Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2025

«Το Τάβλι» του Δημήτρη Κεχαΐδη στο Από Μηχανής Θέατρο

 


«ΚΟΛΙΑΣ: Ξοφλημένε, που μ’ έχεις πρήξει τόσα χρόνια «θα γίνω και θα γίνω, θα γίνω και θα γίνω»… να σου πω εγώ τι θα γίνεις. Σκατά θα γίνεις! Θα τριγυρνάς σαν τον ψωριάρη από καφενείο σε καφενείο και θα παίζεις δεκαπέντε τάβλια την ημέρα. (Ο Φώντας σε μεγάλη υπερένταση. Τρέμει.) Αυτό θα κάνεις!... Μέχρι που να σαπίσεις! Ξοφλημένος!!!... Μέχρι που να τα τινάξεις και να ‘ρθει το αυτοκίνητο της Δημαρχίας να σε μαζέψει και να σε πετάξει μέσα στο λάκκο! Τότε θα ησυχάσεις! Τότε θα γίνεις μέγας!»

 

     Δύο άνδρες και ένα τάβλι ανάμεσά τους. Η μεσημεριανή χαλαρή κουβέντα για την παρτίδα που παίζουν, θα οδηγήσει σταδιακά σε απροσδόκητες εκδηλώσεις βίας. Οι έντονες εκρήξεις τους φέρνουν στην επιφάνεια κρυμμένες αντιπαραθέσεις χρόνων, ανεκπλήρωτες προσδοκίες και απωθημένα. Μια τρικυμία εν κρανίω! Η μάχη θα καταλήξει στη συμφιλίωση και τη συνεργασία στην κομπίνα που θα τους αποφέρει χρήματα και κοινωνική ανέλιξη.

     Οι δύο ήρωες, στη μεταπολεμική Ελλάδα, υπό το καθεστώς της δικτατορίας (το έργο γράφτηκε το 1972), αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα τόσο μιας διακεκριμένης για τη χώρα εποχής, όσο και μιας κοινωνικής τάξεως που ανήκει μάλλον στο λούμπεν και σε ό, τι αυτό συνεπάγεται ως κατηγορία του περιθωρίου.

     Το τάβλι είναι το πρόσχημα. Εξ άλλου, στο ομώνυμο θεατρικό του έργο, ο Δημήτρης Κεχαΐδης δημιουργεί από τα σπλάχνα της ελληνικής κοινωνίας, στην ακραία της ταυτότητα, δύο οντότητες πλήρως συνειδητοποιημένες ως προς τις πράξεις, τις δράσεις και τα συναισθήματά τους. Ο Φώντας Καλαφατίδης, προσπαθεί με πανουργία και ακλόνητο αμοραλισμό, να πείσει τον Κόλια Παγουρόπουλο, λαχειοπώλη, πρώην αντιστασιακό που φιλοδοξεί να τυπώσει το βιβλίο του με τα ανδραγαθήματά του, να υλοποιήσουν μαζί μια μεγαλόπνοη ιδέα για να «πιάσουν την καλή».

   Στην αναζήτηση εύκολου και γρήγορου κέρδους επιστρατεύονται όλα τα μέσα, ακόμα και η εκμετάλλευση ανθρώπων, όπως γίνεται εδώ με την Καλλιόπη, αδελφή του Φώντα και σύζυγο του Κόλλια. Με αυτό τον τρόπο, η «μεγαλόπνοη» ιδέα μετατρέπεται σε βρώμικο κόλπο: ο εύπορος χρηματοδότης πρέπει να ξεγελαστεί, η Καλλιόπη να εκπορνευθεί και όλα αυτά σε βάρος πεινασμένων ανθρώπων από την Αφρική που θα φορτωθούν σε καράβια για να έρθουν στην Ελλάδα να καλλιεργήσουν τη γη για ένα κομμάτι ψωμί.

     Το αγαπημένο και πολυπαιγμένο αυτό έργο δεν έχει βγάλει ρυτίδες καθώς η νοοτροπία του κοινωνικά ανέστιου έλληνα που ονειρεύεται μια θέση στον ήλιο αλλά συγχέει ηθικές αξίες και συμφέροντα, εντιμότητα και κουτοπονηριά, φαίνεται να μην έχει αλλάξει. Η εύρυθμη σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Ρήγα αναδεικνύει με ενάργεια το συγκρουσιακό στοιχείο του ρεαλιστικού κειμένου δίνοντας έμφαση στις σκοτεινές αποχρώσεις του ψυχισμού των δύο προσώπων χωρίς να παραμελήσει την κωμική τους πλευρά. Ο ίδιος ενσαρκώνει τον χαρακτήρα του Κόλια υπογραμμίζοντας την ηθική ταλάντευση, τη ρωγμή στο φιλότιμο και τον διχασμό της συνείδησης. Ο Αντώνης Κρόμπας υποδύεται με εκφραστική ποικιλία τον ρόλο του Φώντα αποτυπώνοντας τον κυνισμό αλλά και την ευάλωτη διάσταση του ήρωα. Μια παράσταση που μένει πιστή στο πνεύμα του έργου επικοινωνώντας ευθύβολα τους προβληματισμούς του στο κοινό.

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2025

«Το Συνέδριο για το Ιράν» του Ιβάν Βιριπάγιεφ από την Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων στο ΠΛΥΦΑ (Κτήριο 7Α)

 


     Ένα υψηλόπνοης θεατρικής σύλληψης συνέδριο έρχεται να καταρρίψει κάθε στερεοτυπική σκέψη που διαμορφώνεται στο άκουσμα παρόμοιας διοργάνωσης. Το γράφω αυτό γιατί ο όρος «συνέδριο» ηχεί συχνά σαν μια δραστηριότητα συνυφασμένη με μακρόσυρτες, δυσνόητες και βαρετές ακαδημαϊκές ομιλίες, απόλυτα κατανοητές μόνο από τους συμμετέχοντες ειδήμονες. Τόσο το εξαιρετικό έργο του Ιβάν Βιριπάγιεφ, «Το συνέδριο για το Ιράν» (2018), όσο και η συγκλονιστική παράσταση που σκηνοθετεί ο Χρήστος Θεοδωρίδης, εκκινούν από την καθ’ εικόνα και ομοίωση εκδοχή ενός επιστημονικού συμποσίου με απρόβλεπτες προεκτάσεις και αναπάντεχη κορύφωση. Ο αναγνώστης/ακροατής/θεατής βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση, ταυτίζεται, συμφωνεί, διαφωνεί, εξοργίζεται, αναζητά εναγωνίως απαντήσεις.




     Ο τίτλος του έργου προδιαθέτει για καίριες πολιτικές αναλύσεις γύρω από το σύνθετο Ιρανικό ζήτημα και τη γεωπολιτική διένεξη στη Μέση Ανατολή. Η δράση λαμβάνει χώρα στη «ξέγνοιαστη» Δανία, σε κάποιο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης με διακεκριμένους ντόπιους ομιλητές να αναπτύσσουν με θέρμη, πάθος και εκ του ασφαλούς, τις απόψεις τους για τις ολέθριες συνέπειες των παγκοσμίων συρράξεων. Πρόκειται για καταστάσεις που δεν τις έχουν ποτέ βιώσει οι ίδιοι από κοντά αλλά τις πληροφορούνται από διαφορετικές πηγές ενημέρωσης (ανάλογα με την πολιτική τους ιδεολογία).




     Το έργο αποτελείται από εισηγήσεις-μονολόγους και συγκρουσιακούς διαλόγους, στα όρια πάντα του καθωσπρεπισμού που αρμόζει σ’ ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα. Τα πρόσωπα του Ρώσου συγγραφέα ανάγονται σε φορείς ιδεών που εκπροσωπούν αντικρουόμενες πολιτικές, κοινωνικές και θρησκευτικές θέσεις. Μια αρένα ιδεολογιών και κοσμοθεωριών για εκείνους που αποφασίζουν τις τύχες των λαών. Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των συνέδρων σύντομα θα επεκταθούν πέρα από την θεματική του συνεδρίου για να θίξουν ζητήματα που ταλανίζουν ευρύτερα την ανθρώπινη ύπαρξη: Ποιος είναι ο ρόλος και η σημασία της θρησκείας; Υπάρχει Θεός και, αν ναι, σε ποιο βαθμό καθορίζει τη μοίρα των θνητών; Γιατί επιτρέπει την αδικία και τις κοινωνικές ανισότητες; Γιατί υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί; Γιατί γίνονται οι πόλεμοι; Γιατί σκοτώνονται οι άνθρωποι; Γιατί καταστρατηγούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα; Γιατί οι γυναίκες θεωρούνται ακόμη κατώτερες από τους άνδρες; Ποια είναι τα όρια της ελευθερίας του καθενός; Τι ρόλο παίζει ο παράγοντας τύχη στη διαμόρφωση της ευτυχίας; Ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας; Γιατί δεν υπάρχει αγάπη; Γιατί χάθηκε η επικοινωνία; Ποιο είναι εντέλει το νόημα της ζωής και ο προορισμός του Ανθρώπου;




     Απέναντι από τους θεατές κάθονται σε πολυθρόνες οι εννέα σύνεδροι και όταν έρχεται η σειρά τους να μιλήσουν έρχονται σε ένα από τα δύο μικρόφωνα στο προσκήνιο. Στα αριστερά, όπως βλέπουμε τη σκηνή, σε ένα γραφειάκι, η σιωπηλή γραμματέας (Ξένια Θεμελή) και στα δεξιά, η πολυθρόνα του δυναμικού παρουσιαστή. Ο Γιώργος Κισσανδράκης υποδύεται με υποκριτική ευελιξία τον Φίλιπ Ράσμουσεν, Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων, που έχει αναλάβει το προεδρείο των παρεμβάσεων και τον συντονισμό της συζήτησης. Το κοινό έχει τη δυνατότητα να παρέμβει θέτοντας ερωτήσεις (κάποιες ωστόσο είναι προετοιμασμένες) και το διαδραστικό στοιχείο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.




     Την έναρξη των εργασιών κάνει η ψυχρή ορθολογική τοποθέτηση του Μάριου Μάνθου ως Ντάνιελ Κρίστενσεν, Καθηγητή κλασικών σπουδών και ακτιβιστή του διεθνούς κινήματος «Ευρωπαϊκό Ισλάμ». Ακολουθεί η ανακοίνωση του Καθηγητή θεολογίας Όλιβερ Λάρσεν που ερμηνεύει επιδέξια ο Μιχάλης Πητίδης προκαλώντας την πρώτη έκρηξη. Με συγκροτημένο σε επιχειρήματα λόγο και δυναμισμό που αποστομώνει τον συνομιλητή της, η Ελευθερία Αγγελίτσα (Άστριτ Πέτερσεν) σαρώνει τη σκηνή ως μαχητική δημοσιογράφος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, προτάσσοντας το σύνθημα «να ζεις, να μαθαίνεις τον κόσμο, να σκέφτεσαι ελεύθερα και να αγαπάς». Η Χρυσή Μπαχτσεβάνη (Έμμα Σμιτ-Πούλσεν, σύζυγος του πρωθυπουργού της Δανίας, τηλεπερσόνα και πρόεδρος της παγκόσμιας φιλανθρωπικής οργάνωσης Inter Action) περιγράφει με γλαφυρότητα και ευαισθησία την ευτυχία που έχουν στα πρόσωπά τους οι φτωχοί κάτοικοι ενός χωριού στο Περού σε αντίθεση με το άγχος, την αγωνία και το κενό της ύπαρξης των εύπορων δυτικών.




     Η ανακοίνωση του πολιτικού αναλυτή Μάγκνους Τόμσεν, που ενσαρκώνει με πλούσια εκφραστικότητα ο Πάρης Αλεξανδρόπουλος, φέρνει στον νου ακροδεξιές και ρατσιστικές αντιλήψεις. Ο ταλαντούχος ηθοποιός αποκαλύπτει ευθύβολα τον τραυματισμένο ψυχισμό του Τόμσεν όταν δέχθηκε κατά την παιδική του ηλικία σεξουαλική παρενόχληση από ιερέα.

     Ο Δημήτρης Μανδρινός πλάθει μια αξιοπρόσεκτη περσόνα ως Γκούσταβ Γένσεν, Δανός φιλόσοφος και συγγραφέας. Ρεσιτάλ ερμηνείας δίνει ο Άρης Λάσκος στο παραλήρημά του ως Πατέρας Αυγουστίνος, ιερέας της Ευαγγελικής Λουθηρανικής Εκκλησίας της Δανίας.




     Το κλίμα του συνεδρίου αλλάζει με την εμφάνιση ενός καλλιτέχνη, του Πασκουάλ Άντερσεν, μαέστρου της Συμφωνικής Ορχήστρας της Δανίας. Ο Βασίλης Τρυφουλτσάνης ενσαρκώνει με σημαίνουσες χειρονομίες την ανατρεπτική παρουσία. Η Τέχνη μπορεί να οδηγήσει τον Άνθρωπο σε ανώτερα επίπεδα.




     Η τελευταία ομιλία κάνει τη διαφορά καθώς πραγματοποιείται από έναν άνθρωπο που έζησε το απολυταρχικό καθεστώς της χώρας για την οποία μιλάει το συνέδριο. Η Ιρανή, βραβευμένη με Νόμπελ, ποιήτρια Σιρίν Σιραζί, ελεύθερη μετά από είκοσι χρόνια σε κατ’ οίκον περιορισμό, παίρνει τον λόγο και καθηλώνει. Η Νίκη Χρυσοφάκη συγκινεί με την αυθεντική απλότητα της ερμηνείας της.




     Είναι δύσκολο να καταγράψω στο χαρτί τη μαγεία και τα έντονα συναισθήματα που βίωσα στην τελευταία σκηνή. Ο μαέστρος δίνει το σύνθημα. Ένας-ένας οι σύνεδροι αφήνουν τις πολυθρόνες και όλοι μαζί επιδίδονται σε έναν ξέφρενο βακχικό χορό. Το αποκορύφωμα της σκηνικής δίνης. Η καταπληκτική χορογραφία της Ξένιας Θεμελή αναστατώνει -χωρίς καμία υπερβολή- τις αισθήσεις. Θέλεις να σηκωθείς από την θέση σου και να χορέψεις!

     Περιμένουμε με ανυπομονησία να εκδοθεί η μετάφραση της Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου.

     Μια θεατρική εμπειρία-κάθαρση που δεν πρέπει να χάσετε!




Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2025

«Νάχτλαντ» του Μάριους φον Μάγενμπουργκ στο Θέατρο «Αποθήκη»

 


«ΤΖΟΥΝΤΙΘ: Σήμερα ο αντισημιτισμός εναντίον του Ισραήλ δεν θα υπήρχε χωρίς την ναζιστική Γερμανία. Είναι το καλύτερο εξαγώγιμο προϊόν της Γερμανίας…

ΝΙΚΟΛΑ: Αν θες να το βλέπεις έτσι…

ΤΖΟΥΝΤΙΘ: Δεν έχει σημασία τι θέλω να βλέπω εγώ, αλλά τι δεν θες να βλέπεις εσύ…»

 

(Από τη μετάφραση του Νικορέστη Χανιωτάκη)

 


     Η βιτριολική κωμωδία του Γερμανού συγγραφέα, με τον αλληγορικό τίτλο Νάχτλαντ (2022), αναφέρεται παραβολικά στα κατάλοιπα που αφήνουν στο παρόν ενός λαού, οι μαύρες σελίδες της Ιστορίας. Ταυτόχρονα, το έργο φέρνει στο προσκήνιο τα νέα εγκλήματα στη Μέση Ανατολή. Η ρητορική του Μάριους φον Μάγενμπουργκ επιστρατεύει το φως και το σκοτάδι ως συμβολικά σχήματα αναμέτρησης του καλού με το κακό δίνοντας παράλληλα γενναιόδωρα χώρο και χρόνο για να ξεδιπλωθούν και να ακουστούν όλες οι απόψεις καθώς αποδεικνύεται πως το νόμισμα δεν έχει μόνο δύο όψεις…

     Η υπόθεση είναι ένα πρόσχημα για να ανοίξει ο ασκός του Αιόλου και ένα σωρό δισεπίλυτα ζητήματα να τεθούν επί τάπητος. Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, η Νίκολα και ο Φιλίπ ανακαλύπτουν στη σοφίτα έναν πίνακα που φέρει την υπογραφή του Αδόλφου Χίτλερ! (ή μήπως γράφει Χίλερ;) Η παρέμβαση μιας ειδικού στη ναζιστική τέχνη που πιστοποιεί τη γνησιότητα του έργου, διχάζει την οικογένεια.




     Ο τρόμος και η αποστροφή της εβραίας συζύγου του Φιλίπ για το γεγονός πως θα μπορούσαν να κερδοσκοπήσουν με την πώληση του πίνακα, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη στάση των υπολοίπων που δεν βρίσκουν προβληματική αυτή την απροσδόκητη πηγή χρημάτων. Η Τζουντίθ όμως απαιτεί την καταστροφή του έργου.

 Κατά τη διάρκεια των έντονων λεκτικών διαξιφισμών αναπαράγεται το αμείλικτο ζήτημα της μεταπολεμικής γερμανικής συνείδησης, από το ανεξίτηλο αίσθημα ενοχής μέχρι την άρνηση. Κανείς, ωστόσο, δεν ευθύνεται για τις πράξεις των προγόνων του. Η σφοδρή αντιπαράθεση επιχειρημάτων απλώνεται μοιραία στη σχέση του καλλιτέχνη με το δημιούργημά του, στη χρηματιστηριακή αξία της Τέχνης και κυρίως σε ζητήματα που αφορούν στην ηθική.




     Η εύρυθμη σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη που υπογράφει και τη μετάφραση και τους καίριους φωτισμούς, προκρίνει με ενάργεια το συγκρουσιακό στοιχείο του κειμένου και δίνει έμφαση στις δραματικές του αποχρώσεις. Η πρωτότυπη μουσική του Ανδρέα Κατσιγιάννη διαμορφώνει μια αισθητική που παραπέμπει σε θρίλερ και ενισχύει το σασπένς.

     Αξίζει να σταθούμε στον μετωνυμικό χαρακτήρα της σκηνογραφίας του Πάρι Μέξη (που επιμελείται και τα αντιπροσωπευτικά για κάθε ρόλο κοστούμια). Ένας τεραστίων διαστάσεων πίνακας δεσπόζει στο κέντρο της σκηνής με μια πελώρια σκάλα μπροστά του να οδηγεί στο επάνω μέρος του και να χάνεται μέσα του προς άγνωστη κατεύθυνση… Ο πίνακας και η σκάλα ανάγονται σε αντικείμενα – έκσταση με πολλαπλές σημαίνουσες προεκτάσεις. Πάντα η Τέχνη μάς προσκαλεί να δραπετεύσουμε από την πραγματικότητα. Ο μεγάλος πίνακας (η Ιστορία του κόσμου) σε αντίστιξη με τον μικρό πίνακα (ο μικρόκοσμος της οικογένειας), που βρίσκεται εκτεθειμένος σε αναλόγιο στο προσκήνιο, λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία πυροδοτώντας νέους γύρους διένεξης με απρόβλεπτες εξελίξεις.




     Η Τζουντίθ της Πέγκυς Τρικαλιώτη βράζει από οργή την οποία η ηθοποιός διαχειρίζεται εξελικτικά μέσα από ελεγχόμενα ξεσπάσματα.

    Τον δρόμο της σκληρότητας, της ψυχρής λογικής, του κυνισμού και της παγερής αδιαφορίας, στα όρια της εχθρότητας, ακολουθεί η υποκριτική υφολογία της Κάτιας Γκουλιώνη που υποδύεται την Νίκολα.

     Ως Εύα Μαρία, η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη χειρίζεται επιδέξια το μέτρο της σωματικής εκφοράς και κυρίως τους τονικούς χρωματισμούς της φωνής προσδίδοντας στον ρόλο της εμπειρογνώμονος τρυφερότητα και χιούμορ. Στον σύντομο δεύτερο ρόλο της, ως Λουίζ, η κ. Ανδρεαδάκη κινείται με λιτή αμεσότητα οδηγώντας τον θεατή στην καταλυτική συγκίνηση του φινάλε.




     Ο Γιάννης Στεφόπουλος ενσαρκώνει υποδειγματικά, με κινήσεις ακρίβειας και εκφραστικότητα, τις ενστάσεις, τους ενδοιασμούς, τα πιστεύω, με δύο λέξεις, την οπτική γωνία του Φιλίπ.

     Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη σκηνική παρουσία με προοπτικές δημιουργεί ο Σπύρος Σταμούλης τόσο ως Φαμπιάν, σύντροφος της Νίκολα, όσο και ως Καλ, επίδοξος αγοραστής του πίνακα, εναλλάσσοντας δραματικούς και κωμικούς τόνους.




Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2025

«Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμιουελ Μπέκετ στο Θέατρο «Πόρτα»

 


«ΠΟΤΖΟ: (ξεσπώντας ξαφνικά). Θα πάψετε επιτέλους να με βασανίζετε με τον καταραμένο το χρόνο σας! Είναι απάνθρωπο! Πότε! Πότε! Μια μέρα! Δε σας φτάνει αυτό; Μια μέρα σαν τις άλλες, μια μέρα μουγγάθηκε, μια μέρα τυφλώθηκα, μια μέρα θα κουφαθούμε, μια μέρα γεννηθήκαμε, μια μέρα θα πεθάνουμε, την ίδια μέρα, την ίδια ώρα, την ίδια στιγμή, δε σας φτάνει αυτό; (Πιο ήρεμα.) Ξεγεννάνε καβάλα σ’ ένα τάφο, αστράφτει το φως μια στιγμή, κι ύστερα πάλι σκοτάδι. (Τραβάει το σκοινί.) Προχώρα!»

 

(Από τη μετάφραση της Αλεξάνδρας Παπαθανασοπούλου, εκδόσεις Ύψιλον)




 

  Ο Σάμιουελ Μπέκετ είδε καθαρά το αναπόδραστο της πεπρωμένης διαδρομής της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκόν περιμένουν μάταια. Ο Γκοντό δεν θα έρθει ποτέ… Η σωματική εκφορά του τραγικού συντάσσεται από την αδυναμία των ηρώων να δραπετεύσουν από το περιβάλλον της ατέρμονης αναμονής. Ο κυρίαρχος του παιχνιδιού δεν έχει καμία απάντηση και δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν θεός. Ο Γκοντό εξαφανίζεται για να μην αποκαλυφθεί η ανυπαρξία του.

     Η παράσταση του Θωμά Μοσχόπουλου αποτελεί σπουδή για την προοπτική του άγονου χώρου και την οδύνη που επιφέρει κάθε μορφής σύρραξη. Η οπτική του αποκτά ιδιαίτερο σκηνογραφικό ενδιαφέρον μέσα από τη γεωμετρική απεικόνιση μιας φλούδας γης που έχει υποστεί ολέθρια καταστροφή. Η τριγωνική κατασκευή του Βασίλη Παπατσαρούχα ενδυναμώνει με λιτά μέσα την απροσδιοριστία του χώρου και του χρόνου με την κορυφή του σχήματος να δημιουργεί ψευδαίσθηση ατελεύτητου βάθους. Η τρύπα στη μέση λειτουργεί ως κρυψώνα επιτρέποντας σημαίνουσες για τη δράση εισόδους και εξόδους των προσώπων. Το γκρίζο χρώμα των χαλασμάτων, η υφή του «αψεγάδιαστου» λερωμένου, η «καλαισθησία», τολμώ να πω, του ρήγματος, κυριαρχεί και στα κοστούμια του κ. Παπατσαρούχα, διαμορφώνοντας ένα απόκοσμο περιβάλλον που δεν γνωρίζει σύνορα. Την αισθητική του εν λόγω περιβάλλοντος ενισχύουν οι καίριοι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου που κάνουν αισθητή τη μεταβολή του χρόνου.




  Η  σκηνοθεσία του κ. Μοσχόπουλου προκρίνει το παράδοξο και αναδεικνύει στο έπακρο τις κωμικοτραγικές αποχρώσεις του πλούσιου διακειμενικού λόγου ακολουθώντας με ακρίβεια τους διαλόγους και τις σκηνικές ενδείξεις. Στην επίτευξη αυτή συμβάλλουν αποφασιστικά η Δηώ Καγγελάρη (δραματουργία) και ο Κορνήλιος Σελαμσής (σύμβουλος προσωδίας).

 Το λευκό μακιγιάζ και η σκόνη σηματοδοτούν την ουδετερότητα της μπεκετικής φιγούρας. Ο Πάνος Παπαδόπουλος (Βλαδίμηρος) και ο Τάσος Ροδοβίτης (Εστραγκόν) συμπλέουν στην υποκριτική τους υφολογία για να αποδώσουν τον άρρηκτο δεσμό που συνδέει τα δύο πρόσωπα εναλλάσσοντας το ελαφρύ παιγνιώδες παίξιμο με την ανία και την απόγνωση. Ομοίως, ο Γιάννης Σαμψαλάκης (Ποτζό) και ο Γιάννης Βαρβαρέσος (Λάκυ) ενσαρκώνουν με επιβλητική σωματική έκφραση τη νοσηρή σχέση εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου στους ρυθμούς ενός γκροτέσκο που συναγωνίζεται το μπουρλέσκο. Σημαντική η επιμέλεια της κίνησης από τον Χρήστο Στρινόπουλο με τις έμμεσες αναφορές στη χριστιανική σταύρωση. Ο Πέτρος Δημοτάκης (Αγόρι) υπογραμμίζει τη διαρκή ματαίωση της αναμονής καθώς εκφέρει με αθωότητα επίπλαστες υποσχέσεις για την έλευση του σωτήρα.




Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

«Εννιά» του Δημήτρη Τσεκούρα στο Θέατρο «Φούρνος»

 


     Ο ποιητικός λόγος του Δημήτρη Τσεκούρα είναι ένας ποταμός λέξεων, ένα μωσαϊκό ποικίλων αναφορών στα μονοπάτια του παραλόγου αλλά και στον αστερισμό του συμβόλου. Από Το νερό γνωρίζει μέχρι το φετινό Εννιά, το θέατρο του Τσεκούρα αντιστέκεται στην εύκολη, απλοϊκή, επιδερμική και εύπεπτη ερμηνεία καθώς επικεντρώνεται στο παράδοξο μέσα από έναν γρίφο ή κάποιο άλλο ανεπίλυτο ζήτημα.




     Ο συγγραφέας ταλανίζει επίμονα και βασανιστικά τη λέξη, δεν επιβάλει τη σημασία της, δεν αποκαλύπτει το βάθος της και δεν κομπάζει για τη βαρύτητά της. Τα εκφραστικά του μέσα συνθέτουν έναν κειμενικό μικρόκοσμο του οποίου ο απώτερος σκοπός και το νόημα φαντάζουν εκ πρώτης όψεως σκοτεινά και ανεξιχνίαστα. Τι θέλει να μας πει; Ο αναγνώστης/ακροατής/θεατής, ερχόμενος αντιμέτωπος με τον γρίφο, καλείται να λάβει μέρος στη διαρκή επινόηση και αέναη αναζήτηση του ανατροφοδοτούμενου και υπό αμφισβήτηση νοήματος.




     Η δραματουργία του Τσεκούρα χρησιμοποιεί το όνειρο που διαρρηγνύει τη σκουριά του άχρονου καιρού προτείνοντας την αιώνια νεότητα ως τελικό αίτιο των αναζητήσεων του ανθρώπου. Τα όνειρα γλιστράνε στη ζωή...

    Το νέο του θεατρικό έργο, Εννιά, είναι στην ουσία ένα επώδυνο χρονικό-οδοιπορικό μιας αποκρυπτογράφησης. Στις παρυφές μιας ονειροφαντασίας, λίγο πριν «το τέλος του παιχνιδιού» και αυστηρά «κεκλεισμένων των θυρών»… Το κείμενο στοιχειοθετεί κομβικά γεγονότα σε υφολογία θρίλερ εναλλάσσοντας παιγνιωδώς την αλήθεια με το ψέμα και το μυστικό με την απάτη. Πρόκειται για το ξεδίπλωμα μιας άκρως τολμηρής εκθέσεως έκκεντρων περιστατικών σ’ ένα παιχνίδι αλυσιδωτών αντιδράσεων.




     Σ’ ένα παράξενο πανδοχείο (του πάνω ή του κάτω κόσμου), δύο μυστηριώδεις γυναικείες φιγούρες, η Μπέρτα (υπηρέτρια) και η Κυρία (αφεντικό), η οποία προσποιείται πως κουτσαίνει, αναζητούν εναγωνίως το χειρόγραφο ενός συγγραφέα που αυτοκτόνησε και επιχειρούν να αποκωδικοποιήσουν ένα απόκρυφο μήνυμα. Τόσο στις συζητήσεις όσο και στις μονολογικές τους αφηγήσεις, η απειλητική ακινησία ενός λύκου στιγματίζει το νοσηρό περιβάλλον της ατέρμονης αναμονής.




     Η Θωμαΐς Τριανταφυλλίδου ενδυναμώνει το παράλογο καλλιεργώντας παράλληλα το σασπένς στο κυνήγι της επίλυσης του αινίγματος. Πρέπει να δοθούν εξηγήσεις. Τι σημαίνει εννιά; Η σκηνοθεσία της κ. Τριανταφυλλίδου υπογραμμίζει την υπαρξιακή διάσταση του κειμένου και ισορροπεί επιδέξια το κωμικό με το δραματικό.




     Το σκηνικό της Χαράς Κονταξάκη (η οποία υπογράφει και τα καλαίσθητα κοστούμια) παραπέμπει σε αίθουσα υποδοχής ενός ξενοδοχείου με στοιχεία που εικονοποιούν την υπέρβαση και τη ρήξη με το πραγματικό. Το δάπεδο είναι στρωμένο με κιτρινισμένα φύλλα, πολυάριθμες βαλίτσες βρίσκονται στα ράφια, ο αριθμός 9 απουσιάζει από τη σειρά με τα δωμάτια, το ρολόι είναι μόνιμα κολλημένο στο 9 κ.α. Όλα δηλώνουν και υποδηλώνουν την παρουσία και την απουσία, το παρελθόν και το παρόν, ένα μυστήριο που ζητάει εξιχνίαση.

     Η μουσική του Νάσσου Σωπύλη σε συνδυασμό με τους φωτισμούς ενισχύουν την αίσθηση του εφιάλτη και το στοιχείο του θρίλερ.

     Η Ναταλία Στυλιανού και η Αγγελική Καρυστινού συμπλέουν με πλούσιους και κοινούς εκφραστικούς κώδικες σε αυτό το αλλόκοτο παιχνίδι καταδίωξης, αναζήτησης ταυτοτήτων και μεταμφιέσεων σε άδηλο τόπο και χρόνο. Οι δύο ηθοποιοί αναδεικνύουν ευθύβολα τη θεατρικότητα, τα άρρητα, τα υπαινικτικά και τα παίγνια του λόγου του Δημήτρη Τσεκούρα.

     Η παράσταση σχηματίζει έναν πραγματικό κώδικα, μια γλώσσα συμβολικών και αισθησιακών μορφών. Το ταξίδι της αναζήτησης συνεχίζεται μετά τη λήξη του θεάματος και σε ακολουθεί… Αλήθεια, τι σημαίνει τελικά το εννιά;




Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

«Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί» του Τομ Στόπαρντ στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής

 


     Στο θέατρο του Τομ Στόπαρντ διακειμενικότητα και μεταθεατρικότητα διαπλέκονται δοκιμάζοντας τις προσληπτικές αντοχές του θεατή στον οποίο απευθύνεται ως ενήμερο συνένοχο του σκηνικού παιχνιδιού. Ο Βρετανός, τσεχικής καταγωγής, συγγραφέας αναζητά την πρωτοτυπία στην ανασύνθεση και επανεγγραφή του παλαιού και δοκιμασμένου στήνοντας διαρκώς παιχνίδια μέσα στα παιχνίδια που απαξιώνουν τη σκηνική αληθοφάνεια.




     Το Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί (1966) αντλεί υπόθεση και χαρακτήρες από τον σαιξπηρικό Άμλετ. Ο Στόπαρντ αποσπά τους δύο αυλικούς από το περιθώριο και τους τοποθετεί στο επίκεντρο της δράσης ενώ ο πρίγκιπας της Δανίας γίνεται δευτερεύον πρόσωπο. Ο δραματουργός ελκύεται από την κωμική δυναμική δύο ανυποψίαστων ανθρώπων, που εμπλέκονται σε ένα δίχτυ βασιλικών διενέξεων με κατάληξη τον θάνατό τους, και της δίνει σύγχρονη φιλοσοφική διάσταση.




     Το έργο στιγματίζεται από το στοιχείο της μπεκετικής αναμονής, το επαναλαμβανόμενο παιχνίδι, την ανησυχία για την απουσία νοήματος και τις φιλοσοφικές συζητήσεις γύρω από τη φύση του θανάτου ενώ την ίδια στιγμή το ενήμερο κοινό αναγνωρίζει αμέσως τις διάσπαρτες σκηνές από το σαιξπηρικό έργο. Το μπουλούκι των θεατρίνων προσωποποιεί την απόλυτη θεατρική ψευδαίσθηση. Οι ηθοποιοί δεν βγαίνουν ποτέ από τον ρόλο τους, δεν αλλάζουν τα κοστούμια τους και είναι πάντοτε έτοιμοι να δώσουν παράσταση μόλις βρεθεί μπροστά τους κοινό.




     Η θεαματικότητα υπερθεματίζεται με τη χρήση «μαγικών» κόλπων ειλημμένων από το θεατρικό οπλοστάσιο αιώνων: νομίσματα που εξαφανίζονται ή διπλασιάζονται, βαρέλια που χάνονται ή κρύβουν μέσα τους πράγματα, μαχαίρια που δεν σκοτώνουν, επιστολές που αλλάζουν περιεχόμενο κλπ.




     Ανθεκτική στον χρόνο, η μετάφραση του Μίνωα Βολανάκη αποδίδει ευθύβολα τη διφορούμενη γλώσσα και τον αποσπασματικό της χαρακτήρα. Η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού ακροβατεί στη διαλεκτική του είναι και του φαίνεσθαι και κατορθώνει ν’ απογειώσει τη θεατρικότητα και την παιγνιώδη ψευδαίσθηση μέσα από μια φαρσική έκφραση που διατηρεί τη διασκεδαστική της στόχευση «αποθεώνοντας» και ταυτόχρονα ναρκοθετώντας τη γλωσσική επικοινωνία. Άλλωστε, το σκηνικό και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου διαμορφώνουν ένα κλίμα που κινείται μεταξύ ονείρου και παραμυθιού, προκρίνοντας το μυστήριο, την υπαρξιακή αγωνία και κυρίως τη μαγεία του αναπάντεχου. Σε αυτό το κλίμα ευθυγραμμίζονται οι καίριοι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου και η μουσική του Θοδωρή Αμπαζή που εκτελείται ζωντανά επί σκηνής από τον Θοδωρή Κοτεπάνο (πιάνο), τον Φίλανδρο-Μάριο Καρρά (κλαρινέτο) και τον Δημήτρη Κοτταρίδη (τσέλο).




     Ο Βασίλης Ανδρέου (Ρόζενκραντζ) και ο Νίκος Καρδώνης (Γκίλντενστερν) χειρίζονται επιδέξια το αυτοσχεδιαστικό παιχνίδι και τη μεταφυσική εγρήγορση των προσώπων στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τον θάνατο. Η μπουφονερί γεννιέται εκεί όπου οι αντινομίες της ύπαρξης μοιάζουν ανεπίλυτες. Ο Άρης Τρουπάκης (αρχηγός του θιάσου) μαζί με τον Πάρη Αλεξανδρόπουλο και τον Φοίβο Μαρκιανό (θεατρίνοι) υποδύονται με πλούσια παραγλωσσική έκφραση τους ρόλους τους. Ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος (Κλαύδιος), ο Στάθης Κόικας (Άμλετ), η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου (Οφηλία), η Μαρία Σαββίδου (Γερτρούδη) και ο Στράτος Σωπύλης (Πολώνιος) αποδίδουν με σκηνική ευστροφία τις κωμικοτραγικές αποχρώσεις των προσώπων.




Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2024

«Εντολή» της Διδώς Σωτηρίου στο Θέατρο Noūs – Creative space

 


     Η Εντολή (1976), που χαρακτηρίστηκε πολιτικό μυθιστόρημα ή μυθιστόρημα ντοκουμέντο, είναι μια αυτοβιογραφική λογοτεχνική κατάθεση της Διδώς Σωτηρίου και αναφέρεται στη σχέση του Νίκου Μπελογιάννη με την αδελφή της συγγραφέως, Έλλη Παππά, στις δίκες, τα βασανιστήρια και τις εξορίες των αριστερών αγωνιστών, στην καταδίκη και εκτέλεση του Μπελογιάννη και άλλων συντρόφων παρά τη διεθνή κατακραυγή για τη ματαίωσή της. Ο Μπελογιάννης είχε γίνει σύμβολο μέσω των διεθνών κινητοποιήσεων και τη συμμετοχή πολλών καλλιτεχνών, με γνωστότερο το σκίτσο του Πικάσσο (Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο).

    Η καταξιωμένη δημιουργός (Ματωμένα χώματα, 1962) ακολουθεί τη μαρξιστική μεθοδολογία για να ερμηνεύσει την υπόθεση Μπελογιάννη στο πλαίσιο του ψυχρού πολέμου. Ο Μπελογιάννης κατηγορήθηκε ως κατάσκοπος και δικάστηκε σύμφωνα με τον νόμο της δικτατορίας του Μεταξά. Η δίκη του όμως έλαβε χώρα το 1951, υπό το καθεστώς μιας κεντρώας κυβέρνησης με σύνθημα τη συμφιλίωση. Η Σωτηρίου τονίζει στον πρόλογό της το ηθικό βάρος της γραφής και την ειλικρίνεια των προθέσεών της και αναλύει τις πιέσεις που ασκήθηκαν στην κυβέρνηση από τον στρατό και την αμερικανική διπλωματική αποστολή για να πραγματοποιηθεί η εκτέλεση ώστε να αποτραπεί η προσέγγιση του κέντρου με την Αριστερά.

     Η καταγραφή των σφαλμάτων της ηγεσίας του ΚΚΕ ανάγεται σε ηθικό καθήκον. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η λαθεμένη πολιτική του στις συμφωνίες του Λιβάνου και της Γκαζέρτας που εμπόδισε το ισχυρό κόμμα της αντίστασης να αποκτήσει εξουσία μετά την απελευθέρωση και οδήγησε στα Δεκεμβριανά καθώς και η υπόθεση του Νίκου Πλουμπίδη. Σφάλματα που οφείλονταν σε απουσία στρατηγικής, άγνοια των συσχετισμών αλλά και στους θεσμούς οργάνωσης του κόμματος.

     Τα προσωπικά βιώματα της Διδώς Σωτηρίου συγχωνεύονται με πρακτικά δίκης, μαρτυρίες πολιτικών κρατουμένων, αυθεντικές επιστολές και αυτούσια αποκόμματα εφημερίδων. Μια μνημονική αφήγηση με ιστοριογραφικές φιλοδοξίες, ένας υβριδικός λόγος που συνδυάζει τη μαρτυρία με την πολιτική ανάλυση.




     Η παράσταση δίνει έμφαση στην ηθική και ανθρωπιστική διάσταση του αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο με ειρήνη, δικαιοσύνη και κοινωνική ευημερία. Μιλάει με συγκίνηση για «μια γενιά που νίκησε την ήττα της». Η Νάντια Δαλκυριάδου επιλέγει προσεκτικά το υλικό από το σχεδόν 400 σελίδων βιβλίο και δημιουργεί μια θεατρική διασκευή όπου εναλλάσσονται αφήγηση και διάλογοι συμπυκνώνοντας όλη την ιστορία. Η σκηνοθεσία της κ. Δαλκυριάδου ανατέμνει το πεδίο των ζυμώσεων με σύμμετρες κινήσεις, επιχειρώντας να αναδείξει εξελικτικά την πορεία του ιδεολόγου που παραμένει πιστός μέχρι το τέλος στις αξίες, τα ιδανικά και τα πιστεύω του.

     Η Γεωργία Μπούρδα, που υπογράφει και τα κοστούμια, δημιουργεί με ελάχιστα αντικείμενα έναν ευέλικτο σκηνικό χώρο που υποδηλώνει τους τόπους και τη χρονική περίοδο που εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Με τη σκηνοθετική ανάγνωση ευθυγραμμίζονται η κίνηση της Μαρίνας Μαυρογένη, η μουσική του Οδυσσέα Γκάλλιου και οι φωτισμοί του Γιώργου Ψυχράμη.

     Οι ηθοποιοί Ξένια Αλεξίου, Ειρήνη Αμπουμόγλι, Άρης Μπαταγιάννης, Σταύρος Μόσχης, Δώρα Χάγιου και Δημήτρης Χατζημιχαηλίδης ερμηνεύουν με κοινή υποκριτική υφολογία τα πρόσωπα υπογραμμίζοντας την αδιαπραγμάτευτη αφοσίωση των αγωνιστών στα υψηλά ιδεώδη.