρώδειο στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών.

