Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

«Φώτα και Σκιές»


Με συνέπεια ως προς τους στόχους και το ρεπερτόριο της και έχοντας συσπειρώσει ένα κοινό που παρακολουθεί πιστά τα βήματα της, η ομάδα «Νάμα» προκαλεί για άλλη μια φορά το ενδιαφέρον της στήλης παρουσιάζοντας ένα σύγχρονο κοινωνικο-πολιτικό έργο ωμού ρεαλισμού με μαύρο χιούμορ και στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ.
Το «Rottweiler» του Ισπανού Guillermo Heras υπονομεύει το παγιωμένο σύστημα τηλεόραση – παθητικός τηλεθεατής σχολιάζοντας ταυτόχρονα τις ακραίες κοινωνικές παθογένειες του ρατσισμού και εθνικισμού που στην εποχή μας φουντώνουν λόγω του μεταναστευτικού κύματος.
Στο έργο του Heras συγκρούονται αιματηρά δύο κόσμοι. Η δράση εκτυλίσσεται στο στέκι του Ροτβάϊλερ, ενός νεοναζί σκίνχεντ που ζει σε μια υποβαθμισμένη περιοχή της Μαδρίτης. Εκεί, τον επισκέπτεται για να του πάρει συνέντευξη ο Χάϊμε, ένας φιλόδοξος και αδίστακτος δημοσιογράφος. Ο αριβισμός μιας εκπομπής που κυνηγά ανελέητα τα υψηλά νούμερα, δίνει βήμα στη νοσηρότητα των απόψεων και πρακτικών των ακροδεξιών σκίνχεντ, προκαλώντας μια έκρυθμη κατάσταση.
Οι σκίνχεντς αποτελούν ένα κίνημα που γεννήθηκε κυρίως στις εργατικές συνοικίες της Γερμανίας κι εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον Δυτικό κόσμο, έχοντας ως κύριο χαρακτηριστικό αυτό που υποδηλώνει το όνομά του. Το ξυρισμένο κεφάλι, προσπαθεί ν’ απαντήσει «σημειολογικά» στο μακρύ μαλλί, που καθιερώθηκε ως «σημείο» των κινημάτων κοινωνικής αμφισβήτησης από το 1960 και μετά ενώ το λευκό χρώμα συμβολίζει την καθαρότητα και την ανωτερότητα της αρίας φυλής.

Κραυγή αφύπνισης
Ένα από τα σημαντικότερα φαινόμενα, τόσο σε μακροκοινωνιολογικό όσο και σε μικροκοινωνιολογικό επίπεδο, είναι η σχέση μας με την ετερότητα, που σε σημαντικό βαθμό πλάθει και την εικόνα μας για τον εαυτό και τον κόσμο. Η εικόνα αυτή, είτε ατομική είτε συλλογική, δομείται τόσο από ευρύτερους κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες, (όπως οι αξίες, τα προβλήματα μιας εποχής μα και η κοινωνική τάξη), όσο και από τα ιδιαίτερα, «ιδιοσυγκρασιακά μας χαρακτηριστικά», αυτό που αποκαλούμε «ροπή του χαρακτήρα». Θα έμενε όμως «επικίνδυνα ανεξάρτητη» εάν σε αυτήν δεν παρενέβαιναν οι αναπαραστατικοί μηχανισμοί όπως τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Μηχανισμοί, η αναπαράσταση των οποίων δεν είναι «ουδέτερη», μα «επιλεκτική», αφού παρουσιάζουν πλευρές του κόσμου που είναι σύμφωνες με την όποια ιδεολογία είναι κυρίαρχη κάθε φορά.
Όπως σημειώνει η Ελένη Καρασαββίδου στο σύγγραμμα Ο Απειλητικός Άγριος κι ο Προσδοκώμενος Μεσσίας «σκοπός συχνά δεν είναι η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας μα η χειραγώγηση της κοινωνικής κινητικότητας, ώστε σχεδόν κάθε προσπάθεια ουσιαστικής μεταβολής να παρουσιάζεται με τρόπο που να φαντάζει ως απειλητική για το σύνολο του πολιτισμού μας, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη της κοινωνικής ακινησίας προς όφελος συγκεκριμένων ομάδων που βρίσκονται στην πυραμίδα της. Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τις μεταβολές γύρω μας και τοποθετούμε τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτές δείχνει όμως πολλά και σημαντικά για το πως διαπραγματευόμαστε την ατομική ή συλλογική ταυτότητα σε μεταβατικές εποχές σαν τη δική μας»
Η συλλογική μας αυτοεικόνα τα τελευταία χρόνια διαμορφώνεται (ανάμεσα σε άλλα συνεκτικά ή μη) και από αυτήν την αίσθηση απειλής που δημιουργείται καθώς οι κοινωνίες μας γίνονται πολυπολιτισμικές και πολυφυλετικές. Ως «αμυντικό αντίβαρο» η ξενοφοβία, η ανεργία και ο ρατσισμός, θρέφουν νεοναζιστικά κινήματα σε όλη την Ευρώπη. Κινήματα που για «επανδρωθούν» από νέους χρησιμοποιούν «απτά χαρακτηριστικά» μιας εφηβικής γλώσσας. Ξυρισμένο κεφάλι, μπότες, αμπέχωνο, συγκεκριμένες ορολογίες.
Σε γενικές γραμμές αυτά είναι τα θέματα (Σκίνχεντς και ΜΜΕ) με τα οποία καταπιάνεται ο Guillermo Heras στο έργο του «Rottweiler». Σημαντικό είναι ότι στο έργο την θέση του «άλλου» απέναντί μας κατέχει ο νεοναζί, ο ίδιος που καταγγέλλει τους «άλλους». Έτσι «η αντίληψη της ετερότητας στο έργο γίνεται στρεψόδικη και η κοινωνία τοποθετείται μπροστά από έναν εφιαλτικό καθρέφτη».

Η παράσταση
Η ομάδα «Νάμα» διασκεύασε, με την έγκριση του συγγραφέα, το αρχικό κείμενο δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη των χαρακτήρων και της πλοκής. Έτσι, προστέθηκαν διαλογικά μέρη που προέκυψαν από αυτοσχεδιασμούς κατά τη διάρκεια των πολύμηνων προβών και ένας δεύτερος χαρακτήρας, ένας μη συνειδητοποιημένος σκίνχεντ που συνυπάρχει με τον ιδεολόγο και απόλυτα αποφασισμένο Ροτβάϊλερ.
Η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη εστίασε στα στοιχεία που αναδεικνύουν τον παγκόσμιο χαρακτήρα του έργου. Η χρήση κινηματογραφικών εικόνων αποδεικνύεται ευεργετική και παρέχει με συμπυκνωμένο τρόπο πληροφορίες για το κίνημα και την εποχή. Ο τρόπος που το υλικό αυτό ενσωματώνεται στα διαλογικά μέρη κρίνεται υποδειγματικός και ξεφεύγει – τουλάχιστον σ’ ένα βαθμό – από την υπερβολή και τις κοινότοπες ευκολίες.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης θα προβληθούν μαγνητοσκοπημένες παρεμβάσεις. Ο δάσκαλος του Αντόνιο (Δημήτρης Καταλειφός) και η πρώην κοπέλα του (Ιωάννα Τζώρα) κάνουν δηλώσεις για την προσωπικότητα και το χαρακτήρα του ενώ η φωνή της μητέρας (Δάφνη Λαρούνη) που αρνείται να μιλήσει για το παιδί της θα σκορπίσει πολλά ερωτηματικά για την περίοδο της παιδικής του ηλικίας. Σε όλη τη διάρκεια του έργου προβάλλεται σε video wall η συνέντευξη με πολλά κοντινά πλάνα στα πρόσωπα και την απόπειρα εκβιασμού συναισθημάτων. Οι τίτλοι τέλους στο φινάλε, με την επίλεκτη θέση των χορηγών, αποτελούν ένα ακόμη αιχμηρό σχόλιο για τον κυνισμό και την τηλεοπτική αδηφαγία.
Η παράσταση διαθέτει ρυθμό, ένταση και ενέργεια καθώς στιγματίζεται από δυναμικές ερμηνείες. Ο Δημήτρης Λάλος, στο ρόλο του Αντόνιο Βερμούδες (Ροτβάϊλερ) σκιαγραφεί την αινιγματική φύση του ήρωα με ψυχρή, παγερή έκφραση στο πρόσωπο και ελεγχόμενες χειρονομίες που προδίδουν σημάδια διαταραγμένης ψυχοσύνθεσης. Ο Γιάννης Ράμος (Χάιμε) υπογραμμίζει τη σοβαροφάνεια, τη φαιδρότητα αλλά και την αλαζονεία του δημοσιογράφου που διακατέχεται από την ψευδαίσθηση ότι ελέγχει απόλυτα την εξέλιξη της κατάστασης. Ένα άλλο ενδιαφέρον σχόλιο στο ρόλο αποτελεί ο σιωπηλός αυτοσχεδιασμός που υπονοεί τη χρήση ναρκωτικών ουσιών κατά τη διάρκεια διαλείμματος για διαφημίσεις. Ο κύριος Ράμος ξεσκεπάζει το προσωπείο της υποκρισίας που έχει ενδυθεί ο ήρωας του ασκώντας ανελέητη κριτική, στα όρια της σάτιρας.
Ο Δημήτρης Καπετανάκος (Ράφα) πλάθει έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα και λειτουργεί σαν εκτελεστικό όργανο ενός εγκεφάλου που του έχει εμβολιάσει ξένες ιδέες. Ως κάμεραμαν, ο Γιάννης Τρίμμης (Χουάν) κινείται ανάμεσα στους δυο κόσμους και αποδίδει επιδέξια την ισορροπητική δομή που εκφράζει ο ρόλος του.
Στο κέντρο του σκηνικού χώρου που διαμόρφωσε ο Γιώργος Χατζηνικολάου κρέμεται ένας σάκος του μποξ ενώ όλα τα αντικείμενα κατέχουν μια συνυποδηλωτική θέση. Την ατμόσφαιρα αγωνίας και σασπένς διαμορφώνουν η μουσική του Μάριου Στρόφαλη και οι καίριοι φωτισμοί του μετρ Βασίλη Κλωτσοτήρα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Rottweiler» του Guillermo Heras
Από την ομάδα «Νάμα»
Μετάφραση : Μαρία Χατζηεμμανουήλ
Σκηνοθεσία : Ελένη Σκότη
Σκηνικά – Κοστούμια : Γιώργος Χατζηνικολάου
Μουσική : Μάριος Στρόφαλης
Φωτισμοί : Βασίλης Κλωτσοτήρας
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Δημήτρης Λάλος, Γιάννης Ράμος, Δημήτρης Καπετανάκος και Γιάννης Τρίμμης

ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ
Ναυπλίου 12, Κολωνός, τηλ. 210 51 38 067
Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο 21.00, Κυριακή 19.00

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2009

Η πόρτα είναι ανοιχτή!


«Ο χώρος εν γένει αποτελεί αποκλειστικά και μόνο μια δραστηριότητα της ψυχής, τουλάχιστον ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος συνδέει καθ’ αυτούς ασύνδετους αισθητηριακούς ερεθισμούς προς έννοιες εποπτείες.
Η μοναδικότητα των όντων που καταλαμβάνουν ένα χώρο και των σχέσεων που αναπτύσσουν εντός αυτού, δύναται να καταστήσει και το χώρο μοναδικό – και όχι το αντίστροφο, ως είθισται να πιστεύουμε
»

Georg Simmel

Το έργο του σύγχρονου Ελβετού θεατρικού συγγραφέα Λούκας Μπέρφους (που γεννήθηκε το 1971), «Τέσσερις εικόνες αγάπης» γράφτηκε το 2002 ενώ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό πριν από τέσσερα χρόνια στον εξώστη του Θεάτρου Αμόρε σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου και στη στρωτή μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Νεφέλη».

Η οπτική της παράστασης
Διανύοντας το δέκατο χρόνο λειτουργίας της, η ομάδα «ΟΠΕRA» του συνθέτη-σκηνοθέτη Θοδωρή Αμπαζή, έχει διαμορφώσει τους δικούς της κώδικες και επιδίδεται σ’ ένα γόνιμο πειραματισμό που συνδυάζει τη μουσική, την κίνηση, το λόγο, το τραγούδι παράγοντας σύνθετα θεάματα, τα οποία δοκιμάζουν συχνά τα όρια της θεατρικής πράξης.
Φέτος, η ομάδα «ΟΠΕRA» καταθέτει τη δική της πρόταση πάνω στο έργο και η σκηνοθεσία του Θοδωρή Αμπαζή βάζει τα πρόσωπα του να κινούνται σα να έχουν παγιδευτεί μέσα σ’ ένα λευκό «κελί». Η ευθύνη βαραίνει κυρίως τους χαμένους εαυτούς τους όπου μάταια αναζητούν. Απαντήσεις δε δίνονται έτοιμες, θέτονται μόνο ερωτήματα. Η λύση όμως υποψιάζεται κανείς ότι βρίσκεται στα χέρια τους γιατί σ’ αυτή τη «φυλακή», η πόρτα είναι ανοιχτή και τα αδιέξοδα που επικαλούνται οι ήρωες μοιάζουν να έχουν πλαστεί από τους ίδιους…
Με χαρακτηριστική ελλειπτική δομή και γλώσσα, ο δραματουργός Λούκας Μπέρφους (Lukas Barfuss) αναζητά μια σύγχρονη ερωτική ηθική που θα ξαναέδινε στην αγάπη το χαμένο της νόημα. Η πλήξη που ωθεί στην αλλαγή, οι ανασφάλειες και οι φόβοι, οι θεωρίες για την πίστη και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς την προδοσία, το συναίσθημα της ζήλιας και οι παρερμηνείες του, η ανάγκη για προστασία αλλά και ο εγωισμός που οδηγεί σε μια συγκεχυμένη συχνά απειλή εκδίκησης, ξεδιπλώνονται στους έρωτες και τα μίση τεσσάρων ανθρώπων.
Οι τέσσερις εικόνες μοιάζουν με ένα παιχνίδι. Και όπως κάθε παιχνίδι δομείται από τους απαράβατους κανόνες του έτσι και κάθε σχέση συνίσταται από τους άτεγκτους όρους της. Κάθε πράξη είναι μια επιλογή, μια πόρτα ανοιχτή, μια τρομερή θέση που επιτρέπει την αίσθηση του εδώ και τη θέα του άλλου. Όπως εύστοχα σημειώνει, μεταξύ άλλων, η δραματολόγος Έλσα Ανδριανού πρόκειται για «τέσσερις εικόνες που σιωπούν πεισματικά για την αγάπη κι ένας εκκωφαντικός εισβολέας-καταλύτης-φύλακας-άγγελος, ένας σταθερός εγγυητής της επανάληψης του παιχνίδιου».

Ο σκηνικός χώρος και οι ερμηνείες
Ο σκηνικός χώρος της Ελένης Μανωλοπούλου αποτελείται από ένα άσπρο τετράγωνο κουτί, στο οποίο έχουν χαραχθεί με μαύρες γραμμές, ωρολογιακές ενδείξεις και φωτεινές επιγραφές μιας εξόδου κινδύνου. Τα πρόσωπα της ιστορίας βρίσκονται στη σκηνή από την αρχή έως το τέλος του έργου συνυπάρχοντας παράλληλα χωρίς ν’ αποσπούν όμως την προσοχή του θεατή από τη δράση. Ένα κρεβάτι στη γωνία με μια τηλεόραση παραπέμπει στο θάλαμο νοσοκομείου, ένα γραφείο και τα υπόλοιπα σκηνικά αντικείμενα υποδηλώνουν το χώρο δράσης. Πολύχρωμα, τα κοστούμια των τεσσάρων κεντρικών προσώπων καθώς διαθέτουν ονόματα και ιδιότητες. Αντίθετα, το απρόσωπο στοιχείο του γκρουμ, του μοντέλου, του αστυνομικού και του φοιτητή σχεδιάστηκαν σχηματικά με μαύρες γραμμές σε άσπρες μπλούζες που εναλλάσσει ο ηθοποιός στη σκηνή.
Οι μουσικοί τόνοι λειτούργησαν υποβλητικά ενώ εύστοχα ακούστηκε ο Έλβις στο τραγούδι «Can’t help falling in love» των George Weiss, Hugo Peretti και Luigi Creatore. Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου δημιουργούν ατμόσφαιρα που παράγει ερεθίσματα, τα οποία διεγείρουν την ομοιοπαθητική λειτουργία μεταξύ θεάματος και θεατή.
Η Δανάη Σαριδάκη (Έβελυν) αποδίδει με εκφραστική δεξιοτεχνία την ερωτευμένη ψυχασθενή, χωρίς γραφικές υπερβολές. Η Τζωρτζίνα Δαλιάνη (Σούζαν) υποδύεται την απατημένη ζωγράφο δίνοντας έμφαση στα χαρακτηριστικά μιας εκκεντρικής προσωπικότητας. Ο Αντώνης Φραγκάκης (Ντάνιελ) αποτυπώνει στην ερμηνεία του την ιδιάζουσα φύση του γιατρού και διανθίζει μ’ ένα κυνικό χιούμορ το χαρακτήρα. Ο Νέστωρ Κοψιδάς (Σεμπάστιαν) κάνει αισθητή την αλλαγή της ψυχικής διάθεσης του προσώπου που υποδύεται με επιδέξιους χειρισμούς. Χαρακτηριστικό στιγμιότυπο η σκηνή που καταπίνει μονορούφι ενάμιση λίτρο μεταλλικό νερό! Ο Σταύρος Σιούλης (γκρουμ, μοντέλο, αστυνομικός, φοιτητής) διαφοροποιεί με τη φωνή και τις χειρονομίες τους τέσσερις διαφορετικούς ρόλους που υποδύεται.
Το ολιγοσέλιδο πρόγραμμα γεμίζει με ενδιαφέρουσες διασκευές από ιστορίες και παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και των Αδελφών Γκρίμμ ενώ διακοσμείται με ασπρόμαυρα σχέδια σκηνικών.
Στο σύνολο της, μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά. Αξίζει τον κόπο να κατέβει κανείς τα σκαλιά για να οδηγηθεί στο μικρό υπόγειο ενός πολυχώρου με πορεία στο εναλλακτικό θέατρο.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Τέσσερις εικόνες αγάπης» του Λούκας Μπέρφους
Από την ομάδα «ΟΠΕRA»
Μετάφραση : Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία – μουσική : Θοδωρής Αμπαζής
Σκηνικά – Κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Κίνηση : Αγγελική Στελλάτου
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Δανάη Σαριδάκη, Αντώνης Φραγκάκης, Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Νέστωρ Κοψιδάς και Σταύρος Σιούλης

ΠΟΛΥΧΩΡΟΣ BIOS
Πειραιώς 84, Γκάζι, τηλ. 210 34 25 335
Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο – Κυριακή 21.00

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

«Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές…»


Κι ο θάνατος αγωνιούσε να σε νηστέψει
γυναίκα πληρωμένη απ' το θεό!
Στα μάτια σου, που κουρασμένα
τρύπαγαν τις φλέβες
ύστερα στο δεξί σου χέρι
μοιάζοντας να 'χει ησυχάσει
Έτσι είναι ο θάνατος,
πριν αφαρπάξει τη ζεστή σου φλέβα
του αίματος την παρθενία
με άσπρο θάνατο ναρκώνει
(ποιήμα της Κατερίνας Κατσίρη)

«Η περίπτωση Ευρυδίκη» εντάσσεται σ’ έναν ευρύτερο κύκλο παραστάσεων του θεάτρου «Μεταξουργείο» με γενικό τίτλο «Αγιογραφίες». Η ιστορία βασίζεται σε αληθινά περιστατικά και αναφέρεται στο δεκάχρονο αγώνα ενός κοριτσιού που μπλέχθηκε στα δίχτυα των ναρκωτικών ουσιών, βίωσε την οδύνη αλλά κατάφερε μέσα από τη θεραπεία της να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή. Το υλικό της παράστασης αντλείται από το βιβλίο της ψυχοθεραπεύτριας και επιστημονικής υπεύθυνης της Μονάδας Απεξάρτησης Τοξικομανών – 18 Άνω Κατερίνας Μάτσα, «Η περίπτωση Ευρυδίκη. Κλινική της τοξικομανίας». (εκδόσεις Άγρα)
Βιωματική γραφή, συχνά απλοϊκή και άτεχνη, στατική, με απούσες τη δράση και την κορύφωση, δύσκολα βρίσκει τρόπο να παρασταθεί στη σκηνή χωρίς να καταφύγει σ’ ευκολίες και τεχνικές που επιχειρούν να εξαλείψουν τις αδυναμίες ενός μη θεατρικού κειμένου που εντάσσεται στο «θέατρο-ντοκουμέντο».
Η σκηνοθεσία της Όλιας Λαζαρίδου χρησιμοποιεί το ένα από τα δύο διαζώματα των θεατών και τοποθετεί τις τέσσερις ηθοποιούς απέναντι από το κοινό, διασκορπισμένες στα καθίσματα. Η χρήση του προτζέκτορα για την προβολή των ημερομηνιών του ημερολογίου και τα ασπρόμαυρα πλάνα με τις φωτογραφίες σε συνδυασμό με τις μουσικές επιλογές και τη διανομή των φυλλαδίων στο φινάλε προκαλούν συναισθηματική φόρτιση. Στην παράσταση ακούγεται διασκευή του «How to Disappear Completely» των Radiohead από το «Tallywood String Quartett» και το τραγούδι «Μέσα στη θάλασσα» των Αγγελάκα-Βελιώτη.
Η κίνηση των ηθοποιών στο χώρο, με τις συνεχείς εναλλαγές θέσεων, δεν κατορθώνει να υποδηλώσει τα στάδια της πορείας που διανύει η ηρωίδα και προδίδει αμηχανία. Ωστόσο, οι φωτισμοί της Μαρίας Αθανασοπούλου λειτουργούν ευεργετικά και προσπαθούν να εστιάσουν στο μήνυμα του λόγου ή έστω να δημιουργήσουν μια ξεχωριστή δομή που θα υπογραμμίσει το αντιθετικό δίπολο «σκοτάδι – φως» («θάνατος – ζωή»).
Με πειθαρχία και ομαδικό πνεύμα, η Σοφία Γεωργοβασίλη, η Μαρία Λειβαδάρου, η Μάγια Μοσχανδρέου και η Γιούλη Τάσιου φωτίζουν διαφορετικές πτυχές του προσώπου της Ευρυδίκης μέσα από το ημερολόγιο και τα γράμματά της και ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις ενός εγχειρήματος που επιμένει να ενώσει τη θεατρική σκηνή με το ντιβάνι του ψυχαναλυτή.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Η περίπτωση Ευρυδίκη» της Κατερίνας Μάτσα
Σκηνοθεσία : Όλια Λαζαρίδου
Φωτισμοί : Μαρία Αθανασοπούλου
Ηθοποιοί : Σοφία Γεωργοβασίλη, Μαρία Λειβαδάρου, Μάγια Μοσχανδρέου και Γιούλη Τάσιου
ΘΕΑΤΡΟ ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ
Ακαδήμου 14- 16, τηλ. 210 52 34 382
Δευτέρα – Τρίτη 21.00


Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

Ανοιχτοί λογαριασμοί


Η «Λάσπη» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη κατορθώνει να θίξει πολλά θέματα μέσα από τους πυκνούς και καλογραμμένους διαλόγους. Σ’ ένα παιχνίδι μυστηρίου και ανατροπών, με ελλειπτικό τρόπο και μακριά από τις κοινοτοπίες του ρεαλισμού, ο συγγραφέας διερευνά τα λεπτά όρια που χωρίζουν την εξουσία από την υποταγή, το οικείο από το ανοίκειο, την κατοχή από την εξάρτηση, τον εαυτό από τους Άλλους. Η εμμονή με το σπίτι, οι ανασφάλειες, η ανομολόγητη ερωτική έλξη, οι φόβοι και τα κρυφά μυστικά, όλα βγαίνουν στο φως.
Μια γυναίκα επιστρέφει για να εγκατασταθεί στο χωριό που γεννήθηκε. Έκπληκτη διαπιστώνει ότι το σπίτι της έχει καταληφθεί από πενταμελή οικογένεια, με τη σιωπηλή αλλά καταλυτική συναίνεση της μικρής κοινωνίας. Ποιος έχει δίκαιο και ποιος άδικο; Η λύση θα αποκαλυφθεί μέσα από μια παράδοξη συμβίωση…

Ο Συγγραφέας και το έργο του
Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης ξεκίνησε την καριέρα του ως ηθοποιός, λίγα χρόνια όμως αργότερα, ασχολήθηκε με τη συγγραφή μυθιστορημάτων. Συνεργάστηκε με τις εκδόσεις «Το Ροδακιό», οι οποίες κυκλοφόρησαν τα έργα «Οι τέσσερις τοίχοι», «Ο Φιλοξενούμενος», τη συλλογή διηγημάτων «Φυσικές ιστορίες» και το αφήγημα «Ύπνος», εμπνευσμένο από την ομώνυμη ζωγραφική συλλογή της Ευφροσύνης Δοξιάδη.
Το 2005 στρέφεται στη θεατρική γραφή με το έργο «Μεταμφίεση» που ερμηνεύθηκε από τη Ράνια Οικονομίδου σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάκου. Τη φετινή χρονιά, στο θέατρο «Σφενδόνη» η Άννα Κοκκίνου σκηνοθετεί και ενσαρκώνει τη Ρίκα στο μονόλογο «Λα πουπέ».
Η «Λάσπη» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε θεατρικό αναλόγιο, στις «Αναγνώσεις 2008» της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου που οργάνωσε η Σίσσυ Παπαθανασίου. Τη σκηνοθετική επιμέλεια είχε αναλάβει ο Γιώργος Παλούμπης και συμμετείχαν οι ηθοποιοί Μαρία Τσιμά, Εκάβη Ντούμα, Άγης Εμμανουήλ και Θάνος Αλεξίου.

Η παράσταση
Η σκηνοθεσία της Λιλλύς Μελεμέ σηματοδοτεί το συμπυκνωμένο λόγο του συγγραφέα ακολουθώντας τις δομές του έργου, δημιουργώντας σασπένς και αγωνία και δίνοντας έμφαση στα έντονα στιγμιότυπα ή τις απότομες εξάρσεις.
Οι κομματιασμένοι τοίχοι, η περιστρεφόμενη, διπλής όψης πόρτα και ο επάνω όροφος εξυπηρετούν τις δραματικές-πραξιακές καταστάσεις του κοινωνικού έργου και αποτελούν ενιαία υπερβατικής φύσεως δομή στην παράσταση, της οποίας αναδεικνύει την πολυδιάστατη θεματολογία ενώ σηματοδοτεί το συγκινησιακό βάρος των ηθοποιών.
Στη συμβολική χρήση των σκηνογραφικών δεδομένων της Ελένης Μανωλοπούλου συμβάλλουν και διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο τόσο οι υποβλητικές νότες της μουσικής του Σταύρου Γασπαράτου, όσο και οι καίριοι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, που με δημιουργική ευελιξία εστιάζουν στις κινήσεις των ηθοποιών και στις σκηνές των συναισθηματικών μεταπτώσεων.
Στο έργο τα πρόσωπα δεν αποκαλούνται με τα μικρά τους ονόματα, ενώ στο πρόγραμμα αναφέρονται με αρχικά γράμματα της αλφαβήτου. Η Μαρία Καλλιμάνη (Θ) αποδίδει λεπτομερειακά τόσο τις ρεαλιστικές στιγμές, όσο και τις φαντασιώσεις της ιδιοκτήτριας του σπιτιού κάνοντας αισθητή τη λεπτή διαχωριστική γραμμή. Η Πηνελόπη Μαρκοπούλου (Ζ) και ο Δημήτρης Ξανθόπουλος (Φ) συνθέτουν ένα ώριμο, από υποκριτικής πλευράς, σκηνικό ζευγάρι που χειρίζεται με μέτρο τα εκφραστικά του μέσα σ’ επίμαχα σημεία της πλοκής όταν κινδυνεύει δηλαδή να λειτουργήσει συγκινησιακά απέναντι στην Θ. και στο ήθος που καταγράφει ο συγγραφέας.
Στο άρτια επιμελημένο πρόγραμμα της παράστασης, εκτός από τις πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη για το θεατρικό έργο, θα βρει κανείς πολύ ενδιαφέρον υλικό. Αξίζει να αναφερθεί το άρθρο της Κάρεν Χόρνεϋ από το σύγγραμμα «Ο ρόλος της νεύρωσης και η ανέλιξη της προσωπικότητας. Ο αγώνας για την αυτοκαταξίωση», σε μετάφραση Κίκας Δ. Χριστοφίδου.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Λάσπη» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη
Σκηνοθεσία : Λίλλυ Μελεμέ
Σκηνικά – κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική : Σταύρος Γασπαράτος
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Μαρία Καλλιμάνη, Πηνελόπη Μαρκοπούλου και Δημήτρης Ξανθόπουλος

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ – Β’ Σκηνή
Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ. 210 88 38 727
Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο 21.00 – Τετάρτη – Κυριακή 20.00

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008

Μυστήριο πράγμα ο γάμος



Μυθιστοριογράφος, σεναριογράφος και θεατρική συγγραφέας η Λιουντμίλα Πετρουσέφσκαγια, γεννημένη στη Μόσχα το 1938, αποτυπώνει στα έργα της τη σκοτεινή πλευρά της ύστερης σοβιετικής πραγματικότητας και περιγράφει με διεισδυτική ματιά την καθημερινή μάχη της επιβίωσης.
Στο μονόπρακτο «Έρωτας» (1979) παρακολουθούμε σκηνή από την πρώτη και παράδοξη νύχτα γάμου ενός ζευγαριού στη Μόσχα, τον καιρό της Περεστρόικα. Στον «κλειστοφοβικό» μικρόκοσμο της συγγραφέως, οι χαρακτήρες δρουν σε χώρους ασφυκτικούς, που συρρικνώνονται σταθερά. Έτσι και σε αυτούς τους διαλόγους, οι νιόπαντροι Σβέτα και Τόλια βρίσκονται στη δύσκολη θέση να γνωρίσουν το πρόσωπο με το οποίο δεσμεύθηκαν για να ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους, σ’ έναν απρόσωπο και μάλλον αφιλόξενο χώρο.
Στην Ελλάδα, το έργο ανέβηκε τη θεατρική περίοδο 1995-1996 στον εξώστη του θεάτρου «Αμόρε» σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου ενώ το 2003 στο Δώμα του θεάτρου του Νέου Κόσμου, ο Νίκος Σακαλίδης, με την Εταιρεία Θεάτρου Τελεία, παρουσίασε σε ενιαία παράσταση τα μονόπρακτα «Έρωτας» και «Ένα ποτήρι νερό». Το τελευταίο είχε πρωτοπαιχθεί στο θέατρο «Σημείο» σε σκηνοθεσία Νίκου Διαμαντή το 1994.
Η παράσταση
Από το 2000, σταθερά και με συνέπεια, η ομάδα «Δρόμος με Δέντρα» ασχολείται με πειραματικές – εργαστηριακού ύφους παραστάσεις, τα αποτελέσματα των οποίων έχουν προκαλέσει γόνιμες αντιπαραθέσεις.
Στο συγκεκριμένο έργο, η σκηνοθεσία επιχείρησε να εξερευνήσει βαθύτερες αιτίες που οδηγούν άλλοτε στην επικοινωνία και άλλοτε στην απομόνωση του ενός από τον άλλο. Εξαντλήθηκε, όμως, σε τεχνάσματα εντυπωσιασμού, δημιουργία ατμόσφαιρας και γνώριμα σκηνοθετικά εφφέ.
Οι θεατές χωρίζονται στα δυο διαζώματα, αντικριστά άνδρες και γυναίκες, και η δράση εκτυλίσσεται στο κέντρο, όπου σχηματίζεται ένας διάδρομος. Διαφορετικού είδους και σχήματος φωτιστικών κρέμονται στο ταβάνι ενώ οι εύστοχες διαβαθμίσεις των φωτισμών υπογραμμίζουν τις συναισθηματικές μεταπτώσεις των προσώπων.
Το γαλάζιο κατακλύζει το γυμνό σκηνικό χώρο, με μόνα αντικείμενα μια βαλίτσα και ένα παλαιό έπιπλο, ενώ συμβολικά λειτουργεί το πελώριο χαλί που ξεδιπλώνεται και ξαναδιπλώνεται στην αρχή και στο τέλος του έργου από τους ηθοποιούς.
Ο Δημήτρης Αγαρτζίδης (Τόλια) και η Δέσποινα Αναστάσογλου (Σβέτα) επικοινωνούν με κοινούς υποκριτικούς κώδικες. Η Τάνια Παπαδοπούλου (μητέρα) με την αιφνίδια εμφάνισή της και τη λιτή εκφραστικότητα, αποδίδει το κωμικό στοιχείο του χαρακτήρα που υποδύεται.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Έρωτας» της Λιουντμίλα Στεφάνοβνα Πετρουσέφσκαγια
Από την θεατρική ομάδα «Δρόμος με Δέντρα»
Μετάφραση : Κωστής Σκαλιόρας
Σκηνοθεσία : Μάρθα Φριντζήλα
Σκηνικά – Κοστούμια : Βασίλης Μαντζούκης
Φωτισμοί : Μελίνα Μάσχα
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Δημήτρης Αγαρτζίδης, Δέσποινα Αναστάσογλου και Τάνια Παπαδοπούλου
ΘΕΑΤΡΟ ΧΩΡΑ- Σκηνή «Μικρή Χώρα»
Αμοργού 20, Κυψέλη, τηλ. 210 86 73 945
Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή 21.15

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

Καθαρά γυναικεία υπόθεση


Μιλήσαμε πολύ για τις γυναίκες
Πάντα δειλοί για να παραδεχτούμε
Την ομορφιά που μαστιγώνει τη ζωή μας

(«Ομολογία», ποίημα του Τίτου Πατρίκιου από τη συλλογή «Λυσιμελής Πόθος»)

Το έργο «Γυναίκα Λούζερ» της Βίλης Σωτηροπούλου ανέβηκε από τη «Θεατρική ομάδα Μπουφόνων» το 2000, στο θέατρο της Ημέρας, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόρτζου, με πρωταγωνιστές την ίδια τη συγγραφέα, το Μαρίνο Μουζάκη και τη Χριστίνα Χριστοδούλου ενώ την ίδια περίοδο το κείμενο κυκλοφόρησε και σε βιβλίο από τη σειρά «Ελληνικό Θέατρο» των εκδόσεων Δωδώνη.
Στο μικρόκοσμο της Βίλης Σωτηροπούλου, τα πρόσωπα αναπτύσσουν, βάσει ενός δεμένου και ταχύρρυθμου μέτρου, τις ενδόμυχες σκέψεις και τις ασταθείς θέσεις τους εκθέτοντας τα βιώματα και τα όνειρα τους. Το κείμενο αποτελείται από μονολόγους («Όμορφα φθινοπωρινά τριαντάφυλλα», «Ας ανακεφαλαιώσω ή οι φιλελεύθερες της γενιάς μου») και ιντερμέδια («Χτύπησα ένα παρισάκι») στα οποία δύο θεατρίνες και δυο σκουπιδιάρηδες θέτουν ερωτήματα για το ποιος τελικά θεωρείται κερδισμένος στη ζωή και ποιος είναι στην ουσία, ο ορισμός του αποτυχημένου, του «loser». Απάντηση δε δίνεται ποτέ, ενώ οι σχέσεις των δυο φύλων καθορίζονται από την φενάκη της ποιότητας ενός ονείρου, τη διαρκή αναμονή μιας ανατροπής. Ένας πλούσιος σε συναισθήματα κόσμος, τρυφερός αλλά και κυνικά ωμός καθώς δε διστάζει, έστω και παρορμητικά, να εκστομίσει αλήθειες παράγοντας, ωστόσο, σύστημα ευαισθησίας χωρίς να αισθηματολογεί μετ’ ευτελείας. Η σκηνοθεσία της πρώτης ανάγνωσης διατήρησε τη δομή του έργου αναδεικνύοντας το δραματικό του υπόβαθρο και ακολουθώντας τις κειμενικές σημειώσεις.

Μια διαφορετική ματιά
Φέτος, η θεατρική ομάδα «ΕΡΩ», που ιδρύθηκε το 2006, παρουσιάζει τη δεύτερη παραγωγή της, μετά την «Κυρία Μαργαρίτα» του Roberto Atayante, στο θέατρο «Φούρνος» και στη συνέχεια στο θέατρο «Αλκμήνη». Τα μέλη της ομάδας σπούδασαν υποκριτική τέχνη με δασκάλους τον Άκη Δαβή και τη Ρούλα Πατεράκη και έχουν λάβει μέρος σε παραστάσεις στο θέατρο της σχολής από το 2001.
Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Μπογδάνου «διάβασε» το κείμενο σα μια «σουρεαλιστική κομεντί μυστηρίου γάμου» και εστίασε στο χιουμοριστικό του χαρακτήρα αντιμετωπίζοντας τις γυναίκες σαν αποσυρμένες νύφες, που είτε στολίστηκαν για την εκκλησία και δεν πήγαν ποτέ, είτε πήγαν, αλλά έπειτα εγκατέλειψαν το μυστήριο. Το μυστήριο των ανδρών…
Στην τωρινή παράσταση, δεν υπάρχουν μονόλογοι. Τρεις ταλαντούχες ηθοποιοί, ντυμένες νύφες, παίρνουν εναλλακτικά το λόγο και συμπληρώνουν η μια την άλλη. Η Άννα Μακρή, η Κωνσταντίνα Σταθοπούλου και η Χαρά Κονταξάκη οδηγούνται στον ανώδυνο κωμικό χαρακτήρα που εκφράζεται μεν με την βοήθεια εξωτερικών χαρακτηριστικών αλλά παγιώνεται ως εκφραστής ιδεολογίας που τολμάει να ξεπεράσει τον εαυτό της και να τον κοροϊδέψει χαριτωμένα.
Ο σκηνικός χώρος είναι διακοσμημένος με πολλά νυφικά τοποθετημένα σε κρεμάστρες και τυλιγμένα σε νάιλον. Η χρήση υπότιτλων που αναγράφουν τις σκηνές του έργου καθώς και τα κόμικς που προβάλλονται από τον προντζέκτορα στη συρταριέρα (στο κέντρο της σκηνής) ενισχύουν το χιουμοριστικό χαρακτήρα της σκηνοθετικής εκδοχής. Σε αυτό συμβάλλει και η φωνή της αρσενικής λογικής του Γιάννη Φέρτη που ακούγεται ηχογραφημένη επισημαίνοντας ότι «στο αγγλικό λεξικό, ο loser και ο lover είναι δίπλα-δίπλα, ένα γράμμα μόνο διαφέρει. Εραστής και χαμένος διπλά-δίπλα…».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Γυναίκα Loser» της Βίλης Σωτηροπούλου
Από τη θεατρική ομάδα «ΕΡΩ»
Σκηνοθεσία – Σκηνικά : Δημήτρης Μπογδάνος
Κοστούμια : Νίκος Βάλβης
Φωτισμοί : Δημήτρης Παπαθανασίου
Πρωταγωνιστούν με σειρά εμφάνισης : Άννα Μακρή, Κωνσταντίνα Σταθοπούλου και Χαρά Κονταξάκη

ΘΕΑΤΡΟ ΧΩΡΑ – Σκηνή «Μικρή Χώρα»
Αμοργού 20, Κυψέλη, τηλ. 210 86 73 945
Σάββατο – Κυριακή 21.15

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

Η παντοδυναμία του χρήματος


Ο Ελβετός δραματουργός Φρίντριχ Ντύρρενματ (Friedrich Durrematt, 1921 - 1990) αναμιγνύοντας το γκροτέσκο με το μακάβριο και αξιοποιώντας τις δραματικές τεχνικές της εποχής του (επηρεάστηκε, άλλωστε, μεταξύ άλλων από τον Μπρεχτ, τον Βέντεκιντ και το κίνημα του εξπρεσιονισμού), κατόρθωσε να διαμορφώσει το δικό του ξεχωριστό ύφος και η λογοτεχνική του παραγωγή είχε απήχηση στις γερμανόφωνες χώρες. Πνεύμα ανήσυχο, δραστήριος και πολυτάλαντος, καταπιάνεται με τη ζωγραφική, το σχέδιο και τις χαλκογραφίες, που συγκροτούν ένα πεδίο σύγκρισης μέσα στις σκέψεις και τα θέματα που χαρακτηρίζουν την έρευνα του.
Το 1956, η φήμη του καλλιτέχνη εξαπλώνεται σε πολλές χώρες του κόσμου. «Η Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» («Der Besuch der alten Dame»), με τον τίτλο «The Visit» γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Αμερική και στην Αγγλία, ιδιαίτερα η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Πήτερ Μπρουκ με τον Άλφρεντ Λαντ και τη Λιν Φοντάν. Η ιστορία αφορά σε μια ζάπλουτη γυναίκα που δωροδοκεί τους πολίτες της εξαθλιωμένης γενέτειράς της για να σκοτώσουν τον πρώην διαφθορέα της.
Στην ελληνική σκηνή, το πολυπρόσωπο έργο ανέβηκε για πρώτη φορά το 1961, από το Εθνικό Θέατρο, σε μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη και σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή με ένα θίασο από σπουδαίους ηθοποιούς. Η παράσταση επαναλήφθηκε το 1965. Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία Σπύρου Α. Ευαγγελάτου, παρουσιάζει τη δική του εκδοχή το 1979, ενώ με το δύσκολο αυτό κείμενο αναμετρήθηκαν ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου σε μετάφραση Ηώς Αμανάκη και σκηνοθεσία Έυη Γαβριηλίδη το 1988, ο θίασος Αλέκου Αλεξανδράκη-Νόνικας Γαληνέα σε σκηνοθεσία Leon Rubin το 1991 και το Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών με τη Τζένη Γαϊτανοπούλου στον πρωταγωνιστικό ρόλο το 1999.
Η «επίσκεψη», όπως εύστοχα σημειώνει ο Μάριος Πλωρίτης, γίνεται μια «τερατώδης» αλληγορία της παντοδυναμίας του χρήματος, που διαφθείρει τις συνειδήσεις, ξεθεμελιώνει τις «ηθικές αρχές», εκπορνεύει τα αισθήματα και δημιουργεί «μια καινούργια παγκόσμια τάξη πραγμάτων». Το μαύρο χιούμορ του συγγραφέα που ονοματίζει το έργο του «τραγική κωμωδία» σαρκάζει ανελέητα τις ιδέες και τους σάπιους θεσμούς του κράτους, τη θρησκεία, την έννοια της δικαιοσύνης, το τέλος του ανθρωπισμού, τον απατηλό πατριωτισμό. Σταδιακά, τα προσωπεία πέφτουν και οι ιδεολογίες ακούγονται σα κούφια λόγια που χρησιμεύουν μόνο για να σκεπάσουν με λαμπερό προπέτασμα το ασελγές συμφέρον.
Η μεστότητα του λόγου, η πυκνότητα των σκηνών, οι ποιητικές προεκτάσεις, ο κυνισμός και ο διαπεραστικός σαρκασμός κινούνται από το ρεαλισμό στο συμβολισμό, από το λογικό στο παράλογο, από το δράμα στην τραγική φάρσα.

Η παράσταση
Το έργο έχει παρουσιαστεί στο παρελθόν με πλούσια σκηνικά και κοστούμια, όπως απαιτείται από τις σκηνικές οδηγίες. Στη σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, υπάρχουν μόνο σκηνικά αντικείμενα (αναπηρικό καροτσάκι, τελάρα, κόκκινο χαλί κτλ) που υποδηλώνουν, επισημαίνουν, συμπυκνώνουν τους δραματικούς χώρους που εξελίσσεται το έργο. Η μοντέρνα όψη της παράστασης φιλοδοξεί να επικοινωνήσει το κείμενο με το σημερινό θεατή και σε αυτό συμβάλλει μεταξύ άλλων η αξιόλογη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Με τους κατάλληλους συνειρμούς, αν σκεφτεί κανείς τα τρέχοντα γεγονότα, έρχεται αντιμέτωπος με τη σαθρή εικόνα ενός ανελέητου καπιταλιστικού συστήματος, τα θεμέλια του οποίου τρίζουν...
Αφαιρετικότητα, υπαινικτική και ειρωνική διάθεση (χαρακτηριστική η σκηνή με τα πατατάκια), τονισμός των επικών στοιχείων και γκροτέσκες περιβολές. Οι σκηνικές οδηγίες εκφωνούνται από τους ηθοποιούς και έχουν ενσωματωθεί εύστοχα στα διαλογικά μέρη. Οι ερμηνείες και η ατμόσφαιρα που κατορθώνει να διαμορφώσει η σκηνοθεσία ταξιδεύουν το θεατή από τον ένα χώρο στον άλλο. Οι φωτισμοί επιτελούν περαιτέρω την συμβολική λειτουργία της συνειδησιακής αφυπνίσεως των ηρώων, που ανάγονται σε κοινωνικά παραδείγματα. Οι μουσικοί ήχοι, οι αυτοσχεδιασμοί όπως ο θόρυβος της αμαξοστοιχίας αλλά και οι σύντομες μελωδίες που ψέλνουν έντεχνα και συγχρονισμένα οι ηθοποιοί, συνθέτουν ξεχωριστή ενότητα, η οποία διαμορφώνει καλαίσθητη οπτικοακουστική εικόνα. Η παράσταση εκθέτει με λεπτομέρεια τα στάδια της ηθικής εξαθλίωσης που επιβάλλει το εκβιαστικό δίλημμα, με αποτέλεσμα να έχει μεγάλη διάρκεια…
Η Μπέττυ Αρβανίτη (Κλαιρ Τσαχανασιάν) με την ακρίβεια των εκφραστικών της μέσων αποδίδει το καυστικό χιούμορ της σνομπ αριστοκρατικής κυρίας αλλά και την οργή μιας πληγωμένης ύπαρξης που θαρρεί κανείς ότι απολαμβάνει την προετοιμασία της τρομαχτικής εκδίκησης. Ο Γιάννης Φέρτης (Αλφρεντ Ιλ) υπερασπίζεται το πάθος αλλά και την αγωνία του ήρωα για την έκβαση των πραγμάτων.
Ο Νίκος Αλεξίου (πρώτος πολίτης/Δήμαρχος), ο Μπάμπης Σαρηγιαννίδης (δεύτερος πολίτης/Αστυνόμος), ο Βασίλης Καραμπούλας (τρίτος πολίτης/ Δάσκαλος) και ο Θανάσης Δήμου (τέταρτος πολίτης/ Πάστορας) πλάθουν χαρακτήρες (οι οποίοι εκπροσωπούν κοινωνικές δομές και ανάγονται σε φορείς ιδεών) δίνοντας έμφαση στα στοιχεία εκείνα που κάνουν τον καθένα από αυτούς ξεχωριστό και αναγνωρίσιμο.
Αινιγματική και «σκοτεινή», η φιγούρα του Μπόμπυ, που «σκιτσάρει» ο Κώστας Γαλανάκης. Ο ταλαντούχος Δημήτρης Μυλωνάς (Σύζυγος 7/Σύζυγος 8/Σύζυγος 9/ Δημοσιογράφος) κατορθώνει να μεταμορφωθεί σε τέσσερα διαφορετικά πρόσωπα χωρίς να «κουβαλά» στοιχεία του ενός στο άλλο. Ο Παναγιώτης Παναγόπουλος (Μηχανοδηγός/ Δικαστικός Κλητήρας/ Καρλ) ανταποκρίνεται με άνεση στους ρόλους που καλείται να ερμηνεύσει. Η Τζίνη Παπαδοπούλου (Κυρία Ιλ/ Παρουσιάστρια) τονίζει με την εκφορά του λόγου της τα σημεία που διαφοροποιούν τα πρόσωπα που υποδύεται. Η Ελένη Ουζουνίδου (Οτίλιε), κάπως αμήχανη στο πρώτο μέρος, βρίσκει το υποκριτικό στίγμα της στη συνέχεια.
Ο Άκης Λυρής (Κόμπυ) και ο Ηλίας Κουνέλας (Λόμπυ), ομοιόμορφα μαυροντυμένοι, δημιουργούν ένα υποκριτικό δίδυμο δυναμικής που κινείται ρυθμικά και επικοινωνεί σκηνικά. Οι δυο ηθοποιοί επαναλαμβάνοντας σε καίριες στιγμές ταυτόχρονα φράσεις, εστιάζουν σε αυτό που ο λόγος υπονοεί εμμέσως αλλά δεν αποκαλύπτει ευθέως.
Το πρόγραμμα της παράστασης, που επιμελήθηκε ο Ιωσήφ Βιβιλάκης, περιέχει πλούσιο υλικό από θεωρητικά κείμενα για το έργο, χρονολόγιο, στοιχεία δηλαδή για τη ζωή του συγγραφέα, αναλυτική ελληνική παραστασιογραφία, εκδοχές του έργου στις τέχνες του θεάματος και άφθονο φωτογραφικό υλικό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις του Φρίντριχ Ντύρρενματ, στο άρθρο «Θεατρικά προβλήματα. Μια νέα δραματουργία».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Η Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρρενματ
Από τη Θεατρική Εταιρία Πράξη
Μετάφραση : Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία : Στάθης Λιβαθινός
Σκηνικά – κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική : Θοδωρής Αμπαζής
Φωτισμοί : Αλέκος Αναστασίου
Τους ρόλους ερμηνεύουν : Νίκος Αλεξίου, Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Βασίλης Καραμπούλας, Θανάσης Δήμου, Γιάννης Φέρτης, Μπέττυ Αρβανίτη, Κώστας Γαλανάκης, Δημήτρης Μυλωνάς, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Τζίνη Παπαδοπούλου, Ελένη Ουζουνίδου, Άκης Λυρής και Ηλίας Κουνέλας

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ
Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ. 210 88 38 727
Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο 21.00, Κυριακή – Τετάρτη 20.00