Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

Για κείνους που ο θάνατος έχει ξεχωρίσει


Είναι ψυχές πλασμένες από μάρμαρο
Κι άλλες από χαμόγελο, είτε πόνο.
Είναι και μια πλασμένη από τριαντάφυλλα
Όμως εκείνη δεν τη φανερώνω!

Πόσο η καρδιά μου θα τρεμε αν την έλεγα!
Βάνω μια κλειδαριά γερή στο στόμα
Τόσοι σοφοί που βρίσκονται τριγύρω μου
Και δεν τη μάντεψε κανείς ακόμα;

Είναι ψυχές πλασμένες από κρύσταλλο
Κι άλλες ψυχές με κλάματα έχουν γίνει
Είναι και μια πλασμένη από ροδόσταμο
Μα δεν θα σας την πω ποτέ μου εκείνη!

Όρκο έβαλα να μην την πω, ως τον τάφο μου
Μα πάλι…ποιος ξέρει…καμμιάν ώρα
Κάτι μου καίει τα χείλη μου! καλύτερα
Να κλείσω το τραγούδι μου από τώρα…

Ναπολέων Λαπαθιώτης («Μυστικό»)

Με αφορμή την πολυτάραχη ζωή αλλά κυρίως το θεμελιώδες έργο τεσσάρων ποιητών, η Μαίη Σεβαστοπούλου έστησε μια μουσικοθεατρική παράσταση που συγκινεί με την ειλικρίνεια των προθέσεων της. Η δράση εστιάζει στις συναντήσεις του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη με τον Κωνσταντίνο Καβάφη στην Αλεξάνδρεια του 1917 και της Μαρίας Πολυδούρη με τον Κώστα Καρυωτάκη στη Νομαρχία Αττικής στην Αθήνα του 1922. Στιγμές από το βίο τους αναμειγνύονται με σκέψεις, συναισθήματα και στίχους διαμορφώνοντας μια μαγευτική ατμόσφαιρα.
Αυθεντικά αποσπάσματα έργων των δημιουργών επιλέγονται και συναρμολογούνται ευθύβολα συγκροτώντας ένα κωδικοποιημένο μικρόκοσμο που συνοψίζει ευρηματικά το αφηγηματικό πρόγραμμα των ηρώων και οδηγεί σε κατάλληλες στιγμές στην κορύφωση, αποφεύγοντας έντεχνα άσκοπη φλυαρία. Με ελαφρές παρεμβάσεις, διαμορφώνονται διαλογικά μέρη που εναλλάσσονται με τραγούδια χαράζοντας τη γραμμική αφήγηση ενιαίας ιστορίας. Τα στάδια της διήγησης διαδέχονται αβίαστα το ένα το άλλο με τη βοήθεια ισχυρών συνδετικών κρίκων που αποτρέπουν τη δημιουργία χασμάτων ή την καταφυγή σε αυθαίρετες μεταβάσεις. Το πλαίσιο συλλήψεως του μικρόκοσμου της Μαίης Σεβαστοπούλου παίρνει σάρκα και οστά ως νοηματικός χώρος που αφορά απόλυτα το σύγχρονο θεατή. Σε αυτό, συντελεί πρωτίστως η σκηνοθεσία, αξιοποιώντας στο έπακρο τον βαθύ σημασιολογικό λόγο των ποιητών, ο οποίος απλώνεται στον χώρο αναζητώντας συνομιλητές για να επιτύχει εντέλει τη δημιουργία του ετέρου και την ισχυροποίηση μιας διαλεκτικής σχέσεως μεταξύ της συγγραφέως και του κοινού.

Χώρος και ερμηνείες
Χαμηλά φώτα, παλιά έπιπλα, ξύλινα αντικείμενα, ζωντανή μουσική, άρωμα από Παρίσι. Οι ηθοποιοί κατεβαίνοντας από μια σκάλα, κινούνται ανάμεσα και γύρω από τους θεατές στο μπαρ της μουσικής σκηνής «Cabaret Voltaire», κατάλληλος χώρος για την παρουσίαση ενός τέτοιου εγχειρήματος. Σε απόσταση αναπνοής εκφωνείται ένας λόγος δυναμικός, ζωντανός, άμεσος. Σε καθιστά «συνένοχο»…
Ο Γιώργος Γιανναράκος κατορθώνει να προσαρμόσει υποδειγματικά τον υποκριτικό του κώδικα σε τρία διαφορετικά προσωπεία και ν’ αναδείξει μέσα από λεπτούς εκφραστικούς χειρισμούς τα χαρακτηριστικά του κάθε ποιητή. Ο ηθοποιός αφομοιώνει στην ερμηνεία του εξωτερικά χαρακτηριστικά των προσώπων με την ιδιαίτερη ατομικότητα καθενός από τους τρεις άστατους ψυχικούς κόσμους. Ο Καβάφης του κυρίου Γιανναράκου «χτίζεται» λεπτομερώς από το ιδιαίτερο βάδισμα και το στοχαστικό βλέμμα (συνοφρύωμα, ενατένιση) μέχρι την υποβόσκουσα μελαγχολία, την απόκρυψη, την πλαστότητα, το διδακτισμό, την αγάπη για την ελληνιστική-βυζαντινή περίοδο, την ιδιόρρυθμη σχέση με τη μητέρα του και τη μυσταγωγική διάσταση του ερωτισμού της άφθαρτης ποίησης του. Ως Λαπαθιώτης, ο Γιώργος Γιανναράκος αποφεύγει την εκζήτηση και πλάθει την ιδιόρρυθμη περσόνα υπογραμμίζοντας το ναρκισσισμό, την εστέτ εμφάνιση, το λεπτό σαρκασμό, την ειρωνεία, τον κυνισμό, την αναζήτηση της ηδονής και την ιδανική ομορφιά μέσα από «τεχνητούς» παραδείσους. Στην τρίτη του μεταμόρφωση, αποτυπώνει με ευκρίνεια τον ακραίο πεσιμισμό, την ανελέητη σάτιρα και την αυτοκαταστροφική τάση του Καρυωτάκη.
Η Μαίη Σεβαστοπούλου, με τα υλικά μιας γνήσιας κομεντιέν, ενσαρκώνει με ειλικρίνεια και ευαισθησία τη μητέρα του Καβάφη. Η Αγγελική Δέλλα, στο ρόλο της Πολυδούρη, δίνει έμφαση στην αβρότητα της γυναικείας φύσης, στη συγκρατημένη ευαισθησία της ηρωίδας και στην καταλυτική της εξάρτηση από τον Καρυωτάκη. Μαζί με τη Σωτηρία Κολόζου κινούνται με ζωηρές εκφραστικές εναλλαγές και σκηνική κομψότητα.
Τα κοστούμια της παράστασης είναι σχεδιασμένα από την Έλενα Αυγερινού με γούστο και καλαισθησία που αναδεικνύουν τα πρόσωπα, σε αντίθεση με τους φωτισμούς, οι οποίοι παρακολουθούν άτονα και σχεδόν αδιάφορα τη δράση.
Οι μουσικές συνθέσεις της Σωτηρίας Κολόζου φωτίζουν αθέατες όψεις ενός ανεξάντλητου ποιητικού σύμπαντος προκαλώντας ποικίλα συναισθήματα και ενεργοποιώντας νέους δρόμους ανάγνωσης των γνωστών κειμένων.
Από την οργάνωση της παραγωγής της παράστασης λείπει αισθητά ένα πολυσέλιδο πρόγραμμα που θα περιλάμβανε εκτενή επιλεγμένα κείμενα γύρω από το έργο των μεγάλων ποιητών.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Μόλις θυμούμαι πια τους ποιητές», μουσικοθεατρική παράσταση
Από τη θεατρική ομάδα «Θεώρηση»
Συγγραφή – συρραφή κειμένων – σκηνοθεσία : Μαίη Σεβαστοπούλου
Μελοποίηση ποιημάτων και μουσική σύνθεση : Σωτηρία Κολόζου
Κοστούμια : Έλενα Αυγερινού
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Γιώργος Γιανναράκος, Αγγελική Δέλλα, Σωτηρία Κολόζου και Μαίη Σεβαστοπούλου

CABARET VOLTAIRE
Μαραθώνος 30, Κεραμεικός, τηλ. 210 52 27 046
Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή 21.00
Έως 25 Μαΐου

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

Η πληγή, μέσα μου


«Ένα deal είναι μια εμπορική συναλλαγή που έχει να κάνει με αξίες απαγορευμένες ή αυστηρώς ελεγχόμενες, και που συνάπτεται, σε χώρους ουδέτερους, απροσδιόριστους, και μη προβλεπόμενους γι’ αυτή τη χρήση, ανάμεσα σε προμηθευτές και επαιτούντες, με σιωπηλή συνεννόηση, συμβατικά νοήματα ή διφορούμενη συνομιλία – με τον σκοπό να παρακαμφθούν οι κίνδυνοι προδοσίας και αισχροκέρδειας τους οποίους συνεπάγεται παρόμοια επιχείρηση –, σ’ οποιαδήποτε ώρα της μέρας και της νύχτας, ανεξάρτητα απ’ τις κανονισμένες ώρες που οι εγκεκριμένοι εμπορικοί χώροι ανοίγουν, μάλλον δε στις ώρες που αυτοί κλείνουν».
Bernard-Marie Koltès, «Στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι»
(Μετάφραση : Δημήτρης Δημητριάδης)

Τα τελευταία χρόνια, η θεατρική ομάδα «ΝΑΜΑ», που ιδρύθηκε από τη σκηνοθέτη Ελένη Σκότη και τον αρχιτέκτονα – σκηνογράφο Γιώργο Χατζηνικολάου, έχει κατορθώσει να εκπληρώσει σε ικανοποιητικό βαθμό αρκετούς από τους υψηλούς στόχους που έθεσε από την πρώτη στιγμή της σύστασης της και να διαμορφώσει το δικό της κοινό. Σήμερα, εξακολουθεί με συνέπεια να παρουσιάζει ένα ανανεωμένο, σύγχρονο και κοινωνικό θέατρο, που με αμεσότητα στο λόγο, στην έκφραση και στη θεματολογία, όχι μόνο προβληματίζει αλλά ανοίγει γόνιμο διάλογο με τους θεατές και κυρίως με τους νέους ανθρώπους. Οι παραγωγές της έχουν παγιώσει ένα σαφές παραστασιακό ύφος – αναγνωρίσιμο πλέον – και οι υποκριτικές της προτάσεις διαρκώς εξελίσσονται και επαναπροσδιορίζονται μέσα από δημιουργικούς πειραματισμούς, προϊόν αδιάκοπης έρευνας.
Στο φουαγιέ του θεάτρου επί Κολωνώ, παρουσιάζεται η performance «Ωκεανός πολύ μπλε», εμπνευσμένη από το θεατρικό έργο του John Patrick Shanley, «Danny and the deep blue sea», σε μετάφραση Άντονυ Μπερκ και σκηνοθεσία Ελένης Σκότη.

Ο συγγραφέας και το έργο του
Γεννημένος το 1950 στο Bronx, ο John Patrick Shanley γράφει θεατρικά έργα αλλά και σενάρια για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο και έχει τιμηθεί μέχρι σήμερα με σημαντικά βραβεία για το έργο του. Ανάμεσα στα πολυάριθμα θεατρικά κείμενα ενδεικτικά αναφέρουμε : «Welcome to the moon» (1982), «The Dreamer examines his pillow» (1985), «All for charity» (1987), «Missing Marisa» (1995), «Four Dogs and a bone» (1993), «Where’s my money?» (2001) και «Sailor’s song» (2004). Το «Danny and the deep blue sea» (1983) είχε παρουσιαστεί στην Ελλάδα το 2001 στο θέατρο του Νέου Κόσμου (Κάτω Χώρος), με τον τίτλο «Ο Ντάνυ και η βαθειά γαλάζια θάλασσα» σε σκηνοθεσία Βασίλη Βαφέα και πρωταγωνιστές την Εύα Βλαχάκη και το Νίκο Ορφανό.

Bar theater performance
Με αφορμή αυτό το θεατρικό κείμενο στήθηκε μια σαραντάλεπτη παράσταση για δυο ηθοποιούς που εστιάζει δυναμικά σε καίρια σημεία. Αργά το βράδυ σ’ ένα μπαρ, λίγο πριν κατέβουν τα ρολά, ένας δυνατός διάλογος μεταξύ δυο άγνωστων ανδρών οδηγεί σε αναπόφευκτη σύγκρουση φέρνοντας στην επιφάνεια οδυνηρές μνήμες, απωθημένες σκέψεις και ανεκπλήρωτα όνειρα. Στην underground σκοτεινιά του υποφωτισμένου χώρου, ανάμεσα στους καπνούς των τσιγάρων και στη δυσοσμία του αλκοόλ, ο Ρόμπερτ και ο Ντάνι έρχονται αντιμέτωποι σ’ έναν αδυσώπητο αγώνα αλληλοεξόντωσης. Οι αντίθετοι κώδικες σκέψης, νοοτροπίας και ηθικής αλλά και οι διαφορετικές τους ανάγκες δυσχεραίνουν την επικοινωνία τους και την αποδοχή του ενός από τον άλλο.
Η διασκευή αφήνει μια αίσθηση ανολοκλήρωτου, σκέψεις και συναισθήματα μετέωρα. Η σκηνοθεσία κίνησε τους ηθοποιούς φυσικά στο χώρο καθιστώντας απόλυτα οικεία πρόσωπα και καταστάσεις. Σε απόσταση ανάσας από τους θεατές (θαμώνες του μπαρ), οι δύο χαρακτήρες επιδίδονται σ’ ένα φιλοσοφικό, ονειρικό και μεταφυσικό λεκτικό παιχνίδι που οδηγεί στο συγκινητικό φινάλε απαλύνοντας με αυτό τον τρόπο την βίαιη κατάληξη του πρώτου μέρους. Στις τελευταίες δε εικόνες εκφωνείται ένας άκρως ευχάριστα παραληρηματικός σκηνικός λόγος.
Καταλυτικής σημασίας ο σχεδιασμός των φωτισμών. Οι φωτισμοί του Βασίλη Κλωτσοτήρα υπογραμμίζουν τη σημείωση του χώρου, επισημαίνουν τις χρονικές εναλλαγές ενώ, παράλληλα, αποτυπώνουν εξελικτικά και με σαφήνεια τις συναισθηματικές αντιδράσεις των προσώπων. Ο κύριος Κλωτσοτήρας κατευθύνει ευθύβολα το φως αποκαλύπτοντας σταδιακά την αθέατη όψη των λόγων και των νοημάτων.
Ο Γιάννης Λεάκος, στο ρόλο του βίαιου και εκρηκτικού Ντάνυ, που προβάλλει ως ασπίδα προστασίας την εικόνα του σκληρού και αλύγιστου αρσενικού, αποδίδει με ακρίβεια τις αντιφατικές πτυχές του χαρακτήρα, χωρίς να τον σχηματοποιεί, αφήνοντας με λεπτούς εκφραστικούς χειρισμούς ν’ αποκαλυφθεί αθέατα η ευαισθησία ενός θρυμματισμένου ψυχικού κόσμου. Ο κύριος Λεάκος δίνει έμφαση μέσα από την ερμηνεία του στην καταπίεση και στη συναισθηματική φίμωση που υπέστη ο ήρωας προκειμένου να μην εξωτερικεύει τις πραγματικές του επιθυμίες και να μην εκφράζεται μέσα από την αλήθεια της φύσης του.
Ο Μάνος Κανναβός ερμηνεύει το Ρόμπερτ και προβάλλει με έμφαση τα χαρακτηριστικά του ήρωα που έρχονται σε αντίθεση με αυτά του Ντάνυ. Ο κύριος Κανναβός με ζωηρές εκφραστικές εναλλαγές σκιαγραφεί με ακρίβεια τις αντιδράσεις του εν λόγω προσώπου. Οι δύο ηθοποιοί κατορθώνουν να συνθέσουν ένα σκηνικό υπόβαθρο ολικής προσλήψεως των δύο χαρακτήρων, ως φορέων όλων των δορυφόρων της εν γένει πλοκής.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ωκεανός πολύ μπλέ»
Performance βασισμένη στο «Danny and the deep blue sea» του John Patrick Shanley (μετάφραση : Άντονυ Μπερκ)
Από τη θεατρική ομάδα «ΝΑΜΑ»
Δραματουργική επεξεργασία-διασκευή-σκηνοθεσία : Ελένη Σκότη
Επιμέλεια σκηνικού χώρου : Γιώργος Χατζηνικολάου, Δάφνη Λαρούνη
Φωτισμοί : Βασίλης Κλωτσοτήρας
Επιμέλεια κοστουμιών : Μάνος Κανναβός
Βοηθός σκηνοθέτη : Δάφνη Λαρούνη
Τους ρόλους ερμηνεύουν οι ηθοποιοί : Γιάννης Λεάκος και Μάνος Κανναβός

ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ
Ναυπλίου 12 και Λένορμαν, Κολωνός, τηλ. 210 51 38 067
Τρίτη-Τέταρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 23.30, Κυριακή 22.00
Μέχρι 31 Μαΐου

Τρίτη 6 Μαΐου 2008

Θανάσιμη πλήξη


Η δραματουργία του Νορβηγού Henrik Ibsen (1828-1906) δεν περιορίζεται στην ανάλυση των κοινωνικών προβλημάτων με τις αντικομφορμιστικές επιθέσεις στα θεμέλια της αστικής οικογένειας αλλά προσανατολίζεται κυρίως στην αμείλικτη βολιδοσκόπηση της ανθρώπινης συνείδησης στις στιγμές της διαμάχης της για την καθιέρωση της προσωπικής αυθεντικής φύσης της που έρχεται ενάντια στους κανόνες της κοινής ζωής.
Με τα έργα της ωριμότητάς του, ο συγγραφέας απομακρύνθηκε από την εικόνα του ηθικολόγου και του αναμορφωτή των ηθών και εισήγαγε συμβολικά στοιχεία στο περιεχόμενο των ρεαλιστικών του δραμάτων που λειτούργησαν ως ακριβείς αντανακλάσεις της ψυχολογίας των ηρώων, των πράξεων και των αντικειμένων της προσωπικής τους ιδιοκτησίας. Η πολυπλοκότητα της γραφής του δεν περιορίζεται σε μια μονόπλευρη ερμηνεία, αλλά περιέχει, στα πλαίσια μιας ενιαίας δομικής συνοχής, μια πολυφωνία εκφραστικών μηχανισμών συχνά διφορούμενων, δικαιολογώντας διαφορετικές μεταξύ τους αναγνώσεις. Τα τελευταία θεατρικά του, από δομικής πλευράς, καταγράφουν μια διαφοροποίηση στη γραφή που εμπλουτίζεται με επιπλέον εννοιολογικά επίπεδα, συμβολική ηχώ και αυτοβιογραφικές επικλήσεις.

Άλυτος γρίφος;
Η «Έντα Γκάμπλερ» (1890) έχει χαρακτηριστεί σαν ένας από τους πιο περίπλοκους και αινιγματικούς χαρακτήρες του αστικού δραματολογίου. Η μποβαρική αντι-ηρωίδα δεν καταγράφεται στις απλές περιπτώσεις αυτοκαταστροφικού εγωισμού και γυναικείας αυταρέσκειας. Αν η αυτοκτονική έξοδος της «δεινώς ανιώσας» ηρωίδας δεν ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τους όρους της τραγικής ύπαρξης, δεν θα αφορούσε το σημερινό θεατή.
Από τις πρόχειρες αρχικές σημειώσεις του συγγραφέα υποθέτουμε την πρόθεση του να γράψει μια τραγωδία για τη ματαιότητα της ζωής που δεν έχει προορισμό και συγκεκριμένα της άσκοπης ζωής, η οποία επιβαλλόταν στις γυναίκες της εποχής τόσο από την ανατροφή τους όσο και από τις κοινωνικές συμβάσεις που περιόριζαν τις δραστηριότητες τους. Αδράνεια, αποκλεισμός, μοναξιά.
Παντρεμένη συμβατικά με τον καθηγητή Τέσμαν, πληγωμένη και απογοητευμένη από τον ιδανικό της έρωτα για το Λέβμποργκ και παγιδευμένη από τον ακόλαστο εκβιαστή Μπράκ, η Έντα αυτοκτονεί με το πιστόλι του πατέρα της, του στρατηγού Γκάμπλερ, του οποίου η ανάμνηση στοίχειωνε τη ζωή της. Η Έντα ασφυκτιά στο καταπιεστικό περιβάλλον που ζει και επιδιώκει με κάθε μέσο να επηρεάσει και να κατευθύνει έστω για μια φορά στη ζωή της τη μοίρα ενός ανθρώπου. Απορρίπτοντας τους παραδοσιακούς ρόλους της συζύγου και της μητέρας, καταδικάζεται να ζει με υποκατάστατα, γεμάτη από τη στέρηση και το αίσθημα κενότητας που η ίδια ονομάζει θανάσιμη πλήξη. Καταστρέφει εκδικητικά το «πνευματικό παιδί» του εραστή της και επιλέγει έναν «όμορφο θάνατο» για την ίδια.
Σύμφωνα με τον Αιμίλιο Χουρμούζιο πρόκειται για την «τραγωδία της ερημιάς μιας ψυχής που ξεκινάει για έναν ανήφορο ονείρου και αντικρίζει, περί το τέρμα, το θλιβερό πρόσωπο της ζωής. Δεν απομένει παρά το τραγικό δίλημμα : Προσαρμογή, ή άρνησή της. (…) Το τέλος της Έντας Γκάμπλερ δεν είναι ένα ηθικό συμπέρασμα ούτε μια κάθαρση. Είναι η ποιητική αυτοκτονία του ονείρου».


Μια κλασική παράσταση
Το ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ Αγρινίου ανεβάζει τον πήχη φέρνοντας το κοινό του σε μια πρώτη επαφή και γνωριμία με έργα υψηλού ρεπερτορίου. Καθαρή και έντιμη ως προς τις προθέσεις της η σκηνοθετική προσέγγιση του Βασίλη Νικολαΐδη. Εστίαση στην αφήγηση της πλοκής και ανάδειξη της γραμμικής πορείας των προσώπων. Ο θεατής, μέσα από την εξαιρετική μετάφραση (Μίνως Βολανάκης), παρακολουθεί και κατανοεί πλήρως το μικρόκοσμο του Ίψεν σε μια παράσταση που δε ξενίζει με νεωτερισμούς και διασκευές που θα αλλοίωναν, ενδεχομένως, τις νοηματικές δομές του κειμένου.
Η απέχθεια της Έντας για τη σωματική επαφή και τη σεξουαλική πράξη αποτελεί ένα καταλυτικό στοιχείο της παράστασης. Μέσα από τη σκηνοθεσία υπογραμμίζεται έντονα ότι η ηρωίδα δεν είναι ερωτικό πλάσμα, αλλά συναισθηματικά ανάπηρη ύπαρξη. Αυτό το γοητευτικά παράδοξο θεατρικό πρόσωπο ενσαρκώνει η Λουκία Πιστιόλα αποδίδοντας με κινήσεις ακρίβειας στοιχεία του σκοτεινού χαρακτήρα. Η κυρία Πιστιόλα υπογραμμίζει με τα εκφραστικά της μέσα το ναρκισσισμό, την ψυχρή και απόμακρη συμπεριφορά, το κυνικό χιούμορ αλλά και τις φοβικές ανασφάλειες της Έντας. Ο σύνθετος χαρακτήρας που πλάθει η ηθοποιός κινδυνεύει να υπονομευθεί σε κάποιες στιγμές άστοχης ηδυπάθειας.
Ως Γέργκεν Τέσμαν, ο Βασίλης Ευταξόπουλος δημιουργεί μια ολοκληρωμένη εικόνα του ήρωα και κατορθώνει ν’ αποδώσει το ρόλο του με ελεγχόμενη λιτότητα χωρίς να τον σχηματοποιεί. Στον απαιτητικό ρόλο του Έϊλερτ Λέβμποργκ, ο Ζαχαρίας Ρόχας αποτυπώνει στην ερμηνεία του αρκετές από τις πτυχές της πληθωρικής προσωπικότητας του διανοούμενου (επιρρεπή στις ηδονικές απολαύσεις) δίνοντας έμφαση στο πάθος και στην τάση για ένα μποέμικο τρόπο ζωής. Με μια παγερή όψη και ταχεία εκφορά λόγου ο Γιάννης Κρανάς υποδύεται το δικαστή Μπράκ σα μια αινιγματική φιγούρα. Η Αλέκα Τουμαζάτου υποστηρίζει το ρόλο της γεροντοκόρης Γιούλια Τέσμαν με γλυκύτητα και σε ήπιους τόνους.
Η Πένη Παπουτσή σκιαγραφεί ευθύβολα το «αντίπαλο δέος» της Έντας, τη Τέσα Έλβστεντ, αποκαλύπτοντας με ζωηρές εκφραστικές εναλλαγές και ψυχολογικές μεταπτώσεις την πορεία δράσης του εν λόγω προσώπου.
Η σκηνοθεσία ευνοεί ακόμα και τον πιο περιορισμένο σε ποσότητα λόγου ρόλο. Έτσι, μέσω ενός αυτοσχεδιασμού που λειτουργεί ως εύστοχο ταξικό σχόλιο αλλά και συνδετική σκηνή αλλαγής πράξης, η Λένα Ντζούρβα (υπηρέτρια Μπέρτα) πλάθει μια έξοχη κωμική φιγούρα
Φροντισμένος στη λεπτομέρεια ο σκηνικός χώρος που διαμόρφωσε ο Γιάννης Μετζικώφ, ένα σαλόνι ενός εύπορου σπιτιού με το λευκό χρώμα να επικρατεί στα έπιπλα και το πορτρέτο με το επιβλητικό βλέμμα του στρατηγού σε σημαίνουσα θέση. Τα σκηνικά και τα κοστούμια ακολουθούν την εποχή και την κοινωνική θέση των προσώπων. Οι μουσικοί ήχοι του Βάγκνερ (συνθέτη που κατεξοχήν ύμνησε την ιδεαλιστική τελειότητα), του Σκριάμπιν (ερεβώδους Ρώσου συνθέτη), αλλά και του Αντχάιλ (Άγγλου μουσουργού του μεσοπολέμου) συνάδουν με την ψυχοσύνθεση της πρωταγωνίστριας που, στο φινάλε, σπάει προκλητικά την πένθιμη ατμόσφαιρα παίζοντας στο πιάνο την «Ραμόνα»! Οι μουσικές επιλογές, ο ρυθμός σταδιακής κορύφωσης και οι φωτισμοί του Γιάννη Δρακουλαράκου καλλιεργούν επιδέξια το σασπένς και προϊδεάζουν για το μοιραίο στιγμιότυπο του πυροβολισμού.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Έντα Γκάμπλερ» του Henrik Ibsen
Από το ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ. Αγρινίου
Μετάφραση : Μίνως Βολανάκης
Σκηνοθεσία-Μουσική επιμέλεια : Βασίλης Νικολαΐδης
Σκηνικά –Κοστούμια : Γιάννης Μετζικώφ
Φωτισμοί : Γιάννης Δρακουλαράκος
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Αλέκα Τουμαζάτου, Λένα Ντζούρβα, Βασίλης Ευταξόπουλος, Λουκία Πιστιόλα, Πένη Παπουτσή, Γιάννης Κρανάς και Ζαχαρίας Ρόχας

ΘΕΑΤΡΟ ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ
Ακαδημίας 3, τηλ. 210 36 36 144
Από 2 έως 10 Μαΐου στις 21.00

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Η ανιδιοτέλεια της γενναιότητας


Και τώρα είσαι όλη δική μου, Αθανασία!
Μυριάδες ήλιοι η λάμψη σου ποτίζει
το πανί που μου ’κλεισε τα μάτια.
Φτερούγες φύτρωσαν στους ώμους μου,
και στους ακύμαντους αιθέρες
πλέει η ψυχή μου.
Και σαν καράβι,
που ένας άνεμος το παίρνει στ’ ανοιχτά,
κι εκείνο βλέπει να βουλιάζει,
πέρα μακριά,
το βουερό λιμάνι
έτσι κι εμένα, αργοβυθίζεται
στο φως που σκοτεινιάζει,
όλη μου η ζωή:
Τη μια στιγμή, καταλαβαίνω
σχήματα και χρώματα.
Την άλλη, κάτω από τα πόδια μου,
είν’ όλα σύννεφα και καταχνιά.

(απόσπασμα από το έργο)

Το αριστουργηματικό και υψηλών απαιτήσεων πατριωτικό δράμα του Heinrich von Kleist, «Ο Πρίγκιπας του Χόμπουργκ», παρουσιάζεται σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη και σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή στο Θέατρο Rex-Σκηνή Κοτοπούλη. Μια προσεγμένη και φιλόδοξη παράσταση κλασικού ύφους, με πολύ εντυπωσιακή και ιδιαίτερα ατμοσφαιρική όψη, φροντισμένη στη λεπτομέρεια. Ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα δημιουργεί την εντύπωση ότι η σκηνοθετική προσέγγιση δεν κατόρθωσε ν’ αναδείξει απόλυτα τη διαχρονική αξία του έργου, να ενεργοποιήσει τα «νεκρά» σημεία και ν’ ανοίξει δημιουργικό διάλογο με το σημερινό θεατή μέσα από σαφείς υπαινικτικές αναφορές που θα τον καθιστούσαν «συνένοχο».

Ο συγγραφέας και το έργο του
Ο Γερμανός δραματουργός, γόνος πρωσικής στρατιωτικής οικογένειας Heinrich von Kleist (1777-1811) προσαρτήθηκε στα ιδανικά του ρομαντικού θεάτρου με κύρια πηγή έμπνευσης την κλασική τραγωδία και το Shakespeare. Ύστερα από την ολοκλήρωση της σκοτεινής τραγωδίας «Η οικογένεια Σκροφενστάιν» (1804), η υπαρξιακή μοναξιά, η πιστοποίηση των αξιών του υποσυνείδητου και η αμφισβήτηση για την ύπαρξη της αντικειμενικής πραγματικότητας όρισαν στον Kleist την ένταξη των ιστοριών του στον κόσμο των οπτασιών και των ονείρων. Τα θέματα της διπλής προσωπικότητας και της απάτης αποδείχθηκαν άριστα διαρθρωμένα στις δύο εκκεντρικές κωμωδίες του, «Αμφιτρύων» (1807) και «Η Σπασμένη στάμνα» (1808). Στην τραγωδία «Πενθεσίλεια» (1813) και το ιπποτικό δράμα «Η Κατερίνα του Χάιλμπρον» (1810), ο συγγραφέας εστιάζει στις πιο παράλογες και μεταφυσικές εκφάνσεις της αγάπης δίνοντας την κατεύθυνση στη σκηνική δράση.
Στο τελευταίο έργο του, «Ο Πρίγκιπας του Χόμπουργκ» που γράφτηκε το 1810 αλλά ανέβηκε εξ αιτίας της λογοκρισίας το 1821, καταθέτει τις ιδέες του, που ευνοούν τη συμφιλίωση των αντιθέτων και τη δυνατότητα δημιουργίας αρμονικού κλίματος ανάμεσα στους ανθρώπους. Η σύγκρουση γραπτών και άγραφων νόμων παραπέμπει στη σοφόκλεια «Αντιγόνη» ενώ το ιστορικό πλαίσιο του έργου μοιάζει αφορμή για τη δημιουργία συγκρουσιακού συμβάντος που θα φέρει στην επιφάνεια μεγάλες ιδέες. Μέσα από τη μυθοπλασία εκφράζεται ο ουτοπικός πόθος για ηγεμόνες που διοικούν χωρίς αλαζονεία, αυταρχισμό, ιδιοτέλεια και υστεροβουλία αλλά με ανθρωπισμό, δικαιοσύνη και εκτίμηση των ηρωικών ανδραγαθημάτων των πολεμιστών. Με αφορμή ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός, την μάχη του Φέρμπελιν το 1675, ο Kleist γράφει ένα βαθιά ανθρώπινο κείμενο που κινείται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, τη λογική και το συναίσθημα. Ο πρίγκιπας του Χόμπουργκ, με το ελεύθερο πνεύμα και την αντισυμβατική συμπεριφορά του, αισθάνεται ν’ ασφυκτιά μέσα στη στολή του αξιωματικού. Παραβιάζει την εντολή του ηγεμόνα του και, παρά το θρίαμβό του στη μάχη, αντιμετωπίζει τη θανατική καταδίκη.
Το έργο ανέβηκε στο Βερολίνο με το Josef Kainz στον επώνυμο ρόλο. Το 1951, με πρωταγωνιστή το Gérard Philippe και σε σκηνοθεσία του Jean Vilar αποδείχθηκε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Φεστιβάλ της Αβινιόν ενώ σημαντικές παραστάσεις μεταξύ άλλων θεωρούνται αυτές του 1976 στη Νέα Υόρκη και του 1982 στο Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου. Στην Ελλάδα, έχει παρουσιαστεί το 1938 από την Κεντρική Σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη και μετάφραση Κλέανδρου Καρθαίου με τον Αλέξη Μινωτή στο ρόλο του πρίγκιπα και μια πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών στα υπόλοιπα πρόσωπα.

Η παράσταση
Ο σκηνικός χώρος (που επιμελήθηκε ο Γιώργος Πάτσας) εντυπωσιάζει από την πρώτη στιγμή της παράστασης με νιφάδες χιονιού να πέφτουν ασταμάτητα στο δάπεδο ενώ σε συνδυασμό με τα μουσικά κομμάτια που ακούγονται διαμορφώνεται μια ιδιάζουσα ατμόσφαιρα. Ένας στενός διάδρομος, απλωμένος στο διάζωμα των θεατών και στηριγμένος στα καθίσματα, χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τον πρίγκιπα προκειμένου να υπογραμμιστεί η σκηνική του υπόσταση κατά τις εισόδους και εξόδους του.
Εντοπίζεται μια δυσκολία στη χωροταξική τοποθέτηση και κίνηση των ηθοποιών στην επιβλητικά μεγάλη σκηνή του θεάτρου. Αμήχανη σκηνική καθοδήγηση. Υποκριτική ασυμμετρία και κάποιες στιγμές αβεβαιότητας. Ακανόνιστη, χασματική συρραφή των μικροεπεισοδίων με αποτέλεσμα ο θεατής να δυσκολεύεται να συμβαδίσει με το δραματικό μύθο. Ετερόκλητη τακτική κατά τη διδασκαλία με συνέπεια την ελλιπή ενδοσκόπηση των προσώπων και τη μετριοπαθή χάραξη της πορείας τους. Ο Λευτέρης Βογιατζής δούλεψε με βάση αυτό που του έδινε ο αναγνωστικός συνειρμός, η μια εικόνα-θέμα τον οδηγούσε στην άλλη, ερήμην του έργου ως ολοκληρώματος.
Ο Νίκος Κουρής, ως πρίγκιπας, δε φαίνεται να γνωρίζει επαρκώς το αφηγηματικό πρόγραμμα του ήρωα που υποδύεται. Έτσι, αντί να τον διευρύνει ως θα όφειλε, τον συρρικνώνει. Και ενώ οι διαφορές στην υποκριτική είναι κατά το πλείστον εμφανείς, στην περίπτωση του εκλέκτορος του Βρανδεμβούργου, που υποδύεται ο Δημήτρης Λιγνάδης, η παράσταση χάνει οριστικά το στοίχημα. Ο κύριος Λιγνάδης κάνει περιπάτους στη σκηνή χωρίς στόχο, χωρίς εμφάσεις, χωρίς μεταπτώσεις, εντελώς απροσδιόριστος. Ο Όμηρος Πουλάκης (Ίλαρχος φον Μαίρνερ) δεν καταφέρνει ν’ αναπαραστήσει με σαφήνεια και υποκριτική οντότητα το ήθος του ήρωα που κλίθηκε να υποδυθεί, ούτε να διοχετεύσει επαρκώς την απαιτούμενη ενέργεια στην αντίστοιχη αγγελική ρήση. Διεκπεραιωτικές και μονοδιάστατες ερμηνείες. Η Λυδία Φωτοπούλου (Αρχόντισσα, σύζυγος του Εκλέκτορος) και η Έμιλυ Κόλιανδρη (Ναταλία, πριγκίπισσα της Οράγγης) δεν είχαν περιθώρια να ξεδιπλώσουν τις πτυχές των χαρακτήρων που υποδύονται.
Οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου ωραιοποιούσαν τις στιγμές χωρίς να τις συνδέουν σαφώς με τη σημείωση του χώρου. Το περιστροφικό δάπεδο ευνόησε μόνο την ανυπαρξία σαφούς θέσης και συνοχής στη διδασκαλία. Το θεαματικό σκηνικό, επαναληπτικό και γνωστό από απειράριθμες παραστάσεις στην Ευρώπη. Ξεχωρίζουν τα κοστούμια με καίριες αναφορές μέσα από την επιλογή των χρωμάτων και τον προσεγμένο σχεδιασμό τους.
Παρά τις ενστάσεις που διατυπώθηκαν, στο σύνολό της, πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάγνωση, η οποία προκαλεί ετερόκλητες αντιδράσεις και εντυπώσεις.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο Πρίγκιπας του Χόμπουργκ» του Heinrich von Kleist
Από το Εθνικό Θέατρο
Μετάφραση : Τζένη Μαστοράκη
Σκηνοθεσία : Λευτέρης Βογιατζής
Σκηνικά-Κοστούμια : Γιώργος Πάτσας
Φωτισμοί : Λευτέρης Παυλόπουλος
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Νίκος Αρβανίτης, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Στεφανία Γουλιώτη, Θανάσης Δόβρης, Δημήτρης Καρτόκης, Θόδωρος Κατσαφάδος, Παναγιώτης Κλίνης, Έμιλυ Κόλιανδρη, Γιάννης Κότσυφας, Νίκος Κουρής, Δημήτρης Λιγνάδης, Στράτος Μενούτης, Δημήτρης Ντάσκας, Νικόλας Παπαγιάννης, Όμηρος Πουλάκης, Γιάννης Τσορτέκης, Λυδία Φωτοπούλου, Μενέλαος Χαζαράκης και Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος

ΘΕΑΤΡΟ REX-ΣΚΗΝΗ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ
Πανεπιστημίου 48, τηλ. 210 33 05 074
Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21.00, Κυριακή 19.00

Δευτέρα 21 Απριλίου 2008

Η πικρή γεύση της προδοσίας


Στο θέατρο «Στοά» παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου και μετάφραση Λέας Κούση, το έργο του Βρετανού Christopher James Hampton «Στάχτες» («Embers») που γράφτηκε το 2006. Πρόκειται για μια θεατρική διασκευή της νουβέλας του Ούγγρου συγγραφέα Sandor Marai (1900-1989) με τίτλο «Τα κεριά καίγονται μέχρι το τέλος» (1942) που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Duke of York με πρωταγωνιστή το Jeremy Irons.

Ο συγγραφέας και το έργο του
O Hampton παρέδωσε το πρώτο θεατρικό έργο του «When did you last see my mother? » προτού ακόμα ολοκληρώσει τις σπουδές του (σε νεαρή ηλικία) και σε σύντομο χρονικό διάστημα καταξιώθηκε ως δραματουργός αλλά και μεταφραστής (Τσέχοφ, Ίψεν, Μολιέρος κτλ). Το «Total eclipse» που αναφέρεται στη σχέση του Rimbaud με το Verlaine γνώρισε μεγάλη απήχηση κυρίως μέσα από την κινηματογραφική του μεταφορά. Ακολουθούν «The philanthropist», «Savages», «Treats», «The portage to San Cristobal of A. H», «Tales from Hollywood» και άλλα, ενώ ξεχώρισε η διασκευή που έκανε στο μυθιστόρημα του Laclos «Les liaisons dangereuses».

Υψηλά ιδεώδη
Βασική θεματολογία των γραπτών του Marai αποτέλεσε η σήψη της ουγγρικής μεσοαστικής τάξης και η κατάρρευση των ανθρωπιστικών ιδανικών για τον οποίον αποτελούν πρότυπο ζωής. Οι ουμανιστικές αξίες στις οποίες μοιάζει προσηλωμένος διαποτίζουν όλο το έργο του. Οι «Στάχτες» πραγματεύονται το θέμα της πίστης στη φιλία και σκιαγραφούν τις ψυχολογικές αποχρώσεις της προδοσίας που σχετίζονται εν μέρει με το πολιτικό σκηνικό που είχε διαμορφωθεί στη χώρα του συγγραφέα και τον εξώθησε στην ξενιτιά.
Η δράση εκτυλίσσεται το 1940 σ’ ένα στρατιωτικό, αριστοκρατικό και επιβλητικό περιβάλλον. Η ακεραιότητα των ηρώων αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητάς τους, την οποία προσπαθούν να διαφυλάξουν ακόμη και μέσα από τις «στάχτες» της ραγισμένης σχέσης τους. Έτσι οι δυο αχώριστοι παιδικοί φίλοι, έχοντας πατήσει πλέον τα 75 χρόνια, συναντιούνται απρόσμενα και αναμοχλεύουν την κατάσταση που δημιουργήθηκε ανάμεσά τους και τους χώρισε για 41 χρόνια. Οι ερωτήσεις πρέπει ν’ απαντηθούν…Στο στάδιο που βρίσκονται συνειδητοποιούν ότι απαντήσεις δεν υπάρχουν όταν πρόκειται για αισθήματα που προξένησε το άσβηστο πάθος για μια γυναίκα, την οποία τελικά κανείς δεν κέρδισε καθώς χάθηκε πρόωρα.

Βασανιστική δέσμευση
Απωθημένες σκέψεις, ανείπωτες, θαμμένες στη μυστηριώδη πράξη της φυγής πλαισιώνονται από την αδήριτη αναγκαιότητα εκτόξευσής τους. Πρόκειται για λόγια που έχουν «ακονιστεί» στην πίσω πλευρά του μυαλού και έχουν «σμιλευτεί» με τα ανθεκτικά υλικά των αναμνήσεων. Η διήθησή τους επιτελέστηκε με καθαρή ματιά και λεπτομερειακή διείσδυση. Τα ερεθίσματα αυτά αναμένουν την ανταπόκριση του Κόνραντ με τη μορφή επιβεβαίωσης μιας αλυσίδας γεγονότων που θα διαλύσει τα αιωρούμενα ερωτηματικά και θα σημασιοδοτήσει τα βαθειά κίνητρα των πράξεων. Ο λόγος του Χένρικ καθίσταται ένα είδος λογοτεχνικού δοκιμίου, ένας μακρόσυρτος μονόλογος διανθισμένος με ρητορικά στοιχεία-ιδεολογίες και εμπλουτισμένος με την ψυχογράφηση μιας ολόκληρης ζωής. Ένας «de profundis» απολογισμός, μια διατριβή αναμέτρησης με το πρόσωπο των προθέσεων. Η φλόγα της συντροφικότητας έχει προ πολλού σβήσει και πάνω στις «στάχτες» της «χορεύει» η αλήθεια, ωμή και γυμνή, μια αλήθεια που εκστομίζεται από τη μια πλευρά, ενώ επιβεβαιώνεται σιωπηλά-μη λεκτικά από την άλλη.
Στην ουσία, η συνάντηση των δύο φίλων πραγματοποιείται για να ολοκληρωθεί αυτό το «κάψιμο» και να διερευνηθούν-επαναπροσδιοριστούν οι αιτίες της στασιμότητας που καθήλωσε το χρόνο για 41 έτη προσδίδοντας θλίψη, απόγνωση, διχασμό, απορία και περιθωριοποίηση. Ο μοναδικός επιζών από αυτήν την απορρύθμιση είναι ο δεσμός της φιλίας που νίκησε το πάθος για την απούσα δομή (πόθος για την Κριστίνα) διαλύοντας το ερωτικό τρίγωνο αλλά επιβάλλοντας, ωστόσο, το χωρισμό δίχως να δοθούν οι απαραίτητες εξηγήσεις. Παρ’ όλα αυτά, η εν λόγω αντινομία εξηγείται από τον ίδιο το μηχανισμό της φιλίας-δόσιμο χωρίς την αναμονή ανταλλαγμάτων, γεγονός που καθιστά και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη επιρρεπή ακόμη και στην προδοσία, μετέωρα ανάμεσα στο καλό και το κακό, «ανάμεσα σε δύο ενάντια, αυτό που διατάζει να χαρείς τη στιγμή και αυτό που απαγορεύει κάτι τέτοιο». Ο χρόνος της φιλίας συνεχίζει βασανιστικά από το σημείο εκείνο που «πάγωσε» κι αυτός ο τελικός απολογισμός που σημασιοδοτείται θετικά από το Χένρικ (με τη μονολεκτική απάντηση «Ναι») αφήνει «στάχτες» που προοιωνίζουν το θάνατο ο οποίος βρίσκεται ante portas.

Η παράσταση
Η σκηνοθεσία του Θανάση Παπαγεωργίου επικεντρώνεται στην ανάδειξη του λόγου και των συναισθημάτων. Ο άψογα εκλεπτυσμένος σκηνικός χώρος που επιμελήθηκε η Λέα Κούση φανερώνει την κοινωνική και οικονομική θέση των προσώπων που τον κατοικούν : ένα μεγάλο δωμάτιο με πολλά παράθυρα, πολυθρόνες, γραφείο, το πορτρέτο της μητέρας του Χένρικ και διπλά σε αυτό εμφανές το κενό του πορτρέτου της νεκρής αγαπημένης γυναίκας. Τα κεριά που βρίσκονται τοποθετημένα σε όλη την έκταση του χώρου και καίγονται κατά τη διάρκεια της παράστασης καθώς και η ρύθμιση των φωτισμών διαμορφώνουν μια ατμόσφαιρα εξομολόγησης-ιεροτελεστίας επιτελώντας παράλληλα το λειτουργικό και υπαινικτικό ρόλο τους. Το φως των κεριών υπό το μελαγχολικό ηχόχρωμα της βροχής και τη μουσική του Chopin από τη Polonaise fantaisie ενεργοποιεί τις τελευταίες σπίθες ανθρωπιάς για να τις μετατρέψει εντέλει άδοξα σε «στάχτες» θανάτου.
Ο Θανάσης Παπαγεωργίου, στο ρόλο του Χένρικ, επιστρατεύει μια ποικιλία εναλλαγών των εκφραστικών του μέσων αποτυπώνοντας έτσι πικρία, ειρωνεία, διάθεση για συγχώρεση. Η παρουσία του Κόνραντ είναι καταλυτική. Ο Γιάννης Ροζάκης διαγράφει αδρά χαρακτηριστικά του ήρωα εναλλάσσοντας την έκπληξη με την απάθεια μέσα από παγερό βλέμμα, διαρκείς παύσεις, ανολοκλήρωτες φράσεις και υπαινικτική σιωπή, κινήσεις που δηλώνουν την επιβεβαίωση, την κατανόηση και την αποδοχή όσων ισχυρίζεται ο Χένρικ. Οι δυο ηθοποιοί διαμορφώνουν ένα ισορροπημένο υποκριτικό δίδυμο που συνομιλεί σκηνικά επί ίσοις όροις παρά το γεγονός ότι στο ένα πρόσωπο έχει καταχωρηθεί το μεγαλύτερο ποσό του λόγου. Ως Νίνη, η Λήδα Πρωταψάλτη συγκινεί στο σύντομο ρόλο της τροφού με τη στοργή και την τυφλή αφοσίωση της.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Στάχτες» του Christopher Hampton
Από το μυθιστόρημα του Sandor Marai «Τα κεριά καίγονται μέχρι το τέλος»
Σκηνοθεσία : Θανάσης Παπαγεωργίου
Μετάφραση-Σκηνικά-Κοστούμια : Λέα Κούση
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Θανάσης Παπαγεωργίου, Γιάννης Ροζάκης και Λήδα Πρωτοψάλτη

ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΟΑ
Μπισκίνη 55, Ζωγράφου, τηλ. 210 77 02 830
Παρασκευή-Σάββατο 21.30, Κυριακή 19.00

Πέμπτη 17 Απριλίου 2008

Ο Παρίας


Στο μικρό και καλαίσθητο θεατράκι της οδού Εκάτης παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην ελληνική σκηνή το μονόπρακτο δωματίου «Ο Παρίας» (Paria, 1889) του Αύγουστου Στρίντμπεργκ (1849-1912) σε μετάφραση Γιώργου Καραβασίλη και σκηνοθεσία Βαλεντίνης Λουρμπά.
Το θέατρο του μεγάλου Σουηδού συγγραφέα εστιάζει στην ηθική διαφθορά της ανθρώπινης φύσης, στην αμαρτία, στο έγκλημα, στις αποκλίσεις του φυσιολογικού και στην ανελέητη διαμάχη των δυο φύλων. Ο Στρίντμπεργκ επεξεργάστηκε για αρκετά χρόνια τις τεχνικές των επιστημονικών αναλύσεων της πραγματικότητας και των αναπάντεχων μεταστροφών της ανθρώπινης ψυχής. Μέσα από τα μονόπρακτα «Ο Παρίας», «Σιμούν», «Παίζοντας με τη φωτιά» και «Η μητρική στοργή» εξέλιξε τα δεδομένα του σχετικά με τη σκηνογραφία και τα υποκριτικά ύφη του σύγχρονού του θεάτρου. Η εμπειρία που απέκτησε στον δραματουργικό τομέα ωρίμασε την πεποίθηση του για την αδυναμία του νατουραλιστικού δράματος ν’ αποκαλύψει τους μηχανισμούς της πραγματικότητας και την ανάγκη για έναν πειραματισμό που θα ήταν πρώτα απ’ όλα δομικός και θ’ αφορούσε τη φόρμα.
Στο μονόπρακτο «Ο Παρίας» ο δραματουργός επικεντρώνεται στο θέμα της δικαιοσύνης μέσα από ένα δυνατό διάλογο δύο ανδρών, τον κύριο Χ, αρχαιολόγο και τον κύριο Ψ, Αμερικάνο ταξιδιώτη. Ένα λεκτικό ουδέτερο παιχνίδι χωρίς νικητή και ηττημένο καθηλώνει τη «φιλήσυχη συνείδηση» αποδεικνύοντας τις απεριόριστες δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης στην προσπάθειά της να θωρακίσει τον εαυτό της και να τον κάνει απρόσβλητο από την επιρροή του άλλου. Στην ενέργειά της αυτή διευθετεί το καλό και το κακό σύμφωνα με το προσωπικό αίσθημα δικαίου που αντιτάσσεται σθεναρά στο σύνολο των γραπτών κανόνων της έννομης τάξης. Η διαφορά των δύο ηρώων έγκειται στο ότι ο ένας υπέστη τις συνέπειες της παράβασης των κανόνων αυτών ενώ ο άλλος διέφυγε τον κίνδυνο αυτό. Παρά ταύτα αποτελούν κι οι δύο τις όψεις του παρία, του απόβλητου. Ο ένας φέρει τη ρετσινιά της φυλακής κι ο άλλος τις εσωτερικές ενοχές.
Η σκηνοθεσία επιλέγει δυο γυναίκες να ενσαρκώσουν τους ρόλους και ακολουθεί σχεδόν πιστά τις οδηγίες του κειμένου. Ο λιτός σκηνικός χώρος που προσδίδει τη γεωμετρία ενός πεδίου αναμέτρησης αποτελείται από τ’ απαραίτητα μόνο αντικείμενα. Ο διάλογος εξελίσσεται μέσα από μια πάλη επιχειρημάτων που λαμβάνει χώρα γύρω από μια ανολοκλήρωτη παρτίδα σκάκι. Το παιχνίδι της διαβάθμισης των φωτισμών, ο βίαιος ήχος της καταιγίδας και η μουσική υπόκρουση που σκεπάζει σε δεδομένη στιγμή το λόγο διαμορφώνουν μια ιδιάζουσα ατμόσφαιρα. Οι δυο ηθοποιοί αποδίδουν τους ρόλους τους με κλιμακωτές εντάσεις και συναισθηματικές μεταπτώσεις.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο Παρίας» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ

Μετάφραση : Γιώργος Καραβασίλης
Σκηνοθεσία : Βαλεντίνη Λουρμπά
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Έλλη Μερκούρη και Ευπραξία Κόντσα

ΘΕΑΤΡΟ ΕΚΑΤΗ
Εκάτης 11, Πλ. Κυψέλης, τηλ. 210 64 01 931
Δευτέρα-Τρίτη 21.00

Κυριακή 13 Απριλίου 2008

Αυτόπτης "Μάρτης"


Στη θεατρική σκηνή Δημήτρης Ποταμίτης παρουσιάζεται το πρώτο θεατρικό έργο της Κατερίνας Δήμα «αυτόπτης Μάρτης». Παραβλέποντας τις όποιες δραματουργικές αδυναμίες διαπιστώνει κανείς ότι πρόκειται για ένα κείμενο συμβολικό με ενδιαφέρουσα μυθοπλασία και απόπειρα φιλοσοφικής εντρύφησης πάνω στο δίπτυχο του έρωτα και του θανάτου.

Η υπόθεση
Σ’ έναν οίκο ανοχής διαφορετικό από τους άλλους, τρεις γυναίκες πνευματικά καταρτισμένες προσφέρουν τις ερωτικές τους υπηρεσίες επιλέγοντας ωστόσο τους πελάτες με τους οποίους θα συνευρεθούν. Δυο πρόσωπα φέρονται ως θαμώνες του χώρου. Ο ένας, επιφανής μεσήλικας, αναζητά απεγνωσμένα και μάταια στις γυναίκες την υπηρεσία τους ως «θεραπεία» της σεξουαλικής διαφορετικότητας του γιου του. Ο άλλος, νέος συγγραφέας, θαμπώνεται από τη γοητεία της μιας γυναίκας και στην προσπάθειά του να εξωτερικεύσει το πάθος του και ν’ αφεθεί στο δύσκολο αγώνα της ζωής, αποφασίζει να ενδώσει και να εκτίσει το τίμημα της ανθρωπιάς του μπροστά στην τελική αποκάλυψη της ταυτότητας των γυναικών και του σκοπού τους, μια αποκάλυψη που ενδέχεται να επανασημασιοδοτήσει τη ζωή του…

Ο χρόνος που τελειώνει
Οι γυναίκες εξυψώνονται σε ιέρειες των γραμμάτων και της Τέχνης και επωμίζονται το βαρύτατο χρέος να παρακινήσουν τους ανθρώπους ν’ αποκαλύψουν τους φωτεινούς οδοδείκτες της ψυχής τους που θα τους οδηγήσουν στον έρωτα και στη διεκδίκηση του στοιχήματος της ζωής, η πορεία του οποίου διανύει έναν άγνωστο ανηφορικό δρόμο γεμάτο σφάλματα, προδοσίες, αδυναμίες που γιγαντώνουν τη γνώση, την τόλμη, την ακατάπαυτη ελπίδα και τη διακινδύνευση για την πύρινη φλόγα του προσωπικού οράματος. Καταλύτρα του ανθρώπινου φόβου και της δειλίας, τροφοδότρια αυτής της ελπίδας αποτελεί η πρωθιέρεια του έρωτα, Έρη, η οποία προσφέρει απλόχερα την κινητήρια δύναμη της ζωής. Η εσωτερική μάχη, ωστόσο, αποτελεί προσωπική υπόθεση του συγγραφέα. Την ίδια μάχη έχασε προ πολλού ο μεσήλικας άνδρας. Στο πρόσωπό του καθρεφτίζεται ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας που δικαιωματικά ανήκει σε όλους όσους «τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες». Αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο που ευνούχισε τις πραγματικές του επιθυμίες και τις διοχέτευσε στο μίσος και την αδυναμία δημιουργώντας μια συμβατική οικογένεια, φορώντας τη μάσκα της υποκρισίας της οικογενειακής θαλπωρής και υιοθετώντας μια επίπλαστη ηθική-ρητορική που υπαγορεύει την τυφλή υποταγή στη δικαιοσύνη των όπλων και των φυλακών των ψυχών και απαγορεύει με μισογυνική και ομοφοβική διάθεση την έκφραση του ελεύθερου φρονήματος του γιου του και κατ’ επέκταση την ίδια την πνευματική φωνή των γυναικών. Ο ήρωας λαμβάνει το μέγιστο μάθημα ζωής από τις ιέρειες, ενώ η φωνή του μικρού παιδιού στο φινάλε της παράστασης σημασιοδοτεί τη μεταστροφή που φαίνεται πιθανώς να επέρχεται στη ψυχή του συγγραφέα από την εσωτερική του μάχη.



Η παράσταση
Η σκηνοθετική φόρμα διευθετεί το συμβολισμό των αντικειμένων και των προσώπων που τον πλαισιώνουν στο σκηνικό του Λέανδρου Ασημακόπουλου που αναδίδει τη μυστικιστική γοητεία ενός ιερού χώρου. Το χαμαιτυπείο λαμβάνει τις διαστάσεις ενός φυσικού χώρου άνετου και αισθητικά εκλεπτυσμένου με το συντριβάνι πάνω στο οποίο βρίσκεται ο αμφορέας του νερού, τον κυκλικό καναπέ, τ’ άνθη, τα δύο καντήλια, την υδρόγειο σφαίρα και το ντιβάνι της ψυχανάλυσης. Ο αμφορέας αποτελεί ενεργειακό σημείο της παράστασης. Σ’ ένα πρώτο επίπεδο παρέχει οπτικά δεδομένα επιτελώντας διακοσμητική λειτουργία στον ιδιότυπο χώρο και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο γίνεται επίκεντρο των ιδεολογημάτων της συγγραφέως. Η συνεχής παρουσία του και η κατά διαστήματα έκχυση του νερού –ενδεικτικό στοιχείο του χρόνου –ολοκληρώνεται λίγο πριν το «πέσιμο της αυλαίας» κατά την αποκάλυψη του ιδιαίτερου ιδεολογικού φορτίου δράσης που σημασιοδοτεί. Καίριοι οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα, ενώ η μουσική του Γιάννη Ζουγανέλη υπακούει αρμονικά στο μυστικιστικό και φιλοσοφικό ύφος του χώρου.

Οι ερμηνείες
Ο Γιώργος Δοξαστάκης διεκπεραιώνει επαρκώς το ρόλο του πολλά υποσχόμενου στη ζωή και στην Τέχνη συγγραφέα. Η Αλίκη Καμινέλη ενσαρκώνει την υπεύθυνη του πορνείου (Πόπη) με το υπολανθάνον υπεροπτικό και επιβλητικό ύφος και την ετοιμόλογη διάθεσή της. Η Αμάντα Σοφιανοπούλου (Έρη) πλάθει μια άκρως σαγηνευτική περσόνα που μαγνητίζει με την εμφάνιση, το λόγο και το βλέμμα της. Ο Τρύφων Παπουτσής ενσαρκώνει με την ακρίβεια των εκφραστικών του μέσων τον πελάτη. Η Εύη Εμμανουήλ (Ράνια) με το σπιρτόζικο και παιχνιδιάρικο ύφος της υποδύεται μια πληθωρική πόρνη. Η Άρτεμη Λεοντιάδου και η Μαρία Γιαννιώτη (Εισαγγελέας-Αστυνόμος), ως όργανα του κράτους διαμορφώνουν ένα υποκριτικό δίδυμο που διαχειρίζεται με συνέπεια και ψυχρότητα τη γραπτή και άγραφη έννομη ηθική τάξη.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Αυτόπτης Μάρτης» της Κατερίνας Δήμα
Σκηνοθεσία : Γιώργος Δοξαστάκης
Μουσική : Γιάννης Ζουγανέλης
Σκηνικά-Κοστούμια : Λέανδρος Ασημακόπουλος
Φωτισμοί : Χριστίνα Θανάσουλα
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Αλίκη Καμινέλη, Τρύφων Παπουτσής, Γιώργος Δοξαστάκης, Εύη Εμμανουήλ, Αμάντα Σοφιανοπούλου, Άρτεμη Λεοντιάδη και Μαρία Γιαννιώτη

ΘΕΑΤΡΟ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ
Ιλισίων 21 και Κερασούντος, τηλ. 210 74 81 695
Σάββατο, Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη 21.30, Τετάρτη 19.30, Παρασκευή 00.00